Legislator Case Law & Legislation
1450/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on evidence evaluation grounds, upholding lower court's finding of good faith debt assumption.

Case Number 1450/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment regarding her bank debts. The appellant argued she assumed loans out of necessity due to her husband's death and subsequent economic crisis, claiming the banks failed to assess her creditworthiness. The court rejected these arguments as inadmissible, ruling that they constitute a re-evaluation of evidence and the sufficiency of the lower court's reasoning, which falls outside the scope of appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560(1), 560(6), 561(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court lacks jurisdiction to re-evaluate the evidence and the reasoning of the court of first instance regarding the assessment of good faith in contract formation.

Keywords

AI generated
appellate review limitations evidence evaluation standard good faith assumption of debt inadmissible appeal grounds code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 560(1) and (6) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 1(9) of Article 3 of Law 4335/2015
Article 8(6)(b) of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1450 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1450/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Αθανάσιο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Κ. χας Α., το γένος Σ. και Σ. Ν. Ο., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρίνα - Ανδριάνα Βατάνσεβερ με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "AΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και δ.τ. "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και δ.τ. "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) αστικού πιστωτικού συνεταιρισμού περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΟΛΥΜΠΟΣ ΣΥΝ.Π.Ε." και δ.τ. "Olympus Bank" (πρώην "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΡΑΜΑΣ ΣΥΝ.Π.Ε.", πρώην "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Ν.

ΕΒΡΟΥ ΣΥΝ.Π.Ε."), που εδρεύει στη Δράμα και εκπροσωπείται νόμιμα και 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ATTICA BANK ATΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που δεν παραστάθηκαν. Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε ο δικηγόρος Αλέξανδρος - Ιγνάτιος Βλάχος (ΑΜ ΔΣΑ 33523), ο οποίος αφού πήρε από την Πρόεδρο το λόγο, δήλωσε ότι παρίσταται και εκπροσωπεί την ασκούσα πρόσθετη παρέμβαση εταιρεία με την επωνυμία "CEPAL HELLAS Χρηματοοικονομικές Υπηρεσίες Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" και δ.τ. "Cepal Hellas", που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της εδρεύουσας στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και νόμιμα εκπροσωπούμενης αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "GALAXY II FUNDING Designated Activity Company", ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "AΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και δ.τ. "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-11-2015 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 147/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 309/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-12-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αθανάσιο Νικολόπουλο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και η προσθέτως παρεμβαίνουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της προσθέτως παρεμβαίνουσας ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση.

Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 94/2023). Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομόδικους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο, παρά την απουσία του (ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1946/2017, ΑΠ 756/2017).

Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ. β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 244/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. ...-2023, ...-2023 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, Σ. Μ., την υπ'αριθμ. ...-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών , Σ. Ρ. και την υπ'αριθμ. ...-2023 έκθεση επίδοσης της ίδιας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας Σ.

Μ. ,που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 15-12-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 10/...2-2022, αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (04-10-2024) και κλήση για να παραστούν κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, στις αναιρεσίβλητες, αντίστοιχα.

Πρέπει να σημειωθεί ότι με την ως άνω πρώτη των αναφερομένων εκθέσεων επίδοσης, η πρώτη αναιρεσίβλητη παραδεκτά κλητεύθηκε, ατομικά ως ενεργούσα για ίδιο λογαριασμό αλλά και ως καθολική διάδοχος της λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ της ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", δεύτερης αναιρεσίβλητης.

Κατά την ανωτέρω όμως ορισθείσα δικάσιμο (04-10-2024), κατά την οποία εκφωνήθηκε νόμιμα η υπόθεση με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι ανωτέρω αναιρεσίβλητες ήταν απούσες και ειδικότερα δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της.

Επομένως, εφόσον οι ανωτέρω απολειπόμενες αναιρεσίβλητες δεν εμφανίστηκαν κατά την προκειμένη δικάσιμο, αν και κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, το Δικαστήριο πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ).

Περαιτέρω, με την υπό κρίση, από 15-12-2022 (αριθ. έκθ. Κατάθ. 10/...2-2022), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 309/2021 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης , η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην των 1ης, 2ης 3ης και 5ης των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο Εφετείο, πλην της τέταρτης αυτών η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.

Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων στην έκκλητη δίκη, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον αυτών, διότι, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ένδικων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 548/2023, ΑΠ 1225/2023, ΑΠ 811/2023). Συνακόλουθα, η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ` άρθρο 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 741 και 769 του ΚΠολΔ και ως προς τις ανωτέρω απολειπόμενες αναιρεσίβλητες και εφόσον περαιτέρω έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρα 552, 553 παρ. Ιβ, 556, 558, 564 παρ. 3 και 769 του ΚΠολΔ), πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ).

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, παραστάθηκε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ" και με προφορική της δήλωση στο ακροατήριο που καταχωρήθηκε στα πρακτικά καθώς και με τις νομότυπα κατατεθείσες προτάσεις της, άσκησε αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Άλφα Τράπεζα ανώνυμη εταιρεία", επικαλούμενη την ενεργητική της νομιμοποίηση και το έννομο συμφέρον της ως μη δικαιούχου διαδίκου σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 4 του Ν.4354/2015 και ως εντολοδόχου της εταιρείας ειδικού σκοπού τιτλοποίησης με την επωνυμία "Galaxy II funding designated activity company", η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της ως άνω Τράπεζας, από την οποία μεταβιβάσθηκαν σε αυτήν ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις της, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνoνται και οι απαιτήσεις εκ των με αριθμό ..., ..., ... και ..., ένδικων συμβάσεων δανείων και πιστωτικών καρτών , οι οποίες και περιλαμβάνονται στην ως άνω αίτηση του Ν.3869/2010 της αναιρεσείουσας, ενεργώντας στο όνομα και για λογαριασμό της ως άνω αλλοδαπής εταιρίας, ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ζήτησε τη παραδοχή της παρέμβασης και την απόρριψη της αναίρεσης.

Εξάλλου από τις προσδιορίζουσες την έννοια της κυρίας και της πρόσθετης παρεμβάσεως διατάξεις των άρθρων 79 και 80 του ΚΠολΔ, ερμηνευόμενες σε συνδυασμό προς τη φύση και το σύνολο των διατάξεων της διαδικασίας της εκουσίας δικαιοδοσίας, κατά την οποία κατά κανόνα δεν υπάρχει αντιδικία, προκύπτει ότι, αν ο παρεμβαίνων υποστηρίζει την αίτηση, η παρέμβαση είναι πρόσθετη, ενώ, αν αντιδικεί, ζητώντας είτε την απόρριψη της αιτήσεως είτε την παραδοχή δικού του αιτήματος, η παρέμβαση είναι κύρια (ΑΠ 457/2020, ΑΠ 1886/2013).

Εξάλλου στην παρ. 2 του άρθρου 752 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι η πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και ενώπιον του Αρείου Πάγου, χωρίς προδικασία, με τις προτάσεις ή και προφορικά, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά (ΑΠ 164/2021, ΑΠ 457/2020, ΑΠ 1549/2003). Ειδικότερα, στην αναιρετική διαδικασία ο προσθέτως παρεμβαίνων περιορίζεται σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων αναίρεσης, στις οποίες εξαντλείται και το δικαίωμα των κυρίων διαδίκων (ΑΠ 164/2021, ΑΠ 1741/2012). Επομένως, η ασκηθείσα, ως άνω αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση ,είναι παραδεκτή και νόμιμη (άρθρα 80, 83, 752 παρ. 2 του ΚΠολΔ), πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσία, συνεκδικαζόμενη με την αίτηση αναιρέσεως εξαιτίας της προφανούς μεταξύ τους συνάφειας και προς διευκόλυνση της δίκης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ που, κατ' αυτές των άρθρων 573 παρ. 1 και 741 του ίδιου κώδικα, εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση.

Με τη διάταξη της παραγράφου 1 εδαφ. α' και β' του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων ..."), όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το νόμο 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του (14-8-2015), [και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, καθόσον η ένδικη από 09-11-2015 αίτηση της αναιρεσείουσας, για την υπαγωγή της στις διατάξεις του νόμου 3869/2010, υποβλήθηκε στο Ειρηνοδικείο Αλεξανδρούπολης στις 11-11-2015 ήτοι μετά την έναρξη ισχύος του], ορίζεται ότι "1.

Φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για την ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Από την προαναφερόμενη διάταξη, η οποία θεσμοθετεί, υπό προϋποθέσεις, τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει επαρκή ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Βασική προϋπόθεση για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου Ν. 3869/2010, για τη ρύθμιση των οφειλών του, είναι ότι πρέπει να βρίσκεται σε γενική και μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) αδυναμία πληρωμών, την οποία πρέπει να περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και η οποία, πάντως, δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται και αποδεικνύεται από πιστωτή.

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΑΠ 540/2022, ΑΠ 883/2020, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018).

Εξάλλου, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λ.π. Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 540/2022, ΑΠ 883/2020, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 551/2018).

Περαιτέρω, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.

Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 Α.Κ. με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".

Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 Π.Κ., η οποία ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης﮲ επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".

Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (Ολ. ΑΠ 4/2010, Ολ. ΑΠ 8/2005, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 297/2007). Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται.

Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του, ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.

Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις, που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο, σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών.

Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφιο α` του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1174/2019).

Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.

Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη, δεν είναι αναγκαίο να εμφανιστεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και όμως αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής σύμβασης, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.

Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος ή η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.

Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη, από την πλευρά των τελευταίων, να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου (ΑΠ 539/2022, ΑΠ 1174/2019, ΑΠ 515/2018, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 951/2015, ΑΠ 1226/2014).

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (άρθρο 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και να τον αποδείξει (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 734/2019, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017).

Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ' αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθμός 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 166/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1353/2021).

Από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων συνάγεται ότι για να είναι ορισμένη και, επομένως, παραδεκτή, κατά το άρθρο 262 του Κ.Πολ.Δ., η ένσταση της πιστώτριας Τράπεζας, πρέπει να αναφέρεται, ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων των προς αυτήν χρηματικών οφειλών από άμεσο δόλο ή και από ενδεχόμενο δόλο, με την έννοια ότι συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών του και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα (ΑΠ 1486/2022).

Περαιτέρω, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι, όπως προαναφέρθηκε, αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ.

β` του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 595/2023, ΑΠ 1486/2022, ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017). Ειδικότερα, με το άρθρο 76 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι: " Όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνον ρύθμιση ή η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους ή όταν οι ομόδικοι μόνο από κοινού μπορούν να ασκήσουν αγωγή ή να εναχθούν ή, εξαιτίας των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση, δεν μπορούν να υπάρχουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους, οι πράξεις του καθενός ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους.

Οι ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, όταν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, τούτο έχει ως κύρια συνέπεια ότι οι πράξεις καθενός αναγκαίου ομόδικου ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους.

Επομένως, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, όπου ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές, κατά τα προεκτεθέντα, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, η προβολή της ένστασης από έναν πιστωτή ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων προς αυτόν χρηματικών του οφειλών από δόλο, εφόσον κριθεί βάσιμη, επάγεται την απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμης της αίτησης του οφειλέτη, όχι μόνο έναντι του πιστωτή, που πρότεινε τη ένσταση αυτή, αλλά και έναντι των λοιπών πιστωτών, οι οποίοι δεν πρότειναν το σχετικό ισχυρισμό, ή δεν το πρότειναν κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, καθόσον η πορεία της δίκης πρέπει να είναι ενιαία για όλους τους πιστωτές και δεν νοείται διάσπασή της.

Επίσης, ενόψει της, κατά τα προεκτιθέμενα, σχέσης της αναγκαστικής ομοδικίας, που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη και εφόσον οι πράξεις καθενός αναγκαίου ομόδικου ωφελούν και τους άλλους, είναι δυνατόν ένας πιστωτής να προβάλει το σχετικό περί δόλου ισχυρισμό και άλλος πιστωτής να τον αποδείξει, όπως επίσης είναι δυνατό ο κατά τρόπο αόριστο προβληθείς από έναν πιστωτή ισχυρισμός περί δόλου, να συμπληρώνεται και να καθίσταται ορισμένος, με το περιεχόμενο του σχετικού ισχυρισμού, που προτείνεται από άλλον πιστωτή (ΑΠ 595/2023, ΑΠ 1486/2022).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 31/2009, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 757/2015). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998).

Εξάλλου, η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά, που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται και αυτή με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (προκειμένου δε, περί απόφασης ειρηνοδικείου, ως παραβίαση από το άρθρο 560 αριθμός 1 ΚΠολΔ), ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος, για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (Ολ. ΑΠ 16/2013, ΑΠ 941/2022, ΑΠ 1239/2020).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 550/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017). Για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης (όπως και από τον αριθμό 1 του άρθρου 559), πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, δηλαδή πού εντοπίζεται η παραβίαση και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, πρέπει, επίσης, να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ. ΑΠ 9/2016, Ολ. ΑΠ 20/2005, Ολ. ΑΠ 28/1998, Ολ. ΑΠ 32/1996, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 945/2018).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (...2-2022), η οποία (διάταξη) είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ., κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων, στο πιο πάνω άρθρο, λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το ν. 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει όμως, έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 449/2022, ΑΠ 1351/2021, ΑΠ 805/2021, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007).

Η παραπάνω διάταξη δεν έχει εφαρμογή όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (AΠ 1943/2022, ΑΠ 785/2022, ΑΠ 545/2021, ΑΠ 701/2020).

Συνακόλουθα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 681/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 632/2019, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο:

α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από που προκύπτει, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση" (Ολ.

ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1059/2022, ΑΠ 510/2021, ΑΠ 1106/2020, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013). Μάλιστα, δεν αρκεί η μνεία μεμονωμένων και αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη απόφαση κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (Ολ.

ΑΠ 28/1998, ΑΠ 662/2022, ΑΠ 1106/2020, ΑΠ 965/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Επομένως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, πρέπει εξ αυτού να προκύπτουν τα στοιχεία του παραδεκτού του, που επιβάλλονται από την ανωτέρω διάταξη, ήτοι πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 634/2022, ΑΠ 353/2020, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 73/2016, ΑΠ 825/2015).

Αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, είχε προταθεί από τον ίδιο στο Εφετείο με λόγο έφεσής του, ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες (Ολ.

ΑΠ 15/2000, ΑΠ 634/2022, ΑΠ 1549/2021, ΑΠ 259/2017, ΑΠ 168/2015). Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος ΑΠ 1295/2022, AΠ 999/2022, ΑΠ 609/2022), αφού μη νόμιμοι, αόριστοι και απαράδεκτοι ισχυρισμοί, δεν είναι για τους λόγους αυτούς ουσιώδεις και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1290/2022, ΑΠ 717/2018), ενώ αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 983/2021, ΑΠ 416/2022, ΑΠ 81/2020).

Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1549/2021, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 73/2016, ΑΠ 825/2015, ΑΠ 168/2015).

Το κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 και 560 ΚΠολΔ (ΑΠ 2016/2022, ΑΠ 336/2022, ΑΠ 1549/2021, ΑΠ 96/2020, ΑΠ 171/2020ΑΠ 259/2017, ΑΠ 142/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 309/2021 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:

Η αιτούσα και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε την από 09-11-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 346/11-11-2015) αίτησή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, με την οποία επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της προς τους καθ' ων η αίτηση - πιστωτές της, ζήτησε τη ρύθμιση των χρεών της, κατά το άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας της, κατά το άρθρο 9 παρ. 2 του ιδίου νόμου, καθώς και την πλήρη απαλλαγή της από τις οφειλές της, στις οποίες ενέχεται ως εγγυήτρια.

Οι πρώτη και τρίτη των καθ' ών η αίτηση και ήδη πρώτη και τέταρτη των αναιρεσίβλητων, αντίστοιχα, πρότειναν ενώπιον του άνω πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου την ένσταση περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε αδυναμία πληρωμών. Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 147/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, το οποίο έκρινε ότι η αιτούσα περιήλθε από δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων οφειλών της και κατόπιν αυτού, δέχθηκε την ανωτέρω ένσταση των πιστωτριών τραπεζών και απέρριψε την ένδικη αίτηση της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Κατά της ανωτέρω πρωτόδικης απόφασης η αιτούσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης την από 18-04-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 40/18-04-2019 έφεσή της. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 309/2021 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά την έφεση και αφού έκρινε ότι η προβληθείσα, από την παρασταθείσα τέταρτη των εφεσιβλήτων και ήδη τέταρτη των αναιρεσιβλήτων - πιστώτρια τράπεζα, ένσταση περί δόλου της αιτούσας - αναιρεσείουσας, την οποία (ένσταση) αυτή επανέφερε ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, δέχθηκε την ένσταση αυτή ως και κατ' ουσία βάσιμη και κρίνοντας, όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι η αιτούσα περιήλθε από δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της, απέρριψε την έφεσή της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση.

Περαιτέρω, όσον αφορά την προταθείσα ένσταση περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσας και ήδη αναιρεσείουσας σε αδυναμία πληρωμών, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο, παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 και 330 ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, καθόσον έλαβε υπόψη του και δέχθηκε την ένσταση δόλου, που πρότειναν οι πιστώτριες τράπεζες, ενώ αυτή ήταν αόριστη, αφού οι πιστώτριες τράπεζες κατά την προβολή της ως άνω ένστασης παραλείπουν να αναφέρουν α] το αρχικό και τελικό ύψος των τραπεζικών προϊόντων που ως οφειλέτρια ή αναιρεσείουσα συμφώνησε να λάβει β] το χρόνο που τα συμφώνησε και τα έλαβε γ] τα εισοδήματά της κατά το χρόνο λήψεως των δανείων δ] τη μηνιαία δόση που έπρεπε να καταβάλει και ε] τα έξοδα διαβιώσεως της και κυρίως τις οικονομικές δυνατότητές της κατά το χρόνο δημιουργίας των οφειλών της και ότι έτσι συνεπώς κρίνοντας η εκκαλουμένη ως ορισμένη την ως άνω ένσταση περί δόλιας χρεοκοπίας της αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί το άρθρο 1 παρ.1 του Ν.3869/2010.

Με τέτοιο περιεχόμενο ο ανωτέρω μερικότερος λόγος εκ του άρθρου 560 αρ 1 ΚπολΔ, που περιλαμβάνεται στον πρώτο λόγο αναίρεσης, σύμφωνα με όσα ανωτέρω αναφέρθησαν, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο χρόνος και ο τρόπος πρότασης από την αναιρεσείουσα του ως άνω ισχυρισμού της, επί του οποίου στηρίζεται ο μερικότερος αυτός αναιρετικός λόγος, ενώ σε κάθε περίπτωση και από την παραδεκτή επισκόπηση των οικείων εγγράφων κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, αποδεικνύεται ότι δεν προέβαλε αυτόν (αοριστία της ένστασης του δόλου) στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε και την κατατεθείσα προσθήκη-αντίκρουση αυτών, δεν περιέλαβε τον ισχυρισμό αυτό ως λόγο έφεσης ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου , ούτε περιέλαβε αυτόν στις προτάσεις που κατέθεσε σε αυτό, αλλά περιορίστηκε στην κατ' ουσία αντίκρουση του ισχυρισμού περί δολίας περιέλευσής της σε αδυναμία πληρωμών, ενώ ο ισχυρισμός αυτός δεν εμπίπτει στις αναφερόμενες στην προηγηθείσα νομική σκέψη ,εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 562 Κ.Πολ.Δ, γεγονός άλλωστε που δεν επικαλείται η αναιρεσείουσα.

Περαιτέρω, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπησή της, δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, που αναφέρει, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος της, τα ακόλουθα:

Η αιτούσα, γεννηθείσα στις ...-1953, είναι χήρα από το έτος 1999. Είναι μητέρα δύο ενήλικων τέκνων του Τ. και του Γ., που γεννήθηκαν στις ...-1975 και στις ...-1979 αντίστοιχα, εκ των οποίων ο πρώτος εξ' αυτών διαμένει με την οικογένειά του μαζί με την αιτούσα σε κατοικία συγκυριότητας της τελευταίας σε ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου, στην Αλεξανδρούπολη επί της οδού ..., στο 346 ΟΤ, με εσωτερική αρίθμηση A-1, εμβαδού 56,57τμ., επί της οποίας έχει την συγκυριότητα της, σε ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου.

Το ακίνητο αυτό αποτελεί την κύρια κατοικίας της, και την οποία απέκτησε λαμβάνοντας δάνεια από τις καθ' ών. Ο Τ. πάσχει από παράλυση αριστερού σκέλους, λόγω ιστορικού πολυομελίτιδας και είναι άνεργος. H αιτούσα λαμβάνει σύνταξη χηρείας ποσού 546,03 ευρώ μηνιαίως. Τα εισοδήματα της αιτούσας διαμορφώθηκαν κατ' έτος ως εξής:

Το οικονομικό έτος 2006 στο συνολικό ποσό των 7.064,61 ευρώ, το οικονομικό έτος 2007 στο συνολικό ποσό των 7.752,30 ευρώ, το οικονομικό έτος 2008 ήταν μηδενικό, το οικονομικό έτος 2009 στο συνολικό ποσό των 5.832,56 ευρώ, το οικονομικό έτος 2011 στο συνολικό ποσό των 7.974,19 ευρώ, το οικονομικό έτος 2012 στο συνολικό ποσό των 7.954,12 ευρώ, το οικονομικό έτος 2013 στο συνολικό ποσό των 7.950,48 ευρώ, το οικονομικό έτος 2014, στο συνολικό ποσό των 6.856,92 ευρώ, το φορολογικό έτος 2014 στο συνολικό ποσό των 6.810,26 ευρώ, το φορολογικό έτος 2015 στο συνολικό ποσό των 6.659,11 ευρώ και το φορολογικό έτος 2016 στο συνολικό ποσό των 6.554,93 ευρώ.

Έχει επίσης στη συγκυριότητα της, στην ίδια ως άνω οικοδομή, σε ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου, α) ένα διαμέρισμα με εσωτερική αρίθμηση B-1, εμβαδού 56,57τμ, καθώς και β) τους χώρους του ισογείου ορόφου που αποτελείται από τους κοινόχρηστους χώρους της εισόδου και του κλιμακοστασίου, με εμβαδόν πυλωτής 62,92τμ. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης η αιτούσα είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη, για τα οποία όφειλε σε κεφάλαιο τόκους και έξοδα: 1) προς την Alpha Bank, την 7-5-2015:

α) από τη με αριθμό ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου, το ποσό των 4.097,12 ευρώ, με μηνιαία δόση 43,30 ευρώ (10% της τελευταίας ενήμερης δόσης 4,33 ευρώ), β) από τη με αριθμό ... σύμβαση, το ποσό των 134.977,73 ευρώ, για το οποίο ενέχεται ως συνοφειλέτρια, με μηνιαία δόση 479,20 ευρώ (10% της τελευταίας ενήμερης δόσης 47,92 ευρώ), γ) από τη με αριθμό ...

σύμβαση, το ποσό των 106.278,53 ευρώ, για το οποίο ενέχεται ως συνοφειλέτρια, με μηνιαία δόση 313,60 ευρώ (10% της τελευταίας ενήμερης δόσης 31,36 ευρώ), 2) προς τη Eurobank, την 5-5-2015, από τη με αριθμό ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου, το ποσό των 32.410,34 ευρώ, με μηνιαία δόση 215,80 ευρώ (10% της τελευταίας ενήμερης δόσης 21,58 ευρώ), 3) προς τη Συνεταιριστική Τράπεζα, την 13-5-2015, από τη με αριθμό ....2007 σύμβαση άμεσης καταναλωτικής πίστης, το ποσό των 9.718,40 ευρώ, με μηνιαία δόση 117,30 ευρώ (10% της τελευταίας ενήμερης δόσης 11,73 ευρώ), 4) προς την Attica Bank, την 26-5-2015, από τη με αριθμό ...

σύμβαση πιστωτικής κάρτας, το ποσό των 2.435,54 ευρώ, με μηνιαία δόση 73,10 ευρώ (10% της τελευταίας ενήμερης δόσης 7,31 ευρώ). Ήτοι, αιτούσα έπρεπε να καταβάλλει στις καθ' ων η αίτηση πιστώτριές της, μηνιαίως το συνολικό ποσό των 1.242,30 ευρώ. Οι μεγαλύτερες δανειακές απαιτήσεις της αιτούσας προς την ALPHA BANK, ποσού 134.977,73 και 106.278,53 ευρώ, αναλήφθηκαν τα έτη 2005 και 2006, όταν τα εισοδήματά της το έτος 2005 (οικονομικό έτος 2006), ανήλθαν μόλις στο ποσό των 7.064,61 ευρώ, (ήτοι 588,71 ευρώ μηνιαίως) και το έτος 2006 (οικονομικό έτος 2007), στο ποσό των 7.752,30 ευρώ (ήτοι 646,02 ευρώ μηνιαίως), οι δε μηνιαίες δόσεις μόνο για αυτές τις απαιτήσεις ανέρχονταν στο ποσό των 792,80 ευρώ.

Υπό τα δεδομένα αυτά, η αιτούσα ήδη κατά το χρόνο ανάληψης των ως άνω δανείων, ήτοι προ της επιγενόμενης κατά τα επικαλούμενα από την αιτούσα μείωσης της σύνταξής της, (η οποία μείωση ας σημειωθεί ότι δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλη αφού κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 6.554,93 ευρώ), αδυνατούσε να αποπληρώνει τις ανωτέρω δανειακές υποχρεώσεις της, αφού το μηνιαίο εισόδημά της , υπολειπόταν των δόσεων που έπρεπε να καταβάλει.

Ως εκ τούτου ακόμη και αν δεν επερχόταν η μεταγενέστερη μείωση της σύνταξής της και πάλι η αιτούσα δεν θα μπορούσε παράλληλα να καλύπτει τις δανειακές της υποχρεώσεις και τα έξοδα διαβίωσής της.

Παρά ταύτα, η αιτούσα συνέχισε να προβαίνει σε δανεισμό και το έτος 2007 σύναψε ένα ακόμη δάνειο (καταναλωτικό) από τη Συνεταιριστική Τράπεζα. Επιπλέον, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, έλαβε ένα καταναλωτικό δάνειο από την ALPHA ΒΑΝΚ, ένα καταναλωτικό δάνειο από την EUROBANK-ERGASIAS και έχει και την προαναφερόμενη οφειλή από πιστωτική κάρτα στην ATTICA ΒΑΝΚ. Εξάλλου, η αιτούσα την 19-2-2009 σύναψε τη σύμβαση του δανείου με την τράπεζα EUROBANK-ERGASIAS, κεφαλαίου 17.900,00 ευρώ, το οποίο σαφώς και γνώριζε κατά τη λήψη του ότι δεν μπορούσε να αποπληρώνει αφού σταμάτησε να πληρώνει τις δόσεις του δανείου αυτού λίγους μήνες αργότερα, ήτοι από τον Ιούλιο του ιδίου έτους και εκδόθηκε εις βάρος της η με αριθ. .../2010 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης ενώ δύο έτη μετά τη λήψη του ως άνω αναφερόμενου δανείου από την Συνεταιριστική Τράπεζα (2007), η τελευταία, δυνάμει της με αριθ. .../2009 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, προέβη σε αναγκαστική κατάσχεση του ακινήτου της αιτούσας λόγω μη αποπληρωμής των οφειλόμενων δόσεων του δανείου.

Συνεπώς, η εκκαλούσα, η οποία εκτέθηκε σε υπερβολικό για το ύψος των εισοδημάτων της δανεισμό, είχε κατά το χρόνο ανάληψης των ως άνω δανείων ενδεχόμενο δόλο ως προς την μη αποπληρωμή των ένδικων τραπεζικών προϊόντων, καθώς είχε συμφωνήσει με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός της, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές της δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών της θα την οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.

H αιτούσα ισχυρίζεται ότι κατά τα έτη 2005 και 2006, οπότε και αναλήφθηκε ο μεγαλύτερος όγκος των δανείων (ήτοι τα δύο προαναφερθέντα δάνεια με αριθμούς σύμβασης ... και ... με πιστώτρια την ALPHA ΒΑΝΚ) εργάζονταν και οι υιοί της Κ. Ο. Γ. και Κ. Ο. Τ., των οποίων το εισόδημα άγγιζε κατά τα έτη εκείνα το ποσό των 1.000,00 ευρώ και ότι συνεισέφεραν κατά το ποσό των 150,00 ευρώ έκαστος και ότι η ίδια κατέβαλλε μόνο το ποσό των 150,00 ευρώ, το οποίο βρισκόταν στις οικονομικές της δυνατότητες.

Ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν κρίνεται πειστικός καθώς ουδόλως ενισχύθηκε από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα και ως εκ τούτου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ'αρχήν από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα ουδόλως αποδείχθηκε ότι η μηνιαία δόση για τις ανωτέρω δανειακές υποχρεώσεις ανέρχεται στο ποσό των 450,00 ευρώ).

Αντιθέτως από την 7-5-2015 κατάσταση οφειλών της ALPHA ΒΑΝΚ, όπου αναγράφεται το 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης, αποδείχθηκε ότι η μηνιαία δόση για αυτές ανέρχονται στο ποσό των 792,80 ευρώ (47,92+31,36 το 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης). Επιπλέον, σύμφωνα με τα προπαρατιθέμενα εισοδήματα των υιών της το μηναίο εισόδημά εκάστου εξ αυτών δεν άγγιζε τα 1.000,00 ευρώ μηνιαίως όπως η ίδια ισχυρίζεται αλλά ως προς τον πρώτο Κ.

Ο. Γ. ανερχόταν στο ποσό των 530,18 ευρώ για το έτος 2005 (συνολικό ετήσιο εισόδημα 6.362,21 ευρώ) και στο ποσό των 833,00 ευρώ για το έτος 2006 (συνολικό ετήσιο εισόδημα 9.996,10 ευρώ) και ως προς τον δεύτερο Κ. Ο. Τ., ανερχόταν στο ποσό των 692,17 ευρώ για το έτος 2005 (συνολικό ετήσιο εισόδημα 8.306,04 ευρώ) και στο ποσό των 650,96 ευρώ (συνολικό ετήσιο εισόδημα 7.811,59 ευρώ).

Αν ήθελε υποτεθεί ότι η μητέρα τους-αιτούσα κατέβαλε το ποσό των 150,00 ευρώ και αυτοί το υπόλοιπο ποσό κατ' ισομοιρίαν, θα έπρεπε έκαστος εξ αυτών να καταβάλλει το ποσό των 321,00 ευρώ και όχι το ποσό των 150,00 ευρώ, όπως εκθέτει η εκκαλούσα. Με δεδομένο μάλιστα ότι ο δεύτερος υιός της που συνοικούσε και συνοικεί μαζί της έχει και αυτός δική του οικογένεια, και είχε υποχρέωση συνεισφοράς στις ανάγκες της οικογένειάς του, θα του απέμενε, μετά την αφαίρεση της δόσης ποσού 321,00 ευρώ, για το έτος 2005 μόνο το ποσό των 371,17 ευρώ μηνιαίως και για το έτος 2006 μόνο το ποσό των 329,69 ευρώ μηνιαίως, με τα οποία (ποσά) θα έπρεπε να καλύψει το ποσό που αντιστοιχεί στην υποχρέωση συνεισφοράς του στις οικογενειακές βιοτικές του ανάγκες, γεγονός που σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν κρίνεται πειστικό.

H ανωτέρω κρίση, ενισχύεται και από την κατάθεση του μάρτυρα της αιτούσας, υιού της, ο οποίος ουδεμία αναφορά κάνει περί καταβολής μέρους του ποσού από τον ίδιο ή τον αδελφό του, αλλά αντίθετα κατέθεσε ότι η μητέρα του "σταμάτησε να πληρώνει το δάνειο το 2008 με 2009".

Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση ο ισχυρισμός της αιτούσας ότι στα δύο δάνεια από την ALPHA BANK ενέχεται ως συνοφειλέτρια μαζί με τους δύο υιούς της , οι οποίοι επίσης συνέβαλλαν κατά το παρελθόν στην αποπληρωμή των δόσεων, αλλά τώρα πλέον αδυνατούν, δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην κατάφαση της εξ αρχής αδυναμίας της (της αιτούσας) να αποπληρώνει τις δανειακές οφειλές της. Τούτο διότι στην παθητική εις ολόκληρον ενοχή, καθένας από τους οφειλέτες έχει την υποχρέωση να την καταβάλει ολόκληρη, ο δε δανειστής να την απαιτήσει μία μόνο φορά (άρθρο 481 AK) και στην προκειμένη περίπτωση, δεν αποδεικνύεται ότι εχώρησε συμφωνία των μερών (δανειστή και οφειλέτη) περί αφέσεως της σε ολόκληρο ενοχής.

Περαιτέρω, λαμβανομένου υπόψη του ύψους της συνολικής δόσης που ανέρχεται στο ποσό των 1.242,30, ακόμη και εάν η αιτούσα έπρεπε να καταβάλλει μόνο το 1Ι3 της οφειλής για τις ως άνω δύο δανειακές υποχρεώσεις της προς την ALPHA BANK, το σύνολο της μηνιαίας δόσης που θα έπρεπε να καταβάλλει ανέρχεται στο ποσό των 713,50 ευρώ, ήτοι ποσό μεγαλύτερο από την τότε μηνιαία σύνταξή της αλλά κατά τη μέγιστη αποτύπωσή αυτής το οικονομικό έτος 2011 που ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 7.974,19 ευρώ, ήτοι 664,51 ευρώ μηνιαίως. Κατόπιν των ανωτέρω, o υπερβολικός δανεισμός της αιτούσας ουδόλως μπορεί να αποδοθεί σε κακό υπολογισμό των οικονομικών της δυνατοτήτων.

Εξάλλου, η αντένσταση συνυπαιτιότητας που προβάλλει η εκκαλούσα κατά της ένστασης αυτής, ισχυριζόμενη ότι οι ήδη εφεσίβλητες πιστώτριες έχουν συνευθύνη και συνυπαιτιότητα καθώς υποχρεούνται να προβαίνουν στον λεγόμενο "υπεύθυνο δανεισμό" των οφειλετών τους και ως εκ τούτου υποχρεούνται να εξετάζουν την πιστοληπτική ικανότητα του κάθε υποψήφιου οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις συμβατικές του υποχρεώσεις, εξυπηρετώντας τις οφειλές του, τυγχάνει απορριπτέα, διότι ο δόλος αποτελεί υποκειμενικό στοιχείο συμπεριφοράς, η κατάφαση ή μη του οποίου δεν μπορεί να κριθεί από τη συμπεριφορά έτερου προσώπου και δη της τράπεζας, αλλά από τη συμπεριφορά του ιδίου του καταναλωτή. Και βεβαίως η τράπεζα οφείλει να αξιολογήσει την πιστοληπτική ικανότητα του υποψηφίου πελάτη της, τυχόν, όμως, παράλειψή της να το πράξει δεν αίρει το δόλο του καταναλωτή, ο οποίος γνωρίζει καλύτερα από τον καθένα την πραγματική οικονομική του κατάσταση και σταθμίζοντας τις συνθήκες επιλέγει ή όχι να συναλλαχθεί με την τράπεζα, παρά την όποια επιθετική τακτική ακολουθήσει η τελευταία.

Εξάλλου, δοθέντος ότι ο δόλος του οφειλέτη, στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του, περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, πράγμα που άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου (...), αλυσιτελώς προβάλλεται από την εκκαλούσα ο ισχυρισμός ότι οι ενιστάμενες τράπεζες δεν επικαλέσθηκαν πραγματικά περιστατικά εξαπάτησης των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, προσκομίζοντας πλαστά στοιχεία ή αποκρύπτοντας υποχρεώσεις της που δεν έχουν καταχωρηθεί στις από τις τράπεζες αξιοποιούμενες βάσεις δεδομένων της οικονομικής συμπεριφοράς του πελάτη τους.

Συνοψίζοντας, η αιτούσα γνώριζε ότι η αδυναμία πληρωμής των χρεών της αποτελούσε, αν όχι βεβαιότητα, ένα ενδεχόμενο, που η πραγμάτωσή του παρουσίαζε αυξημένη πιθανότητα, τόση μάλιστα που να μην δικαιολογεί την πίστη ότι το αποτέλεσμα αυτό μπορεί να αποφευχθεί, έλαβε υπόψη της το ενδεχόμενο της μη εξυπηρέτησης των χρεών της και αφού το στάθμισε, αποφάσισε να συμβληθεί στις συμβάσεις δανείου, καταναλώνοντας τα αναληφθέντα ποσά αυτών και αψηφώντας τις συνέπειες.

Κατόπιν τούτων, αποδεικνύεται ότι η αιτούσα περιήλθε με δική της υπαιτιότητα, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της προς τις πιστώτριές της, δεκτής γενομένης ως βάσιμης κατ' ουσίαν της παραδεκτώς και νομίμως προβληθείσης ενστάσεως περί δόλιας περιέλευσης της εκκαλούσας σε αδυναμία πληρωμής.

Με βάση, λοιπόν, τα προεκτεθέντα, η αιτούσα δεν δικαιούται να υπαχθεί στις ευνοϊκές διατάξεις του Ν. 3869/2010. Ενόψει αυτών, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο κατέληξε στην ίδια κρίση, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και, επομένως, οι σχετικοί λόγοι εφέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας, κρίνοντας ότι ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη από 09.11.2015 αίτησή της περί δικαστικής ρύθμισης των χρεών της, δεχόμενο ως ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση που προέβαλαν οι άνω αναιρεσίβλητες - πιστώτριες τράπεζες περί δόλιας περιέλευσης αυτής σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το άνω, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η αναιρεσείουσα περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών από δικό της δόλο, δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτούν οι ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 και 330 του Α.Κ., τις οποίες συνεπώς, δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό των ανωτέρω διατάξεων και δικαιολογούν την, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, ορθότητα του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος, περί ουσιαστικής αβασιμότητας της ένδικης αίτησης της αναιρεσείουσας για την υπαγωγή του στις ρυθμιστικές διατάξεις του Ν. 3869/2010, κατόπιν παραδοχής, ως ορισμένης, νόμιμης και κατ' ουσίαν βάσιμης, της ένστασης των άνω αναιρεσίβλητων τραπεζών, περί περιέλευσης της αναιρεσείουσας σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων οφειλών της από δικό της δόλο.

Περαιτέρω, το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη ως προς την περιέλευση της αναιρεσείουσας σε αδυναμία αποπληρωμής των δανειακών της υποχρεώσεων από δικό της δόλο, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα, στην πληττόμενη απόφαση αναφέρονται με επάρκεια και σαφήνεια: α) όλα τα τραπεζικά προϊόντα, που έλαβε η αναιρεσείουσα, από καθεμία των αναιρεσίβλητων - πιστωτριών τραπεζών, αντίστοιχα, και τα οποία οφείλει με την ιδιότητα της ως πρωτοφειλέτριας, συνολικού ποσού 307.817,66 ευρώ, β) ο χρόνος, κατά τον οποίο, τα συμφώνησε και τα έλαβε από τα έτη 2005 έως το έτος 2009, γ) τα ετήσια εισοδήματα της αναιρεσείουσας αναλυτικά, καθ' όλα τα κρίσιμα έτη, από τα οικονομικά έτη 2005 έως το φορολογικό έτος 2016, και ιδίως των οικονομικών ετών 2006 ανερχομένου στο ποσό των 7.064,61 ευρώ και 2009, ανερχομένου στο ποσό των 5.832,56 ευρώ, έτη στα οποία η αναιρεσείουσα συνομολόγησε τις ένδικες δανειακές της συμβάσεις με τις πιστώτριες τράπεζες, δ) οι μηνιαίες δόσεις που έπρεπε να καταβάλει που ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 1.242,30 ευρώ, ε) η μη επάρκεια των εισοδημάτων της για την ταυτόχρονη εξυπηρέτηση των δανειακών της υποχρεώσεων και την ταυτόχρονη κάλυψη των βιοτικών της αναγκών, στ) η αδυναμία αποπληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της, ζ) η περιέλευσή της στη μόνιμη αυτή αδυναμία πληρωμής των χρεών της, από δικό της δόλο, διότι συμφώνησε με περισσότερους πιστωτές την απόλαυση διαφόρων τραπεζικών προϊόντων σημαντικού ύψους και δυσανάλογου προς τα εισοδήματά της, προβλέποντας ότι ο υπερδανεισμός της, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές της δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύφος των οφειλών της, θα την οδηγούσε αργά ή γρήγορα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και η) συμπερασματικά, ότι η περιέλευση της αναιρεσείουσας σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της προς τις αναιρεσίβλητες τράπεζες οφείλεται σε δόλο της τελευταίας, καθόσον κατά το χρόνο ανάληψης των επίδικων δανείων, αυτή γνώριζε και πάντως είχε τη δυνατότητα να προβλέψει ότι δεν θα μπορούσε στο μέλλον να τα εξυπηρετήσει.

Επομένως το Εφετείο, διέλαβε σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες ως προς όλα τα ως άνω ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Συνεπώς οι, πρώτος και δεύτερος λόγοι, κατά το οικείο μέρος τους, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ, σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία το Δικαστήριο αυτό δέχθηκε ως αποδεδειγμένα και στα οποία θεμελίωσε την κρίση του ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της ένστασης δόλου, που προβλήθηκε από τις άνω αναιρεσίβλητες - πιστώτριες τράπεζες και τη συνακόλουθη αβασιμότητα της ένδικης αίτησης της αναιρεσείουσας, είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι.

Σε κάθε περίπτωση και ανεξαρτήτως των ανωτέρω, οι εξεταζόμενοι αυτοί αναιρετικοί λόγοι κατά το μέρος που γίνεται επίκληση με αυτούς από την αναιρεσείουσα ότι 1.δεν λήφθηκε υπόψη από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι η αναιρεσείουσα και οι δύο υιοί της τυγχάνουν συνοφειλέτες των ένδικων δανείων, 2. ότι έπρεπε να συνυπολογιστεί το συνολικό μηνιαίο οικογενειακό τους εισόδημα, δηλαδή της αναιρεσείουσας και των υιών της, που το έτος 2005 ανερχόταν στο ποσό των 1.811 ευρώ και το 2006 στο ποσό των 2.130 ευρώ και ότι έκαστος των υιών της είχε μηνιαίο εισόδημα 1.000 ευρώ , γεγονός που εξασφάλιζε την δυνατότητά τους να εξοφλούν τις μηνιαίες δόσεις των δανείων 3.

Ότι η μηνιαία δόση των δανειακών υποχρεώσεων της ανερχόταν στο ποσό των 450 ευρώ και καταβαλόταν από την αιτούσα και τους υιούς της κατ' ίσα μέρη και ότι συνεπώς δεν υφίστατο ούτε αρχικός, αλλά και ούτε επιγενέστερος δόλος, αφού κατά το χρόνο ανάληψης των δανειακών της υποχρεώσεων οι μηνιαίες αποδοχές της ήταν τέτοιες που της επέτρεπαν να ανταποκρίνεται στις δανειακές της υποχρεώσεις. 4.

Ότι ο υπερβολικός δανεισμός της έγινε από κακό υπολογισμό των οικονομικών της δυνατοτήτων και όχι από δόλο της, ενώ στην αδυναμία καταβολής των δόσεων συνέβαλε η διόγκωση της οφειλής της , μέσω της επιβολής υπέρογκων επιτοκίων 5. Ότι η λήψη των δανειακών της υποχρεώσεων έλαβε χώρα όχι από δόλο, αλλά από ανάγκη, λόγω του θανάτου του συζύγου της, για να εξασφαλίσει μία αξιοπρεπή διαβίωση , ενώ η επιγενέστερη μείωση της σύνταξης που ελάμβανε λόγω της οικονομικής κρίσης που ενέσκυψε στην Ελλάδα από το έτος 2009 καθώς και το γεγονός ότι και οι δύο υιοί της βρίσκονται πλέον σε καθεστώς ανεργίας, γεγονότα τα οποία δεν μπορούσε να προβλέψει και αποκλείουν την κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης περί δόλου της κατά τον χρόνο ανάληψης των δανειακών της υποχρεώσεων, 6] ότι δεν έλαβε υπόψη το συντρέχον πταίσμα των αναιρεσίβλητων τραπεζών, επικαλούμενη ότι οι δανείστριες τράπεζες δεν προέβησαν σε υπεύθυνο δανεισμό της, εξετάζοντας την πιστοληπτική ικανότητά της, και συνεπώς οι πιστώτριες τράπεζες είναι συνυπεύθυνες και συνυπαίτιες της οικονομικής της αδυναμίας να εξοφλήσει τις δανειακές της υποχρεώσεις , αποκλείοντας έτσι την δολιότητά της κατά την ανάληψη των δανειακών της υποχρεώσεων, κατά το ανωτέρω μέρος τους, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι και για το λόγο ότι οι περιλαμβανόμενες σε αυτούς, ως άνω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, ανάγονται στην αξιολόγηση, στάθμιση, ανάλυση και εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές, επαρκές και μη αντιφατικό αποδεικτικό του πόρισμα, με τις αιτιάσεις δε αυτές, και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 560 αριθμ. 1 και 6 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων.

Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα).

Στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται, όπως προεκτέθηκε, κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας, γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του παραπάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "... Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 507/2020, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 1208/2017).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-12-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 10/2022 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθμ. 309/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, το οποίο δίκασε ως Εφετείο.

Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ