Supreme Court allows appeal against appellate court failure to consider evidence submitted by appellant.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's final decision. The appellant had submitted a criminal judgment as evidence, but the appellate court failed to explicitly address or refute this document in its ruling. The court held that the appellate court committed a procedural error by omitting to consider this significant piece of evidence, which was legally required given its importance to the case.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566 para. 1, 569 of the Code of Civil Procedure; The appellate court must explicitly refute evidence submitted by parties; failure to do so constitutes a ground for cassation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1451 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1451/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Βασίλειο Μαχαίρα, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη και Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Μαΐου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Π. του Ι., κατοίκου …, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Κουτσουλέλου, που ανακάλεσε την από 20/5/2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Τ. του Τ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπείται νόμιμα από τη δικαστική του συμπαραστάτρια Π. Κ., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Στέφανο Στανέλλο και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 24/4/2011 και 8/72011 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη και τις α) από 20/6/2011 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση, β) από 24/5/2012 ανακοίνωση δίκης, γ) από 30/52012 κύρια παρέμβαση προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν.
Εκδόθηκε η 1481/2012 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1793/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1201/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29/5/2018 αίτησή του και τους από 14/3/2019 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη και ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 29-5-2018 αίτηση και τους από 14-3-2019 πρόσθετους λόγους αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 1201/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 1793/2016 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο, εκτός των άλλων, είχε κάνει εν μέρει δεκτή την από 8-7-2011 αγωγή ως προς τον πρώτο ενάγοντα (αναιρεσίβλητο), υποχρεώνοντας τους εναγομένους, μεταξύ των οποίων και αυτόν (αναιρεσείοντα) να του καταβάλουν εις ολόκληρον το αναφερόμενο ποσόν, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση αυτού (αναιρεσείοντος) ως προς τον αναιρεσίβλητο (πρώτο των εφεσιβλήτων). Η αίτηση αυτή αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι της ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 569 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτοί (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, προκύπτει ότι σε εργατικό ατύχημα που συνέβη στις 27-10-2009 από την πτώση του αναιρεσίβλητου στο έδαφος από ύψος 6 μέτρων σε ανεγειρόμενη οικοδομή στις … κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών, προκλήθηκε ο σοβαρός τραυματισμός τούτου.
Ακολούθως, εκτός των άλλων, ο τελευταίος άσκησε την από 8-7-2011 αγωγή του για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατά των εναγομένων και ειδικότερα του αναιρεσείοντος ως επιβλέποντος μηχανικού των εργασιών ανέγερσης της ως άνω οικοδομής καθώς και του αδελφού του Α. Τ. (μη διαδίκου), ο οποίος είχε αναλάβει ως εργολάβος την κατασκευή της τοιχοποιίας της ως άνω οικοδομής και στο συνεργείο του οποίου εργαζόταν αυτός (αναιρεσίβλητος).
Ζήτησαν δε οι ενάγοντες της αγωγής αυτής, όπως ειδικότερα αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, μετά την απόρριψη του γενομένου απ' αυτούς περιορισμού του αιτήματος της αγωγής με δήλωσή τους στο ακροατήριο, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος το ποσό των 500.000 ευρώ σε έκαστο εξ αυτών και συνολικά το ποσό των 1.500.000 ευρώ.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η προαναφερόμενη υπ' αριθ. 1793/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, εκτός των άλλων, έγινε αυτή (αγωγή) εν μέρει δεκτή και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι, εκτός του άλλου, να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, στον πρώτο ενάγοντα (αναιρεσίβλητο), που εκπροσωπείται από τη δικαστική συμπαραστάτρια αυτού, το ποσό των 150.000 ευρώ.
Ακολούθως, μετά την άσκηση έφεσης από τον ήδη αναιρεσείοντα, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, εκτός των άλλων, απορρίφθηκε η έφεση αυτού κατά του αναιρεσιβλήτου. Ειδικότερα, με την τελευταία απόφαση έγινε δεκτό ότι υπεύθυνος για το ατύχημα και τις συνέπειες αυτού είναι, εκτός του άλλου, και ο αναιρεσείων, στον οποίο η κυρία του εν λόγω οικοδομικού έργου είχε αναθέσει την επίβλεψη των εργασιών της ανέγερσης της οικοδομής, έργο το οποίο αποδέχθηκε αυτός, η δε σχετική συμφωνία δηλώθηκε στην αρμόδια Πολοεδομία και έτσι ορίστηκε ο αναιρεσείων γενικός επιβλέπων του έργου, στις υποχρεώσεις του οποίου περιλαμβάνονταν η σύνταξη και εφαρμογή των μέτρων ασφαλείας, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης.
III. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, αυτό δηλαδή που δημιουργείται από την αθέτηση-παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΑΠ 329/2019, ΑΠ 862/2011, ΑΠ 558/2008).
Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 223 και 295 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο ενάγων μπορεί να περιορίσει το αίτημα της αγωγής και ότι ο περιορισμός αυτός συνιστά μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, κατά το αίτημα που περιορίστηκε, το οποίο θεωρείται από την αρχή ότι δεν ασκήθηκε. Με την παραίτηση όμως δεν πρέπει να προκαλείται αοριστία ως προς το υπόλοιπο τμήμα της αγωγής, που εμποδίζει τη συγκεκριμενοποίηση της διαφοράς, η οποία έχει αχθεί σε δικαστική κρίση (ΑΠ 1817/2014, ΑΠ 652/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα: "...ο εκκαλών με το πρώτο λόγο της εφέσεως του κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλος του παραπονείται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ισχυριζόμενος ότι, ενώ οι ενάγοντες ζήτησαν και με τις δύο κύριες αγωγές τους να τους καταβάλλουν οι εναγόμενοι εις ολόκληρον έκαστος το ποσό των 500.000 ευρώ σε καθένα από αυτούς ( ενάγοντες), ο πληρεξούσιος δικηγόρος των τελευταίων στις 3-4-2014, ημερομηνία κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με δήλωσή του στο ακροατήριο, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, περιόρισε αορίστως το αίτημα των αγωγών, χωρίς να διευκρινίζει σε ποιά από τις δύο ως άνω κύριες αγωγές αφορά ο περιορισμός αυτός, αναφέροντας επί λέξει τα εξής "...
Ένας περιορισμός του καταψηφιστικού μας αιτήματος του αγωγικού σε 500.000 από κάθε έναν από τους εναγομένους" και ακολούθως το Δικαστήριο θεώρησε αυθαίρετα ότι ο περιορισμός αφορά την εναντίον του από 8-7-2011 αγωγή και όχι την από 24-4-2011 αγωγή και συζήτησε την υπόθεση άνευ καταβολής δικαστικού ενσήμου για μεν την από 24-4-2011 αγωγή, για δε την από 8-7-2011 σε βάρος του αγωγή αρκέσθηκε σε μερική καταβολή αυτού, ενώ θα έπρεπε αυτεπάγγελτα να θεωρήσει τους ενάγοντες ερήμην και στις δύο αγωγές και να τις απορρίψει αφενός λόγω μη ολοσχερούς καταβολής δικαστικού ενσήμου για την πρώτη και αφετέρου λόγω μερικής καταβολής τη δεύτερη αγωγή....
Ο ως άνω λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλος του, διότι Α) αναφορικά με την από 2-4-2011 αγωγή το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του δεν έλαβε υπόψη του τον ως άνω περιορισμό του αιτήματος της αγωγής και ακολούθως απέρριψε την πρώτη από 2-4-2011 αγωγή ως μη νόμιμη ως προς τη δεύτερη και τρίτο των εναγόντων Π.
Τ. και το ανήλικο αβάπτιστο τέκνο της που εκπροσωπείται από αυτήν, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας ως προς την πρώτη εναγομένη Ε. Μ., ως απαράδεκτη λόγω μη επίδοσης της αγωγής και της κύριας παρέμβασης ως προς τον δεύτερο εναγόμενο Δ. Κ. και ως μη νόμιμη ως προς τον τρίτο εναγόμενο Χ. Τ. και για το λόγο αυτό δεν απαιτήθηκε η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου και Β) αναφορικά με την από 8-7-2011 αγωγή (ένδικη) σε βάρος μεταξύ άλλων και του εκκαλούντος το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του και πάλι δεν έλαβε υπόψη του τον ως άνω περιορισμό του αγωγικού αιτήματος και ακολούθως, αφού απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ως προς τη δεύτερη και τρίτο των εναγόντων (Π.
Τ. και το ανήλικο αβάπτιστο τέκνο της που εκπροσωπείται από αυτή) με την αιτιολογία ότι η ηθική τους βλάβη είναι έμμεση και δεν αποκαθίσταται, στη συνέχεια έκρινε νόμιμη την αγωγή ως προς τον πρώτο ενάγοντα Κ. Τ. από τον οποίο και καταβλήθηκε το προσήκον τέλος δικαστικού ενσήμου για το ποσό των 500.000 ευρώ που αιτήθηκε με την ως άνω αγωγή".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε κάποια από τις ως άνω δικονομικές διάταξεις ως προς τον αναφερόμενο περιορισμό του αιτήματος της αγωγής ούτε αυτή του άρθρου 216 ΚΠολΔ, αλλά ούτε και τις διατάξεις του νόμου περί δικαστικών ενσήμων (ΓΠΟΗ 1912), δεδομένου ότι δεν είχε λάβει χώρα περιορισμός του αιτήματος της ένδικης αγωγής και ως εκ τούτου δεν τίθεται ζήτημα αοριστίας αυτής για τον ως άνω λόγο.
Επομένως, το Εφετείο δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει το απαράδεκτο της ένδικης αγωγής και συνεπώς είναι αβάσιμος ο τέταρτος κύριος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις. IV. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη.
Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρείται όχι οποιαδήποτε αίτηση των διαδίκων, αλλά μόνο εκείνη που εισάγει ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (Ολ ΑΠ 25/2003). Τέτοια αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ενδίκου μέσου κλπ (ΑΠ 667/2020, ΑΠ 230/2020, ΑΠ 2029/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο κύριο λόγο της αίτησης αναίρεσης υπό την επίκληση της παραπάνω διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 9γ'του ΚΠολΔ ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι υπερέβη της αρχή της διάθεσης και μετέβαλε απαραδέκτως το αίτημα της αγωγής του, αφού σ' αυτήν ζητείται για τον πρώτο αναιρεσίβλητο μόνο 500.000 ευρώ για αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης και με το δήθεν περιορισμό του καταψηφιστικού του αιτήματος ζητεί καθ' υπέρβαση του αρχικού αιτήματος των 500.000 ευρώ από καθένα από τους εναγομένους, μεταξύ των οποίων και από τον αναιρεσείοντα, δηλαδή ενώ ζητούσε με την αγωγή 500.000 ευρώ για λογαριασμό του αναιρεσείοντος, μετά τον περιορισμό ζήτησε 500.000 ευρώ από καθένα από τους εναγομένους.
Με το περιεχόμενο αυτό οι ως άνω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι σαφές ότι δεν αφορούν σε "αίτημα", κατά την εκτιθέμενη στη νομική σκέψη έννοια, εφόσον δεν αποτελούν ιδιαίτερο κεφάλαιο δίκης και ως εκ τούτου δεν ιδρύουν τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ. V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237, 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση του αποδεικτικού μέσου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του αποδεικτικού μέσου, κατ' αναλογική εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.
Η τελευταία αυτή διάταξη αναφέρεται βέβαια στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η επίκληση στην κατ' έφεση επίκληση εγγράφου προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων, που περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, ή με φωτοτυπική ενσωμάτωση των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των εγγράφων, στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (Ολ ΑΠ 23/2008, Ολ ΑΠ 14/2005, Ολ ΑΠ 9/2000).
Δεν πρόκειται όμως για ανεπίτρεπτη ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της κατ' έφεση δίκης εμπεριέχεται, αυτούσιο ή μη, και το κείμενο των προτάσεων προηγούμενης συζήτησης ενοποιημένων σε ενιαίο συνολικό κείμενο, το οποίο χαρακτηρίζεται και υποβάλλεται μόνο ως προτάσεις ενώπιον του εφετείου με αίτημα την παραδοχή ή απόρριψη της έφεσης, καλύπτεται δε το ενιαίο κείμενο προτάσεων από την υπογραφή του συντάκτη τους ως πληρεξουσίου δικηγόρου του αντιστοίχου διαδίκου κατά τη δευτεροβάθμια δίκη.
Σε αυτή την περίπτωση είναι νόμιμη η επίκληση ενώπιον του εφετείου των εγγράφων, τα οποία αναφέρονται κατά τρόπο ειδικό, σαφή και ορισμένο στο μέρος του ενιαίου κειμένου των προτάσεων της κατ' έφεση δίκης, που έχει ληφθεί με τεχνική αναπαραγωγή από τις προτάσεις προηγούμενης συζήτησης, αφού πρόκειται για άμεση και επίκληση των εγγράφων απευθείας με τις εφετειακές προτάσεις και όχι για έμμεση επίκληση με αναφορά στις προτάσεις προηγούμενης συζήτησης ως αυτοτελή και διακριτή διαδικαστική πράξη (ΑΠ 149/2020, ΑΠ 1401/2019, ΑΠ 1265/2018, ΑΠ 1658/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου η αιτίαση ότι υπέπεσε στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14, 8, 10 και 11β' του ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί εσφαλμένα έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς που προέβαλε και τα έγγραφα που προσκόμισε ο πρώτος των εφεσιβλήτων (αναιρεσίβλητος) χωρίς νόμιμη επίκλησή τους, δεδομένου ότι οι προτάσεις αυτού υποβλήθηκαν κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 240 ΚΠολΔ, αφού για την επαναφορά των ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση δεν αρκεί για τη νόμιμη επανυποβολή τους και λήψη υπόψη του περιεχομένου τους η προσαγωγή επικυρωμένου αντιγράφου των πρωτόδικων προτάσεων, αλλά απαιτείται η σύντομη περίληψη με σαφή και συγκεκριμένη αναφορά στις σελίδες ή σε συγκεκριμένες παραγράφους ή ισχυρισμούς που περιέχονται σ' αυτές, όπως τα ίδια ακριβώς ισχύουν και για τα αποδεικτικά έγγραφα.
Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθόσον ο πρώτος των εφεσιβλήτων (αναιρεσίβλητος) νομίμως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, επικαλέστηκε τα προσκομιζόμενα απ' αυτόν έγγραφα κατά τρόπο ειδικό, σαφή και ορισμένο στο μέρος του ενιαίου και καλυπτόμενου από την υπογραφή του πληρεξουσίου του δικηγόρου κειμένου των προτάσεών του ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο (μέρος) είχε ληφθεί με τεχνική αναπαραγωγή από τις προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης στον πρώτο βαθμό, ενώ το ίδιο ισχύει και για την επαναφορά των αναφερόμενων ισχυρισμών αυτού.
VΙ. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Επομένως, πρέπει να αναφέρεται σ' αυτό ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Έτσι, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται, ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο έφεσής του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος.
Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης (ΑΠ 344/2019, ΑΠ 279/2019, ΑΠ 884/2017, ΑΠ 966/2017, ΑΠ 142/2013). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αριθ. 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε ότι δεν έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε νόμιμη την ένδικη αγωγή και εν μέρει βάσιμη και κατ' ουσίαν, παρά το νόμο δεν κήρυξε το απαράδεκτο αυτής (αγωγής) λόγω αοριστίας της, συνεπεία της μη αναφοράς των απαιτουμένων στοιχείων για τη θεμελίωση της επικαλούμενης αξίωσης του αναιρεσιβλήτου από αδικοπραξία.
Με το περιεχόμενο αυτό ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, προτάθηκε από αυτόν νομίμως στο Εφετείο, δηλαδή με λόγο της έφεσης ή των προσθέτων λόγων της ή ότι συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ.
Αντίθετα δε ο αναιρεσείων στους πρόσθετους λόγους της αναίρεσής του αναφέρει ότι πρότεινε την ως άνω αοριστία της αγωγής με τις ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου υποβληθείσες προτάσεις του, παραβιάζοντας έτσι την ως άνω διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2, σύμφωνα με την οποία, ως εκκαλών, έπρεπε να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό του, που θεμελιώνει το σχετικό λόγο αναίρεσης, στο εφετείο με κύριο ή πρόσθετο λόγο έφεσης.
VII. Κατά τη διάταξη του άρθρου 4 του ν. 1396/1983 "Μέτρα ασφάλειας σε οικοδομές και ιδιωτικά τεχνικά έργα", που αναφέρεται στις υποχρεώσεις του κυρίου του έργου, ορίζεται ότι: "...2. Σε περίπτωση διακοπής των εργασιών ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να λάβει όλα τα μέτρα, τα οποία του υποδεικνύει εγγράφως ο επιβλέπων το έργο και να τα διατηρεί αναλλοίωτα καθόλη τη διάρκεια της διακοπής. 3.
Πριν την έναρξη των εργασιών που διακόπηκαν ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να ειδοποιήσει εγγράφως τον επιβλέποντα το έργο". Από την πιο πάνω διάταξη συνάγεται σαφώς ότι, προϋπόθεση για τη δημιουργία της αναφερόμενης στην παρ. 3 υποχρέωσης του κυρίου του έργου να ειδοποιήσει εγγράφως τον επιβλέποντα το έργο για την έναρξη των εργασιών που διακόπηκαν, είναι να έχει γίνει νομοτύπως διακοπή αυτών, ήτοι κατά τον προβλεπόμενο από το νόμο τρόπο.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ' αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.
Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ ΑΠ 4/2018, Ολ ΑΠ 6/2017, ΑΠ 148/2020, ΑΠ 50/2020). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο κύριο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, επειδή, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, το Εφετείο κατά παράβαση της ως άνω διάταξης του άρθρου 4 του ν. 1396/1983 δέχθηκε ότι αρκούσε για τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης αυτού από το ένδικο ατύχημα η προφορική ενημέρωσή του από την κυρία του έργου για την έναρξη των εργασιών που είχαν διακοπεί, ενώ απαιτείτο έγγραφη ειδοποίηση αυτού από την ως άνω ιδιοκτήτρια του ακινήτου.
Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση ορθά ερμήνευσε την ως άνω διάταξη την οποία δεν εφάρμοσε, αφού οι αναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του και ειδικότερα αυτή περί μη συνδρομής νόμιμης περίπτωσης διακοπής των οικοδομικών εργασιών δεν πληρούσαν το πραγματικό της (διάταξης) και δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή της.
VIII. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο.
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: α) ποιες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (Ολ ΑΠ 8/2016, Ολ ΑΠ 23/2008, ΑΠ 974/2020, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 26/2018, ΑΠ 765/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο κύριο και τον πρώτο πρόσθετο λόγους αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη το πιο κάτω έγγραφο, που επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα και από το οποίο προέκυπτε, κατά τους ισχυρισμούς του, ότι ουδεμία υπαιτιότητα (αμέλεια) βαρύνει αυτόν (αναιρεσείοντα) ως επιβλέποντα του έργου για το ένδικο ατύχημα, ενόψει και της μη ενημέρωσής του από την ιδιοκτήτρια της οικοδομής και κυρία του έργου για την έναρξη των εργασιών που είχαν διακοπεί και ότι έτσι δεν συντρέχει ο νόμιμος λόγος της επικαλούμενης αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του αναιρεσιβλήτου, ήτοι την υπ' αριθ. 123817/6-12-2016 ήδη αμετάκλητη απόφαση του Η' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε ένοχη η ως άνω ιδιοκτήτρια του ακινήτου Ε.
Μ. και αθώος ο ίδιος (αναιρεσείων) για την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή (άρθρ. 26 παρ. 1β', 28, 15, 314 παρ. 1α', 315 ΠΚ, σε συνδ. με άρθρ. 2 και 3 του π.δ. 778/1980). Από την παραδεκτή δε, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των από 20-9-2017 (κατάθεση στις 20-9-2017) προτάσεων του αναιρεσείοντος, ενώπιον του Εφετείου (χρόνος συζήτησης στο Εφετείο η 21-9-2017), προκύπτει ότι, πράγματι, αυτός, ρητά και με σαφήνεια, επικαλέστηκε (σελ. 3 και 25 των προτάσεών του) και προσκόμισε νομότυπα (αριθ.
σχετικού Η) το πιο πάνω έγγραφο. Πλην όμως ούτε από τη γενική διαβεβαίωση, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ότι το Εφετείο συνεκτίμησε, εκτός των άλλων, και "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι προσκομίζουν νόμιμα και επικαλούνται, είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και το ως άνω έγγραφο, αφού αυτό δεν μνημονεύεται, ειδικά, στην απόφαση, ούτε και γίνεται άλλη, άμεση ή έμμεση, αναφορά στο περιεχόμενό του, ούτε εκτίθεται ότι αποκρούστηκε η προσκόμισή τους κατ' άρθρ. 529 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Βέβαια το εφετείο δεν δεσμεύεται από το περιεχόμενο της πιο πάνω ποινικής απόφασης και μπορούσε να καταλήξει, όπως και κατέληξε, σε αντίθετο με την εν λόγω ποινική απόφαση πόρισμα, έπρεπε όμως, ενόψει της σοβαρότητας και σπουδαιότητας του εν λόγω αποδεικτικού μέσου, να το αντικρούσει. Κατά συνέπεια τούτων, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, το Εφετείο, αφού δεν προκύπτει ότι, για το σχηματισμό της κρίσης του για την ουσία της υπόθεσης, έλαβε υπόψη το παραπάνω έγγραφο που προσκομίστηκε νόμιμα, καθόσον η απόφαση δεν βεβαιώνει το αντίθετο, υπέπεσε στην πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου, το οποίο ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε και ως εκ τούτου είναι βάσιμος ο από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ' ΚΠολΔ πρώτος κύριος και πρώτος πρόσθετος λόγοι της αναίρεσης.
Περαιτέρω, η αναιρετική εμβέλεια των λόγων αυτών στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης καθιστά πλέον αλυσιτελή την εξέταση των υπολοίπων κύριων και πρόσθετων λόγων της αναίρεσης. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου, που έχει καταθέσει (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, που νικήθηκε στη δίκη, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 1201/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση.
ΔΙΑΤΑΖΕΙ την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που έχει καταθέσει.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Οκτωβρίου 2021.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ