Legislator Case Law & Legislation
1451/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against railway company for failure to prove tort liability and illegal damage.

Case Number 1451/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's judgment in favor of the Hellenic Railways Organization (OSE). The appellants argued that OSE committed a tort by failing to compensate for damage to a plane tree in a public green space, claiming the area had become public property. The court found that the lower court correctly applied civil code provisions regarding tort liability and rejected the claim that the space was legally public, noting the appellants failed to prove the necessary elements of unlawful and culpable conduct.

Legislator headnote

AI generated

Articles 297, 298, 299, 914, 932 of the Civil Code; A tort claim requires proof of unlawful and culpable conduct, actual damage, and a causal link, which the appellants failed to establish regarding the railway company's liability for the damaged tree.

Keywords

AI generated
tort liability civil code provisions railway company public green space causal link court of appeal supreme court appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 914 of the Civil Code
Articles 297, 298, 299, 914, 932 of the Civil Code
Article 28 of Law 1337/1983
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1451 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1451/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Α. Ι. του Ι., κατοίκου ..., 2. Ν. Ι. του Ι., κατοίκου ..., 3. Β. συζ. Ν. Ι., το γένος Τ. Λ., κατοίκου ..., 4. Ι. Ι. του Ν., κατοίκου ..., 5.Δ. Ι. του Ν., ανήλικης κατά την άσκηση της αγωγής και ήδη ενηλικιωθείσας, κατοίκου ..., 6. Σ. συζ. Χ. Γ. Θ. το γένος Μ. Ι., κατοίκου ..., 7. Α. συζ. Τ. Β. το γένος Π. Μ., κατοίκου ..., 8. Γ. χας Σ. Α., κατοίκου ..., 9. Ν. Α. του Σ., 10. Β. Α. του Σ., κατοίκου ..., 11. Μ.-Ο. Α. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Αλμπανίδη.

Του αναιρεσιβλήτου: Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδας (ΟΣΕ) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονυσάτο Σπυρογιάννη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1 Αυγούστου 2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Έδεσσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 173/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 835/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10 Ιανουαρίου 2013 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αριστείδης Πελεκάνος, ανέγνωσε την από 9 Δεκεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης κατά της απόφασης 835/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 330 ΑΚ, προκύπτει ότι, για να θεμελιωθεί υποχρέωση προς αποζημίωση από αδικοπραξία, απαιτείται α) παράνομη συμπεριφορά προσώπου, δηλαδή ενέργεια ή παράλειψη, που αντίκειται σε συγκεκριμένο επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου ή σε γενική επιταγή της έννομης τάξης και προσβάλλει δικαίωμα ή προστατευόμενο έννομο συμφέρον άλλου προσώπου, β) υπαίτια συμπεριφορά, δηλαδή ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενη σε δόλο ή αμέλεια, γ) επέλευση ζημίας άλλου προσώπου (παθόντος) και δ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του υπόχρεου και της ζημίας του παθόντος.

Η μη τήρηση ή η πλημμελής τήρηση των προστατευτικών κανόνων δικαίου παρέχει αξίωση αποζημίωσης στους ιδιώτες που βλάπτονται, μόνο όταν οι κανόνες αυτοί αποσκοπούν στην προστασία των ατομικών συμφερόντων αποκλειστικά ή παράλληλα με την προστασία του γενικού συμφέροντος, ενώ δεν παρέχει τέτοια αξίωση η παράβαση δικαιικών κανόνων, που προστατεύουν μόνο το γενικό συμφέρον.

Η παράλειψη είναι παράνομη όταν υπάρχει υποχρέωση για ορισμένη ενέργεια έναντι συγκεκριμένου προσώπου ή της ολότητας, η οποία μπορεί να πηγάζει από τον νόμο, από δικαιοπραξία ή από τη συναλλακτική καλή πίστη κατά τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, γεγονός που συμβαίνει ιδίως όταν με ενέργειες του υπαιτίου δημιουργείται πραγματική κατάσταση επικίνδυνη για τα δικαιώματα και τα έννομα συμφέροντα τρίτων.

Παράνομη συμπεριφορά, ως αντικειμενικό στοιχείο θεμελίωσης δικαιοπρακτικής ευθύνης, συνιστά και κάθε ενέργεια ή παράλειψη, η οποία παραβιάζει το αντικειμενικό μέτρο της επιμέλειας, που τηρεί ο μέσος συνετός άνθρωπος του ίδιου συναλλακτικού κύκλου με τον υπόχρεο, ο οποίος οφείλει και αυτός να δείξει τον ίδιο με εκείνον βαθμό επιμέλειας, ώστε να μπορεί να προβλέπει και να αποφεύγει την προσβολή των αγαθών και των εννόμων συμφερόντων τρίτων προσώπων.

Σ' αυτή την περίπτωση η ίδια αμελής αντισυναλλακτική συμπεριφορά συγκεκριμένου προσώπου θεμελιώνει συγχρόνως και υπαιτιότητα αυτού σε βαθμό αμέλειας ως αναγκαία υποκειμενική προϋπόθεση της αδικοπρακτικής ευθύνης, η οποία, στον χώρο του αστικού δικαίου, κρίνεται με τα ίδιο αντικειμενικό μέτρο - κριτήριο, των δυνατοτήτων του μέσου συνετού και ευσυνείδητου προσώπου (άρθρο 330 εδ.

β' ΑΚ). Αντίθετα, αν η εκάστοτε κρινόμενη συμπεριφορά δεν αποκλίνει από την αντίστοιχη του μέσου συνετού και ευσυνείδητου ανθρώπου, δεν θεμελιώνει καμία από τις προαναφερόμενες αδικοπρακτικές προϋποθέσεις, της παράνομης και υπαίτιας πράξης. Περαιτέρω, ως ζημία νοείται η διαφορά μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης του προσώπου που διαμόρφωσε η ζημιογόνος πράξη και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτή, ενώ δικαιούχος της αποζημίωσης από αδικοπραξία είναι εκείνος που ζημιώθηκε αμέσως από αυτή, δηλαδή ο φορέας του δικαιώματος ή του προστατευόμενου συμφέροντος, που προσβλήθηκε από την αδικοπραξία.

Σύμφωνα δε με την αρχή της πρόσφορης αιτιότητας (causa adaequata) που κρατεί στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αποζημιώνεται η ζημία εάν συνδέεται και στην έκταση που συνδέεται με πρόσφορη αιτιώδη σχέση προς τη ζημιογόνο πράξη του υπαιτίου, πράγμα που υπάρχει, όταν η τελευταία (ζημιογόνος πράξη) δεν συνέβαλε απλώς ως αναγκαίος όρος (conditio sine qua non) στο επιζήμιο αποτέλεσμα, αλλά, κατά τον χρόνο και υπό τους όρους που αυτή έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση εκτάκτων περιστατικών, να επιφέρει τη συγκεκριμένη ζημία.

Σε περίπτωση που η ζημία προήλθε από κοινή πράξη περισσότερων προσώπων (διάφορες μορφές συμμετοχής και συναιτιότητας), κατά το άρθρο 926 ΑΚ, ενέχονται (εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι αδικοπρακτικής ευθύνης) όλοι εις ολόκληρο για αποζημίωση ή/και για εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του παθόντος ή, σε περίπτωση θανάτωσης αυτού, για εύλογη χρηματική ικανοποίηση των μελών της οικογενείας του λόγω ψυχικής οδύνης (άρθρο 932 ΑΚ).

Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, εάν διαπιστωθεί συντρέχον πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, κατά τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει καθόλου αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής. Επίσης, σε διαφορές από αδικοπραξία, δεν ελέγχεται αναιρετικά η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη και την έκταση της ζημίας, την τέλεση της παράνομης πράξης και για άλλα πραγματικά ζητήματα θεμελιωτικά των όρων αδικοπρακτικής ενοχής.

Αντίθετα, ελέγχεται αναιρετικά η κρίση αυτού για υπαγωγή των εν λόγω περιστατικών στον εφαρμοστέο νομικό κανόνα, και ειδικότερα για τα νομικά ζητήματα α) αν είναι αποζημιωτέα ή όχι η ζημία κατά τον νόμο και αν αυτή έχει προκληθεί παράνομα ή όχι, β) αν συγκροτείται ή όχι η έννοια της υπαιτιότητας του υπόχρεου και γ) αν υπάρχει ή όχι αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημιογόνου πράξης και ζημίας.

Ειδικότερα, ως προς τη συνδρομή αιτιώδους συνδέσμου, η αποδεικτικά αντλούμενη παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας, ότι η παράνομη πράξη επέφερε ως αναγκαίος όρος στη συγκεκριμένη περίπτωση τη ζημία, συνιστά πραγματικό ζήτημα και δεν ελέγχεται αναιρετικά. Αντίθετα, αποτελεί νομικό ζήτημα και ελέγχεται αναιρετικά, το αν η σχετική παράνομη πράξη, καθεαυτή, κρινόμενη αντικειμενικά και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν, κατά την αρχή της πρόσφορης αιτιότητας, ικανή να επιφέρει τη ζημία.

Εξάλλου, η διαμόρφωση σε κοινόχρηστο χώρο ιδιωτικού ακινήτου, που βρίσκεται σε περιοχή ενταγμένη σε σχέδιο πόλεως, καταρχήν, δεν καθιστά το σχετικό ακίνητο κοινόχρηστο και δεν στερεί τον ιδιοκτήτη του από το δικαίωμα κυριότητας που έχει σ' αυτό, εάν δεν λάβει προηγουμένως χώρα αναγκαστική απαλλοτρίωση του ακινήτου και δεν καταβληθεί ή δεν παρακατατεθεί νόμιμα η ανάλογη αποζημίωση, σύμφωνα με το 17 του Συντάγματος.

Κατ' εξαίρεση, ιδιωτικό ακίνητο καθίσταται κοινόχρηστο, χωρίς την καταβολή αποζημίωσης, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι όροι εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 28 του ν. 1337/1983 (για την επέκταση πολεοδομικών σχεδίων κλπ.), και ειδικότερα εφόσον α) προβλέπεται από το εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως ως κοινόχρηστος χώρος και β) η κοινοχρησία είναι αποτέλεσμα της ρητής ή σιωπηρής βούλησης του ιδιοκτήτη ή προκύπτει από πραγματική κατάσταση που διατηρήθηκε για μακρό χρόνο με την ανοχή του ιδιοκτήτη.

Από αυτά παρέπεται ότι, για να καταστεί ιδιωτικό ακίνητο κοινόχρηστο και να μετατεθεί η κυριότητά του στον οικείο Ο.Τ.Α., δεν αρκεί οποιαδήποτε διάθεση του ακινήτου στην κοινή χρήση, αλλά πρέπει είτε να έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία αναγκαστικής απαλλοτρίωσής του υπέρ του Ο.Τ.Α. με την καταβολή ή παρακατάθεση της σχετικής αποζημίωσης είτε να συντρέχουν σωρευτικά οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις, η συνδρομή των οποίων ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια (Ολ.ΣτΕ 774/1987, ΑΠ 307/2012).

Ο προβλεπόμενος από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς, στοιχειοθετείται όταν, με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόζεται, παρότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν εφαρμόζεται χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (Ολ.

ΑΠ 4/2005), η δε σχετική παραβίαση εκδηλώνεται είτε με εσφαλμένη ερμηνεία είτε με εσφαλμένη εφαρμογή αυτού (ΟλΑΠ 8/2006).

Επίσης ο προβλεπόμενος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης στοιχειοθετείται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου, Αντίθετα, ο σχετικός λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν πρόκειται για ασάφειες ή ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, δηλαδή στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού, καθώς και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, που διατυπώνεται με σαφήνεια και βεβαιότητα.

Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου, αντίστοιχα, τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 914 και 932 ΑΚ.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: "Στις 8/8/2002 και περί τις μεσημβρινές ώρες κι ενώ η Ε. χήρα Ι. Ι., το γένος Μ. και Κ. Ι., μαζί με την όγδοη ενάγουσα Α. Β., κάθονταν σε παγκάκι στον χώρο του Σιδηροδρομικού Σταθμού Έδεσσας αναμένοντας την έλευση του τραίνου προκειμένου να επιβιβασθούν σ' αυτό για να μεταβούν στην Ά., έσπασε ο κορμός, κατά το μεγαλύτερο μέρος του από έναν παληό παρακείμενο πλάτανο, σε σημείο 2-3 μέτρων από το έδαφος κι έπεσε μαζί με κλαδιά και φύλλα στο έδαφος προς το μέρος που βρίσκονταν οι παραπάνω γυναίκες.

Με την πτώση αυτή το δέντρο κτύπησε τις δύο γυναίκες με συνέπεια να προκαλέσει στην Ε. Ι., βαρύτατες εγκεφαλικές κακώσεις, όπως αυτές καταγράφονται στην από 13-08-2002 έκθεση νεκροψίας του ιατρού παθολογοανατόμου Λ. Π. εξαιτίας των οποίων επήλθε ο θάνατος της αμέσως. Από την πτώση του δένδρου, ακόμη, τραυματίστηκε και η όγδοη ενάγουσα υποστάσα κάκωση κεφαλής-θλαστικό τραύμα τριχωτού κεφαλής δεξιά βρεγματικού και εκδορές στην ωμοπλατιαία χώρα, στην δεξιά οσφυϊκή χώρα και στον δεξιό βραχίονα, πέραν δε αυτών, εξαιτίας της ιδίας πτώσης προκλήθηκαν "και υλικές ζημιές στο υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ΝΕΖ ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του (ήδη αποβιώσαντος την 23-10-2002) Σ. Α.. Περαιτέρω, από την διενεργηθείσα αυτοψία του πλάτανου από τον Δασάρχη Έδεσσας, προέκυψε, σε σχέση με την κατάσταση του δέντρου, ότι ο κορμός του ήταν ξερός στο μεγαλύτερο τμήμα του και χλωρός σ' ένα πολύ μικρό του τμήμα και ότι οι υπάρχουσες τομές στην βάση του έγιναν μετά ή κατά την ημερομηνία του ατυχήματος (βλ.

το υπ' αριθμ. πρωτ. 2575/22-08-2002 έγγραφο του Δασαρχείου Έδεσσας). Όπως δε αποδείχθηκε οι τομές αυτές στην βάση του δένδρου έγιναν την ίδια μέρα από υπαλλήλους του Δήμου που προσέτρεξαν να καθαρίσουν τον χώρο από τα τμήματα αυτού που κατέπεσαν κι επιχείρησαν να το κόψουν από την βάση του με αλυσοπρίονο, πράγμα που από την αρχή δεν κατέστη δυνατόν και κόπηκε πολύ αργότερα από την ρίζα του.

Η πτώση του -δένδρου έγινε αφού την ίδια στιγμή ακούστηκε ένας έντονος θόρυβος από την απόσχιση του κορμού του και χωρίς να μεσολαβήσει οποιαδήποτε εξωτερική επενέργεια, (π.χ. ώθηση από οποιονδήποτε εξωγενή παράγοντα) δεδομένου και ότι οι καιρικές συνθήκες ήταν άριστες. Επομένως, η πτώση του παληού πλάτανου ήταν εξέλιξη της φυσικής του κατάστασης και τα αποτελέσματα που επέφερε η πτώση αυτή θα μπορούσαν να αποτραπούν με έγκαιρη αντιμετώπιση της (φυσικής κατάστασης), ήτοι, είτε με την κοπή του δένδρου ή μερών αυτού, ώστε να αποφευχθεί η πτώση του κορμού ή των κλαδιών του, είτε με την απαγόρευση της χρήσεως του χώρου γύρω από το δένδρο σε ακτίνα μεγαλύτερη απ' αυτήν στην οποία θα μπορούσε να πέσει ή να εκτοξευθεί δια της πτώσεως του κάποιο κλαδί του κλπ.

Ερευνητέο τυγχάνει, μετά ταύτα, αν ο πρώτος εναγόμενος-εκκαλών ΟΣΕ, (ως προς τον οποίον μόνο ερευνάται πλέον η υπόθεση από παρόν δικαστήριο μετά την απόρριψη του άνω λόγου της εφέσεως που αφορούσε τον δεύτερο εναγόμενο), όφειλε ή όχι να λάβει μέτρα προστασίας για την αποτροπή του κινδύνου πτώσεως, ώστε η παράλειψη του, σε περίπτωση ευθύνης του, να λάβει τέτοια μέτρα να στοιχειοθετεί αδικοπρακτική συμπεριφορά του εις βάρος των θιγέντων απ' αυτήν και να θεμελιώνει τις αγωγικές αξιώσεις αποζημίωσης από τις προκληθείσες ζημίες και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης και ηθικής βλάβης.

Συνομολογούμενο είναι το γεγονός ότι ο ανωτέρω πλάτανος βρισκόταν σε χώρο ιδιοκτησίας του. Σε σχέση με την επικαλούμενη απ' αυτόν έλλειψη ευθύνης του για την παράλειψη λήψεως μέτρων ώστε ν' αποφευχθεί η πτώση του δένδρου να λεχθούν τα εξής: Κατά το έτος 1987, ο δεύτερος εναγόμενος, Δήμος Έδεσσας, με το υπ' αριθμ.

πρωτ. 4946/10-07-1987 έγγραφό του προς τον πρώτο εναγόμενο, αφού γνωστοποίησε σ' αυτόν ότι προτίθεται να προβεί σε εξωραϊστικά έργα του χώρου μπροστά από το κτίριο επιβατών του Σιδηροδρομικού Σταθμού Έδεσσας, ότι με το έργο αυτό ο Δήμος Έδεσσας αποβλέπει αποκλειστικά και μόνο στην βελτίωση της αισθητικής του χώρου αυτού, που βρίσκεται σε εμφανές σημείο της πόλης κι ότι το έργο αυτό θα εκτελεσθεί από αυτόν αποκλειστικά από πόρους του Δημοτικού προϋπολογισμού για το οποίο ο δήμος έχει ήδη εγγράψει πίστωση 1.500.000 δραχμών και χωρίς καμία οικονομική υποχρέωση του ΟΣΕ, χωρίς διεκδίκηση εκ μέρους του δήμου δικαιωμάτων ιδιοκτησίας ή χρήσης από τον υπό διαμόρφωση χώρο, ακολούθως παρακαλεί αυτόν (πρώτο εναγόμενο) να συγκατατεθεί στην εκτέλεση του (παραπάνω έργου), όπως αποτυπώνεται στο συνημμένο με το παραπάνω έγγραφο σχέδιο.

Ο ΟΣΕ με τα υπ' αριθμ. πρωτ. 3030149/24-08-1987 (από την διεύθυνση περιφέρειας Θεσσαλονίκης) και 274044/Φ820-21-10/27 (από το τμήμα συντηρήσεως περιουσίας) έγγραφα του αποδέχθηκε την εφαρμογή του παραπάνω σχεδίου για τον εξωραϊσμό "της πλατείας του Σιδηροδρομικού Σταθμού" με το πρώτο απ' αυτά και "μπροστά στο κτίριο επιβατών του σταθμού Έδεσσας" με το δεύτερο, σύμφωνα με το υποβληθέν σχέδιο μελέτης και τους λοιπούς όρους (κάλυψη δαπάνης, συντήρηση και απαράβατο ιδιοκτησιακού καθεστώτος).

Κατόπιν όλων των παραπάνω πραγματοποιήθηκαν διάφορες επεμβάσεις από τον δεύτερο εναγόμενο και ειδικότερα δημιουργήθηκε "χώρος πρασίνου" μπροστά από το κτίριο επιβατών του Σιδηροδρομικού Σταθμού, με παρτέρια, λουλούδια, γρασίδι, καλλωπιστικά δένδρα, αποδίδοντας, η δημιουργία αυτή του Δήμου Έδεσσας, εικόνα πλατείας που χρησιμοποιούσαν όχι μόνο αυτοί που επρόκειτο να επιβιβασθούν ή είχαν αποβιβασθεί από τραίνο του ΟΣΕ, αλλά και διερχόμενοι πολίτες, επισκέπτες προς αναψυχή, ήτοι η πλατεία αυτή βρισκόταν στην διάθεση για χρήση από το εν γένει κοινό.

Η θέση του ανωτέρω πλατάνου (πριν την πτώση του), βρισκόταν σε χώρο μεν εκτός του απεικονιζόμενου στο προαναφερθέν έγγραφο σχέδιο του Δήμου Έδεσσας, αλλά σε σημείο ακριβώς δίπλα και συνεχόμενα προς τα δεξιά απ' αυτόν (γι' αυτόν που τον βλέπει από τον δρόμο) σε απόσταση 1 -2 μέτρων περίπου απ' αυτόν, δίπλα σε εκκλησάκι του ΟΣΕ.

Παρά το ότι στο προσκομισθέν από 10-07-1987 σχέδιο (συνημμένο στο 4946/10-07-1987 έγγραφο του δευτέρου εναγομένου) παρουσιάζεται ο χώρος στον οποίο ήταν ο πλάτανος ως ανεξάρτητος από τον υπόλοιπο χώρο στον οποίο είχε προγραμματιστεί η ανάπλαση, στην πραγματικότητα οι κατά τα άνω εργασίες εξωραϊσμού είχαν επεκταθεί και στον χώρο που αφορούσε τον εν λόγω πλάτανο στην βάση του οποίου, μάλιστα, οι αρμόδιοι υπάλληλοι του δευτέρου εναγομένου φύτεψαν γκαζόν και λουλούδια, ο χώρος δε αυτός παρουσίαζε ενιαία αισθητική ενότητα με τον όλο χώρο που περιλαμβανόταν στο ανωτέρω έγγραφο σχέδιο, ενώ δεν υπήρχε διαχωριστικό όριο (κάγκελα ή οτιδήποτε άλλο) που να σηματοδοτεί το πλαίσιο των υποχρεώσεων από απόψεως φροντίδας και του επίμαχου χώρου, ο οποίος βρισκόταν σε ενιαίο σύνολο με τον υπόλοιπο.

Μέχρι το επίδικο συμβάν την φροντίδα αλλά και τη συντήρηση ολόκληρου αυτού του χώρου είχε ο δεύτερος εναγόμενος δήμος δια των αρμοδίων υπαλλήλων του, κι ειδικότερα, μολονότι δεν του είχε παραχωρηθεί επίσημα η χρήση του από τον κύριο του χώρου (πρώτο εναγόμενο), στην πραγματικότητα αυτός φρόντιζε για το πότισμα του πρασίνου, των λουλουδιών, το κλάδεμα των δένδρων κλπ, ήτοι την διατήρηση της αισθητικής του χώρου, την καθαριότητα από χόρτα, σκουπίδια, κλαδιά, αλλά και τη συντήρηση και επίβλεψη αυτού.

Δραστηριότητα του πρώτου εναγομένου στον συγκεκριμένο χώρο όπου ήταν φυτεμένο το ένδικο δένδρο, συνισταμένη σε επίδειξη οποιασδήποτε μέριμνας δεν αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο. Η στάση αυτή του πρώτου εναγομένου, δικαιολογείται εύλογα, κατά παραδοχή των προβαλλομένων από τον ίδιο ισχυρισμών για την έλλειψη υπαιτιότητας του και ειδικότερα για την έλλειψη υποχρεώσεως του να εποπτεύει τον πλάτανο, κατ' επέκταση δε, να μεριμνήσει για την αποτροπή της πτώσης του εν προκειμένω, από το ότι ο δεύτερος εναγόμενος δήμος, εκουσίως είχε αναλάβει, κατά την προαναφερθείσα ανάπλαση της περιοχής, την εν γένει φροντίδα και αυτού, ως μέρος της όλης δράσης εξωραϊσμού, κατάσταση την οποία θεώρησε δεδομένη ο πρώτος όχι μόνο από την μέχρι τότε συμπεριφορά του Δήμου Έδεσσας να εποπτεύει αυτός και να συντηρεί ολόκληρη την εξωραϊσθείσα περιοχή χωρίς άλλωστε ουδέποτε να ζητήσει την συνδρομή του, αλλά κι ενόψει του ότι η χρήση του συγκεκριμένου χώρου αφορούσε όλους τους πολίτες κι όχι μόνο τους επιβάτες του ΟΣΕ.

Σημειωτέον ότι ο εναγόμενος δήμος είχε εγκαταστήσει και τα παγκάκια πλησίον του χώρου του πλατάνου, (σ' ένα εκ των οποίων κάθονταν οι ανωτέρω Ε. Ι. και Α. Β.) η χρήση των οποίων, με βάση τα προαναφερθέντα προορίζετο όχι μόνο για τους χρησιμοποιούντες τις υπηρεσίες του ΟΣΕ, αλλά και για όλους τους τυχόν ευρισκομένους στην περιοχή για οποιανδήποτε αιτία.

Πάνω από τα παγκάκια αυτά, τα οποία σύμφωνα με το ανωτέρω από 10-07-1987 σχέδιο, περιλαμβάνονται στον χώρο τον εξωραϊσμό του οποίου είχε αναλάβει κατά τα ανωτέρω ο δεύτερος εναγόμενος, εκτείνονταν τα κλαδιά του ένδικου πλατάνου, όπως φαίνεται στις φωτογραφίες, εκτιμάται δε, ότι για τον λόγο αυτό επιλέχθηκε να βρίσκονται τα παγκάκια στην θέση αυτή, ώστε, δηλαδή, να εξασφαλίζεται σκιά και δροσιά από το φύλλωμα του δένδρου για αυτούς που τα χρησιμοποιούν.

Έτσι, το ότι βρίσκονταν τα παγκάκια στην θέση αυτή δημιουργούσε για τον δήμο Έδεσσας και την πρόσθετη ευθύνη, θεμελιωμένη στις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 24 παρ. 1 του πδ 410/1995 (ΦΕΚ Α-231) "Κωδικοποίηση σε ενιαίο κείμενο νόμου, με τίτλο "Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας" των ισχυουσών διατάξεων του δημοτικού και κοινοτικού κώδικα όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν", να μεριμνά για την ασφάλεια των πολιτών από την πτώση των κλαδιών κλπ του δένδρου.

Υπό τις συνθήκες αυτές δεν θα μπορούσε και να υποστηριχθεί ότι ο χώρος γύρω από τον επίδικο πλάτανο αποτελούσε χώρο αναμονής των χρησιμοποιούντων τις υπηρεσίες του πρώτου εναγομένου, για τον πρόσθετο λόγο ότι ο χώρος αυτός ουδέποτε είχε προσδιοριστεί μ' οποιονδήποτε τρόπο, ως τέτοιος, (όπως είναι π.χ.

ο χώρος εντός του κτιρίου των εγκαταστάσεων αυτού). Ότι την εν γένει επιμέλεια κι εποπτεία του χώρου στον οποίο ήταν φυτεμένος ο ανωτέρω πλάτανος είχε αναλάβει ο Δήμος Έδεσσας προκύπτει, μεταξύ άλλων και από την μετά λόγου γνώσεως κατάθεση στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου Δ. Π. (που εξετάστηκε με επιμέλεια των εναγόντων), ο οποίος διατηρεί φαρμακείο στον πεζόδρομο, στην περιοχή μικρά καταραχτάκια, κι από προσωπική του αντίληψη βεβαίωσε ότι και τον χώρο που αφορούσε τον εν λόγω πλάτανο τον φρόντιζαν τα συνεργεία του Δήμου, τα οποία και κατά το παρελθόν είχαν κλαδέψει τον πλάτανο αυτό, κατά κοινή διαπίστωση και συμπολιτών του στην Έδεσσα.

Τα όσα αναφέρει ο άνω μάρτυρας ενισχύονται και από την κατάθεση του μάρτυρα Α. Σ., (που εξετάστηκε με επιμέλεια του εναγομένου ΟΣΕ) ο οποίος, έχοντας γνώση από την ιδιότητά του, ως υπάλληλος του ΟΣΕ από το έτος 1985, αρνήθηκε τον χαρακτήρα του χώρου στον οποίο βρισκόταν ο πλάτανος, ως χώρου αναμονής των επιβατών (και την συνακόλουθη υποχρέωση του ΟΣΕ να τον επιβλέπει ως τέτοιο) και βεβαίωσε την αποκλειστική επέμβαση μόνο του εναγομένου Δήμου Έδεσσας στην διευθέτηση όλων των ζητημάτων του χώρου που έχει αναπλάσει βάσει του ανωτέρω σχεδίου του.

Δεν αναιρούνται δε τα παραπάνω από την κατάθεση της μάρτυρος Φ. Γ., (που εξετάστηκε με επιμέλεια του εναγομένου Δήμου Έδεσσας) δημοτική υπάλληλο του ανωτέρω Δήμου, η οποία περιέχεται στα ίδια πρακτικά με τις καταθέσεις των παραπάνω μαρτύρων, αφού η μάρτυρας αυτή (που έκανε την μελέτη και υπέγραψε το τοπογραφικό του έργου) αγνοεί, όπως δήλωσε, ποιος φροντίζει, φυτεύει, ποτίζει κλπ τον συγκεκριμένο χώρο, αλλά και τον θεσμικό ρόλο των οργάνων του Δήμου Έδεσσας σε σχέση με αυτόν.

Κυρίως, όμως, στηρίζει την κρίση του το δικαστήριο, περί του ότι ο τελευταίος είχε αναλάβει αποκλειστικά την φροντίδα και εποπτεία και του χώρου του πλατάνου και της αντίστοιχης πεποιθήσεως γι' αυτό εκ μέρους του πρώτου εναγόμενου από την εξέλιξη των γεγονότων σε σχέση με το συμβάν, και συγκεκριμένα από τα κατωτέρω:

Μετά από σχετικά παράπονα που διατυπώθηκαν από τους εκμεταλλευόμενους το παρακείμενο στον ΟΣΕ εστιατόριο για πτώσεις κλαδιών από τα εκεί υπάρχοντα πλατάνια, επισκέφθηκαν τον χώρο αυτό ο Δήμαρχος της Έδεσσας, μαζί με τον υπάλληλο του, γεωπόνο Δ. Μ., ως αρμόδια όργανα του δευτέρου εναγομένου κι έκαναν αυτοψία στον ένδικο πλάτανο.

Κατά την αυτοψία αυτή διαπίστωσαν την ξηρότητα του πλατάνου και την επικινδυνότητα του. Στην συνέχεια ο άνω εναγόμενος Δήμος απέστειλε προς το Τμήμα Πολεοδομίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Πέλλας το με αριθμό 10475/12-07-2002 έγγραφο του, το οποίο συνέταξε ο ανωτέρω υπάλληλος του Δ. Μ. και υπέγραψε ο αντιδήμαρχος του Δήμου Έδεσσας Ι.

Τ. και το οποίο είχε το παραπάνω περιεχόμενο: "Μετά από επιτόπιο έλεγχο που πραγματοποιήσαμε στον χώρο του Σιδηροδρομικού Σταθμού Έδεσσας διαπιστώσαμε ότι το μεγαλύτερο τμήμα του πλάτανου που βρίσκεται δίπλα στο εκκλησάκι του σταθμού είναι ξερό εκτός από έναν βραχίονα. Για λόγους προστασίας των διερχομένων από τυχόν πτώση κλάδων ζητούμε την άδεια να κλαδέψουμε το δένδρο αφαιρώντας όλα τα ξερά και άρρωστα τμήματα του".

Τον πρώτο εναγόμενο ουδόλως ενημέρωσε ο δεύτερος για τα συμβάντα, ούτε του ανακοίνωσε την πρόθεση του να επέμβει, ούτε την αποστολή του εγγράφου στην πολεοδομία. Κατόπιν του εγγράφου αυτού εκδόθηκε η με αριθμό 12555/31-07-2007 απόφαση του Τμήματος Πολεοδομίας με την οποία επιτράπηκε στον εναγόμενο Δήμο να αφαιρέσει τα ξερά και άρρωστα τμήματα του ανωτέρω πλατάνου για λόγους προστασίας των διερχομένων.

Πλην όμως και χωρίς να προλάβει να προβεί σε οποιαδήποτε επέμβαση ο Δήμος Έδεσσας, έπεσε στις 08-08-2002 ο πλάτανος επιφέροντας τα παραπάνω αποτελέσματα. Από τα παραπάνω προφανές καθίσταται ότι και ο Δήμος είχε εδραιωμένη αντίληψη και την πεποίθηση ότι η εποπτεία του χώρου στον οποίο βρισκόταν ο πλάτανος και η τήρηση των κανόνων ασφαλείας της υγείας και ζωής των πολιτών από πιθανή πτώση των ξερών και άρρωστων κλάδων και τμημάτων του ανάγονταν αποκλειστικά στον κύκλο των υποχρεώσεων του.

Τούτο μαρτυρά το γεγονός ότι την παραπάνω επιστολή του δεν κοινοποίησε στον εναγόμενο ΟΣΕ για την ανάληψη οποιασδήποτε ευθύνης ή συμμετοχής του στην διεκπεραίωση του συγκεκριμένου ζητήματος, περί των οποίων δεν γίνεται αναφορά ούτε και στην επιστολή αυτή. Αλλά κι ούτε αποδείχθηκε ότι είχε απευθυνθεί προς αυτόν, δια των αρμοδίων οργάνων του, ρητά ή σιωπηρά σε προγενέστερο χρόνο, ενόψει της ανακυψάσης ανάγκης της κοπής μερών από τον επικίνδυνο πλάτανο, όπως θα συνέβαινε εάν υπολόγιζε ως υπεύθυνο ή συνυπεύθυνο για τις συγκεκριμένες ενέργειες και αυτόν, οπότε κατά λογική ακολουθία θα έπρεπε να τον ενημερώσει αναλόγως.

Κι ακόμη, μετά το συμβάν ο Δήμος Έδεσσας έσπευσε δια των αρμοδίων υπαλλήλων του για την κοπή του κορμού και των κλαδιών του πεσμένου δένδρου, χωρίς να μεσολαβήσει κλήση των αρμοδίων οργάνων του ΟΣΕ να αναλάβουν ή να συνδράμουν στην δράση αυτή. Αλλά και οι εκ των εναγόντων Ν. Ι. και Α. Ι., τέκνα της θανούσης εξεταζόμενοι ως πολιτικώς ενάγοντες στην ποινική δίκη για τον θάνατο της μητέρας τους, Ε.

Ι., κατέθεσαν την διαπίστωση αλλά και πεποίθεση τους ότι αρμόδιος για την φροντίδα, επίβλεψη κλπ της περιοχής είναι ο Δήμος, αποκλείοντας έτσι την ευθύνη του πρώτου εναγομένου (βλ. στα πρακτικά της 3149/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης αντιστοίχως "..Ο πλάτανος βρισκόταν μέσα στον χώρο του οποίου την εποπτεία είχε ο Δήμος ...

η ιδιοκτησία μπορεί ν' ανήκει στον ΟΣΕ αλλά η περιοχή είναι του Δήμου ..." και "... Η χρήση του χώρου ανήκει στον Δήμο, έχω δει φορτηγάκι του Δήμου με εργάτες να φροντίζουν τα δένδρα και τα λουλούδια"), καθώς και η εξετασθείσα ως μάρτυρας στην ίδια δίκη Α. Β., όγδοη ενάγουσα, εξέφρασε τις ίδιες απόψεις ("Υπάλληλο ΟΣΕ δεν είδα να τα φροντίζει (δένδρα)., και μετά που έπεσε το δέντρο υπάλληλοι του Δήμου το απομάκρυναν ...

κάθε φορά που κατεβαίνω το παρκάκι και τα λουλούδια τα περιποιούνται υπάλληλοι του Δήμου ..." βλ. τα ίδια πρακτικά). Εξάλλου, ο εναγόμενος Δήμος ούτε κατά το παρελθόν, όταν παρέστη ανάγκη να προβεί σε ανάλογες ενέργειες (κοπή κλαδιών), είχε αναφέρει την ανάγκη αυτήν στον ΟΣΕ, είτε ζητήσει την έγκριση, ή αποδοχή του (βλ.

κατάθεση μάρτυρος Δ. Μ. στα πρακτικά της εκκαλουμένης). Πρέπει, στο σημείο αυτό να σημειωθεί ότι με την 3149/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κρίθηκε ένοχος ανθρωποκτονίας από αμέλεια εις βάρος της προαναφερθείσης Ε. Ι. και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 12 μηνών ο προαναφερθείς Ι. Τ., αντιδήμαρχος του δευτέρου εναγομένου, για την παράλειψη της υποχρεώσεως του να κόψει τα ξερά τμήματα του πλατάνου, ως αποκλειστικά υπεύθυνος και αρμόδιος, μαζί με τον ανωτέρω αναφερόμενο Δ.

Μ., γεωπόνο του Δήμου Εδέσσης, σε θέματα περιβάλλοντος του Δήμου, ο οποίος αθωώθηκε για την ίδια ανωτέρω απόφαση του Εφετείου. Πρωτοδίκως είχαν αθωωθεί με την 302/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Εδέσσης για την ίδια εξ αμελείας ανθρωποκτονία οι: Π. Τ., προϊστάμενος του τμήματος Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου και ο Μ.

Κ., προϊστάμενος του Α' τμήματος Γραμμής Έδεσσας, Υπηρεσίας του ΟΣΕ, ελλείψει συνδρομής του υποκειμενικού στοιχείου στην τέλεση της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξης, καθόσον έγινε δεκτό ότι αυτός δεν γνώριζε τίποτε για τον επίμαχο πλάτανο. Σε αντίθετη κρίση, ήτοι στην κρίση ότι ο πρώτος εναγόμενος ήταν υπεύθυνος για την εποπτεία του συγκεκριμένου χώρου που βρισκόταν ο πλάτανος, δεν μπορεί να οδηγήσει το δικαστήριο το γεγονός ότι αυτός (πρώτος εναγόμενος) αφενός με το 675627/Φ. 1177/5-8-2004 έγγραφο του προς τον Δήμο Έδεσσας, αφετέρου με το 675692/1177/18-8-2004 έγγραφο του προς την Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών, Τμήμα Πολεοδομίας της Ν.Α.

Πέλλας ζήτησε αντιστοίχως από τον μεν Δήμο επειγόντως ενέργειες ώστε να εξεταστεί το δένδρο από γεωπόνο, κι αν συντρέχει λόγος, να προβεί ο Δήμος στις απαιτούμενες ενέργειες για την κοπή του δένδρου στο παρκάκι μπροστά στον Σιδηροδρομικό Σταθμό Έδεσσας, από δε την Πολεοδομία να εξετάσει την επικινδυνότητα άλλου δένδρου, στον χώρο του κυλικείου του ιδίου Σιδηροδρομικού Σταθμού, καθόσον (κι ανεξαρτήτως της υποχρεώσεως του ΟΣΕ σε σχέση με τα παραπάνω δένδρα) τα αιτήματα του με τα παραπάνω έγγραφα υποβλήθηκαν σε μεταγενέστερο του συμβάντος (8:8-2002) χρόνο, όταν δηλαδή ήδη είχε αρχίσει η ποινική διερεύνηση της υπόθεσης (βλ.

ενδεικτικά τις από 20-12-2002 ένορκες καταθέσεις των εναγόντων Ν. και Α. Ι. ενώπιον της Πταισματοδίκη Έδεσσας Ελισάβετ Παπαστεργιοπούλου) και είχε γεννηθεί το ζήτημα της ευθύνης για την πτώση του πλατάνου, κι επομένως η υποβολή των ως άνω εγγράφων αιτημάτων δεν αποκλείεται να έγινε στα πλαίσια αυτά και για την αντιμετώπιση μελλοντικών καταστάσεων που τυχόν θα μπορούσε να τους αποδώσει ευθύνες, γι' αυτό και η υποβολή αυτή δεν συνιστά ασφαλές αποδεικτικό στοιχείο ως προς το πραγματικό ζήτημα της ερευνώμενης υπαιτιότητας του πρώτου εναγομένου.

Μετά απ' όλα τα παραπάνω, εφόσον αποδεικνύεται ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν ήταν υπόχρεος να φροντίζει, συντηρεί κι εποπτεύει τον ανωτέρω ζημιογόνο πλάτανο, αλλά και ότι αυτός δεν είχε ενημερωθεί για την επικίνδυνη κατάσταση του από την οποία ήταν δυνατόν να προξενηθούν ζημίες σε τρίτους, ούτε κατ' άλλον τρόπο περιήλθε σε γνώση του η κατάσταση αυτή, η μη λήψη εκ μέρους του μέτρων αποτροπής της πτώσης του δένδρου αυτού δεν συνιστά παράλειψη οφειλομένης ενέργειας του από διάταξη νόμου, ή την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Η προπεριγραφείσα συμπεριφορά την οποία ο πρώτος εναγόμενος επεδείκνυε ασταμάτητα από το έτος 1987 σε σχέση με τον επίδικο πλάτανο, εν αντιθέσει με την συστηματική φροντίδα που είχε ο δεύτερος εναγόμενος, γεγονός γνωστό και στους δύο αυτούς διαδίκους, δεν μπορεί να καταστήσει το γεγονός της μη επέμβασης σ' αυτόν (πλάτανο), συμπεριφορά εκφεύγουσα των ορίων που συνετά έπρεπε και μπορούσε να επιδείξει ο πρώτος εναγόμενος για την ασφάλεια των πολιτών, μεταξύ των οποίων είναι και οι παθόντες ενάγοντες, έστω κι αν ο πλάτανος ανήκε στην ιδιοκτησία του.

Δεν αποδεικνύεται, συνεπώς, παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου για τον εξαιτίας της πτώσεως του ζημιογόνου πλατάνου επισυμβάντα θάνατο της Ε. Ι., τις σωματικές βλάβες της όγδοης ενάγουσας και τις υλικές ζημίες του οχήματος του Σ. Α., κι επομένως λείπει το στοιχείο της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, ως αναγκαίος όρος αδικοπρακτικής ευθύνης του, προς χρηματική ικανοποίηση της ψυχικής οδύνης των πρώτου, δευτέρου, τρίτης, τετάρτου, πέμπτης και εβδόμης των εναγόντων εξαιτίας της απώλειας της συγγενούς τους Ε.

Ι., προς αποζημίωση και ικανοποίηση της ηθικής βλάβης της ογδόης ενάγουσας και προς αποζημίωση των τεσσάρων τελευταίων εναγόντων, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος Σ. Α., στην αξίωση του οποίου υπεισήλθαν αυτοί υπό την ιδιότητα τους αυτή. Επομένως οι ανωτέρω ενάγοντες δεν δικαιούνται να εισπράξουν συνολικά για την παραπάνω αιτία τα αιτηθέντα με την αγωγή τους ποσά από τον πρώτο εναγόμενο, και, γι' αυτό πρέπει ν' απορριφθεί η αγωγή ως προς αυτούς ως ουσιαστικά αβάσιμη." Από όσα προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του, μεταξύ άλλων, και τις παρακάτω ουσιώδεις πραγματικές παραδοχές:

Ότι ο χώρος μπροστά από τον Σιδηροδρομικό Σταθμό Έδεσσας, τον οποίο ο Δήμος Έδεσσας εξωράισε και διαμόρφωσε σε χώρο πρασίνου από το έτος 1987, αφού ζήτησε και έλαβε την έγγραφη συγκατάθεση του εναγόμενου - αναιρεσίβλητου Ο.Σ.Ε. και μέρος του οποίου καταλάμβαναν οι κλάδοι του δένδρου (πλατάνου), που αποσχίστηκαν και έπεσαν πάνω στις δύο γυναίκες που κάθονταν σε δημοτικό παγκάκι κάτω από τη σκιά τους, θανατώνοντας τη μία και τραυματίζοντας την άλλη, παρέμεινε στην ιδιοκτησία του Ο.Σ.Ε.

και δεν κατέστη κοινόχρηστος, ούτε περιήλθε στην ιδιοκτησία του Δήμου Έδεσσας. Ότι η θέση, όπου φύεται ο συγκεκριμένος πλάτανος, δεν εμπίπτει στην έκταση του σχεδίου ανάπλασης που είχε εξαρχής κοινοποιηθεί στον Ο.Σ.Ε., αλλά απέχει ελάχιστα (1-2 μ.) από το όριό της και έχει στην πραγματικότητα συμπεριληφθεί στον διαμορφωμένο χώρο με εικόνα πλατείας, με τον οποίο συναποτελεί μία αισθητική και οργανική ενότητα προς χρήση επιβατών του Ο.Σ.Ε., δημοτών, διερχομένων κλπ..

Ότι από το έτος 1987 και εφεξής συστηματικά και συνεχώς την επιμέλεια, τη συντήρηση και την εποπτεία του όλου χώρου, και του πλατάνου, είχε και ασκούσε μόνο ο Δήμος Έδεσσας, με τη βέβαιη και σταθερή πεποίθηση και για τις δύο πλευρές (Ο.Σ.Ε. και Δήμο Έδεσσας) ότι υπόχρεος για την εποπτεία αυτών και την τήρηση των σχετικών κανόνων προς αποτροπή κινδύνων ασφάλειας και υγείας των πολιτών ήταν αποκλειστικά ο Δήμος Έδεσσας.

Ότι η πτώση του πλατάνου οφείλεται σε παθολογική φυσική εξέλιξη, δηλαδή σε ξήρανση του κορμού του, και, ως εκ τούτου, η επικινδυνότητά του μπορούσε να αποτραπεί με έγκαιρη κοπή αυτού ή με αποκοπή των ξερών τμημάτων του. Ότι στην ενέργεια αυτή όφειλε να προβεί ο Δήμος Έδεσσας, ο οποίος ανέλαβε εκουσίως από το έτος 1987 και ασκούσε εφεξής συνεχώς τη συντήρηση και την εποπτεία του αναμορφωμένου χώρου, που συμπεριλαμβάνει και τον πλάτανο, με την εδραιωμένη πεποίθηση και για τις δύο πλευρές ότι αυτό συνιστούσε αποκλειστικά δική του υποχρέωση.

Και ότι ο Ο.Σ.Ε. ούτε ενημερώθηκε ποτέ από οποιονδήποτε, ούτε με άλλον τρόπο έλαβε ποτέ γνώση για την επικίνδυνη κατάσταση του πλατάνου από το έτος 1987 μέχρι τον χρόνο του ατυχήματος στις 8/8/2002. Ενόψει δε των παραδοχών αυτών, το Εφετείο έκρινε ότι, καίτοι ιδιοκτήτης του ζημιογόνου δένδρου ήταν ο αναιρεσίβλητος Ο.Σ.Ε., ο τελευταίος δεν είχε υποχρέωση, κατά τη συναλλακτική καλή πίστη και τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, να ενεργήσει για την κοπή του, ούτε υπαιτιότητα για τη μη αποτροπή της προσβολής των δύο παθουσών γυναικών, καθώς και ότι η σχετική υποχρέωση και υπαιτιότητα βάρυνε μόνο τον Δήμο Έδεσσας.

Υπό τις προαναφερόμενες πραγματικές παραδοχές του Εφετείου, η παράλειψη του αναιρεσίβλητου Ο.Σ.Ε. να ασκήσει εποπτεία στο ζημιογόνο δένδρο και να ενεργήσει για την έγκαιρη κοπή του και την αποτροπή κινδύνου για αγαθά τρίτων, με βάση την αρχή της συναλλακτικής καλής πίστης και τις κρατούσες αντιλήψεις, δεν παραβιάζει το αντικειμενικό μέτρο του βαθμού επιμέλειας του μέσου συνετού και ευσυνείδητου προσώπου και, συνεπώς, δεν συνιστά παράνομη πράξη, ούτε θεμελιώνει υπαιτιότητα (αμέλεια) σε βάρος του.

Επομένως, η κρίση του Εφετείου, ότι δεν αποδείχτηκε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του αναιρεσίβλητου Ο.Σ.Ε. για τη θανάτωση της Ε. Ι. και τον τραυματισμό της αναιρεσείουσας - ενάγουσας Α. Β. από την πτώση του επίμαχου δένδρου, και η συνακόλουθη απόρριψη ως αβάσιμης της από 1-8-2007 αγωγής των αναιρεσειόντων για επιδίκαση αποζημίωσης και εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και ψυχικής οδύνης σε βάρος του Ο.Σ.Ε., δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 914 και 932 ΑΚ, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες στην συγκεκριμένη περίπτωση, αφού, υπό τις αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν συντρέχουν οι όροι της παράνομης και υπαίτιας πράξης για τη θεμελίωση αδικοπρακτικής ενοχής σε βάρος του τελευταίου.

Επίσης διαλαμβάνονται στην εφετειακή απόφαση με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις όλα τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, που ήταν αναγκαία για να κριθεί ότι δεν είχαν εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση οι προαναφερόμενες διατάξεις και διατυπώνεται το αποδεικτικό πόρισμά της με σαφήνεια και βεβαιότητα, καθιστώντας εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.

Τέλος, ο ισχυρισμός - αιτίαση των αναιρεσειόντων, ότι το Εφετείο, κατά την αξιολόγηση του ουσιώδους ζητήματος της υπαιτιότητας του αναιρεσίβλητου Ο.Σ.Ε., δέχτηκε ότι ο προαναφερόμενος χώρος πρασίνου κατέστη κοινόχρηστος, χωρίς να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 28 του ν. 1337/1983 (κατά την οποία, για να καταστεί κοινόχρηστος ιδιωτικός χώρος και να μετατεθεί η κυριότητά του στον οικείο ΟΤΑ, δεν αρκεί να δοθεί στην κοινοχρησία με τη ρητή ή σιωπηρή θέληση του ιδιοκτήτη ή να γίνεται κοινή χρήση αυτού για μακρό χρόνο με την ανοχή του ιδιοκτήτη, αλλά απαιτείται επιπλέον αυτός να προβλέπεται ως κοινόχρηστος χώρος σε εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως) δεν ασκεί έννομη επιρροή, επειδή στηρίζεται στην εσφαλμένη προυπόθεση ανύπαρκτης παραδοχής, αφού το Εφετείο δέχεται ρητά ότι στον εν λόγω χώρο προσδόθηκε μορφή - όψη (και όχι ιδιότητα) κοινόχρηστου χώρου πρασίνου με εικόνα πλατείας και δυνατότητα χρήσης από κάθε δημότη ή διερχόμενο, καθώς και ότι αυτός παρέμεινε και μετά την ανάπλαση στην ιδιοκτησία του Ο.Σ.Ε.

Στην ίδια εσφαλμένη προυπόθεση στηρίζονται και οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, ότι δεν διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση περιστατικά περιέλευσης του αναμορφωμένου χώρου στην κοινοχρησία και στην κυριότητα του Δήμου Έδεσσας, καθώς και ότι διαλαμβάνονται σ' αυτή αντιφατικές παραδοχές, και συγκεκριμένα η παραδοχή ότι ο ζημιογόνος πλάτανος βρισκόταν σε χώρο ιδιοκτησίας του Ο.Σ.Ε.

και συγχρόνως η παραδοχή ότι ο χώρος αυτός είχε καταστεί κοινόχρηστος, ενώ τέτοια παραδοχή δεν υπάρχει στην απόφαση. Επομένως, ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τους αρ. 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου κατά την αναιρετική δίκη (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

Επίσης πρέπει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο το παράβολο, που καταβλήθηκε κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση για αναίρεση της απόφασης 835/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Διατάσσει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο το παράβολο, που καταβλήθηκε κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 5η Ιουνίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 24η Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ