Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for arguments not raised in lower court proceedings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of Athens' decision regarding payment orders issued by a dissolved company. The appellants argued that the Court of Appeal failed to consider their claim that the company was not liable for the transactions, a point they had previously raised in the annulment proceedings. The court ruled that this specific argument was inadmissible because it was not legally proposed in the original trial, falling outside the limited exceptions for raising new issues on appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 562 of the Code of Civil Procedure; Arguments not raised in the court of first instance are inadmissible on appeal unless they constitute a non-proposable violation, a defect inherent in the judgment, or concern public order.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1451 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1451/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Παπαηλιού Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαΐου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Των αναιρεσειόντων: 1)..... , 2) ...... και 3) ....... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Παπαφιλίππου.
Του αναιρεσιβλήτου: ....... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Κοκκίνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-12-2003 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 758/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 225/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5 Απριλίου 2006 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 25 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή ή μη των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι αφενός η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση και αφετέρου η απαίτηση αυτή, καθώς και το ποσό της, να αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο.
Αν η απαίτηση ή το ποσό της δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής οφείλει, κατ΄ άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, αν δε, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται, ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη, κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ. Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για το λόγο αυτόν απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξαρτήτως της ύπαρξης και της δυνατότητας απόδειξης της απαίτησης με άλλα αποδεικτικά μέσα.
Εξάλλου, με την ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία υπόκειται και στη ρύθμιση των άρθρων 583 επ. ΚΠολΔ, προβάλλονται λόγοι είτε κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής, για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης, είτε κατά της ύπαρξης της απαίτησης. Στη δίκη της ανακοπής δεν επανεκδικάζεται η υπόθεση καθολικά, αλλά μόνο στο μέτρο των υποβαλλόμενων λόγων ανακοπής.
Κατά των λόγων της ανακοπής αυτής, εκείνος, κατά του οποίου στρέφεται, μπορεί να αμυνθεί είτε αρνούμενος αυτούς, είτε με την προβολή αντενστάσεων κατ΄ αυτών (Ολ.ΑΠ 10/1997). Περαιτέρω, από τα άρθρα 1, 2, και 28 του ν.5960/1933 συνάγεται, ότι η επί της επιταγής σημείωση του χρόνου έκδοσής της είναι απαραίτητο στοιχείο του κύρους της, το οποίο όμως δεν θίγεται αν η σημειούμενη χρονολογία δεν είναι αληθινή.
Έτσι, η μεταχρονολογημένη επιταγή είναι έγκυρη και μπορεί να εμφανιστεί προς πληρωμή και πριν από την ημερομηνία που φέρεται ότι εκδόθηκε, αφού η επιταγή είναι πληρωτέα πάντοτε "εν όψει". Ούτε στην αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής απαιτείται να αναγράφεται ότι πρόκειται περί μεταχρονολογημένης επιταγής, αφού η εμφάνιση τής επιταγής αυτής από της πραγματικής ημερομηνίας της εκδόσεώς της μέχρι της λήξεως της οκταήμερης προθεσμίας προς εμφάνισή της από της πλασματικής ημερομηνίας εκδόσεώς της αρκεί για τη θεμελίωση της αιτήσεως για την έκδοση της διαταγής και για το κύρος της τελευταίας.
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να κρίνει ως έγκυρη την έκδοση, ύστερα από αίτηση του αναιρεσιβλήτου, της προσβληθείσας με την ένδικη ανακοπή τής ήδη αναιρεσείουσας 10140//2003 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μολονότι δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες διαδικαστικές προϋποθέσεις για την έκδοσή της, αφού οι επιταγές, με βάση τις οποίες εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, εκδόθηκαν από την εταιρία "......
ΟΕ" σε χρόνο μεταγενέστερο από τη λύση της εν λόγω εταιρίας, που έγινε πριν τις 15.7.2003 και ενώ αυτή βρίσκονταν στο στάδιο της εκκαθάρισης, χωρίς όμως να τις υπογράφουν, ως νόμιμοι εκπρόσωποί της, και οι πέντε συνεκκαθαριστές της, παρά το νόμο δεν κήρυξε άκυρη την πιο πάνω διαταγή πληρωμής. Όπως προκύπτει από την ενλόγω διαταγή, το περιεχόμενο της οποίας, ως διαδικαστικού εγγράφου, επιτρεπτώς εκτιμάται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), με αυτή έγινε δεκτό, ότι οι επτά τραπεζικές επιταγές, με βάση τις οποίες ζητήθηκε η έκδοση διαταγής πληρωμής, εκδόθηκαν από την εταιρία "......
ΟΕ", της οποίας ομόρρυθμα μέλη είναι και οι ήδη αναιρεσείοντες, η πρώτη και η δεύτερη στις 15.7.2003, η τρίτη, η τέταρτη και η πέμπτη στις 15.8.2003 και οι δύο τελευταίες στις 15.9.2003 και ότι η απαίτηση του αναιρεσιβλήτου, που ζήτησε την έκδοση της διαταγής πληρωμής, "αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες νόμιμα επιταγές, καθώς και από το από 18.4.1975 συμφωνητικό σύστασης της εταιρίας και τα από 23.4.1985, 14.11.1989, 16.11.1989, 27.11.1989 και 19.10.1992 συμφωνητικά τροποποιήσεως της εταιρίας και την από 3.6.2003 εξώδικη των 2ου και 3ου των καθών".
Δέχτηκε δε το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, εξετάζοντας σχετικό λόγο έφεσης των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης, (που είχε δεχτεί, όπως προκύπτει από την επίσης επιτρεπτή επισκόπησή της, πως οι επίμαχες επιταγές στην πραγματικότητα είχαν εκδοθεί εγκύρως στο τέλος του έτους 2002, δηλαδή προ της λύσεως της εκδότριας εταιρίας, αλλ' έφεραν μεταχρονολογημένες ημερομηνίες εκδόσεως), ότι απαραδέκτως προβλήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου από τον αναιρεσίβλητο, ως καθού η ανακοπή, ο προαναφερόμενος περί μεταχρονολογημένων επιταγών ισχυρισμός, διότι αυτός έπρεπε να υποβληθεί κατά το χρόνο της κατάθεσης της αίτησης, πως δεν απαιτούνταν "για την υποβολή της αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής η αναγραφή ότι πρόκειται περί μεταχρονολογημένων επιταγών", δεχθέν έτσι εκ του πράγματος, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι επρόκειτο πράγματι για έγκυρες μεταχρονολογημένες επιταγές.
Με όλα τα δεδομένα αυτά, το Εφετείο που δεν ακύρωσε την προσβληθείσα με την ανακοπή των αναιρεσειόντων διαταγή πληρωμής, δεχθέν ότι συνέτρεχαν όλες οι διαδικαστικές προϋποθέσεις για την έκδοσή της, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ και γιαυτό ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, αφού δεν ήταν απαραίτητη η αναγραφή στην αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής της πραγματικής ημερομηνίας έκδοσης των επιταγών, παραδεκτώς ο αναιρεσίβλητος, αμυνόμενος κατά της ανακοπής, με την οποία προβλήθηκε, ως λόγος ακύρωσης της διαταγής πληρωμής, ότι οι επιταγές ήταν άκυρες, διότι εκδόθηκαν κατά το στάδιο της εκκαθάρισης της εκδότριας εταιρίας, χωρίς όμως να τις έχουν υπογράψει όλοι οι συνεκκαθαριστές, προέβαλε για πρώτη φορά ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου κατ΄ αντένσταση, ότι επρόκειτο περί μεταχρονολογημένων επιταγών, οι οποίες είχαν εκδοθεί σε χρόνο προγενέστερο της λύσης της εταιρίας και, συνακόλουθα, ορθώς το δικαστήριο της ουσίας, δικάζοντας την ανακοπή, έκρινε ότι δεν ήταν απαραίτητο ο ισχυρισμός αυτός, περί μεταχρονολογημένων επιταγών, να είχε υποβληθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο της κατάθεσης της αίτησης για την έκδοση της διαταγής πληρωμής και να αποδεικνύονταν μόνο από τα έγγραφα που έλαβε υπόψη του ο δικαστής για την έκδοση της διαταγής πληρωμής.
Επομένως το Εφετείο, που δεν έκρινε ως απαράδεκτο τον προαναφερόμενο ισχυρισμό, δεν υπέπεσε επίσης στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ και ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.
ΙΙ. Με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονας πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε (Ολ.ΑΠ 44/1990).
Με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη αναιρετικές πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει τις αιτιάσεις, όπως οι λόγοι αυτοί εκτιμώνται, ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες έκρινε, για τα ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ότι δεν απαιτείται, για την υποβολή της αίτησης για την έκδοση διαταγής πληρωμής, η αναγραφή στην αίτηση ότι πρόκειται για μεταχρονολογημένες επιταγές και ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν ήταν απαραίτητο να προβληθεί κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης και να αποδειχθεί παραχρήμα μόνο από τα έγγραφα που υποβλήθηκαν στο δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου για την έκδοση της διαταγής πληρωμής.
Όμως, με τις αιτιάσεις αυτές πλήττεται η μείζων πρόταση του νομικού συλλογισμού, κατά την οποία δεν απαιτείται η αναγραφή στην αίτηση ότι πρόκειται για μεταχρονολογημένες επιταγές και παραδεκτώς προβάλλεται τέτοιος ισχυρισμός από τον καθού η ανακοπή για πρώτη φορά ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την ανακοπή.
Επομένως οι προαναφερόμενοι δύο λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι.
ΙΙΙ. Όπως αναφέρθηκε και σε προηγούμενη σκέψη, με την ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής προβάλλονται λόγοι είτε κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής, για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης, είτε κατά της ύπαρξης της απαίτησης. Στη δίκη της ανακοπής δεν επανεκδικάζεται η υπόθεση καθολικά, αλλά μόνο στο μέτρο των υποβαλλόμενων λόγων ανακοπής (Ολ.ΑΠ 10/97).
Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ θέτει γενικό κανόνα, ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις τρεις εξαιρετικές περιπτώσεις που σ'αυτήν περιοριστικώς αναφέρονται, αν δηλαδή πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πιο πάνω διαδικαστικά έγγραφα, η αναιρεσείουσα, με την ένδικη από 9.12.2003 ανακοπή της, προέβαλε ως λόγους αυτής, ακυρότητα της διαταγής πληρωμής, λόγω ακυρότητας των επιταγών, επειδή αυτές εκδόθηκαν μετά τη λύση της εκδότριας ομόρρυθμης εταιρίας χωρίς να τις έχουν συνυπογράψει όλοι οι συνεκκαθαριστές, ενώ με την από 17.1.2005 έφεσή της κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχτεί ως βάσιμο ισχυρισμό του καθού η ανακοπή (ήδη αναιρεσιβλήτου) ότι οι επιταγές ήταν μεταχρονολογημένες και στην πραγματικότητα είχαν εκδοθεί εγκύρως πριν τη λύση της εκδότριας εταιρίας, προέβαλε ότι εσφαλμένα το Μονομελές Πρωτοδικείο έκρινε ως παραδεκτό και βάσιμο κατ΄ ουσίαν τον ενώπιον αυτού για πρώτη φορά προβληθέντα προαναφερόμενο ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου, ενώ λόγος ανακοπής για την ύπαρξη απαιτήσεως του αναιρεσιβλήτου κατά της εκδότριας ομόρρυθμης εταιρίας και συνακόλουθα και κατ΄ αυτών ως ομόρρυθμων εταίρων, δεν προβλήθηκε.
Επομένως ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ πέμπτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, πως το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους, που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, ότι οι συναλλαγές, για τις οποίες εκδόθηκαν οι επίμαχες επιταγές, δεν αφορούν την ομόρρυθμη εταιρία τους, η οποία εξέδωσε τις επιταγές αυτές, αλλά μόνο τον αδελφό τους και συνεταίρο τους ....., ο οποίος μόνος και τις υπέγραψε για λογαριασμό της εταιρίας τους, είναι προεχόντως απαράδεκτος.
IV. Με τον έκτο και τελευταίο λόγο της ανακοπής, οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β΄ ΚΠολΔ, προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να δεχτεί ότι επρόκειτο για μεταχρονολογημένες επιταγές, που είχαν εκδοθεί εγκύρως πριν τη θέση της εκδότριας εταιρίας υπό εκκαθάριση, έλαβε υπόψη έγγραφα, των οποίων δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση.
Όμως οι αναιρεσείοντες δεν διευκρινίζουν ποια είναι τα έγγραφα που απαραδέκτως έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας για την απόδειξη του παραπάνω ισχυρισμού και επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης προεχόντως είναι αόριστος.
V. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-4-2006 αίτηση των α) ......, β) ....... και γ) ......., για αναίρεση της 225/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ