Legislator Case Law & Legislation
1451/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against divorce property division due to vague legal basis and insufficient evidence.

Case Number 1451/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court's divorce property division ruling. The appellant argued the lower court failed to provide a clear legal basis for its findings regarding the husband's contribution to marital assets. The court found the lower court's reasoning vague and contradictory regarding the source of funds used to pay off debts and the wife's alleged income. Consequently, the Supreme Court remanded the case for retrial to ensure a proper legal foundation for the property division.

Legislator headnote

AI generated

Articles 216, 559, and 580 of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible when the lower court's decision lacks a clear legal basis or contains contradictory reasoning regarding the facts and law, necessitating a retrial to establish the correct legal grounds for the judgment.

Keywords

AI generated
divorce property division vague legal basis insufficient evidence remand for retrial marital assets contribution Code of Civil Procedure appeal admissibility

Cited Legislation

AI generated
Article 216 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, and 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1451 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1451/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Ι. Κ., τέως συζύγου Π. Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Καπετανέα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Π. Κ. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ζωή Παυλίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-6-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10052/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 743/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-5-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 216 ΚΠολΔ, η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117 πρέπει να περιέχει, α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα, σε τρόπο ώστε να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βασίμου κατά νόμο της αγωγής.

Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη. Η αοριστία δε αυτή με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διόρθωσης ή συμπλήρωσης από την προσαγωγή ή εκτίμηση αποδείξεων, διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 ΚΠολΔ, των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.

Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ) και συντρέχει, αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 106/15).

Αν, λοιπόν, το δικαστήριο δεχτεί την αγωγή ως ορισμένη, μολονότι το δικόγραφό της σε ό,τι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία είναι αόριστο και προβαίνει στην κατ` ουσία εξέτασή της, κατά παράβαση της ως άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 ΚΠολΔ και δεν κηρύσσει ακυρότητα του δικογράφου, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που δημιουργεί λόγο αναίρεσης στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της αγωγής, σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού τοιούτου, όπως εκείνη του άρθρου 216 του ΚΠολΔ (ΑΠ 851/2017, ΑΠ 458/2017).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1400 παρ.1 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του 1529/1983, "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.

Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή". Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων, που διάρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια". Η απαίτηση του κάθε συζύγου από το άρθρο 1400 ΑΚ είναι, κατ` αρχήν, ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή του δικαιούχου άμεση ή έμμεση (ΟλΑΠ 28/1996).

Ως αύξηση νοείται όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά τον χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα (τελική περιουσία). Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου της έγερσης της αγωγής θα κριθεί αν υπάρχει αύξηση της περιουσίας του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.

Προς υπολογισμό της τελικής περιουσίας, κρίσιμος χρόνος θεωρείται στη μεν περίπτωση λύσης ή ακύρωσης του γάμου με δικαστική απόφαση, ο χρόνος κατά τον οποίο η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη, στη δε περίπτωση της τριετούς διάστασης (κατά την οποία προϋποτίθεται ότι ο γάμος δεν έχει ακόμη λυθεί ή ακυρωθεί), κρίσιμος είναι ο χρόνος της άσκησης της αγωγής (ΑΠ 528/2015, ΑΠ 1899/2014, ΑΠ 1029/2013, ΑΠ 406/2003).

Για την εξεύρεση όμως της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προστασίας, ήτοι ο χρόνος άσκησης της αγωγής, (ΑΠ 1316/2017, ΑΠ 492/2017). Ειδικότερα, για το στοιχείο της αύξησης λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής κατάστασης του υπόχρεου, ώστε, από τη σύγκριση αυτής κατά το χρονικό σημείο τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία) προς εκείνη που υφίσταται κατά το χρονικό σημείο γένεσης της αξίωσης (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση.

Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που την διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ένστασης, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο. Ο χρόνος λύσης ή ακύρωσης του γάμου ή της συμπλήρωσης τριετίας από τη συζυγική διάσταση είναι κρίσιμος για την εξεύρεση της εν λόγω τελικής περιουσίας υπό την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν.

Κατά το χρόνο δε γέννησης της αξίωσης απαιτείται να διατηρείται η αύξηση της περιουσίας που έγινε με τη συμβολή του δικαιούχου συζύγου (ΑΠ 3/2016, ΑΠ 1357/2015). Η συμβολή του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, υπό την έννοια των διατάξεων του άρθρου 1400 ΑΚ, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών, οι οποίες παρέχονται στον συζυγικό οίκο για την επιμέλεια και ανατροφή των τέκνων, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο ο υπόχρεος σύζυγος έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του (ΑΠ 1978/2014).

Συγκεκριμένα, κατά την διάταξη του άρθρου 1389 ΑΚ οι σύζυγοι έχουν την υποχρέωση να συνεισφέρουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας και η συνεισφορά αυτή γίνεται με οποιοδήποτε τρόπο, όπως με την προσωπική εργασία, τα εισοδήματά τους και την περιουσία τους, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1390 του ιδίου Κώδικα στην υποχρέωση του προηγουμένου άρθρου περιλαμβάνονται η αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων για διατροφή τους, η κοινή υποχρέωση για διατροφή των τέκνων τους και γενικά η υποχρέωση για συμβολή τους στη λειτουργία του κοινού οίκου.

Το μέτρο της υποχρέωσης προσδιορίζεται ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και η εκπλήρωσή της γίνεται με τον τρόπο που επιβάλλει η έγγαμη συμβίωση (ΑΠ 1048/2009). Η αποτίμηση όμως των υπηρεσιών του ενάγοντος, με τις οποίες αυτός συνέβαλε στην επελθούσα αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου του, δεν είναι αναγκαία για το ορισμένο και νόμιμο της αγωγής, όταν αυτή ερείδεται επί της εξ 1/3 τεκμαρτής συμβολής του στα αποκτήματα του συζύγου του, ή σε μικρότερο ποσοστό, όπως αντιθέτως απαιτείται, όταν η αγωγή στηρίζεται επί της πραγματικής συμβολής (ΑΠ 1473/2019).

Μόνο στην τελευταία περίπτωση, για να ληφθούν υπόψη και να υπολογισθούν αυτού του είδους οι υπηρεσίες, ως συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, απαιτείται να γίνεται η, κατά το μέρος που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση της συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών μέτρο, χρηματική αποτίμησή τους ή η αποτίμηση των δυνάμεων που εξοικονόμησε από την παροχή τους ο υπόχρεος σύζυγος, εάν προβάλλεται, ότι η εξοικονόμηση αυτή συνέβαλε κατά διαφορετικό από την αποτίμηση των υπηρεσιών ποσό στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου που διαφορετικά δεν θα επιτυγχανόταν χωρίς αυτήν (ΑΠ 43/2015, ΑΠ 1280/2014).

Κατά συνέπεια, οι υπηρεσίες αυτές πρέπει να προσδιορίζονται κατ` είδος και αξία, τόσο στην αγωγή, όσο και στην απόφαση, μόνο όταν και κατά το μέρος που υπερβαίνουν το μέτρο το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες (ΑΠ 1059/2014, ΑΠ 566/2014). Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα του ενός συζύγου από τον άλλο με βάση το άρθρο 1400 ΑΚ είναι:

α) η λύση ή ακύρωση του γάμου ή, κατ` ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του ενός των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου γ) η συμβολή του άλλου συζύγου στην αύξηση αυτή με οποιονδήποτε τρόπο, περιλαμβανομένης και της υπερβαίνουσας το μέτρο της συνεισφοράς του ενάγοντος συζύγου συμβολής του στις τρέχουσες οικογενειακές δαπάνες, με χρηματικές εισφορές ή εισφορές χρήσης ακινήτου για στέγαση της οικογένειας ή με παροχή προσωπικών υπηρεσιών στην αντιμετώπιση των οικογενειακών εν γένει αναγκών και δ) η αιτιώδης σχέση της συμβολής αυτής προς την αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου (ΑΠ 492/2017).

Όταν όμως ζητείται η επιδίκαση του τεκμαιρομένου ποσοστού(1/3) των αποκτημάτων, ο ενάγων θα δικαιούται το ένα τρίτο από την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου, χωρίς να χρειάζεται να επικαλεσθεί και αποδείξει οποιαδήποτε συμβολή του στην αύξηση αυτή, υπό την προϋπόθεση βέβαια της επίκλησης και απόδειξης τέτοιας αύξησης της περιουσίας του άλλου συζύγου (ΑΠ 1550/2018).

Ωστόσο, ο εναγόμενος, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία φέρεται ότι αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, και στις δύο περιπτώσεις του άρθρου 1400 ΑΚ, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει κάποια συμβολή. Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος, να επικαλεσθεί και αποδείξει, ότι ο δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος, είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων, είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο στον ίδιο.

Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, συνιστά, ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση (ΑΠ 492/2017, ΑΠ 1899/2014, ΑΠ 1646/2014, ΑΠ 438/2007), ενώ όσον αφορά τον πραγματικό υπολογισμό αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (ΑΠ 566/2014).

Δηλαδή, το καθιερούμενο από τη διάταξη του άρθρου 1400 εδάφ. β` ΑΚ ως άνω μαχητό τεκμήριο ότι η συμβολή του δικαιούχου συζύγου ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης της περιουσίας του υποχρέου, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή, λειτουργεί αμφιμερώς και υπέρ των δύο διαδίκων, με την έννοια ότι αν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του ποσοστό της αύξησης που αντιστοιχεί σε μεγαλύτερη του 1/3 συμβολή, αυτός υποχρεούται να αποδείξει το μεγαλύτερο του τεκμαρτού ποσοστό της συμβολής του, ενώ ο εναγόμενος μπορεί, κατ` ένσταση, να προβάλει και να αποδείξει ότι ο ενάγων είχε μικρότερη της τεκμαιρόμενης ή και καμία συμβολή.

Με τη διάταξη αυτή δεν καθιερώνεται ιδιαίτερος τρόπος υπολογισμού της αξίωσης σε σχέση με το ποσοστό του τεκμηρίου, αλλ` απλώς γίνεται κατανομή του βάρους της απόδειξης με βάση μαχητό τεκμήριο, ενώ η αξίωση συμμετοχής στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου είναι μία και ενιαία, οποιοδήποτε ποσοστό (μεγαλύτερο ή μικρότερο του τεκμαιρόμενου) συμμετοχής και αν ζητεί με την αγωγή ο δικαιούχος σύζυγος (ΑΠ 182/2021, ΑΠ 1247/2019, ΑΠ 1037/2017, ΑΠ 492/2017, ΑΠ 1646/2014, ΑΠ 566/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση του δικογράφου της από 25.6.2015 αγωγής προκύπτει, ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, α) ότι με τον εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο) τέλεσε νόμιμο γάμο στις 11.3.2000, αλλά η έγγαμη συμβίωσή τους διασπάστηκε τον Αύγουστο 2008 και τελικά λύθηκε με την 11922/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία κατέστη αμετάκλητη τον Μάιο 2015 δια της παραίτησης αμφότερων από την άσκηση ενδίκων μέσων ενώπιον της Γραμματείας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, β) ότι μετά την τέλεση του γάμου τους, διέμεναν αρχικά στο διαμέρισμά της επί της οδού ...

και η ίδια μετά τη γέννηση του τέκνου τους (27.1.2001), αποχώρησε από την κατασκευαστική εταιρεία με την επωνυμία "...", που εργαζόταν ως υπάλληλος, λαμβάνοντας ως αποζημίωση το ποσό των 3.000.000 δραχμών, ενώ το ίδιο έτος 2001, μετακόμισαν σε διαμέρισμα επί της οδού ..., καταβάλλοντας ως μίσθωμα το ποσό που λάμβανε από την εκμίσθωση του διαμερίσματός της στην ..., γ) ότι με το .../7.5.2004 συμβόλαιο της συμβ/φου Θεσσαλονίκης, ο εναγόμενος απέκτησε στο όνομά του διαμέρισμα που βρίσκεται στο 4ο όροφο της πολυκατοικίας επί της οδού ..., εκτάσεως 69,66 τ.μ.

αποτελούμενο από δύο δωμάτια, καθιστικό - τραπεζαρία- κουζίνα, με ημιυπαίθριους χώρους στην μπροστινή και οπίσθια πλευρά του και την αποκλειστική χρήση αποθήκης του υπόγειου, έκτασης 6,20 τ.μ και δικαίωμα χρήσης θέσης στάθμευσης ενός αυτοκινήτου, έκτασης 12 τ.μ., περίπου, αντί του πραγματικού τιμήματος των 210.000 ευρώ, εκ του οποίου το ποσό των 140.000 ευρώ καταβλήθηκε σε μετρητά, ενώ για το υπόλοιπο, ύψους 70.000 ευρώ, λήφθηκε στεγαστικό δάνειο από την τράπεζα Eurobank, δ) ότι η ίδια κατέβαλε για την αγορά του ανωτέρω διαμερίσματος το ποσό των 35.000 ευρώ, που είχε αποταμιεύσει από την εργασία της, το ποσό των 18.000 ευρώ με δωρεά από τη μητέρα της, που επιθυμούσε να βοηθήσει τόσο την ίδια όσο και την οικογένειά της, καθώς και το ποσό των 450 ευρώ για τους μήνες Ιούνιο 2004 έως και Αύγουστο 2008 και συνολικά 22.500 ευρώ (50 μήνες χ 450 ευρώ), που λάμβανε από το μηνιαίο μίσθωμα του εκμισθωμένου από την ίδια διαμερίσματός της στην οδό ...

στην ..., ε) ότι κατά την διάρκεια του γάμου τους και μέχρι την αμετάκλητη λύση αυτού, η προσαύξηση της περιουσίας του εναγομένου συνίσταται στην απόκτηση του εν λόγω διαμερίσματος, η αξία του οποίου ανέρχεται τόσο κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου τους όσο και κατά το χρόνο της άσκησης της αγωγής, στο ποσό των 210.000 ευρώ, και στ) ότι η ίδια συνέβαλε στην κατά τα ανωτέρω αύξηση της περιουσίας του εναγομένου, κατά ποσοστό 50%, που αντιστοιχεί στο ποσό των 105.000 ευρώ, με τη διάθεση των ποσών που ανωτέρω αναφέρθηκαν και με την παροχή υπηρεσιών στον συζυγικό οίκο και στην επιμέλεια και ανατροφή του τέκνου τους, η οποία ξεπερνούσε την εκ του νόμου υποχρέωση συνεισφοράς της στις οικογενειακές δαπάνες.

Ζητούσε δε α) κατά την κύρια βάση της αγωγής, που αφορά τον πραγματικό υπολογισμό για τη συμβολή της στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου, να αναγνωριστεί ότι η συμβολή της στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου ανέρχεται στο παραπάνω ποσοστό 50%, η αξία του οποίου συμποσούται στο ποσό των 105.000 ευρώ, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το ποσό των 105.000 ευρώ, άλλως να υποχρεωθεί να της μεταβιβάσει, καταδικαζόμενος σε δήλωση βούλησης, το ανήκον σ' αυτόν και αποκτηθέν κατά τη διάρκεια του γάμου τους ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου του εν λόγω διαμερίσματος και β) κατά την επικουρική βάση της αγωγής, που αφορά τον τεκμαρτό υπολογισμό για τη συμβολή της στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου, να υποχρεωθεί να της καταβάλει το ποσό των 70.000 ευρώ, που αντιστοιχεί στην χρηματική αποτίμηση της κατά ποσοστό 1/3 τεκμαρτής συμβολής της, άλλως να υποχρεωθεί να της μεταβιβάσει, καταδικαζόμενος σε δήλωση βούλησης, το ανήκον σε αυτόν και αποκτηθέν κατά τη διάρκεια του γάμου τους, ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου του διαμερίσματος.

Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή, κατά την κυρία βάση της, που στηρίζεται στον πραγματικό υπολογισμό της συμβολής της ενάγουσας και ζητείται με αυτήν να αναγνωριστεί ότι η τελευταία συνέβαλε στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου κατά ποσοστό 50% και να υποχρεωθεί αυτός να της καταβάλει το ποσό των 105.000 ευρώ, άλλως να υποχρεωθεί να της μεταβιβάσει, καταδικαζόμενος σε δήλωση βούλησης, ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου του επίδικου διαμερίσματος, είναι αόριστη, καθόσον δεν διαλαμβάνονται στην αγωγή όλα τα από τις διατάξεις των άρθρων 216 ΚΠολΔ και 1400 ΑΚ απαιτούμενα για την πληρότητα της στοιχεία και αφορούν τα προσδιοριστικά της επικαλούμενης μεγαλύτερης της τεκμαιρόμενης συμβολής της ενάγουσας.

Ειδικότερα, η ενάγουσα, η οποία εκθέτει ότι το διαμέρισμα που απέκτησε ο εναγόμενος αγοράστηκε κατά ένα μέρος μετρητοίς και με δάνειο που έλαβε ο εναγόμενος και αποπλήρωνε η ίδια ως τη διακοπή ης έγγαμης συμβίωσής τους, με μίσθωμα που λάμβανε και με χρήματα που εξοικονόμησε η ίδια, εργαζόμενη ως ιδιωτική υπάλληλος, δεν προσδιορίζει το μέρος των σχετικών εισοδημάτων της, που υπερβαίνουν το ποσό της οφειλόμενης εκ μέρους της, κατ' άρθρο 1389 ΑΚ, συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, γιατί μόνο η πέραν αυτής εισφορά εμπίπτει στην έννοια του άρθρου 1400 ΑΚ, καθώς, επίσης, δεν αναφέρει το ύψος των εισοδημάτων που αποκόμισε από όλη την εν γένει επαγγελματική δραστηριότητά της, κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης της με τον εναγόμενο, το ύψος των εισοδημάτων που αποκόμισε ο τελευταίος κατά το αυτό χρονικό διάστημα και το συνολικό ύψος των μηνιαίων οικογενειακών αναγκών των διαδίκων, κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης τους, για να κριθεί αν και πόσα χρήματα αποταμίευσε μηνιαίως ο καθένας και αντιστοίχως πόσα χρήματα διατέθηκαν εκ μέρους κάθε διαδίκου για την απόκτηση του ακινήτου, αφού οι παροχές της ενάγουσας, μόνο κατά το μέρος που υπερβαίνουν το ποσό της οφειλόμενης συνεισφοράς συνιστούν συμβολή στην περιουσιακή επαύξηση του άλλου συζύγου και παρέχουν δικαίωμα απόδοσης και όχι στο σύνολό τους.

Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε ομοίως, όχι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και συνεπώς ο αντίθετος πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τη νοηματική του εκτίμηση, η πλημμέλεια από τον αρ. 14 (και όχι τους αρ. 1 και 8) του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους. (ΑΠ 40/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι τέλεσαν μεταξύ τους νόμιμο θρησκευτικό γάμο, στη Θεσσαλονίκη, στις 11.3.2000, από τον οποίο απέκτησαν ένα τέκνο, τον Α., που γεννήθηκε στις 27.1.2001. Μετά το γάμο τους εγκαταστάθηκαν σε διαμέρισμα στην επί της ενταύθα οδού ... (στο συνοικισμό της ...ς) οικοδομή, ιδιοκτησίας της ενάγουσας, αλλά σε σύντομο χρονικό διάστημα μετακόμισαν, μετά από προτροπή της τελευταίας, στην ..., σε μισθωμένο, αρχικά διαμέρισμα στην επί της οδού ..., οικοδομή, κοντά στην (επί της οδού ...) κατοικία της μητέρας της, ενώ η ενάγουσα εκμίσθωσε το εν λόγω διαμέρισμα της σε τρίτο.

Στη συνέχεια οι διάδικοι εγκαταστάθηκαν στο διαμέρισμα που αγόρασε ο εναγόμενος, στην ίδια περιοχή, δυνάμει του με αριθμό .../7.5.2004 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελισάβετ Παναγοπούλου-Βασιλάκη, το οποίο αποτέλεσε την οικογενειακή τους στέγη. Η έγγαμη συμβίωσή τους διακόπηκε οριστικά το μήνα Αύγουστο του έτους 2008, με την αποχώρηση του ενάγοντας από τη συζυγική οικία, ενώ ο γάμος τους, για τον οποίο αυτοί δεν επέλεξαν το σύστημα της κοινοκτημοσύνης, λύθηκε λόγω ισχυρού κλονισμού της έγγαμης συμβίωσής τους, τεκμαιρόμενου από τη συνεχή διετή διάστασή τους, δυνάμει της με αριθμό 11922/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (ειδική διαδικασία γαμικών διαφορών), η οποία, κατέστη αμετάκλητη στις 11.6.2015, οπότε οι διάδικοι παραιτήθηκαν από την άσκηση ενδίκων μέσων κατά αυτής.......

Η ενάγουσα εργαζόταν μέχρι το μήνα Απρίλιο του 2001, οπότε και παραιτήθηκε, ως υπάλληλος στην κατασκευαστική εταιρία με την επωνυμία "ΜΟΡΦΗ Ο.Ε." και από την εργασία της αυτή αποκόμισε εισοδήματα ύψους 1) 2.217.931 δρχ, για το οικονομικό έτος 2000 (μηνιαία 184.827 δρχ), 2) 247.001 δρχ για το οικονομικό έτος 2001 (μηνιαία 82.333 δρχ (ήτοι 247.001 δρχ./3 μήνες εργασίας),.......

Ο εναγόμενος, αντίστοιχα καθ' όλη τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής του με την ενάγουσα ήταν ομόρρυθμος μέλος της οικογενειακής επιχείρησης με τη μορφή της ομόρρυθμης εμπορικής εταιρίας με την επωνυμία "...", με ποσοστό στις κερδοζημίες 40%. Η συγκεκριμένη επιχείρηση, που παλαιότερα ανήκε στον πατέρα τους, δραστηριοποιείται στην επεξεργασία, τυποποίηση και εμπορία ελαίων και συναφών ειδών.

Από την εργασία του και τη συμμετοχή του στην ως άνω επιχείρηση αποκόμισε εισοδήματα συνολικού ύψους 1) 4.459.473 δραχμές, το οικονομικό έτος 2001, 2) 7.524.095 δραχμές το οικονομικό έτος 2002, 3) 31.506,86 ευρώ το οικονομικό έτος 2003, 4) 23.998,16 ευρώ, το οικονομικό έτος 2004, 5) 18.053,63 ευρώ, το οικονομικό έτος 2005, 6) 28.295,91 ευρώ το οικονομικό έτος 2006, 7) 37.370,41 ευρώ το οικονομικό έτος 2007, 8) 46.717,46 ευρώ το οικονομικό έτος 2008 και 9) 48.431,89 ευρώ, το οικονομικό έτος 2009...

Κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου της, η ενάγουσα είχε στην κυριότητά της ένα διαμέρισμα εμβαδού 94,08 τμ μικτών, που βρίσκεται επί της οδού ... αρ. … στην ...-..., το οποίο περιήλθε στην κυριότητά της, δυνάμει του με αριθμό .../16.6.1998 συμβολαίου αγοράς της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μαρίας Παπαδημητρίου. Το διαμέρισμα αυτό (στο οποίο, όπως προαναφέρθηκε, οι διάδικοι εγκαταστάθηκαν αμέσως μετά το γάμο τους και παρέμειναν σ' αυτό έως το Φεβρουάριο του 2001), η ενάγουσα το εκμίσθωνε καθ' όλη τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής της σε τρίτους και έτσι εισέπραξε μισθώματα συνολικού ύψους 1) 3.676,91 ευρώ για το οικονομικό έτος 2003, (μηνιαίο 306,40 ευρώ) 2) 3.797,07 ευρώ για το οικονομικό έτος 2004 ( μηνιαίο 316,42 ευρώ) και 3) 3.867,57 ευρώ για το οικονομικό έτος 2005 (μηνιαίο 322,29 ευρώ), 4) 3.605,20 ευρώ για το οικονομικό έτος 2006, 5) 4.065,66 ευρώ για το οικονομικό έτος 2007, 6) 4.442,01 ευρώ για το οικονομικό έτος 2009, όπως προκύπτει από τα αντίστοιχα εκκαθαριστικά σημειώματα.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος προ του γάμου τους διέθετε προσωπική περιουσία και, ειδικότερα: α) ήταν συγκύριος κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου ενός καταστήματος του ισογείου ορόφου της κείμενης στην ..., επί της οδού ... οικοδομής, εμβαδού (καταστήματος) 185 τμ, το οποίο μαζί με τους ως άνω συγγενείς-συγκύριους εκμίσθωνε καθ' όλη τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής της σε τρίτους και έτσι εισέπραττε μισθώματα συνολικού ύψους κατά το ως άνω ποσοστό του 1) 318.531 δρχ, ήδη 934,80 ευρώ, το οικονομικό έτος 2001, 2) 318.531 δρχ, ήδη 934,80 ευρώ, για το οικονομικό έτος 2002, 3) 934,80 ευρώ για το οικονομικό έτος 2003, 4) 934,80 ευρώ, για το οικονομικό έτος 2004, 5) 934,80 ευρώ, για το οικονομικό έτος 2005, 6) 934,80 ευρώ για το οικονομικό έτος 2006, 7) 934,80 ευρώ, για το οικονομικό έτος 2007, 8) 1075,50 ευρώ, για το οικονομικό έτος 2008 και 9) 1216,20 ευρώ, για το οικονομικό έτος 2009, β) κατά πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή ένα διαμέρισμα, του πρώτου κύριου ορόφου εμβαδού 36,12 τμ καθαρών και 41,99 τμ μικτών με ποσοστό συνιδιοκτησίας 8,14% στην ...

οικοδομή επί ενός οικοπέδου κειμένου στην άλλοτε κοινότητα ... νυν δημοτικό διαμέρισμα ... του Δήμου ... στην άλλοτε θέση "...", το οποίο περιήλθε στην κυριότητά του, λόγω αγοράς, δυνάμει του με αριθμό .../2002 συμβολαίου αγοράς του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μιχαήλ Κωτούλα, σε εκτέλεση του με αριθμό .../11.5.1994 προσυμφώνου του ιδίου συμβολαιογράφου.

Το ακίνητο αυτό πωλήθηκε δυνάμει του με αριθμό .../30.12.2002 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελένης Καλουζάκη έναντι του αναγραφόμενου τιμήματος 23.317,00 ευρώ, στην πραγματικότητα όμως το τίμημα που έλαβε ήταν 30.000,00 ευρώ, γ) κατά πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή ένα διαμέρισμα, του πρώτου κύριου ορόφου, 36,98 τμ καθαρών και 42,99 τμ μικτών με ποσοστό συνιδιοκτησίας 8,33% στην ...

οικοδομή επί ενός οικοπέδου κειμένου στην άλλοτε κοινότητα ... νυν δημοτικό διαμέρισμα ... του Δήμου ... στην άλλοτε θέση "...", το οποίο περιήλθε στην κυριότητά του, λόγω αγοράς, δυνάμει του με αριθμό .../2002 συμβολαίου αγοράς του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μιχαήλ Κωτούλα, σε εκτέλεση του με αριθμό .../11.5.1994 προσυμφώνου του ιδίου συμβολαιογράφου.

Το ακίνητο αυτό πωλήθηκε δυνάμει με αριθμό .../22.7.2003 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αναστασίας Φυλακτού-Σμυρλή έναντι του αναγραφόμενου τιμήματος 23.000,00 ευρώ στην πραγματικότητα όμως το τίμημα που έλαβε ήταν 30.000,00 ευρώ. Τα ως άνω ακίνητα ο εναγόμενος τα εκμίσθωνε από το έτος 1996 σε τρίτους και έτσι εισέπραττε μισθώματα συνολικού ύψους 1) 1.001.723 δρχ για το οικονομικό έτος 1997 (χρήση 1996), 2) 913.499 δρχ για το οικονομικό έτος 1998 (χρήση 1997), 3) 973.499 δρχ για το οικονομικό έτος 1999 (χρήση 1998), 4) 962.603 δρχ για το οικονομικό έτος 2000 (χρήση 1999), 5) 883.334 δρχ για το οικονομικό έτος 2001 (χρήση 2000), 6) 1.158.300 δρχ για το οικονομικό έτος 2002 (χρήση 2001), 7) 657.818 δρχ ήδη 1930,50 σε ευρώ, για το οικονομικό έτος 2003 (χρήση 2002) συνολικά 6550.836 δρχ.

ή 19.224,76 ευρώ, όπως προκύπτει από τα νομίμως προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα φόρου εισοδήματος οικονομικών ετών 1997- 2003 και τα Ε2 των οικονομικών ετών 2001-2003 αυτού της Δ.Ο.Υ. Β' Θεσσαλονίκης, δ) κατά πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή ένα διαμέρισμα, του πρώτου κύριου ορόφου, 34,25 τμ καθαρών και 39,62 τμ μικτών με ποσοστό συνιδιοκτησίας 8,59% στην ...

οικοδομή επί ενός οικοπέδου κειμένου στην άλλοτε κοινότητα ... νυν δημοτικό διαμέρισμα ... του Δήμου ... στην άλλοτε θέση "...", το οποίο περιήλθε στην κυριότητά του, λόγω αγοράς, δυνάμει του με αριθμό .../2004 συμβολαίου αγοράς του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μιχαήλ Κωτούλα, σε εκτέλεση του με αριθμό .../6.8.1990 προσυμφώνου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννας Μπιλίση- Χρουσαλά, το οποίο πωλήθηκε δυνάμει του με αριθμό .../24.10.2007 συμβολαίου πώλησης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μαρίας Παπαδοπούλου έναντι του αναγραφόμενου τιμήματος 31.117,00 ευρώ στην πραγματικότητα όμως το τίμημα που έλαβε ήταν 45.000,00 ευρώ.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης ο εναγόμενος απέκτησε με αγορά δυνάμει του με αριθμό .../7.5.2004 συμβολαίου πώλησης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελισάβετ Παναγοπούλου-Βασιλάκη νομίμως μεταγραφέντος......ένα διαμέρισμα που καταλαμβάνει όλο τον τέταρτο όροφο της κείμενης στην ...

Θεσσαλονίκης, επί της ... οικοδομής, έχει εμβαδό 53,97 τ.μ. καθαρά και μετέχει στο οικόπεδο και στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής κατά ποσοστό 160/1000 εξ αδιαιρέτου και αποτελείται από δύο δωμάτια, καθιστικό- τραπεζαρία, κουζίνα, λουτραποχωρητήριο με ημιυπαίθριους χώρους στην εμπρόσθια και πίσω πλευρά του, μετά των παρακολουθημάτων του, ήτοι μίας αποκλειστικής χρήσεως μιας θέσεως σταθμεύσεως αυτοκινήτου στον ακάλυπτο χώρο της οικοδομής με εμβαδόν 12 τμ., αντί αναγραφόμενου τιμήματος 71.578,00 ευρώ και πραγματικού 163.000,00 ευρώ.

Από το συμφωνηθέν τίμημα των 163.000,00 ευρώ, που απαιτήθηκε για την απόκτηση του παραπάνω περιουσιακού στοιχείου, το ποσό των 103.000,00 ευρώ, προερχόταν από ισόποσο στεγαστικό δάνειο που έλαβε ο εναγόμενος επ' ονόματί του, από την Τράπεζα Eurobank, ενώ το υπόλοιπο τίμημα καταβλήθηκε σε μετρητά από τον εναγόμενο με χρήματα που προήλθαν αφενός από την πώληση των ανωτέρω διαμερισμάτων στο ..., αφετέρου από χρήματα που είχε συγκεντρώσει από την προσωπική του εργασία, τη συμμετοχή του στην ομόρρυθμη εταιρία και τα μισθώματα που εισέπραττε από την εκμίσθωση της πατρικής περιουσίας του, είναι δε χαρακτηριστικό ότι μόνο από την πώληση των τριών μικρών διαμερισμάτων στην ...

ο εναγόμενος αποκόμισε το πολύ υψηλό ποσό των 105.000,00 Ε., τα δε ανωτέρω εισοδήματα του εναγομένου ήταν τόσο υψηλά, οπότε δικαιολογούν την εκ μέρους του απόκτηση ακριβού αυτοκινήτου, αν υποτεθεί αληθής ο σχετικός ισχυρισμός της ενάγουσας. Η αποπληρωμή δε του ποσού των 103.000,00 ευρώ, με σύμβαση τοκοχρεωλυτικού στεγαστικού δανείου, που κατήρτισε στις 19.8.2004 επ' ονόματί του, γινόταν με μηνιαίες δόσεις προς την τράπεζα Eurobank, τις οποίες διενεργούσε η αδελφή του εναγόμενου, που ήταν υπεύθυνη για τις τραπεζικές συναλλαγές της εταιρίας τους, προκειμένου να διευκολύνει τον αδελφό της..........

Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι, καθ' όλη τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής της με τον εναγόμενο, η ίδια συνέβαλε στην απόκτηση του επίδικου ακινήτου με τα χρήματα που αποταμίευσε από την εργασία της (κατά τα έτη 1998 έως 2001) ύψους 30.000,00 ευρώ, από την ληφθείσα κατά την αποχώρησή της από την εργασία της αποζημίωση ύψους 3.000.000 δρχ.

και με τα χρήματα που η μητέρα της παρέδωσε λόγω δωρεάς στην κόρη της ύψους 18.000,00 ευρώ. Ωστόσο, από τα αμέσως ανωτέρω αναφερόμενα αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα δεν είχε καμία συμβολή στην απόκτηση του ως άνω αναφερομένου περιουσιακού στοιχείου του εναγομένου, δεκτής γενομένης ως ουσιαστικά βάσιμης της προβαλλομένης από τον εναγόμενο ένστασης μηδενικής συμβολής.

Στο ανωτέρω δε συμπέρασμα άγεται το παρόν Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη ότι πέραν των όσων ήδη ανωτέρω αναφέρθηκαν ως προς τον τρόπο και τα μέσα αποπληρωμής του τιμήματος για την αγορά του ακινήτου εκ μέρους του εναγομένου, επιπροσθέτως και τ' ακόλουθα: α) η ενάγουσα σταμάτησε να εργάζεται τον Απρίλιο του 2001 και, συνεπώς, δεν είχε εισοδήματα από την αιτία αυτή κατά τη διάρκεια του γάμου, β) δεν αποδείχθηκε βάσιμος ο ισχυρισμός ότι δια της παροχής υπηρεσιών στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών υπερβαίνεται το όριο της σχετικής υποχρέωσης προς συνεισφορά σύμφωνα με τα άρθρα 1389 και 1390 ΑΚ.

Ειδικότερα, αποδεικνύεται ότι κατά τη διάρκεια του γάμου ήταν επιφορτισμένη με την φροντίδα και την ανατροφή του ανηλίκου τέκνου της και την περιποίηση του εναγομένου συζύγου της και ασχολούταν με τις οικιακές εργασίες, (πλύσιμο, μαγείρεμα, καθαρισμό), πλην όμως τα ανωτέρω εντάσσονται στην ανάλογη με τις δυνάμεις της συνεισφορά στην εξυπηρέτηση των οικογενειακών αναγκών και δεν υπερβαίνουν το μέτρο.

Τούτο διότι αποδεικνύεται αφενός ότι και ο εναγόμενος είχε ενεργό καθημερινή συμμετοχή στην ανατροφή του ανηλίκου τέκνου του και αφετέρου ότι κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης τους οι διάδικοι απασχολούσαν προς κάλυψη των αναγκών καθαριότητας της οικίας τους και οικιακή βοηθό για τουλάχιστον δύο φορές μηνιαίως, όπως τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται από την κατάθεση του μάρτυρα του εναγομένου αδελφού του, γ) ότι από το σύνολο των τεθέντων στη διάθεση του Δικαστηρίου αποδεικτικών μέσων δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη και η έκταση των οικονομικών δυνάμεων της ενάγουσας και ειδικότερα:

δεν αποδεικνύεται ότι διέθετε το ποσό των 30.000,00 ευρώ, ως αποταμίευση από την εργασία της, ότι εισέπραξε το ποσό των 3.000.000 δρχ, ως αποζημίωση απόλυσης, καθώς και ότι έλαβε ως δωρεά από τη μητέρα της το ποσό των 18.000,00 ευρώ, καθόσον δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει κάποιο αποδεικτικό στοιχείο (βιβλιάρια καταθέσεων, αποδεικτικά ανάληψης από την τράπεζα, κίνηση τραπεζικού λογαριασμού) σύγχρονο με τον τρόπο απόκτησης του ως άνω περιουσιακού στοιχείου, για τόσο μεγάλα δε ποσά δεν ήταν δυνατόν παρά να φυλάσσονται αυτά σε τράπεζα.

Σε αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να αχθεί το παρόν Δικαστήριο, στηριζόμενο στην κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, αδελφού της ενάγουσας στο ακροατήριο, καθόσον η κατάθεσή του ήταν γενικόλογη και ασαφής. Ομοίως, αβάσιμος και αναπόδεικτος τυγχάνει και ο ισχυρισμός της ενάγουσας περί καταβολής από την ίδια των οφειλόμενων δόσεων του δανείου από το μίσθωμα που εισέπραττε η ίδια, καθόσον δεν προσκομίζει αντίστοιχα παραστατικά, ο μάρτυράς της-αδελφός της κατέθεσε δε ότι η δόση του δανείου του εναγομένου ήταν 490 ευρώ, ενώ το μίσθωμα της οικίας της ενάγουσας, ήταν πολύ μικρότερο και ανερχόταν περίπου σε 320 ευρώ, μηνιαίως.....".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την συζητηθείσα ερήμην του εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου έφεση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της 10052/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε απορρίψει την αγωγή της αναιρεσείουσας ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ και στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της διάταξης αυτής αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της μη συμβολής της αναιρεσείουσας στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσίβλητου κατά το τεκμήριο του 1/3.

Ειδικότερα, α) ενώ αρχικά δέχεται ότι η ενάγουσα εργαζόταν μέχρι το μήνα Απρίλιο του 2001, οπότε και παραιτήθηκε, ως υπάλληλος στην κατασκευαστική εταιρία με την επωνυμία "ΜΟΡΦΗ Ο.Ε." και από την εργασία της αυτή αποκόμισε εισοδήματα ύψους 1) 2.217.931 δρχ. για το οικονομικό έτος 2000 (μηνιαία 184.827 δρχ.) και 2) 247.001 δρχ.

για το οικονομικό έτος 2001, ακολούθως δέχεται, κατά τρόπο αντιφατικό, ότι σταμάτησε να εργάζεται τον Απρίλιο του 2001 και συνεπώς δεν είχε εισοδήματα από την αιτία αυτή κατά τη διάρκεια του γάμου, με αποτέλεσμα να μην προκύπτει σαφώς τι δέχεται, τελικά, το εφετείο ως προς το ζήτημα αυτό, δηλαδή είχε ή δεν είχε εισοδήματα από την εργασία της η αναιρεσείουσα κατά τη διάρκεια του γάμου, β) διαλαμβάνει ότι δεν αποδεικνύεται ότι η αναιρεσείουσα διέθετε το ποσό των 30.000 ευρώ ως αποταμίευση από την εργασία της, πλην όμως, λόγω της πιο πάνω αντίφασης, προκαλείται ασάφεια, αν για να καταλήξει το δικαστήριο της ουσίας στην παραδοχή αυτή έλαβε ή όχι υπόψη την ύπαρξη εισοδημάτων της αναιρεσείουσας κατά τη διάρκεια του γάμου, γ) δέχεται ότι μέρος του τιμήματος, που ο αναιρεσίβλητος κατέβαλε για την απόκτηση του ένδικου διαμερίσματος, ποσού 103.000,00 ευρώ, προερχόταν από ισόποσο στεγαστικό δάνειο που έλαβε ο αναιρεσίβλητος επ' ονόματί του και, επίσης, ότι η αποπληρωμή αυτού γινόταν με μηνιαίες δόσεις προς την τράπεζα, τις οποίες διενεργούσε η αδελφή του αναιρεσιβλήτου, χωρίς όμως να διαλαμβάνει σαφή παραδοχή ότι οι μηνιαίες αυτές δόσεις καταβάλλονταν αποκλειστικά με δικά του χρήματα, δεδομένου ότι δεν αρκεί ότι τα εισοδήματά του δικαιολογούσαν την καταβολή των μηνιαίων δόσεων, αν δεν αποδεικνύεται και ότι πράγματι κατέβαλε τα αντίστοιχα ποσά, με αποτέλεσμα να μην αιτιολογείται επαρκώς η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης περί μηδενικής συμβολής της αναιρεσείουσας, ενόψει και της έτερης ανέλεγκτης παραδοχής για είσπραξη μισθωμάτων από την τελευταία από την εκμίσθωση του διαμερίσματός της και, ειδικότερα, ότι η αναιρεσείουσα εκμίσθωνε αυτό καθ' όλη τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής της σε τρίτους εισπράττοντας μισθώματα συνολικού ύψους 1) 3.676,91 ευρώ για το οικονομικό έτος 2003, (μηνιαίο 306,40 ευρώ), 2) 3.797,07 ευρώ για το οικονομικό έτος 2004 ( μηνιαίο 316,42 ευρώ) και 3) 3.867,57 ευρώ για το οικονομικό έτος 2005 (μηνιαίο 322,29 ευρώ), 4) 3.605,20 ευρώ για το οικονομικό έτος 2006, 5) 4.065,66 ευρώ για το οικονομικό έτος 2007, 6) 4.442,01 ευρώ για το οικονομικό έτος 2009, και δ) δέχεται, επίσης, ότι αναπόδεικτος τυγχάνει ο ισχυρισμός της ενάγουσας περί καταβολής από την ίδια των οφειλόμενων δόσεων του δανείου από το μίσθωμα που εισέπραττε η ίδια, καίτοι δεν διαλαμβάνει, όπως αναφέρθηκε, σαφή παραδοχή περί καταβολής των μηνιαίων δόσεων του δανείου αποκλειστικά με χρήματα του αναιρεσιβλήτου, με αποτέλεσμα να καθίσταται ασαφές, αν το εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα στο τελευταίο αυτό γεγονός, δηλαδή στην καταβολή των δόσεων του δανείου με χρήματα του αναιρεσιβλήτου, ή, αντιθέτως, στη μη απόδειξη της συμμετοχής της αναιρεσείουσας στην εξόφληση των εν λόγω δόσεων με χρήματα από τα εισπραττόμενα μισθώματα (κατ' αντιστροφή, μάλιστα, του σχετικού βάρους), όπως και στη μη απόδειξη της είσπραξης ποσού 3.000.000 δρχ., ως αποζημίωση απόλυσης και της δωρεάς από τη μητέρα της ποσού 18.000,00 ευρώ, πράγμα που ασκεί ουσιώδη επιρροή, ενόψει του καθιερούμενου τεκμηρίου της συμβολής στα αποκτήματα κατά το 1/3, στο οποίο θεμελιώνεται και η ένδικη αξίωση της αναιρεσείουσας, οπότε αυτή μοναδική προϋπόθεση έχει τη επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσιβλήτου κατά τη διάρκεια του γάμου, χωρίς να απαιτείται επίκληση και απόδειξη της δικής της συμβολής.

Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος, κατά τα οικεία σκέλη τους, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών, ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, παρελκομένης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω κριθέντος ως βάσιμου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές, αφού χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατέθεσε (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματος αυτής (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 743/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλον από εκείνο που εξέδωσε την απόφαση δικαστή.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 5 Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ