Supreme Court allows appeal against labor court dismissal due to appellate court's failure to compare all qualified candidates.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court of Athens' dismissal of a promotion claim. The appellant argued the lower court erred by comparing her qualifications only with two colleagues instead of all seven qualified candidates listed in the opposition's objection. The court held that ignoring the remaining five qualified candidates rendered the dismissal legally impossible, as they would have been promoted in their place.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 and 201 of the Civil Code; The court must compare the applicant's qualifications with all candidates listed in the opposition's objection, and failing to do so renders the dismissal legally impossible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1451 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1451/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 18 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμος Ελληνική Εταιρεία Γενικών Ασφαλειών "..."" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Τσαντίνη, που ανακάλεσε την από 17-10-2016 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Μ. του Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Λαγαρία και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-12-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2412/2011 του ίδιου δικαστηρίου και 1359/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-9-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα ανέγνωσε την από 17-2-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης και να απορριφθεί ο τέταρτος.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η αξίωση του ενάγοντος μισθωτού για προαγωγή του (μισθολογική ή βαθμολογική) στην περίπτωση παραλείψεως αυτής, ελέγχεται από τα δικαστήρια ανάλογα με τη φύση του κανονισμού ή οργανισμού προσωπικού του εναγομένου εργοδότη. Ειδικότερα στις επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις όπου ισχύει κανονισμός ή οργανισμός προσωπικού με ισχύ νόμου, η παράλειψη προαγωγής εργαζομένου από τα αρμόδια όργανα του εργοδότη ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια με βάση τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ.
για κατάχρηση δικαιώματος, η οποία υφίσταται όταν κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστεως παραλείφθηκε η προαγωγή εργαζομένου που καταφανώς υπερείχε κατά τα προβλεπόμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι άλλου συναδέλφου του, του οποίου καταχρηστικώς προκρίθηκε η προαγωγή. Στις επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις όπου ισχύει κανονισμός ή οργανισμός προσωπικού με συμβατική ισχύ, η παράλειψη προαγωγής εργαζομένου ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια με βάση τις διατάξεις των άρθρων 201 και 207 Α.Κ.
Στις περιπτώσεις δηλαδή αυτές η προαγωγή τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της συνδρομής των προς προαγωγή όρων και δη της συνδρομής στο πρόσωπο του εργαζομένου των συμβατικώς προβλεπόμενων στον κανονισμό ή οργανισμό προϋποθέσεων και προσόντων προς προαγωγή. Αν επομένως ο εργοδότης ή τα όργανά του που ορίζονται στον κανονισμό ή οργανισμό παρέλειψαν αντίθετα προς την καλή πίστη να προαγάγουν ορισμένο εργαζόμενο μολονότι αυτός συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις και τα αναγκαία τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, η αίρεση λογίζεται ότι έχει πληρωθεί.
Είναι δε αντίθετη προς την καλή πίστη η παράλειψη προαγωγής ορισμένου υποψηφίου αν αυτός υπερείχε καταφανώς έναντι έστω και ενός προκριθέντος συναδέλφου του. Από αυτά καθίσταται φανερό ότι είτε εφαρμοσθεί το άρθρο 281 Α.Κ. (επί κανονισμού ή οργανισμού προσωπικού με ισχύ νόμου) είτε εφαρμοσθεί το άρθρο 207 Α.Κ. (επί κανονισμού ή οργανισμού με συμβατική ισχύ), ο έλεγχος της παραλείψεως προαγωγής γίνεται με το ίδιο νομικό κριτήριο της αντιθέσεως ή μη αυτής προς τις αρχές της καλής πίστεως και ειδικότερα με το κριτήριο της καταφανούς ή όχι υπεροχής του παραλειφθέντος ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα έναντι προαχθέντος συναδέλφου του (Ολ.
Α.Π. 32/2002). Αν στη συγκεκριμένη περίπτωση διαπιστωθεί ότι η μη πλήρωση της αιρέσεως είναι αντίθετη προς την καλή πίστη, υπό την ανωτέρω έννοια του όρου, η προαγωγή του υπαλλήλου αναγνωρίζεται από το δικαστήριο και, σύμφωνα με το άρθρο 12 ν. 1082/1980, μετά την τελεσιδικία της αποφάσεως η προαγωγή θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε από τότε που έπρεπε να έχει συντελεσθεί (Α.Π. 728/2015).
Εξ άλλου η υπηρεσιακή κατάσταση των υπαλλήλων της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης ελληνικής εταιρείας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "... Α.Ε.Ε.Γ.Α." διέπεται από εσωτερικό κανονισμό εργασίας. Στο άρθρο 4 του εσωτερικού κανονισμού εργασίας της εναγομένης, που έχει συμβατική ισχύ διότι δεν εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση νόμου ούτε κυρώθηκε με νόμο, προβλέπεται ότι στο κύριο προσωπικό της εναγομένης ανήκει το προσωπικό που υπάγεται στην κατηγορία Ι/Α και περιλαμβάνει τους κάτωθι βαθμούς:
διευθυντής, υποδιευθυντής, εντεταλμένος, τμηματάρχης, λογιστής, υπολογιστής, βοηθός. Στο άρθρο 10 του ανωτέρω κανονισμού εργασίας της εναγομένης αναφέρεται ότι για κάθε υπάλληλο τηρείται από την εταιρεία ατομικός φάκελος στον οποίο περιλαμβάνονται όλα τα έγγραφα που αφορούν αποκλειστικά και μόνο στα προσόντα, τις σπουδές, την ηλικία, την οικογενειακή κατάσταση, το διορισμό, τη μισθοδοσία, τις υπηρεσιακές και βαθμολογικές μεταβολές, τα επιμορφωτικά και εκπαιδευτικά σεμινάρια, τις πειθαρχικές ποινές, τις άδειες, τις απουσίες λόγω ασθενειών και τις αιτίες τους, τη λύση της υπαλληλικής σχέσεως και γενικά όλα τα στοιχεία τα σχετικά με τη σύμβαση εργασίας του υπαλλήλου, ότι στον ατομικό φάκελο τηρούνται και τα δελτία αξιολόγησης κάθε υπαλλήλου, ότι ο τομέας προσωπικού τηρεί επετηρίδα κατά βαθμούς και ονοματεπώνυμο του προσωπικού όλων των κατηγοριών που εργάζεται στην εταιρεία, καθώς και ότι ο τομέας προσωπικού εκδίδει στο τέλος κάθε έτους την επετηρίδα, η οποία δίδεται σε όλους τους ενδιαφερόμενους μετά από αίτησή τους.
Περαιτέρω από το συνδυασμό των άρθρων 11, 13, 14 του εσωτερικού κανονισμού εργασίας της εναγομένης προκύπτει ότι οι προαγωγές από το βαθμό του εντεταλμένου στον επόμενο βαθμό του υποδιευθυντή γίνονται από το προβλεπόμενο στον ανωτέρω κανονισμό υπηρεσιακό συμβούλιο κατ’ απόλυτο εκλογή εφόσον ο κρινόμενος έχει συμπληρώσει τον απαιτούμενο κατά τον κανονισμό χρόνο στον προηγούμενο βαθμό, δηλαδή διετή παραμονή στο βαθμό του εντεταλμένου, έχει τα προσόντα της ανώτερης θέσης και κατά την άσκηση γενικά της υπηρεσίας του επέδειξε ικανοποιητική επίδοση, ήθος, ικανότητα και φιλεργία.
Οι προαγωγές από το βαθμό του εντεταλμένου στο βαθμό του υποδιευθυντή γίνονται μόνο κατ’ απόλυτη εκλογή. Τα απαιτούμενα για την προαγωγή προσόντα εξευρίσκονται στα δελτία αξιολόγησης που συντάσσονται κάθε έτος για κάθε εργαζόμενο. Για κάθε προαγωγική περίοδο η αρμόδια υπηρεσία της διεύθυνσης ανθρώπινου δυναμικού καταρτίζει τους πίνακες προακτέων κατά βαθμούς και ειδικότερα:
α) κατ’ αρχαιότητα, β) κατ’ εκλογή, γ) κατ’ απόλυτο εκλογή, δ) πίνακα των κρινόμενων ως στάσιμων. Οι πίνακες αυτοί διαβιβάζονται έγκαιρα και τουλάχιστον ένα μήνα πριν την έναρξη της προβλεπόμενης διαδικασίας στο αρμόδιο κατά το άρθρο 13 του κανονισμού αυτού υπηρεσιακό συμβούλιο για την τελική κρίση όσων έχουν δικαίωμα προαγωγής.
Το υπηρεσιακό συμβούλιο έχει αποφασιστική αρμοδιότητα και, κρίνοντας τόσο επί του τύπου, όσο και επί της ουσίας, δύναται να ζητήσει περισσότερες πληροφορίες από τους ατομικούς φακέλους των κρινόμενων, ακόμα και την παράσταση του κρινομένου ενώπιόν του αν αυτό κριθεί αναγκαίο. Από τις παραπάνω διατάξεις του εσωτερικού κανονισμού εργασίας της εναγομένης σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 201 και 207 Α.Κ.
προκύπτει ότι στην περίπτωση παραλείψεως προαγωγής μισθωτού της τελευταίας, ενόψει του ότι αυτή προβλέπεται σε κανονισμό εργασίας με συμβατική ισχύ, με τον όρο δηλαδή ότι θα συντρέξουν εν καιρώ ορισμένες προϋποθέσεις, η διαπίστωση της συνδρομής των οποίων γίνεται από το αρμόδιο όργανο της εργοδότριας, εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 207 Α.Κ.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφασή του το εφετείο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Η ενάγουσα [ήδη αναιρεσίβλητη] προσλήφθηκε από την εναγόμενη [ήδη αναιρεσείουσα] την 25-6-1984 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως υπάλληλος με το βαθμό του υπολογιστή Β και εξελίχθηκε βαθμολογικά μέχρι το βαθμό της εντεταλμένης, στον οποίο προήχθη κατ’ απόλυτη εκλογή από 1-1-2001.
Είναι πτυχιούχος του Πανεπιστημίου Oklahoma State με πρώτη ειδικότητα στην πληροφορική και τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και δεύτερη ειδικότητα στα μαθηματικά, καθώς και του Proficiency of Chartered Institute σε θέματα ασφαλίσεων ζωής. Γνωρίζει πολύ καλά την αγγλική και γαλλική γλώσσα και είναι κάτοχος διπλωμάτων proficiency και certificat αντίστοιχα.
Έχει παρακολουθήσει 11 επιμορφωτικά σεμινάρια. Υπηρέτησε σε διάφορες θέσεις ευθύνης και ειδικότερα από 1-7-1997 στη διεύθυνση πληροφορικής σε επίπεδο τμήματος και από 1-1-2002 στην ιδία διεύθυνση σε επίπεδο τομέα. Στο δελτίο αξιολόγησης του έτους 2004 έλαβε γενικό ποιοτικό χαρακτηρισμό "εξαίρετη". Κατά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 2005 για το βαθμό του υποδιευθυντή παραλείφθηκε η ενάγουσα, ενώ προήχθησαν οι προτεινόμενοι προς σύγκριση συνάδελφοί της Β.
Κ., Π. Θ., Φ. Λ., Φ. Γ., Ε. Μ., Δ. Β., Β. Κ., Ι. Ε., Ν. Κ., Γ. Ν. και Ι. Κ.. Με την εκκαλούμενη απόφαση κρίθηκε ότι η ενάγουσα υπερτερούσε καταφανώς έναντι των προαχθέντων συναδέλφων της Β. Κ., Π. Θ., Φ. Λ., Φ. Γ., Β. Κ. και Ν. Κ., για τους οποίους γίνεται αναφορά στον τρίτο λόγο της εφέσεως, οπότε μόνο τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα αυτών θα ερευνηθούν προς σύγκριση με τα ίδια προσόντα της ενάγουσας.
Οι προαναφερόμενοι είχαν τα ακόλουθα προσόντα: 1) Β. Κ.: Προσλήφθηκε από την εναγόμενη αρχικά την 1-11-1970 ως δόκιμος, παραιτήθηκε στις 19-6-1987 και επαναπροσλήφθηκε στις 1-2-1990. Εξελίχθηκε βαθμολογικά μέχρι το βαθμό του εντεταλμένου, στον οποίο προήχθη κατ’ απόλυτη εκλογή από 1-1-2004. Έχει απολυτήριο μέσης εκπαίδευσης, ενώ δεν γνωρίζει ξένες γλώσσες.
Έχει παρακολουθήσει 14 επιμορφωτικά σεμινάρια, καθώς και το ετήσιο πρόγραμμα ασφαλιστικών σπουδών του .... Υπηρέτησε σε διάφορες θέσεις ευθύνης και ειδικότερα από 25-7-1990 ως βοηθός περιφερειακού του τομέα Κεντρικής Ελλάδος, από 15-1-1993 του ανατέθηκαν προσωρινά καθήκοντα προϊσταμένου του περιφερειακού τομέα Κεντρικής Ελλάδος, από 7-6-1994 ως προϊστάμενος του τμήματος εκπαίδευσης της περιφερειακής υποδιεύθυνσης Κεντρικής Ελλάδος και Δυτικής Μακεδονίας, από 6-7-1995 ως προϊστάμενος του περιφερειακού τμήματος εκπαίδευσης υποστήριξης, από 18-5-2001 στον περιφερειακό τομέα Κεντρικής Ελλάδος σε επίπεδο ευθύνης τμήματος και από 14-7-2004 ως αναπληρωτής προϊστάμενος του τομέα υποστήριξης δικτύου-πωλήσεων τραπεζοασφάλισης.
Στο δελτίο αξιολόγησης του έτους 2004 έλαβε γενικό ποιοτικό χαρακτηρισμό "πρότυπη". 2) Π. Θ.: Προσλήφθηκε από την εναγόμενη την 1-12-1977 ως δόκιμος και εξελίχθηκε βαθμολογικά μέχρι το βαθμό του εντεταλμένου, στον οποίο προήχθη κατ’ απόλυτη εκλογή από 1-1-2001. Είναι πτυχιούχος της Π.Α.Σ.Π.Ε., ενώ δεν γνωρίζει ξένες γλώσσες.
Έχει παρακολουθήσει 16 επιμορφωτικά σεμινάρια, καθώς και το ετήσιο πρόγραμμα .... (Ελληνικό Ινστιτούτο Ασφαλιστικών Σπουδών). Υπηρέτησε σε διάφορες θέσεις ευθύνης και ειδικότερα από 6-5-1993 ως προϊστάμενος του τμήματος αστικής ευθύνης, από 7-6-1994 ως προϊστάμενος του τμήματος διαχείρισης ακινήτων και χρεογράφων και από 18-5-2001 ως προϊστάμενος του τμήματος μετόχων.
Στο δελτίο αξιολόγησης του έτους 2004 έλαβε γενικό ποιοτικό χαρακτηρισμό "εξαίρετη". 3) Φ. Λ.: Προσλήφθηκε από την εναγόμενη την 24-1-1977 ως δόκιμος και εξελίχθηκε βαθμολογικά μέχρι το βαθμό του εντεταλμένου, στον οποίο προήχθη κατ’ απόλυτη εκλογή από 1-1-2004. Έχει απολυτήριο μέσης εκπαίδευσης, ενώ δεν γνωρίζει ξένες γλώσσες.
Έχει παρακολουθήσει 8 επιμορφωτικά σεμινάρια. Υπηρέτησε σε διάφορες θέσεις ευθύνης και ειδικότερα από 3-1-1990 ως προϊστάμενος υποκαταστήματος …, από 21-11-1990 ως προϊστάμενος υποκαταστήματος …, από 18-3-1992 ως προϊστάμενος υποκαταστήματος …, από 16-9-1994 ως προϊστάμενος του τμήματος υποστήριξης, από 6-7-1995 ως προϊστάμενος του τμήματος διαχείρισης, από 13-10-1997 ως προϊστάμενος του τμήματος Β πωλήσεων γρ.
παραγωγής, από 18-5-2001 ως προϊστάμενος του τμήματος οδικής βοήθειας και στατιστικών και από 14-7-2004 ως προϊστάμενος του τομέα ανάπτυξης πωλήσεων γραφείων παραγωγής. Στο δελτίο αξιολόγησης του έτους 2004 έλαβε γενικό ποιοτικό χαρακτηρισμό "εξαίρετη". 4) Φ. Γ.: Προσλήφθηκε από την εναγόμενη την 11-3-1974 ως δόκιμος και εξελίχθηκε βαθμολογικά μέχρι το βαθμό του εντεταλμένου, στον οποίο προήχθη κατ’ απόλυτη εκλογή από 1-1-2004.
Έχει απολυτήριο μέσης εκπαίδευσης, ενώ δεν γνωρίζει ξένες γλώσσες. Έχει παρακολουθήσει 4 επιμορφωτικά σεμινάρια. Υπηρέτησε στη θέση ευθύνης του προϊσταμένου του περ. τμήματος αναλήψεων από 20-11-1997. Στο δελτίο αξιολόγησης του έτους 2004 έλαβε γενικό ποιοτικό χαρακτηρισμό "εξαίρετη". 5) Β. Κ.: Προσλήφθηκε από την εναγόμενη την 1-1-1983 με το βαθμό του υπολογιστή Β και εξελίχθηκε βαθμολογικά μέχρι το βαθμό του εντεταλμένου, στον οποίο προήχθη κατ’ απόλυτη εκλογή από 1-1-2002.
Είναι κάτοχος πτυχίου μαθηματικών, ενώ δεν αποδείχθηκε γνώση ξένης γλώσσας. Έχει παρακολουθήσει 17 επιμορφωτικά σεμινάρια. Υπηρέτησε από 31-10-1997 στη θέση ευθύνης της προϊσταμένης του τμήματος του τομέα τεχνικής υποστήριξης. Στο δελτίο αξιολόγησης του έτους 2004 έλαβε γενικό ποιοτικό χαρακτηρισμό "εξαίρετη" και 6) Ν.
Κ.: Προσλήφθηκε από την εναγόμενη την 15-6-1978 με το βαθμό του υπολογιστή Β και εξελίχθηκε βαθμολογικά μέχρι το βαθμό του εντεταλμένου, στον οποίο προήχθη κατ’ απόλυτη εκλογή από 1-1-2004. Έχει απολυτήριο μέσης εκπαίδευσης, ενώ δεν αποδείχθηκε γνώση ξένης γλώσσας. Έχει παρακολουθήσει 4 επιμορφωτικά σεμινάρια, καθώς και το ετήσιο πρόγραμμα .... (Ελληνικό Ινστιτούτο Ασφαλιστικών Σπουδών).
Υπηρέτησε σε διάφορες θέσεις ευθύνης και ειδικότερα από 13-10-1997 ως προϊστάμενος του τμήματος πωλήσεων μεσιτών-πρακτόρων Αττικής και από 14-7-2004 ως προϊστάμενος του τομέα πωλήσεων μεσιτών- πρακτόρων Αττικής. Στο δελτίο αξιολόγησης του έτους 2004 έλαβε γενικό ποιοτικό χαρακτηρισμό "εξαίρετη". Από τη συγκριτική αντιπαράθεση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ενάγουσας με εκείνα των ανωτέρω συναδέλφων της προκύπτουν τα ακόλουθα: 1) Έναντι του συγκρινόμενου Β.
Κ. η ενάγουσα υπερτερεί ως προς τη γενική αρχαιότητα κατά 5 έτη και 7 μήνες, ως προς την ειδική αρχαιότητα στο βαθμό του εντεταλμένου κατά τρία έτη, ως προς τους τίτλους σπουδών, αφού είναι κάτοχος πανεπιστημιακού πτυχίου και πτυχίου βρετανικού ινστιτούτου, ενώ ο συγκρινόμενος απόφοιτος μέσης εκπαίδευσης και ετησίου προγράμματος ασφαλιστικών σπουδών, ως προς τη γνώση ξένων γλωσσών, ως προς την αξιολόγηση, αφού αυτή έλαβε το χαρακτηρισμό "εξαίρετη", ενώ ο συγκρινόμενος το χαρακτηρισμό "πρότυπη" και ως προς τη στάθμη των υπεύθυνων καθηκόντων, αφού αυτή εξελίχθηκε μέχρι τη θέση ευθύνης της προϊσταμένης τομέα, στην οποία τοποθετήθηκε από 1-1-2002, ενώ ο συγκρινόμενος του αναπληρωτή προϊσταμένου τομέα, στην οποία τοποθετήθηκε από 14-7-2004, ήτοι 5,5 μήνες πριν τις επίδικες προαγωγές.
Η ενάγουσα υστερεί έναντι του ως άνω συγκρινόμενου ως [προς] τον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων (11 σεμινάρια η ενάγουσα έναντι 14 του συγκρινόμενου), υπεροχή του τελευταίου όχι σημαντική, και ως προς το χρόνο ανάθεσης για πρώτη φορά υπεύθυνων καθηκόντων, αφού αυτή ανέλαβε θέση ευθύνης από 1-1-1997 ως προϊσταμένη τμήματος, ενώ ο συγκρινόμενος από 25-7-1990.
Καθήκοντα όμως προϊσταμένου τμήματος άσκησε ο τελευταίος από 7-6-1994, ήτοι 2 έτη και 7 μήνες πριν την ενάγουσα, ενώ από 25-6-1990 τοποθετήθηκε βοηθός περιφερειακού του τομέα Κεντρικής Ελλάδος και από 15-1-1993 του ανατέθηκαν καθήκοντα προσωρινά προϊσταμένου του περιφερειακού τομέα Κεντρικής Ελλάδος, δηλαδή του ανατέθηκαν προσωρινά καθήκοντα στην τελευταία θέση ευθύνης.
Ο τελευταίος, τον κρίσιμο χρόνο των ένδικων προαγωγών (1-1-2005), είχε το απαιτούμενο από το άρθρο 11 του εσωτερικού κανονισμού εργασίας της εναγομένης τυπικό προσόν της διετούς παραμονής στο βαθμό του εντεταλμένου, τον οποίο κατείχε από 1-1-2004, καθόσον με την από 1-9-2004 επιχειρησιακή Σ.Σ.Ε. μεταξύ της εναγομένης και του συλλόγου των υπαλλήλων της, χορηγήθηκε σε όλο το προσωπικό ένα επί πλέον έτος βαθμολογικής προώθησης με οικονομικές συνέπειες από 1-10-2004.
Με βάση τα παραπάνω και αφού ληφθεί υπόψη ότι στην κατ’ εκλογή προαγωγή των υπαλλήλων της εναγομένης: α) ότι τα κριτήρια της γενικής και ειδικής αρχαιότητας στην υπηρεσία δεν μπορούν καθ’ εαυτά να έχουν κρίσιμη και αποφασιστική σημασία, αλλά απλώς συνεκτιμώνται με τα λοιπά στοιχεία... β) ότι η άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων έχει βαρύνουσα σημασία γιατί έχει σχέση με τη γνώση και την εμπειρία του υπαλλήλου και την εκ τούτου υπηρεσιακή καταλληλότητα για την άσκηση των καθηκόντων του ανώτερου βαθμού...
γ) ότι η ποιοτική βαθμολόγηση αποτελεί επίσης βασικό κριτήριο των προαγωγών, αφού προσδιορίζει την εργατικότητα, την υπηρεσιακή κατάρτιση, την ποσοτική και ποιοτική απόδοση, καθώς και τη διοικητική ικανότητα και δραστηριότητα και την εν γένει ουσιαστική προσφορά του υπαλλήλου... δ) ότι οι τίτλοι σπουδών είναι πολύ σημαντικό κριτήριο, αφού η κατοχή τους εκφράζει όχι μόνο ανώτερο μορφωτικό επίπεδο του κατόχου τους αλλά και την ύπαρξη ουσιαστικών προσόντων που δικαιολογεί την απρόσκοπτη προαγωγική εξέλιξή του και την κατοχή υπεύθυνων υψηλών θέσεων και την απορρέουσα εκ τούτου ικανότητα σε επιτελικό βαθμό...
και ε) ότι ο συνολικός χρόνος ασκήσεως υπεύθυνων καθηκόντων δεν ασκεί επίσης ουσιαστική επιρροή, γιατί λαμβάνεται κυρίως υπόψη η στάθμη των καθηκόντων που ασκεί ο κρινόμενος κατά το χρόνο της κρίσεως και η ημερομηνία από την οποία ασκεί τα καθήκοντα αυτά... πλην όμως συνεκτιμάται, αφού η προγενέστερη ανάθεση τέτοιων καθηκόντων φανερώνει αναγνώριση των προσόντων και ικανοτήτων του υπαλλήλου, η υπεροχή της ενάγουσας έναντι του προαχθέντος συναδέλφου της, ως προς τα προαναφερόμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, προσδίδει σ’ αυτή καταφανή συνολική υπεροχή έναντι του τελευταίου.
Επομένως η κρίση του αρμοδίου συμβουλίου της εναγομένης στις ένδικες προαγωγές αδικεί κατ’ αντικειμενική κρίση την ενάγουσα κατάφωρα και έτσι η πλήρωση της αναβλητικής αιρέσεως υπό την οποία τελούσε η προαγωγή της εμποδίστηκε εναντίον της καλής πίστης. 2) Έναντι του συγκρινόμενου Π. Θ. η ενάγουσα υπερτερεί ως προς την ειδική αρχαιότητα στο βαθμό του εντεταλμένου κατά τρία έτη, ως προς τη γνώση ξένων γλωσσών και ως προς τη στάθμη των υπεύθυνων καθηκόντων, αφού αυτή εξελίχθηκε μέχρι τη θέση ευθύνης της προϊσταμένης τομέα, στην οποία τοποθετήθηκε από 1-1-2002, ενώ ο συγκρινόμενος άσκησε μόνο υπεύθυνα καθήκοντα προϊσταμένου τμήματος.
Είναι ισοδύναμοι ως προς τους τίτλους σπουδών καθόσον και οι δύο είναι κάτοχοι πανεπιστημιακού πτυχίου και πτυχίου ινστιτούτου, στην αξιολόγηση αφού και οι δύο έλαβαν το χαρακτηρισμό "εξαίρετη". Η ενάγουσα υστερεί έναντι του ως άνω συγκρινόμενου ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά 6 έτη και 7 μήνες, τον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων (11 σεμινάρια η ενάγουσα έναντι 15 του συγκρινόμενου), υπεροχή του τελευταίου όχι σημαντική, και ως προς το χρόνο ανάθεσης για πρώτη φορά υπεύθυνων καθηκόντων, αφού αυτή ανέλαβε θέση ευθύνης από 1-1-1997 ως προϊσταμένη τμήματος, ενώ ο συγκρινόμενος από 5-5-1993 επίσης ως προϊστάμενος τμήματος.
Ο τελευταίος, τον κρίσιμο χρόνο των ένδικων προαγωγών (1-1-2005), είχε το απαιτούμενο από το άρθρο 11 του εσωτερικού κανονισμού εργασίας της εναγομένης τυπικό προσόν της διετούς παραμονής στο βαθμό του εντεταλμένου, τον οποίο κατείχε από 1-1-2004, καθόσον με την από 1-9-2004 επιχειρησιακή Σ.Σ.Ε. μεταξύ της εναγομένης και του συλλόγου των υπαλλήλων της, χορηγήθηκε σε όλο το προσωπικό ένα επί πλέον έτος βαθμολογικής προώθησης με οικονομικές συνέπειες από 1-10-2004.
Με βάση τα παραπάνω και αφού ληφθεί υπόψη, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η βαρύτητα ενός εκάστου των αποφασιστικών κριτηρίων στις προαγωγικές κρίσεις της εναγόμενης, η ενάγουσα δεν υπερτερεί καταφανώς έναντι του προαχθέντος συναδέλφου της. Επομένως η κρίση του αρμοδίου συμβουλίου της εναγομένης που παρέλειψε την ενάγουσα στις ένδικες προαγωγικές κρίσεις για το βαθμό του υποδιευθυντή και προήγαγε τον ως άνω συγκρινόμενο, δεν αδικεί κατ’ αντικειμενική κρίση αυτή κατάφωρα και έτσι η πλήρωση της αναβλητικής αιρέσεως υπό την οποία τελούσε η προαγωγή της δεν εμποδίστηκε εναντίον της καλής πίστης. 3) Έναντι του συγκρινόμενου Φ.
Λ. η ενάγουσα υπερτερεί ως προς την ειδική αρχαιότητα στο βαθμό του εντεταλμένου κατά τρία έτη, ως προς τους τίτλους σπουδών, αφού είναι κάτοχος πανεπιστημιακού πτυχίου και πτυχίου βρετανικού ινστιτούτου ενώ ο συγκρινόμενος απόφοιτος μέσης εκπαίδευσης, ως προς τη γνώση ξένων γλωσσών και ως τον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων (11 σεμινάρια η ενάγουσα έναντι 8 του συγκρινόμενου), υπεροχή όχι σημαντική.
Είναι ισοδύναμοι στην αξιολόγηση αφού και οι δύο έλαβαν το χαρακτηρισμό "εξαίρετη" και ως προς τη στάθμη των καθηκόντων, αφού και οι δύο εξελίχθηκαν μέχρι τη θέση ευθύνης του προϊσταμένου τομέα, με υπεροχή όμως της ενάγουσας στο χρόνο άσκησης των εν λόγω καθηκόντων κατά 2 έτη και 6,5 μήνες, καθόσον ο συγκρινόμενος τοποθετήθηκε στην ως άνω θέση 5,5 μήνες πριν τις επίδικες προαγωγές.
Η ενάγουσα υστερεί έναντι του ως άνω συγκρινόμενου ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά 6 έτη και 7 μήνες και ως προς το χρόνο ανάθεσης για πρώτη φορά υπεύθυνων καθηκόντων, αφού αυτή ανέλαβε θέση ευθύνης από 1-1-1997 ως προϊσταμένη τμήματος, ενώ ο συγκρινόμενος από 3-1-1990 ως προϊστάμενος υποκαταστήματος.
Ο τελευταίος, τον κρίσιμο χρόνο των ένδικων προαγωγών (1-1-2005), είχε το απαιτούμενο από το άρθρο 11 του εσωτερικού κανονισμού εργασίας της εναγομένης τυπικό προσόν της διετούς παραμονής στο βαθμό του εντεταλμένου, τον οποίο κατείχε από 1-1-2004, καθόσον με την από 1-9-2004 επιχειρησιακή Σ.Σ.Ε. μεταξύ της εναγομένης και του συλλόγου των υπαλλήλων της, χορηγήθηκε σε όλο το προσωπικό ένα επί πλέον έτος βαθμολογικής προώθησης με οικονομικές συνέπειες από 1-10-2004.
Με βάση τα παραπάνω και αφού ληφθεί υπόψη, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η βαρύτητα ενός έκαστου των αποφασιστικών κριτηρίων στις προαγωγικές κρίσεις της εναγομένης, η ενάγουσα δεν υπερτερεί καταφανώς έναντι του προαχθέντος συναδέλφου της. Επομένως η κρίση του αρμοδίου συμβουλίου της εναγομένης, που παρέλειψε την ενάγουσα στις ένδικες προαγωγικές κρίσεις για το βαθμό του υποδιευθυντή και προήγαγε τον ως άνω συγκρινόμενο, δεν αδικεί κατ’ αντικειμενική κρίση αυτή κατάφωρα και έτσι η πλήρωση της αναβλητικής αιρέσεως υπό την οποία τελούσε η προαγωγή της δεν εμποδίστηκε εναντίον της καλής πίστης. 4) Έναντι του συγκρινόμενου Φ.
Γ. η ενάγουσα υπερτερεί ως προς την ειδική αρχαιότητα στο βαθμό του εντεταλμένου κατά τρία έτη, ως προς τους τίτλους σπουδών, αφού είναι κάτοχος πανεπιστημιακού πτυχίου και πτυχίου βρετανικού ινστιτούτου, ενώ ο συγκρινόμενος απόφοιτος μέσης εκπαίδευσης, ως προς τη γνώση ξένων γλωσσών και ως τον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων (11 σεμινάρια η ενάγουσα έναντι 4 του συγκρινόμενου), ως προς το χρόνο ανάθεσης για πρώτη φορά υπεύθυνων καθηκόντων, αφού αυτή ανέλαβε θέση ευθύνης από 1- 1-1997 ως προϊσταμένη τμήματος, ενώ ο συγκρινόμενος από 20-11-1997 επίσης ως προϊστάμενος τμήματος και ως προς τη στάθμη των καθηκόντων, αφού αυτή εξελίχθηκε μέχρι τη θέση ευθύνης της προϊσταμένης τομέα, ενώ ο συγκρινόμενος άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα μόνο ως προϊστάμενος τμήματος.
Είναι ισοδύναμοι στην αξιολόγηση, αφού και οι δύο έλαβαν το χαρακτηρισμό "εξαίρετη". Η ενάγουσα υστερεί έναντι του ως άνω συγκρινόμενου ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά 10 έτη και 3 μήνες. Ο τελευταίος, τον κρίσιμο χρόνο των ένδικων προαγωγών (1-1-2005), είχε το απαιτούμενο από το άρθρο 11 του εσωτερικού κανονισμού εργασίας της εναγομένης τυπικό προσόν της διετούς παραμονής στο βαθμό του εντεταλμένου, τον οποίο κατείχε από 1-1-2004, καθόσον με την από 1-9-2004 επιχειρησιακή Σ.Σ.Ε.
μεταξύ της εναγομένης και του συλλόγου των υπαλλήλων της, χορηγήθηκε σε όλο το προσωπικό ένα επί πλέον έτος βαθμολογικής προώθησης με οικονομικές συνέπειες από 1-10-2004. Με βάση τα παραπάνω και αφού ληφθεί υπόψη, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η βαρύτητα ενός εκάστου των αποφασιστικών κριτηρίων στις προαγωγικές κρίσεις της εναγομένης, η υπεροχή της ενάγουσας έναντι του προαχθέντος συναδέλφου της ως προς τα προαναφερόμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα προσδίδει σ’ αυτή καταφανή συνολική υπεροχή έναντι του τελευταίου.
Επομένως η κρίση του αρμοδίου συμβουλίου της εναγομένης στις ένδικες προαγωγές αδικεί κατ’ αντικειμενική κρίση την ενάγουσα κατάφωρα και έτσι η πλήρωση της αναβλητικής αιρέσεως υπό την οποία τελούσε η προαγωγή της εμποδίστηκε εναντίον της καλής πίστης. 5) Έναντι της συγκρινόμενης Β. Κ. η ενάγουσα υπερτερεί ως προς την ειδική αρχαιότητα στο βαθμό του εντεταλμένου κατά ένα έτος, ως προς τους τίτλους σπουδών καθόσον είναι κάτοχος και πτυχίου βρετανικού ινστιτούτου, ως προς τη γνώση ξένων γλωσσών, ως προς την αξιολόγηση, αφού αυτή έλαβε το χαρακτηρισμό "εξαίρετη", ενώ η συγκρινόμενη το χαρακτηρισμό "πρότυπη", ως προς το χρόνο ανάθεσης για πρώτη φορά υπεύθυνων καθηκόντων, αφού αυτή ανέλαβε θέση ευθύνης από 1-1-1997 ως προϊσταμένη τμήματος, ενώ η συγκρινόμενη από 31-10-1997 επίσης ως προϊσταμένη τμήματος και ως προς τη στάθμη των υπεύθυνων καθηκόντων, αφού αυτή εξελίχθηκε μέχρι τη θέση ευθύνης της προϊσταμένης τομέα, ενώ η συγκρινόμενη άσκησε καθήκοντα μόνο προϊσταμένης τμήματος.
Η ενάγουσα υστερεί έναντι της ως άνω συγκρινόμενης ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά 1 έτος και 6 μήνες και τον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων (11 σεμινάρια η ενάγουσα έναντι 17 της συγκρινόμενης), υπεροχή της τελευταίας όχι σημαντική, και ως προς το χρόνο ανάθεσης για πρώτη φορά υπεύθυνων καθηκόντων, αφού αυτή ανέλαβε θέση ευθύνης από 1-1-1997 ως προϊσταμένη τμήματος, ενώ η συγκρινόμενη από 1-7-1985 ως προϊστάμενος υποκαταστήματος.
Με βάση τα παραπάνω και αφού ληφθεί υπόψη, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η βαρύτητα ενός εκάστου των αποφασιστικών κριτηρίων στις προαγωγικές κρίσεις της εναγομένης, η ενάγουσα δεν υπερτερεί καταφανώς έναντι της προαχθείσης συναδέλφου της. 6) Έναντι του συγκρινόμενου Ν. Κ. η ενάγουσα υπερτερεί ως προς την ειδική αρχαιότητα στο βαθμό του εντεταλμένου κατά ένα έτος, ως προς τους τίτλους σπουδών, αφού είναι κάτοχος πανεπιστημιακού πτυχίου και πτυχίου βρετανικού ινστιτούτου, ενώ ο συγκρινόμενος απόφοιτος μέσης εκπαίδευσης και ετησίου προγράμματος ...., ως προς τη γνώση ξένων γλωσσών, ως [προς] τον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων (11 σεμινάρια η ενάγουσα έναντι 4 του συγκρινόμενου) και ως προς το χρόνο ανάθεσης για πρώτη φορά υπεύθυνων καθηκόντων, αφού αυτή ανέλαβε θέση ευθύνης από 1-1-1997 ως προϊσταμένη τμήματος, ενώ ο συγκρινόμενος [από] 13-10-1997 επίσης ως προϊστάμενος τμήματος.
Είναι ισοδύναμοι στην αξιολόγηση, αφού και οι δύο έλαβαν το χαρακτηρισμό "εξαίρετη" και ως προς τη στάθμη των καθηκόντων, αφού και οι δύο εξελίχθηκαν μέχρι τη θέση ευθύνης του προϊσταμένου τομέα, με υπεροχή όμως της ενάγουσας στο χρόνο άσκησης των εν λόγω καθηκόντων κατά 2 έτη και 6,5 μήνες, αφού αυτή άσκησε καθήκοντα προϊσταμένης τομέα από 1-1-2002, ενώ ο συγκρινόμενος από 14-7-2004, ήτοι 5,5 μήνες πριν τις επίδικες προαγωγές.
Η ενάγουσα υστερεί έναντι του ως άνω συγκρινόμενου ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά 6 έτη. Με βάση τα παραπάνω και αφού ληφθεί υπόψη, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η βαρύτητα ενός εκάστου των αποφασιστικών κριτηρίων στις προαγωγικές κρίσεις της εναγομένης, η ενάγουσα υπερτερεί καταφανώς έναντι του προαχθέντος συναδέλφου της.
Επομένως η κρίση του αρμοδίου συμβουλίου της εναγομένης, που παρέλειψε την ενάγουσα στις ένδικες προαγωγικές κρίσεις για το βαθμό του υποδιευθυντή και προήγαγε τον ως άνω συγκρινόμενο, αδικεί κατ’ αντικειμενική κρίση αυτή κατάφωρα και έτσι η πλήρωση της αναβλητικής αιρέσεως υπό την οποία τελούσε η προαγωγή της εμποδίστηκε εναντίον της καλής πίστης.
Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ότι, κατά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 2005 στο βαθμό του υποδιευθυντή η ενάγουσα υπερείχε καταφανώς έναντι του πρώτου, τετάρτου, εβδόμου και ενάτου των συγκρινομένων συναδέλφων της Β. Κ., Φ. Γ., Β. Κ. και Ν. Κ. και ότι έπρεπε να προαχθεί αντί αυτών στον ως άνω βαθμό, εστω και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με την παρούσα (άρθρο 534 Κ.Πολ.Δ.), ορθώς κατ’ αποτέλεσμα κατέληξε και τα αντίθετα υποστηριζόμενα, ως προς τους ως άνω προαχθέντες, με το τρίτο λόγο της εφέσεως πρέπει να απορριφθούν ως κατ’ ουσίαν αβάσιμα.
Ενόψει των ανωτέρω και δεδομένου ότι ουσιώδες της αποφάσεως δεν είναι οι αιτιολογίες αλλά οι διατάξεις αυτής, παρέλκει η εξέταση του δευτέρου λόγου της εφέσεως, με τον οποίο η εκκαλούσα παραπονείται ότι εσφαλμένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι οι προαχθέντες Β. Κ., Π. Θ., Φ. Λ. και Φ. Γ., κατά τον κρίσιμο χρόνο των ένδικων προαγωγών (1-1-2005), δεν είχαν τον προβλεπόμενο από τον εσωτερικό κανονισμό εργασίας αυτής τυπικό προσόν της διετούς παραμονής στο βαθμό του εντεταλμένου, με αποτέλεσμα η προαγωγή τους να είναι παράτυπη, καθώς και του τρίτου λόγου της εφέσεως, κατά το σκέλος του με το οποίο η εκκαλούσα παραπονείται ότι εσφαλμένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι η ενάγουσα υπερτερούσε καταφανώς έναντι των προαχθέντων και προτεινομένων προς σύγκριση Π.
Θ. και Φ. Λ.. Η εναγόμενη προέβαλε παραδεκτά πρωτοδίκως τη διακωλυτική ένσταση ότι, και αν ακόμη η ενάγουσα υπερτερεί έναντι των προτεινομένων από αυτή προς σύγκριση συναδέλφων της κατά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 2005 δεν θα είχε δικαίωμα προαγωγής, διότι θα προήγοντο οι παραλειφθέντες συνάδελφοι της Σ.
Ζ., Γ. Φ., Γ. Π., Π. Κ., Α. Κ., Θ. Κ. και Σ. Π., οι οποίοι υπερείχαν απλώς αυτής. Με την εκκαλούμενη απόφαση κρίθηκε ότι οι αντιπροτεινόμενοι Θ. Φ. και Α. Κ. δεν υπερείχαν απλώς έναντι της ενάγουσας, ενώ παρέλκει η σύγκριση με τους λοιπούς πέντε αντιπροτεινόμενους, ενόψει του ότι κρίθηκε ότι η ενάγουσα υπερέχει έναντι έξι προαχθέντων συναδέλφων της, ενώ η εναγόμενη πρότεινε επτά παραλειφθέντες συναδέλφους της, μεταξύ των οποίων και οι δύο προαναφερθέντες.
Με τον τέταρτο λόγο της εφέσεως η εκκαλούσα παραπονείται ότι εσφαλμένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι ο Γ. Φ. και Α. Κ. δεν υπερείχαν απλώς της ενάγουσας και απέρριψε την ως άνω ένστασή της και ως εκ τούτου μόνο τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα αυτών θα ερευνηθούν προς σύγκριση με τα ίδια προσόντα της ενάγουσας.
Οι τελευταίοι είχαν τα ακόλουθα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα: 1) Γ. Φ.: Προσλήφθηκε από την εναγόμενη την 11-9-1997, ενώ από 11-12-1975 εργαζόταν στην απορροφηθείσα από την τελευταία εταιρεία "...." με το βαθμό του εντεταλμένου από 1-1-1993. Έχει απολυτήριο μέσης εκπαίδευσης, ενώ δεν αποδείχθηκε γνώση ξένης γλώσσας. Έχει παρακολουθήσει 5 επιμορφωτικά σεμινάρια.
Υπηρέτησε σε διάφορες θέσεις ευθύνης και ειδικότερα από 13-10-1997 ως προϊστάμενος του περ. τμήματος ρευστοποίησης και από 6-4-2001 ως προϊστάμενος του περ. τομέα υποστήριξης της περ. υποδιεύθυνσης, υποκατάστημα Πειραιά. Στο δελτίο αξιολόγησης του έτους 2004 έλαβε γενικό ποιοτικό χαρακτηρισμό "πρότυπη". 2) Α. Κ.:
Προσλήφθηκε από την εναγόμενη την 11-9-1997, ενώ από 20-4-1978 εργαζόταν στην απορροφηθείσα από την τελευταία εταιρεία "....", όπου προήχθη σε τμηματάρχη Α από 1-1-1995. Είναι κάτοχος πτυχίου οικονομικών και πολιτικών επιστημών της Σχολής Νομικών και Οικονομικών Επιστημών (Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης), ενώ δεν αποδείχθηκε γνώση ξένης γλώσσας Έχει παρακολουθήσει 10 επιμορφωτικά σεμινάρια.
Υπηρέτησε από 13-1-1995 ως προϊστάμενος του τμήματος εκδόσεων του κλάδου του υποκαταστήματος Θεσσαλονίκης και από 13-10-1997 στη θέση ευθύνης του προϊσταμένου της περ. υπηρεσίας αναλήψεων λοιπών κλάδων του υποκαταστήματος Θεσσαλονίκης. Στο δελτίο αξιολόγησης του έτους 2004 έλαβε γενικό ποιοτικό χαρακτηρισμό "πρότυπη".
Από την αντιπαραβολή και σύγκριση των προσόντων της ενάγουσας και των ως άνω συναδέλφων της, που αντιπροτείνονται από την εναγόμενη προς σύγκριση με αυτή, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα υπερτερεί του Γεωργίου Φωτόπουλου ως προς τους τίτλους σπουδών, αφού η ενάγουσα είναι κάτοχος πανεπιστημιακού πτυχίου και πτυχίου βρετανικού ινστιτούτου, ενώ ο συγκρινόμενος απόφοιτος μέσης εκπαίδευσης, ως προς τη γνώση ξένων γλωσσών, ως προς τον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων (11 σεμινάρια η ενάγουσα έναντι 5 του συγκρινόμενου), ως προς το χρόνο ανάθεσης για πρώτη φορά υπεύθυνων καθηκόντων αφού αυτή ανέλαβε θέση ευθύνης από 1-1-1997 ως προϊσταμένη τμήματος ενώ ο συγκρινόμενος 13-10-1997 επίσης ως προϊστάμενος τμήματος και ως προς την αξιολόγηση, αφού αυτή έλαβε το χαρακτηρισμό "εξαίρετη" ενώ ο συγκρινόμενος το χαρακτηρισμό "πρότυπη".
Είναι ισοδύναμοι ως προς τη στάθμη των υπεύθυνων καθηκόντων, αφού και οι δύο εξελίχθηκαν μέχρι τη. θέση ευθύνης του προϊσταμένου τομέα. Η ενάγουσα υστερεί έναντι του ως άνω συγκρινόμενου ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά 8 έτη και 6 μήνες και ως προς την ειδική αρχαιότητα στο βαθμό του εντεταλμένου κατά 9 έτη. 2) Ως προς τον Α.
Κ. η ενάγουσα υπερτερεί ως προς τους τίτλους σπουδών αφού η ενάγουσα είναι κάτοχος και πτυχίου βρετανικού ινστιτούτου, ως προς τη γνώση ξένων γλωσσών και ως προς τη στάθμη των υπεύθυνων καθηκόντων αφού αυτή εξελίχθηκε μέχρι τη θέση ευθύνης του προϊσταμένου τομέα ενώ ο συγκρινόμενος άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα μόνο προϊσταμένου τμήματος.
Είναι ισοδύναμοι ως προς την αξιολόγηση αφού και οι δύο έλαβαν το χαρακτηρισμό "εξαίρετη", ενώ η ενάγουσα υστερεί έναντι του συγκρινόμενου ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά 6 έτη και 2 μήνες, ως προς τον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων (11 σεμινάρια η ενάγουσα έναντι 10 του τελευταίου), υπεροχή όχι σημαντική, και ως προς το χρόνο ανάθεσης για πρώτη φορά υπεύθυνων καθηκόντων αφού αυτή ανέλαβε θέση ευθύνης από 1-1-1997 ως προϊσταμένη τμήματος ενώ ο συγκρινόμενος 13-1-1995 επίσης ως προϊστάμενος τμήματος.
Ως προς την ειδική αρχαιότητα στο βαθμό του εντεταλμένου δεν είναι δυνατή η σύγκριση, αφού από τον υπηρεσιακό φάκελο του συγκρινόμενου δεν προκύπτει η ημεροχρονολογία προαγωγής του στον εν λόγω βαθμό. Με βάση τα παραπάνω και αφού εκτιμηθούν συνολικά τα ως άνω αξιολογικά στοιχεία, ανάλογα με τη βαρύτητά τους, δεν προκύπτει απλή υπεροχή των ως άνω παραλειφθέντων έναντι της ενάγουσας και επομένως δεν θα είχε προαχθεί ένας εξ αυτών αν δεν είχαν προαχθεί οι προτεινόμενοι με την αγωγή Β.
Κ., Φ. Γ., Β. Κ. και Ν. Κ., έναντι των οποίων κατά τα προαναφερόμενα υπερτερεί καταφανώς ο ενάγων". Με βάση αυτές τις παραδοχές και αφού αντικατέστησε μερικώς τις αιτιολογίες της εκκαλούμενης αποφάσεως με τις πιο πάνω, το εφετείο απέρριψε την έφεση της εναγομένης κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή, είχε αναγνωρισθεί ότι η εναγουσα έπρεπε να προαχθεί από την εναγομένη στο βαθμό της υποδιευθύντριας από την 1-1-2005 και είχε υποχρεωθεί η δεύτερη να καταβάλει στην πρώτη τα ποσά των 64.280,33 και των 3.000 ευρώ για διαφορές αποδοχών και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης αντίστοιχα.
Έτσι που έκρινε το εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., ήτοι στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού διέλαβε σ’ αυτήν αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα έναντι ποίων εκ των προταθέντων προς σύγκριση ένδεκα συναδέλφων της υπερείχε καταφανώς η ενάγουσα.
Συγκεκριμένα, ενώ αρχικά στις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως διαλαμβάνεται ότι η ενάγουσα υπερείχε καταφανώς των προαχθέντων κατά τις ανωτέρω προαγωγικές κρίσεις της 1-1-2005 συναδέλφων της Β. Κ., Φ. Γ. και Ν. Κ. (τριών) και ότι δεν υπερείχε αυτή καταφανώς της Β. Κ., ακολούθως σ’ αυτές διαλαμβάνεται ότι η ενάγουσα υπερείχε καταφανώς των Β.
Κ., Φ. Γ., Β. Κ. και Ν. Κ. (τεσσάρων). Επομένως ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ. Α.Π. 25/2003).
Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 281, 297 και 298 Α.Κ. προκύπτει ότι ο εργοδότης, εναγόμενος από μισθωτό του για παράλειψη της προαγωγής του κατά παράβαση του άρθρου 281 Α.Κ. ή εκείνων των άρθρων 201 και 207 Α.Κ., έχει το δικαίωμα να προβάλει προς άμυνα κατά της αγωγής διακωλυτική ένσταση κατά της αξιώσεως του μισθωτού προς προαγωγή, η οποία ένσταση θεμελιώνεται στον ισχυρισμό της απλής υπεροχής ενός ή περισσοτέρων συναδέλφων του ενάγοντος, οι οποίοι θα είχαν προαχθεί αντ’ αυτού, αν δεν είχαν προαχθεί κατά παράλειψή του οι αναφερόμενοι στην αγωγή.
Η ένσταση αυτή δεν συνιστά δόλια συμπεριφορά του εργοδότη ούτε αντίκειται στις αρχές της καλής πίστεως, σε περίπτωση δε ευδοκιμήσεώς της επιφέρει απλώς τη διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παραλείψεως της προαγωγής του ενάγοντος και της προαγωγής των προτεινομένων από αυτόν προς σύγκριση με την αγωγή του (Α.Π. 215/2017, 287/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση η εναγομένη παραδεκτά είχε προβάλει πρωτοδίκως και είχε επαναφέρει με λόγο εφέσεως τη διακωλυτική ένσταση και συγκεκριμένα είχε ισχυρισθεί ότι, και αν ακόμη υποτεθεί ότι η ενάγουσα υπερείχε καταφανώς των προαχθέντων συναδέλφων της, και πάλι δεν θα προήγετο στο βαθμό της υποδιευθύντριας διότι θα προήγετο ένας από τους προτεινόμενους προς σύγκριση επτά συναδέλφους της (Σ.
Ζ., Γ. Φ., Γ. Π., Π. Κ., Α. Κ., Θ. Κ. και Σ. Π.), οι οποίοι υπερείχαν αυτής. Το εφετείο, αφού κατά τα προεκτεθέντα δέχθηκε με αντιφατικές αιτιολογίες ότι η ενάγουσα υπερείχε καταφανώς τριών ή τεσσάρων συναδέλφων της (δεχόμενο άλλοτε ότι υπερέχει και της Β. Κ. και άλλοτε ότι δεν υπερέχει αυτής), ακολούθως, κατά την έρευνα της ανωτέρω νομίμως προταθείσης διακωλυτικής ενστάσεως της εναγομένης, προέβη σε σύγκριση προσόντων μόνο με δύο εκ των προτεινομένων προς σύγκριση με την ένσταση (Γ.
Φ. και Α. Κ.). Δέχθηκε δε ότι από τη σύγκριση των ουσιαστικών προσόντων των ανωτέρω δύο συναδέλφων της "δεν προκύπτει απλή υπεροχή των ως άνω παραλειφθέντων έναντι της ενάγουσας", παραλείποντας να εξετάσει τα ουσιαστικά προσόντα και των λοιπών πέντε και να τα συγκρίνει με αυτά της ενάγουσας. Με την κρίση του αυτή και συγκεκριμένα μη λαμβάνοντας υπόψη στο σύνολό της την ανωτέρω ένσταση της εναγομένης (η οποία αποτελεί πράγμα κατά την προεκτεθείσα έννοια) αλλά μέρος μόνο αυτής, το εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ.
β Κ.Πολ.Δ., αφού η τυχόν παραδοχή της προαναφερθείσης ενστάσεως θα οδηγούσε στην κατάλυση του δικαιώματος της ενάγουσας προς προαγωγή και ακολούθως σε απόρριψη της αγωγής ως ουσιαστικά αβάσιμης. Τούτο δε διότι, αν το εφετείο και αφού προέβαινε προηγουμένως σε σύγκριση των ουσιαστικών προσόντων της ενάγουσας με αυτά των εν λόγω λοιπών πέντε προταθέντων με τη διακωλυτική ένσταση και μη προαχθέντων συναδέλφων της, έκρινε (ενδεχομένως) ακολούθως ότι αυτοί υπερείχαν εκείνης, τότε και πάλι δεν θα έπρεπε να προαχθεί η ενάγουσα (η οποία κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης υπερείχε καταφανώς έναντι τεσσάρων προαχθέντων συναδέλφων της), αφού θα προήγοντο στις θέσεις των προαχθέντων (τεσσάρων) τέσσερις εκ των ως άνω πέντε μη προαχθέντων επίσης συναδέλφων της, οι οποίοι υπερείχαν εκείνης, δεχόμενο δηλαδή έτσι την ουσιαστική βασιμότητα της ενστάσεως.
Συνεπώς ο δεύτερος κατά το πρώτο σκέλος του λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια αυτή, είναι βάσιμος.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή των προαναφερθέντων (δευτέρου κατά το πρώτο σκέλος του και τρίτου) λόγων αναιρέσεως, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), να συμψηφισθεί δε στο σύνολό της η εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των διαδίκων (άρθρα 179 περ. β και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη 1359/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Συμψηφίζει στο σύνολό της την εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαρτίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Αυγούστου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ