Legislator Case Law & Legislation
1451/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor dispute where second instance court correctly rejected vague damages reduction claim.

Case Number 1451/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a municipal enterprise against the Athens Regional Court of First Instance's decision in a labor dispute. The appellant argued that the lower court erred by rejecting its claim to reduce the employee's damages due to a lack of causal link between her public service role and the employer's delay. The court held that the employee's claim was quantitatively indefinite because it failed to specify the exact nature of her duties and the timing of their performance relative to the delay. Consequently, the second-instance court did not err in rejecting the claim as vague, and the appeal was dismissed with costs awarded to the employee.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 14 of the Code of Civil Procedure; Art. 176, 183 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the defect of indefiniteness is unfounded if the contested claim lacks specific factual details regarding the nature and timing of the services rendered, thereby preventing the court from establishing the required causal link between the benefit and the delay.

Keywords

AI generated
labor dispute damages defect of indefiniteness causal link requirement quantitative indefiniteness public service duties appeal dismissal court costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 14 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1451 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1451/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: τελούσας υπό εκκαθάριση δημοτικής επιχείρησης με την επωνυμία "...", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Σπυριδαντωνάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Γ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Αντιγόνη Κίσσα, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/12/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1156/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 4480/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/11/2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 28 Νοεμβρίου 2018 και με αριθ. κατάθ. 10921/886/28.11.2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 4480/13.9.2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατόπιν άσκησης αντιθέτων εφέσεων αυτών, κατά της εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία με αριθ. 1156/15.5.2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία η από 13.11.2015 και με αριθ. κατάθ. 6811/16.11.2015 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και εξαφανίσθηκε κατά ένα μέρος η ως άνω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε απορρίψει στο σύνολό της ως αβάσιμη την από 27.12.2012 και με αριθ.

κατάθ. 209322/6320/28.12.2012 αγωγή αυτής, με την οποία αυτή ζητούσε την επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από 1.3.2007 έως 31.12.2012, συνολικού ύψους 229.600 ευρώ καθαρά, περιλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας, μετά την αναγνώριση τελεσιδίκως, με προηγούμενες δικαστικές αποφάσεις, της ακυρότητας της από 17.5.2006 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αυτής από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα δημοτική επιχείρηση και την επιδίκαση σε αυτήν αποδοχών υπερημερίας για το προηγούμενο χρονικό διάστημα.

Ειδικότερα η εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου είχε απορρίψει την ως άνω αγωγή, ως παραγεγραμμένη για το διάστημα που αφορούσε την επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας από 1.3.2007 έως 30.12.2009 και ως ουσιαστικά αβάσιμη για το διάστημα που αφορούσε την επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας από 1.1.2010 έως 31.12.2012, κατά παραδοχή ως βάσιμης κατ' ουσία προβληθείσας εκ μέρους της εναγομένης δημοτικής επιχείρησης ένστασης κατάχρησης της άσκησης του δικαιώματος λήψης αποδοχών υπερημερίας από την ενάγουσα.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι η εν λόγω ένσταση κατάχρησης δικαιώματος είχε προβληθεί αορίστως εκ μέρους της ενισταμένης δημοτικής επιχείρησης και με επάλληλη αιτιολογία, και κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου της έφεσης, ότι η ένσταση ήταν (και) ουσιαστικά αβάσιμη και, αφού εξαφάνισε κατά το μέρος αυτό [κατά το μέρος που η αγωγή είχε απορριφθεί ως παραγεγραμμένη, η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δεν προσβλήθηκε με λόγο έφεσης] την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κράτησε την υπόθεση και, δεχόμενο κατά ένα μέρος την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσία, επιδίκασε στην ενάγουσα - εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη το συνολικό ποσό των 92.680 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας του διαστήματος από 1.1.2010 έως 15.5.2012, ενώ απέρριψε την αγωγή για το μεταγενέστερο διάστημα από 15.5.2012 έως 31.12.2012, με το σκεπτικό ότι στις 15.5.2012 η ως άνω δημοτική επιχείρηση λύθηκε και τέθηκε υπό εκκαθάριση, με συνέπεια να μην μπορεί πλέον [οριστικά] ν' αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας.

Με την ίδια απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, η από 9.11.2015 και με αριθ. κατάθ. 6630/9.11.2015 αντίθετη έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας δημοτικής επιχείρησης, ως νικήσαντος πρωτοδίκως διαδίκου, με την οποία αυτή παραπονείτο για την αιτιολογία της απορριπτικής κρίσης της εκκαλουμένης απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ως βλάπτουσας τα συμφέροντα αυτής, και ζητούσε τη μεταρρύθμιση της εκκαλουμένης απόφασης με αντικατάσταση της σχετικής αιτιολογίας.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 349, 350, 353, 648 και 656 του ΑΚ, ως και εκείνες των άρθρων 174 και 180 του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι στην περίπτωση ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για οιονδήποτε λόγο, όπως είναι και οι περιπτώσεις εκείνες που η καταγγελία έλαβε χώρα χωρίς να τηρηθούν οι από το άρθρο 5 παρ.3 του Ν. 3198/1955, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 4 παρ.2 του Ν.2556/1997, νόμιμες διατυπώσεις (έγγραφος τύπος, καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης) ή/και εκείνες όπου η καταγγελία ήταν καταχρηστική (άρθ. 281 του ΑΚ) διότι έγινε από εμπάθεια, μίσος ή διάθεση εκδίκησης, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζόμενου, όπως λόγω της διεκδίκησης των δεδουλευμένων αποδοχών αυτού, δεν επέρχεται η λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, η οποία εξακολουθεί, και συνακόλουθα ο εργοδότης περιέρχεται σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του εργαζομένου, υποχρεούμενος να δέχεται τις υπηρεσίες του τελευταίου και να καταβάλει τις αποδοχές αυτού (ΑΠ 179/2016, ΑΠ 601/2013).

Η υπερημερία του εργοδότη και συνακόλουθα η υποχρέωση αυτού να καταβάλει τις αποδοχές του μισθωτού κατά το διάστημα κατά το οποίο τελεί σε υπερημερία και ν' αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού, παύει: α) με την αποδοχή της εργασίας αυτού, β) με τη δήλωση του εργοδότη ότι αποδέχεται τις υπηρεσίες του εργαζομένου, σύμφωνα με τους πριν την απόλυση όρους, γ) με την περιέλευση του εργαζομένου για πραγματικούς ή νομικούς λόγους σε περίπτωση αδυναμίας παροχής της εργασίας του, εκτός εάν η αδυναμία αυτή οφείλεται σε γεγονός για το οποίο ο εργοδότης υπέχει ευθύνη και δ) με την καθοιονδήποτε τρόπο έγκυρη λύση της σύμβασης εργασίας, χωρίς να ενδιαφέρει ο λόγος λύσης.

Υποχρέωση, εξάλλου, του εργοδότη να καταβάλει τον μισθό, υπάρχει, σύμφωνα με το άρθρο 656 του ΑΚ, και σε περίπτωση αδυναμίας αυτού να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού, όταν η αδυναμία αυτή ανάγεται όχι μόνο σε πταίσμα του, αλλά και όταν οφείλεται σε τυχαία περιστατικά, που τον αφορούν και σχετίζονται με τη σφαίρα των συνθηκών που μπορεί να ελέγχει ή τους γενικότερους ή ειδικότερους κινδύνους της πορείας και λειτουργίας της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσής του.

Ο εργοδότης απαλλάσσεται μόνον αν η αδυναμία του (για αποδοχή της εργασίας) οφείλεται σε ανώτερη βία. Ανώτερη βία υπάρχει, όταν η ενέργεια του υποχρέου εμποδίζεται από τυχηρό και απρόβλεπτο γεγονός, το οποίο ήταν αδύνατο να αποτραπεί, με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης, ενώ "τυχηρό" είναι το γεγονός, το οποίο δεν οφείλεται σε πταίσμα του υποχρέου και δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθεί, αλλά μπορούσε να αποτραπεί με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης του εργοδότη, ώστε να μην επέλθει η αδυναμία αποδοχής της εργασίας (ΟλΑΠ 1340/1979, ΑΠ 1587/2009, ΑΠ 677/1974).

Κατά συνέπεια η τυχόν αδυναμία λειτουργίας της επιχείρησης και ιδίως η προσωρινή, συνεπεία επίσχεσης εργασίας του απασχολουμένου σε αυτήν λοιπού προσωπικού, ο διενεργούμενος σε αυτήν διαχειριστικός έλεγχος και η διαπίστωση πλείστων όσων πλημμελειών στην οικονομική της διαχείριση και η τυχόν τεχνική αδυναμία λειτουργίας αυτής, λόγω κλοπής μέρους του μηχανολογικού της εξοπλισμού, δεν αίρουν την υποχρέωση καταβολής των αποδοχών υπερημερίας, αφού τα περιστατικά αυτά ανάγονται στη σφαίρα των συνθηκών λειτουργίας της επιχείρησης και στους γενικότερους κινδύνους της πορείας αυτής, ούτε αυτά καθ' εαυτά ή εν συνόλω λαμβανόμενα καθιστούν καταχρηστική, κατά την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ, την αξίωση του ακύρως απολυθέντος μισθωτού για την λήψη από αυτόν αποδοχών υπερημερίας.

Όμως το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας, κατά το άρθρο 656 του ΑΚ, λόγω άκυρης καταγγελίας της εργασιακής του σύμβασης, υπόκειται, όπως κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Τέτοια υπέρβαση υπάρχει και όταν ο εργαζόμενος παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορεί να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς, κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του, για να εισπράττει από αυτόν, χωρίς να εργάζεται, τους μισθούς υπερημερίας.

Για να θεωρηθεί δηλαδή καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να ζητήσει μισθούς υπερημερίας, απαιτείται δόλια και κακόβουλη αποφυγή της απασχόλησής του μισθωτού, και δεν αρκεί ότι αυτός δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια. Για να είναι δε ορισμένη η περί τούτου ένσταση του εργοδότη, πρέπει αυτός να αναφέρει την εργασία την οποία ο μισθωτός μπορούσε να εκτελέσει, χωρίς να είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται συγκεκριμένη επιχείρηση, τους λόγους για τους οποίους είναι κακόβουλη η μη απασχόλησή του αλλού, καθώς και την ωφέλεια που θα αποκόμιζε από την άλλη εργασία, με αναφορά συγκεκριμένων αποδοχών που θα λάμβανε από την εργασία του.

Τα ίδια στοιχεία πρέπει να αναφέρονται και στην απόφαση του δικαστηρίου, για να είναι αυτή επαρκώς αιτιολογημένη (ΑΠ 613/2018, ΑΠ 118/2017, ΑΠ 394/2016, ΑΠ 363/2015, ΑΠ 223/2014, ΑΠ 2194/2014, ΑΠ 142/2007, ΑΠ 1093/2003). Μόνη η μακρά διάρκεια του διαστήματος για το οποίο ζητούνται αποδοχές υπερημερίας, χωρίς παράλληλα να είναι δόλια και κακόβουλη η αποφυγή του εργαζομένου προς ανεύρεση εργασίας, δεν καθιστά την άσκηση της σχετικής αξίωσης, καταχρηστική (ΑΠ 613/2018, ΑΠ 118/2017).

Ούτε συνιστά κακόβουλη παράλειψη εκ μέρους του εργαζομένου η άρνηση αυτού ν' απασχοληθεί σε άλλο εργοδότη, εάν η εργασία που του προσφέρεται ή οι συνθήκες αυτής δεν είναι ανάλογες με τα προσόντα, τις γνώσεις ή την ειδικότητά του ή η τυχόν αποδοχή της δυσχεραίνει σημαντικά την επιστροφή του εργαζόμενου στην προηγούμενη θέση του σε περίπτωση που ο εργοδότης διακόψει την υπερημερία του, καλώντας τον εργαζόμενο ν' αναλάβει εργασία.

Εξ άλλου, από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 262 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η ένσταση, ως αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός, που περιέχει πραγματικά περιστατικά διάφορα από εκείνα που αποτελούν την ιστορική βάση της αγωγής και με τα οποία επιδιώκεται η προσωρινή ή οριστική απόρριψη της αγωγής, πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκηση της από τον εναγόμενο κατά του ενάγοντα.

Διαφορετικά η ένσταση είναι αόριστη (ΑΠ 1070/2017, ΑΠ 856/2017, ΑΠ 1864/2011, ΑΠ 1014/2010, ΑΠ 1383/2008, ΑΠ 1380/2004, ΑΠ 27/1988). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο (και) αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Επομένως, μέσω του εν λόγω αναιρετικού λόγου ελέγχονται οι πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με το ορισμένο και συνεπώς το παραδεκτό των ενστάσεων και ειδικότερα αναφορικά με την πληρότητα της έκθεσης από τον ενιστάμενο των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την ιστορική βάση της προβαλλομένης από αυτόν ένστασης (ΑΠ 208/2018, ΑΠ 856/2017, ΑΠ 1070/2017, ΑΠ 7/2015, ΑΠ 737/2012, ΑΠ 1014/2010).

Τέλος, όταν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες, κύριες και επικουρικές, αιτιολογίες και με την αναίρεση δεν πλήττονται όλες ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά η μία απ' αυτές, οι λόγοι αναίρεσης, που προσβάλουν τις λοιπές απορρίπτονται ως αλυσιτελείς, διότι το διατακτικό στηρίζεται όχι σε όλες συγχρόνως τις αιτιολογίες, αλλά μόνο στη μία και μάλιστα, πρωτίστως, στην κύρια και επικουρικά, στις λοιπές (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 25/1994, ΑΠ 1114/2018, ΑΠ 869/2018, ΑΠ 51/2017, ΑΠ 10/2016, ΑΠ 127/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης (άρθ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα δημοτική επιχείρηση με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδρίασης του εν λόγω δικαστηρίου, υπέβαλε την ένσταση κατάχρησης του δικαιώματος της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης για την λήψη από αυτήν αποδοχών υπερημερίας για το επίδικο χρονικό διάστημα, την οποία περαιτέρω ανέπτυξε με τις έγγραφες προτάσεις της.

Την ένσταση αυτή, η οποία έγινε δεκτή πρωτοδίκως ως ουσιαστικά βάσιμη, με συνέπεια την απόρριψη της αγωγής ως ουσιαστικά αβάσιμης με την με αριθ. 1156/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, [κατά το μέρος που κρίθηκε με την εν λόγω εκκαλουμένη απόφαση ότι οι αξιώσεις της ενάγουσας για την επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας δεν είχαν υποπέσει σε παραγραφή], επανέφερε η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα δημοτική επιχείρηση, ως εφεσίβλητη, με τις προτάσεις της ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προς υπεράσπιση αυτής κατά της από 13.11.2015 έφεσης της ενάγουσας.

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των κατατεθεισών στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου από 20.3.2018 προτάσεων αυτής, η εναγομένη - εφεσίβλητη, προβάλλοντας την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας για την λήψη από αυτήν αποδοχών υπερημερίας, επικαλέσθηκε ότι αυτή ως δημοσιογράφος με ιδιαίτερη εμπειρία και καλό όνομα στην αγορά, θα μπορούσε ευχερώς να ανεύρει και προσφέρει ανάλογη εργασία σε νέο εργοδότη, αφού ήδη επί επτά και πλέον έτη η επιχείρηση της εναγομένης δεν την απασχολεί, ότι είναι γνωστή σε αυτήν η κάκιστη οικονομική κατάσταση της εναγομένης με οφειλές ύψους αρκετών εκατομμυρίων ευρώ, ότι, παρά ταύτα, η ενάγουσα απέφυγε αδικαιολόγητα την εξεύρεση νέας θέσης εργασίας και προτίμησε να παραμείνει άνεργη, όχι όμως και χωρίς εισόδημα, αφού έχει συνταξιοδοτηθεί από τον ασφαλιστικό της φορέα, με σκοπό να εισπράττει με τον τρόπο αυτό αποδοχές υπερημερίας, χωρίς να προσφέρει υπηρεσίες σε αυτήν, επιδιώκοντας με τον τρόπο αυτό τη ματαίωση του δικαιώματος της εναγομένης καταλογισμού της ωφέλειας από τη νέα εργασία - που θα μπορούσε ευχερώς ν' ανεύρει - στις αποδοχές υπερημερίας και παράλληλα τον εύκολο πλουτισμό της και ότι περαιτέρω η ενάγουσα είναι σε γνώση του ότι η συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων σε αυτήν τελούν σε επίσχεση εργασίας με συνέπεια ο σταθμός να έχει διακόψει τη λειτουργία του από τις 15.7.2010, του ότι σε αυτόν λαμβάνει χώρα διαχειριστικός έλεγχος από το Σώμα Επιθεωρητών - Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης από τον οποίο διαπιστώθηκαν πλείστες όσες παραβάσεις της νομοθεσίας κατά τη λειτουργία της επιχείρησης, του ότι από τον Μάρτιο του 2011 δεν υπάρχει αντικείμενο εργασίας αφού κλάπηκε ο μηχανολογικός εξοπλισμός εκπομπής σήματος του ραδιοφωνικού σταθμού και του ότι από 15.5.2012 η εναγομένη λύθηκε και τέθηκε υπό εκκαθάριση με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης, με συνέπεια να υφίσταται πλέον αυτή μόνο για τις ανάγκες της εκκαθάρισης.

Την ως άνω ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας για την λήψη από αυτήν αποδοχών υπερημερίας [για το εναπομείναν χρονικό διάστημα από 1.1.2010 έως 31.12.2012] απέρριψε ως αόριστη το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με το ακόλουθα σκεπτικό: "Με αυτό το περιεχόμενο η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας για μισθούς υπερημερίας, σύμφωνα και τα αναφερόμενα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη της παρούσας, δεν περιελάμβανε τα απαραίτητα στοιχεία για το ορισμένο της και έπρεπε ν' απορριφθεί ως αόριστη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Ειδικότερα δεν ανέφερε συγκεκριμένα την εργασία την οποία η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα θα μπορούσε να εκτελέσει, έστω και χωρίς να προσδιορίζει συγκεκριμένη επιχείρηση, ούτε αναφέρει συγκεκριμένα την ωφέλεια την οποία θ' αποκόμιζε από την άλλη εργασία, με αναφορά συγκεκριμένων αποδοχών που θα ελάμβανε από την εργασία αυτή, αφού, όπως προαναφέρθηκε στη νομική σκέψη της παρούσας, δεν αρκεί να υποστηρίξει ο εργοδότης ότι ο μισθωτός παρέλειψε απλώς να βρει οποιαδήποτε άλλη εργασία ή ότι η ανεύρεση άλλης εργασίας ήταν ευχερής, ούτε αρκεί βεβαίως η απλή πιθανολόγηση μίας τέτοιας δυνατότητας με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, ούτε μόνη η μακρά διάρκεια του χρονικού διαστήματος για το οποίο ζητούνται αποδοχές υπερημερίας, ούτε ότι δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια, χωρίς παράλληλα να είναι δόλια και κακόβουλη η αποφυγή του εργαζομένου προς ανεύρεση εργασίας, για να καταστεί η άσκηση της σχετικής αξίωσης καταχρηστική".

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού έκρινε με επάλληλη σκέψη και με αναφορά στα επί μέρους αποδεικτικά στοιχεία, ότι, πέραν της πιο πάνω αοριστίας της σχετικής ένστασης, η τελευταία θα έπρεπε ν' απορριφθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ως ουσιαστικά αβάσιμη, αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκαν τ' αναφερόμενα στην προηγούμενη νομική σκέψη στοιχεία που απαιτούνται για την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της ενάγουσας για όσους ειδικότερα λόγους διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, εξαφάνισε, κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου της από 13.11.2015 έφεσης της ενάγουσας - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά το μέρος που είχε κρίνει αντιθέτως και, αφού κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή κατά το μέρος αυτό και κατά μερική παραδοχή αυτής ως βάσιμης κατ' ουσία υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα για αποδοχές υπερημερίας του διαστήματος από 1.1.2010 έως 15.5.2012 το συνολικό ποσό των 92.680 ευρώ, περιλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ενώ απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη για το διάστημα από 15.5.2012 έως 31.12.2012 με το ειδικότερο σκεπτικό ότι μετά τη λύση και θέση της εναγομένης δημοτικής επιχείρησης υπό εκκαθάριση [υπό την προφανή έννοια της οριστικής διακοπής της λειτουργίας της] η τελευταία δεν μπορούσε πλέον να αποδεχθεί τις υπηρεσίες της ενάγουσας [και συνακόλουθα η τελευταία δεν έχει αξιώσεις για την καταβολή αποδοχών υπερημερίας για το διάστημα αυτό].

Με τον πρώτο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα δημοτική επιχείρηση προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο απέρριψε ως αόριστη την προταθείσα από αυτήν ως άνω ένσταση κατάχρησης δικαιώματος για την λήψη από αυτήν αποδοχών υπερημερίας, καθότι αυτή περιείχε για το ορισμένο της όλα τα εκ του νόμου απαραίτητα στοιχεία.

Ειδικότερα δε προβάλλει την αιτίαση ότι η μνεία στην προταθείσα ένσταση περί ευχερούς ανεύρεσης "ανάλογης εργασίας σε νέο εργοδότη" από την αναιρεσίβλητη κατά τη διάρκεια της υπερημερίας εμπεριείχε τον αυτονόητο ισχυρισμό για την απόληψη ανάλογων αποδοχών από αυτήν, η δε μνεία της ιδιότητας της ενάγουσας, ως δημοσιογράφου με ιδιαίτερη εμπειρία και καλό όνομα στην αγορά, προδήλως αναφερόταν σε συγκεκριμένη εργασία (εκείνης της δημοσιογράφου), που η αναιρεσίβλητη ευχερώς θα μπορούσε ν' ανεύρει και να προσφέρει.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Και τούτο διότι η έχουσα το προαναφερόμενο περιεχόμενο ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης προς λήψη αποδοχών υπερημερίας, καθότι αυτή από κακοβουλία απέφυγε την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία θα μπορούσε ευχερώς να ανεύρει, είναι ποσοτικά αόριστη, εφόσον δεν προσδιορίζονται:

α) η συγκεκριμένη εργασία ως δημοσιογράφου που θα μπορούσε να παράσχει η αναιρεσίβλητη με ειδικότερη μνεία στο είδος της δημοσιογραφίας σε σύγκριση με την εργασία της ως δημοσιογράφου στη δημοτική επιχείρηση της αναιρεσείουσας, β) η συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης από την οποία προκύπτει η κακοβουλία της και συγκεκριμένα δεν γίνεται μνεία των συγκεκριμένων τομέων ή κλάδων επιχειρήσεων στις οποίες θα μπορούσε ευχερώς να προσφέρει την εργασία της ως δημοσιογράφου και μάλιστα κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ούτε γίνεται αναφορά ότι της προσφέρθηκε τέτοια εργασία από κάποια επιχείρηση και παρά ταύτα την αρνήθηκε γ) η ωφέλεια που θα αποκόμιζε, δηλαδή οι συγκεκριμένες αποδοχές τις οποίες θα ελάμβανε από την εργασία της αυτή, μη αρκούσης προς τούτο της μνείας "περί ανάλογης εργασίας".

Επομένως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε ως αόριστη (ποσοτικά) την έχουσα το προαναφερόμενο περιεχόμενο ένσταση κατάχρησης δικαιώματος προς λήψη αποδοχών υπερημερίας δεν έσφαλλε και κατά συνέπεια δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Η ειδικότερη επίκληση από την αναιρεσείουσα περαιτέρω περιστατικών που ήταν σε γνώση της αναιρεσίβλητης και είχαν ως συνέπεια την [προσωρινή] αδυναμία αυτής ν' αποδεχθεί τις υπηρεσίες της αναιρεσίβλητης ως δημοσιογράφου (επίσχεση εργασίας από την συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων σε αυτήν με συνέπεια ο σταθμός να έχει διακόψει τη λειτουργία του από τις 15.7.2010, διενέργεια διαχειριστικού ελέγχου από το Σώμα Επιθεωρητών - Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης από τον οποίο διαπιστώθηκαν πλείστες όσες παραβάσεις της νομοθεσίας κατά τη λειτουργία της επιχείρησης και έλλειψη από τον Μάρτιο του 2011 αντικειμένου εργασίας, αφού κλάπηκε ο μηχανολογικός εξοπλισμός εκπομπής σήματος του ραδιοφωνικού σταθμού), ως στοιχείων της εν λόγω από το άρθρο 281 του ΑΚ ένστασης, αφενός μεν δεν αίρουν την υποχρέωση καταβολής αποδοχών υπερημερίας, αφού τα περιστατικά αυτά ανάγονται στη σφαίρα των συνθηκών λειτουργίας της επιχείρησης του εργοδότη και στους γενικότερους κινδύνους της πορείας αυτής, αφετέρου δε αυτά καθ' εαυτά ή εν συνόλω λαμβανόμενα δεν καθιστούν καταχρηστική, κατά την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ, την αξίωση του ακύρως απολυθέντος μισθωτού για την λήψη από αυτόν αποδοχών υπερημερίας.

Επισημαίνεται τέλος ότι κατά τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης η οριστική παύση της λειτουργίας της δημοτικής επιχείρησης με τη λύση και θέση αυτής υπό εκκαθάριση με απόφαση του Γενικού Γραμμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης .... που είχε προβάλλει η αναιρεσείουσα ως στοιχείο της προβληθείσας ένστασης κατάχρησης δικαιώματος, είχε ως συνέπεια κατά την προσβαλλόμενη απόφαση τη λήξη της υποχρέωσης αυτής για καταβολή αποδοχών υπερημερίας, αφού κρίθηκε (ορθά) ότι αυτή δεν θα μπορούσε πλέον οριστικά ν' αποδεχθεί τις προσφερόμενες υπηρεσίες της αναιρεσίβλητης.

Με τον δεύτερο από τον αριθμό 1 [αληθώς από τον αριθμό 8] του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το ν' απορρίψει με επάλληλη αιτιολογία ως κατ' ουσία αβάσιμη την ως άνω ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, παραβίασε με εσφαλμένη μη εφαρμογή την διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, καθότι οι προπαρατεθείσες οικονομικές συνθήκες της αναιρεσείουσας δημοτικής επιχείρησης, που η τελευταία είχε προτείνει στο πλαίσιο προβολής της ως άνω ένστασης κατάχρησης δικαιώματος, και τις οποίες γνώριζε η αναιρεσίβλητη [επίσχεση εργασίας από τη συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων σε αυτήν με συνέπεια ο σταθμός να έχει διακόψει τη λειτουργία του από τις 15.7.2010, διαχειριστικός έλεγχος από το Σώμα Επιθεωρητών - Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης από τον οποίο διαπιστώθηκαν πλείστες όσες παραβάσεις της νομοθεσίας κατά τη λειτουργία της επιχείρησης, κλοπή του μηχανολογικού εξοπλισμού της εκπομπής σήματος του ραδιοφωνικού σταθμού από τον Μάρτιο του 2011 με συνέπεια την έλλειψη αντικείμενου εργασίας και λύση και θέση από 15.5.2012 υπό εκκαθάριση της εναγομένης με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης] συνιστούν πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε, η οποία καθιστούσε κακόβουλη τη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης και κατά συνέπεια καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος αυτής για λήψη από αυτήν αποδοχών υπερημερίας.

Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αλυσιτελής, διότι το απορριπτικό διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς με κύρια αιτιολογία την αοριστία της προβληθείσας ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας και με επάλληλη αιτιολογία το κατ' ουσία αβάσιμο αυτής, ο δε προβληθείς πρώτος λόγος αναίρεσης που αφορούσε αιτιάσεις της αναιρεσείουσας για την απόρριψη της πιο πάνω ένστασης ως αόριστης δεν τελεσφόρησε κατά τα ήδη διαλαμβανόμενα στον προηγούμενο αναιρετικό λόγο, με συνέπεια η αιτιολογία αυτή (περί αοριστίας) της προσβαλλόμενης απόφασης να επαρκεί για τη στήριξη του ως άνω απορριπτικού διατακτικού της.

Με τη διάταξη του άρθρου 656 εδαφ. β` του Α.Κ., όπως ίσχυε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα [1.1.2010 έως 31.12.2012] ορίζεται ότι ο εργοδότης έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από το μισθό καθετί που ο μισθωτός ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού. Ταυτόσημη κατά λέξη είναι και η διάταξη του τελευταίου εδαφίου του πιο πάνω άρθρου, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 61 του Ν. 4139/2013.

Σκοπός της ρύθμισης αυτής είναι να αποκλείσει τον πλουτισμό του εργαζομένου από τη μη παροχή της εργασίας του (ΑΠ 1447/2017). Η ωφέλεια πρέπει να είναι πραγματική και να πραγματοποιήθηκε κατά τον ίδιο χρόνο, που θα παρεχόταν η εργασία από τον μισθωτό, αν αυτή δεν είχε αποκρουστεί. Επομένως από τις οφειλόμενες από τον εργοδότη αποδοχές υπερημερίας, ο τελευταίος έχει το δικαίωμα να αφαιρέσει την ωφέλεια που αποκόμισε ο μισθωτός από τη ματαίωση της εργασίας του, δηλ.

από τη χρησιμοποίηση του χρόνου που έμεινε ελεύθερος λόγω της υπερημερίας του εργοδότη και από την αξιοποίησή του είτε με αυτοαπασχόληση, είτε με παροχή εργασίας σε άλλον εργοδότη, από την οποία αποκόμισε ωφέλεια. Αναγκαία, δηλαδή, κατά νόμο προϋπόθεση για την εφαρμογή της διάταξης αυτής είναι η ωφέλεια αυτή να συνδέεται αιτιωδώς με το γεγονός ότι ο εργαζόμενος δεν απασχολήθηκε στην υπηρεσία του εργοδότη του και διέθεσε το χρόνο που αποδεσμεύτηκε στην άλλη επαγγελματική του δραστηριότητα (ΑΠ 1539/2011).

Αντίθετα, δεν αφαιρείται η ωφέλεια που δεν συνδέεται αιτιωδώς με την υπερημερία του εργοδότη, προερχόμενη από την αξιοποίηση (προϋπάρχουσα ή μη) εκ μέρους του μισθωτού του εκτός του ωραρίου εργασίας χρόνου του. Επίσης δεν τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με την υπερημερία του εργοδότη και δεν εκπίπτονται παροχές, όπως οι συντάξεις γήρατος, το επίδομα ανεργίας κλπ, γιατί οι παροχές αυτές δεν συνδέονται με τη χρησιμοποίηση του ελεύθερου χρόνου εργασίας του μισθωτού (ΑΠ 302/1984).

Για να είναι κατά το άρθρο 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορισμένος ο παραπάνω ισχυρισμός, που αποτελεί ένσταση του εργοδότη κατά της αγωγής του μισθωτού που διώκει την επιδίκαση μισθών υπερημερίας, πρέπει να προσδιορίζεται σε ποιον συγκεκριμένο εργοδότη απασχολήθηκε ο μισθωτός, το είδος της παρασχεθείσας εργασίας του και το ύψος των αποδοχών που είχε από την ενασχόληση του αυτή στο αντίστοιχο χρονικό διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη, ως και περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η συνδρομή του στοιχείου της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπερημερίας του εργοδότη και της ωφέλειας που απεκόμισε ο εργαζόμενος.

Στην περίπτωση δε που ο εργαζόμενος ασκούσε ελεύθερο επάγγελμα, πρέπει να προσδιορίζονται οι εν λόγω επαγγελματικές δραστηριότητες του μισθωτού με αναφορά στις συγκεκριμένες αμοιβές που εισέπραξε ο τελευταίος από τις δραστηριότητες αυτές (ΑΠ 167/2018, 1447/2017, ΑΠ 1105/2017, ΑΠ 363/2015, ΑΠ 1004/2004). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης (άρθ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) και ειδικότερα τις από 20.3.2018 προτάσεις της ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η εναγομένη - εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα δημοτική επιχείρηση προς αντίκρουση της κατ' αυτής από 13.11.2015 έφεσης της ενάγουσας - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης προέβαλε (επικουρικά) με αυτές (προτάσεις) ως εφεσίβλητη την ένσταση έκπτωσης των αλλαχού κερδηθέντων, επικαλούμενη ότι η ενάγουσα λάμβανε καθόλο το χρόνο, για τον οποίο αιτείται τη λήψη αποδοχών υπερημερίας, το ποσό των 1.500 ευρώ τουλάχιστον μηνιαίως, λόγω συνταξιοδότησης αυτής από τον ασφαλιστικό της φορέα και, από 5.7.2011, οπότε διορίσθηκε σε θέση Ειδικού Συμβούλου κατηγορίας ΠΕ στο πολιτικό γραφείο του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το ποσό των 2.000 ευρώ τουλάχιστον μηνιαίως, τα οποία πρέπει να εκπεσθούν από τις αποδοχές υπερημερίας που τυχόν επιδικασθούν.

Την ως άνω ένσταση απέρριψε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του: α) ως μη νόμιμη, κατά το μέρος αφορούσε έκπτωση της σύνταξης που η αναιρεσίβλητη λάμβανε μηνιαίως από τον ασφαλιστικό της φορέα από τις αιτούμενες αποδοχές υπερημερίας (μέρος που δεν πλήττει η αναιρεσείουσα με λόγο αναίρεσης) και β) ως αόριστη, κατά το μέρος που αφορούσε έκπτωση της αμοιβής της από την παροχή υπηρεσιών ειδικού συμβούλου κατηγορίας ΠΕ στο πολιτικό γραφείο του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με το ακόλουθο σκεπτικό: "...

είναι απορριπτέα ως αόριστη, εφόσον, σύμφωνα και πάλι με τα αναφερόμενα στην προηγούμενη νομική σκέψη, η σχετική ένσταση για να είναι ορισμένη πρέπει να διαλαμβάνει, εκτός από τον συγκεκριμένο προσδιορισμό της ωφέλειας του μισθωτού, τον εργοδότη που απασχολήθηκε και τις αποδοχές που έλαβε, και ποία εργασία έκανε και ότι η ωφέλεια που είχε συνδέεται αιτιωδώς με την υπερημερία του εργοδότη, ήτοι ότι παρείχε την εργασία του κατά τον ίδιο χρόνο που θα παρείχε την εργασία του στον εργοδότη που την απέκρουσε και έτσι έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της, αφού δεν αποτελεί ωφέλεια οτιδήποτε αποκόμισε ο εργαζόμενος που απασχολήθηκε σε άλλο εργοδότη κατά χρόνο διαφορετικό από αυτόν της οφειλόμενης εργασίας στον υπερήμερο εργοδότη, διότι διαφορετικά θα μπορούσε να προκύψει ωφέλεια από αλλού και χωρίς την υπερημερία του εργοδότη, και στην συγκεκριμένη περίπτωση η εναγομένη - εφεσίβλητη δεν προσδιορίζει ποία ακριβώς ήταν η εργασία της ενάγουσας στη θέση που ισχυρίζεται ότι ανέλαβε και ότι αυτήν την παρείχε κατά τον ίδιο χρόνο που θα παρείχε την εργασία της σ' αυτήν, αν δεν είχε καταστεί υπερήμερη ως προς την αποδοχή της, δηλαδή δεν αναφέρεται στην εν λόγω ένσταση η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των παροχών που έλαβε και τη χρησιμοποίηση του ελεύθερου, λόγω της υπερημερίας αυτής, χρόνου της".

Με τον τρίτο και τελευταίο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα δημοτική επιχείρηση προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο απέρριψε ως αόριστη την προταθείσα από αυτήν ως άνω ένσταση έκπτωσης της ωφέλειας της αναιρεσίβλητης αποδοχών υπερημερίας, καθότι αυτή περιείχε για το ορισμένο της όλα τα εκ του νόμου απαραίτητα στοιχεία.

Ειδικότερα δε προβάλλει την αιτίαση ότι στην ως ένσταση γινόταν ρητή μνεία της εργασίας της αναιρεσίβλητης σε θέση Ειδικού Συμβούλου του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων και ότι η συνδρομή του στοιχείου της αιτιώδους συνάφειας προέκυπτε από τον επικαλούμενο χρόνο διορισμού της αναιρεσίβλητης στη θέση αυτή (5.7.2011), με αποδοχές ύψους 2.000 ευρώ τουλάχιστον μηνιαίως, σε συνδυασμό με το επίδικο διάστημα για το οποίο ζητείτο από αυτήν η επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Και τούτο διότι η έχουσα το προαναφερόμενο περιεχόμενο ένσταση αφαίρεσης της ωφέλειας από τις αποδοχές υπερημερίας που ζητούσε η αναιρεσίβλητη, ήταν ποσοτικά αόριστη, εφόσον δεν διαλαμβάνονταν σε αυτήν πραγματικά περιστατικά συναρτώμενα με το είδος των παρεχομένων υπηρεσιών αυτής σε θέση Ειδικού Συμβούλου του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων, από τα οποία να προκύπτει ότι η παροχή των εν λόγω υπηρεσιών λάμβανε χώρα κατά τον ίδιο χρόνο, που θα παρεχόταν η εργασία από την αναιρεσίβλητη στην αναιρεσείουσα δημοτική επιχείρηση, αν αυτή δεν είχε αποκρουστεί από την τελευταία, (ο οποίος και πάλι δεν προσδιορίζεται στην ένσταση) και όχι στον ελεύθερο χρόνο που θα μπορούσε να διαθέσει η αναιρεσίβλητη, εάν συνέχιζε ν' απασχολείται στην πιο πάνω δημοτική επιχείρηση, προκειμένου να κριθεί η συνδρομή ή μη του στοιχείου της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της επικαλουμένης ωφέλειας της αναιρεσίβλητης και της υπερημερίας της αναιρεσείουσας δημοτικής επιχείρησης.

Επομένως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε ως αόριστη (ποσοτικά) την έχουσα το προαναφερόμενο περιεχόμενο ένσταση αφαίρεσης της ωφέλειας της αναιρεσίβλητης από τις αποδοχές υπερημερίας δεν έσφαλλε και κατά συνέπεια δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα δημοτική επιχείρηση στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας της (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28.11.2018 και με αριθ. κατάθ. 10921/886/28.11.2018 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 4480/13.9.2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Δεκεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ