Legislator Case Law & Legislation
1450/2024 AI generated

Supreme Court dismisses bank's appeal on promotion, ruling it acted in bad faith by skipping the superior employee.

Case Number 1450/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the bank's appeal against a lower court decision regarding an internal promotion. The bank argued the promoted employee lacked sufficient qualifications compared to the applicant, who had served in a union role. The court found the bank acted in bad faith by skipping the applicant during previous promotions and ruled the lower court's decision was legally sound.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648 et seq., 281 of the Civil Code; The employer's right to promote employees is subject to good faith and cannot be exercised arbitrarily when a superior candidate has been previously overlooked.

Keywords

AI generated
bad faith promotion internal selection good faith principle employee hierarchy supreme court appeal labor law civil code

Cited Legislation

AI generated
Article 307 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Articles 573, 106, 176, 191, and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1450 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1450/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Απόστολο Φωτόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά τη δικάσιμο της 27η Οκτωβρίου 2020 εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Ανδρουτσόπουλο, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Π. Δ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Πετρόγλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία είχε καταθέσει προτάσεις στις 23-10-2020.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-8-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2062/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 6390/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 11-2-2019 αίτησή της, η οποία συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 27ης Οκτωβρίου 2020 χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Με την με αριθμό 329/2023 πράξη αφαίρεσης δικογραφιών της Προέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννας Κλάπα - Χριστοδουλέα, από την ορισθείσα εισηγήτρια Αρεοπαγίτη ε.τ. Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και την με αριθμό 358/2023 πράξη του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Πιπιλίγκα ορίσθηκε η ως άνω νέα δικάσιμος για επανάληψη της συζήτησης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Με τη διάταξη του άρθρου 307 εδάφια α και β ΚΠολΔ ορίζεται ότι, αν για οποιοδήποτε λόγο, ο οποίος παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια (...) της γραμματείας του δικαστηρίου.

Η επαναλαμβανόμενη κατά το άρθρο 307 ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί (...) συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση (ΑΠ 32/2023). Στην προκειμένη περίπτωση με την υπ' αριθμό 358/16-11-2023 πράξη του Προέδρου του παρόντος Β2 Τμήματος του Αρείου Πάγου επαναλαμβάνεται νόμιμα η συζήτηση της από 11-2-2019 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1436-112/11-2-2019 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμό 6390/31-12-2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Η αίτηση είχε ορισθεί αρχικά να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 27-10-2020. Οι διάδικοι κατά τη δικάσιμο εκείνη είχαν εκπροσωπηθεί νόμιμα από τους πληρεξουσίους Δικηγόρους τους. Η αναιρεσίβλητη μάλιστα είχε καταθέσει και προτάσεις. Η έκδοση όμως απόφασης δεν κατέστη δυνατή από λόγους που αφορούσαν στο πρόσωπο μέλους της σύνθεσης του Δικαστηρίου και, ειδικότερα, της ήδη συνταξιοδοτηθείσας Εισηγήτριας Αρεοπαγίτη, με συνέπεια η υπόθεση να συζητηθεί εκ νέου στη σημερινή δικάσιμο κατά την οποία η αναιρεσείουσα δεν παρέστη ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ενώ η αναιρεσίβλητη παρέστη με δήλωση της πληρεξουσίας Δικηγόρου της ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης (άρθρα 573 παράγραφος 1 και 242 παράγραφος 2 εδάφιο β ΚΠολΔ).

Η σημερινή δικάσιμος αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση της υπόθεσης (άρθρο 307 εδάφια α και β ΚΠολΔ). Για το λόγο αυτό η ερημοδικία της αναιρεσείουσας κατά τη σημερινή συζήτηση δεν ασκεί έννομη επιρροή (πρβλ. την ΑΠ 936/2018).

2. Με την από 11-2-2019 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1436-112/11-2-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμό 6390/31-12-2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 591 παράγραφος 1, 663, 664 έως 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, πριν αντικατασταθούν από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015 (Φ.Ε.Κ.

Α 87/23-7-2015), επί της από 11-1-2015 [ενν.11-1-2016] και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1432/19-5-2016 έφεσης που είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη κατά της υπ' αριθμό 2062/28-9-2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός διετίας από την κατά τα άνω δημοσίευση της προσβαλλομένης απόφασης, της οποίας δεν προκύπτει επίδοση, και γενικά παραδεκτά (άρθρα 553 παράγραφος 1, 556 παράγραφος 1, 558, 564 παράγραφος 3 και 566 παράγραφος 1 ΚΠολΔ).

Πρέπει συνεπώς να ερευνηθεί και περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παράγραφος 3 ΚΠολΔ). 3. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παράγραφος 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Η ενάγουσα, Π. Δ. του Δ., κάτοικος ..., στην από 26-8-2013 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 115119-4326/4-9-2013 αγωγή της - την οποία απηύθυνε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και έστρεψε κατά της εναγομένης, ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK" και έδρα την Αθήνα- είχε εκθέσει τα εξής:

Ότι στις 8-11-1979 είχε καταρτίσει με την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." και έδρα την Αθήνα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου. Ότι η εναγομένη είναι από 26.4.2000 οιονεί καθολική διάδοχος της αρχικής εργοδότριάς της. Ότι η σύμβασή της μετατράπηκε νόμιμα κατ'εφαρμογή της ΠΥΣ 6/2012 σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Ότι από τότε που προσλήφθηκε προσέφερε προσηκόντως τις υπηρεσίες της τόσο στην αρχική της εργοδότρια, όσο και στη συνέχεια στην εναγομένη. Ότι η βαθμολογική της εξέλιξη διεπόταν από τον οργανισμό προσωπικού της αρχικής της εργοδότριας, ο οποίος είχε καταρτισθεί με την από 11-11-1977 ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας (Φ.Ε.Κ.

Β 1315/1977) που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την υπ' αριθμό 15868/1981 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (Φ.Ε.Κ. 446 Β) και είχε ισχύ νόμου. Ότι ο οργανισμός αυτός διατηρήθηκε σε ισχύ με την από 4-8-1982 ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας που κυρώθηκε με το άρθρο 29 παράγραφος 2 του ν. 1346/1983. Ότι η εναγομένη είχε προβεί σε προαγωγές υπαλλήλων της στο βαθμό του Τμηματάρχη Β' του προσωπικού της κατά τα έτη 2008, 2009, 2010 και 2011, αλλά δεν προήγαγε την ίδια στο συγκεκριμένο βαθμό, μολονότι συγκέντρωνε τις τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις που προβλέπονταν από τον οργανισμό του προσωπικού της για να προαχθεί.

Ότι, αντίθετα, η εναγομένη προήγαγε στο βαθμό που προαναφέρθηκε άλλους ομοιόβαθμους με αυτή υπαλλήλους της τους οποίους ανέφερε ονομαστικά στην αγωγή. Ότι από τη σύγκριση όλων των προσόντων τους προκύπτει ότι η ίδια υπερείχε και μάλιστα καταφανώς από τους συναδέλφους της που είχαν προαχθεί στον επόμενο βαθμό.

Ότι για το λόγο αυτό η εναγομένη, η οποία δεν την είχε προαγάγει στον επόμενο βαθμό, άσκησε στην προκειμένη περίπτωση το διευθυντικό της δικαίωμα κατά τρόπο που υπερβαίνει προφανώς την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματός της και ότι, τέλος, από τις παραλείψεις της αυτές υπέστη προσβολή της προσωπικότητάς της, όπως ειδικότερα ανέφερε στην αγωγή.

Με το ιστορικό αυτό ζήτησε α) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να την προαγάγει στο βαθμό του Τμηματάρχη Β' του προσωπικού της κυρίως από 1-1-2008 και, επικουρικά, από 1-1-2009, επικουρικότερα, από 1-1-2010 και εν πάση περιπτώσει από 1-1-2011, β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σε αυτή ως αποζημίωση τις διαφορές των αποδοχών που θα λάμβανε, αν είχε προαχθεί στον επόμενο βαθμό, με αυτές που λάμβανε έως τότε νομιμότοκα από τότε που το κάθε επιμέρους κονδύλιο είχε καταστεί ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σε αυτή ποσό 10.000 Ευρώ ως χρηματική της ικανοποίηση για την αποκατάσταση της μη περιουσιακής ζημίας την οποία είχε υποστεί από τις παραλείψεις της κατά τις προαγωγές νομιμότοκα από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δίκασε την υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 591 παράγραφος 1 και 663 αριθμός 1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015) και εξέδωσε την υπ' αριθμό 2062/28-9-2015 οριστική απόφαση με την οποία έκρινε την αγωγή παραδεκτή και νόμιμη ως προς τα κύρια αιτήματά της και ως προς το επικουρικό του παρεπομένου αιτήματός της (άρθρα 57, 59, 281, 288, 297, 298, 299, 346, 648 επ., 914 ΑΚ και 70 ΚΠολΔ), ενώ την απέρριψε ως μη νόμιμη ως προς το κύριο αίτημα του παρεπομένου αιτήματός της για καταβολή τόκων από τότε που το κάθε επιμέρους κονδύλιο αποζημίωσης που είχε αιτηθεί με την αγωγή της είχε καταστεί ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, με την αιτιολογία ότι δεν επρόκειτο για μισθολογικές, αλλά για αξιώσεις αποζημίωσης, οι οποίες παράγουν τόκους από την επίδοση της αγωγής, (άρθρα 345 παρ. 1 και 346 ΑΚ).

Το Μονομελές Πρωτοδικείο απέρριψε στη συνέχεια την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη με την παραδοχή ότι η εναγομένη δεν είχε παραλείψει να προαγάγει την ενάγουσα στον επόμενο βαθμό της ιεραρχίας του προσωπικού της κατά κατάχρηση του διευθυντικού της δικαιώματος. Η ενάγουσα άσκησε κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την από 11-1-2015 [εββ. 11-1-2016] και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1432/19-5-2016 έφεση - την οποία απηύθυνε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και έστρεψε κατά της εναγομένης - για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζήτησε να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και να γίνει δεκτή η αγωγή της κατά της εφεσίβλητης-εναγομένης.

Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δίκασε την έφεση αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία που είχε δικάσει και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (άρθρα 591 παράγραφος 1 και 663 αριθμός 1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015) και εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθμό 6390/31-12-2018 τελεσίδικη απόφαση με την οποία δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση με την αιτιολογία ότι η εφεσίβλητη είχε παραλείψει να προαγάγει την ενάγουσα στον επόμενο υπηρεσιακό βαθμό σύμφωνα με τον οργανισμό που διέπει την υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού της κατά κατάχρηση του διευθυντικού της δικαιώματος (ΑΚ 281).

Μετά από αυτό το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει τη αγωγή κατά την κύρια βάση της και α) αναγνώρισε ότι η εναγομένη έπρεπε να είχε προαγάγει την ενάγουσα στο βαθμό του Τμηματάρχη Β' από 1-1-2008, β) υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα ως αποζημίωση τις διαφορές αποδοχών που δικαιούτο, επειδή είχε προαχθεί στον ανώτερο βαθμό, συνολικού ποσού 2.910,42 Ευρώ με τους νόμιμους τόκους από τότε που το κάθε επιμέρους κονδύλιο του ποσού αυτού γινόταν ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και γ) υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της μη περιουσιακής ζημίας την οποία είχε υποστεί από την παράνομη παράλειψη της προαγωγής της ποσό 1.000 Ευρώ νομιμότοκα από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ - που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος - προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από αυτή ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή, όταν, όσα εκτίθενται, δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή, όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται με αποτέλεσμα να αποδυναμώνουν με τον τρόπο αυτό την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 2/2019, Ολ.ΑΠ 9/2016).

Εξ άλλου, σε επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, όπου ισχύει κανονισμός ή οργανισμός προσωπικού με ισχύ νόμου, η παράλειψη προαγωγής εργαζομένου από τον εργοδότη ελέγχεται από τα δικαστήρια με βάση τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή για κατάχρηση δικαιώματος, η οποία στην προκειμένη περίπτωση υφίσταται, όταν κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης, παραλείπεται η προαγωγή εργαζομένου, ο οποίος, ωστόσο, υπερέχει καταφανώς ως προς τα τυπικά και τα ουσιαστικά προσόντα που προβλέπονται από τον κανονισμό ή από τον οργανισμό από άλλον ομοιόβαθμο συνάδελφό του, ο οποίος προήχθη στον επόμενο βαθμό (ΑΠ 126/2022).

Περαιτέρω ο οργανισμός προσωπικού της "ΙΟΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΛΑΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", η οποία είχε έδρα την Αθήνα - την οποία διαδέχθηκε νόμιμα ως οιονεί καθολική της διάδοχος η αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και έδρα την Αθήνα - είχε καταρτισθεί με την από 1-12-1977 ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας, η οποία είχε εκδοθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3239/1955, είχε δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την 49468/10730/7-12-1977 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β` 1315/29-12-1977), είχε κηρυχθεί υποχρεωτική με την 15868/10-7-1981 απόφαση του ίδιου Υπουργού (Φ.Ε.Κ. 446 Β) και είχε αποκτήσει ισχύ νόμου, διότι περιείχε κανονιστικές διατάξεις (ΑΠ 54/2017).

Ο οργανισμός αυτός διατηρήθηκε σε ισχύ με την από 4-8-1982 ε.σ.σ.ε., η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 29 παρ. 2 του ν. 1346/1983. Από τις διατάξεις των άρθρων 3, 4, 9, και 10 παρ.2, 6,8 και 13 του οργανισμού που προαναφέρθηκε προκύπτει ότι οι προαγωγές των υπαλλήλων της "ALPHA BANK" για πλήρωση κενών οργανικών θέσεων από το βαθμό του βοηθού Τμηματάρχη και άνω ενεργούνται από το διοικητικό της συμβούλιο - μετά από εισήγηση της διεύθυνσης - μόνον κατ' εκλογή και εφόσον ο υπάλληλος που κρίνεται για προαγωγή συμπλήρωσε τριετή ευδόκιμη υπηρεσία στον προηγούμενο βαθμό.

Το αρμόδιο όργανο για τις προαγωγές αποφασίζει με ελεύθερη κρίση μετά από εκτίμηση των ουσιαστικών και τυπικών προσόντων κάθε υποψηφίου για προαγωγή υπαλλήλου. Τα προσόντα αυτά προκύπτουν από τα έγγραφα που υπάρχουν στον προσωπικό υπηρεσιακό φάκελο κάθε εργαζομένου. Λαμβάνεται, ειδικότερα, υπόψη η ειδικότητα του υπαλλήλου, οι εκθέσεις ποιότητας, η επιμέλεια, η ικανότητα, η επάρκεια στην άσκηση των καθηκόντων του, οι τίτλοι σπουδών που κατέχει, το ήθος και η συμπεριφορά που επιδεικνύει τόσο έναντι των συναδέλφων του, όσο και του κοινού (ΑΠ 61/2004).

Η προαγωγή περαιτέρω του εργαζομένου σε ανώτερο βαθμό της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης θεωρείται βελτίωση των όρων παροχής εργασίας του εργαζομένου και διακρίνεται σε μισθολογική και βαθμολογική. Η μισθολογική προαγωγή συνίσταται στη χορήγηση μισθολογικών παροχών, ενώ η βαθμολογική στην προώθηση και εξέλιξη του μισθωτού σε ανώτερη ιεραρχική βαθμίδα της επιχείρησης.

Η βαθμολογική προαγωγή είναι α) είτε προαγωγή κατ' αρχαιότητα, οπότε χορηγείται κατά κανόνα με κριτήριο το χρονικό διάστημα κατά το οποίο παρέμεινε ο εργαζόμενος στο βαθμό που κατέχει σε συνδυασμό πιθανόν και με ευδόκιμη υπηρεσία σε αυτόν, είτε β) προαγωγή κατ' εκλογή. Η προαγωγή κατ' εκλογήν γίνεται με επιλογή μεταξύ όσων εργαζομένων συγκεντρώνουν τις τυπικές προϋποθέσεις, αλλά θεωρούνται περισσότερο κατάλληλοι για να προαχθούν σε κενές οργανικές θέσεις του επόμενου βαθμού μετά από αξιολόγηση και σύγκριση των προσόντων τους.

Οι κενές αυτές θέσεις μπορεί να είναι λιγότερες από τον αριθμό των υποψηφίων για την κάλυψή τους. Το δικαίωμα προαγωγής, η διαδικασία και οι προϋποθέσεις για τη χορήγησή της προβλέπονται είτε στον κανονισμό εργασίας, είτε στον οργανισμό κατάστασης προσωπικού του εργοδότη, είτε, σπανιότερα, σε συλλογική ή σε ατομική σύμβαση εργασίας.

Ο εργοδότης, ωστόσο, κατά την άσκηση του διευθυντικού του δικαιώματος είναι πιθανό να προαγάγει συγκεκριμένο εργαζόμενο σε ανώτερη θέση και παραλείψει άλλον, μολονότι ο μισθωτός που παραλείφθηκε υπερείχε καταφανώς ως προς τα τυπικά και τα ουσιαστικά προσόντα από τον εργαζόμενο που κατέλαβε την ανώτερη θέση στην επιχείρηση.

Στην περίπτωση αυτή η απόφαση του εργοδότη μπορεί να ελεγχθεί ως καταχρηστική σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ, όταν στην προκειμένη περίπτωση συντρέχουν περιστάσεις, οι οποίες σε συνδυασμό με την πρόδηλη υπεροχή του εργαζομένου που παραλείφθηκε κατά τις προαγωγές, καθιστούν την επιχειρηματική αυτή επιλογή του εργοδότη προφανώς αντίθετη με τις επιταγές της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του διευθυντικού του δικαιώματος (ΟλΑΠ 25/2003).

Τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για τη σύγκριση είναι, ενδεικτικά, τα εξής: α) η γενική αρχαιότητα, η οποία όμως δεν είναι αποφασιστικό κριτήριο ιδιαίτερα σε κρίσεις κατ' απόλυτη εκλογή, διότι στις περιπτώσεις αυτές έχουν μεγαλύτερη σημασία τα ουσιαστικά προσόντα (ΑΠ 615/2018, ΑΠ 94/2018, ΑΠ 304/2001, ΑΠ 1742/2001), β) η ειδική αρχαιότητα, δηλαδή η αρχαιότητα στο βαθμό που κατείχε ο εργαζόμενος, πριν κριθεί για προαγωγή (ΑΠ 1371/2011, ΑΠ 1003/2001, ΑΠ 1804/2011, ΑΠ 1338/2005), γ) οι τίτλοι σπουδών, επειδή η κατοχή τους αποτελεί ισχυρή ένδειξη ότι ο μισθωτός που παραλείφθηκε κατά τις προαγωγές έχει ανώτερο μορφωτικό επίπεδο από εκείνον που προήχθη, μολονότι δεν κατείχε τέτοιους τίτλους, με συνέπεια ο κάτοχος τίτλων σπουδών να θεωρείται κατά τεκμήριο ότι μπορεί να αντεπεξέλθει αποτελεσματικότερα στα καθήκοντα ανώτερης θέσης, αν μάλιστα οι τίτλοι σπουδών είναι συναφείς με το αντικείμενο της ανώτερης θέσης εργασίας του (ΑΠ 94/2018, ΑΠ 246/2015, ΑΠ 621/2008), δ) η βαθμολογία που είχαν λάβει ο μισθωτός που προήχθη από εκείνον που παραλείφθηκε από τα αρμόδια όργανα ελέγχου της επιχείρησης τα οποία αξιολογούν την ποσοτική και ποιοτική απόδοσης των εργαζομένων σε αυτή και συντάσσουν τα φύλλα ελέγχου (ΑΠ 944/2019, ΑΠ 246/2015, ΑΠ 257/2011, ΑΠ 419/2010, ΑΠ 1579/2001, ΑΠ 375/1998), ε) η άσκηση από τον μισθωτό υπευθύνων καθηκόντων, διότι εκφράζει την εμπιστοσύνη του εργοδότη στις ικανότητες και στα προσόντα του υπαλλήλου, όπως και την επάρκεια και εμπειρία του να ανταποκριθεί σε υπεύθυνα καθήκοντα, ο χρόνος ανάθεσης και η ποιότητα, ποικιλία, σημασία και πολυπλοκότητα των συγκεκριμένων καθηκόντων (ΑΠ 1045/2018, ΑΠ 615/2018, ΑΠ 94/2018, ΑΠ 1003/2001, ΑΠ 375/1998), στ) οι ηθικές αμοιβές (ΑΠ 1589/2010, ΑΠ 419/2010), ζ) η γενικότερη επιστημονική δραστηριότητα (ΑΠ 2/1998), η) η επιμόρφωση και η παρακολούθηση σεμιναρίων (ΑΠ 615/2018, ΑΠ 94/2018) θ) η γνώση ξένων γλωσσών (ΑΠ 615/2018, ΑΠ 94/2018, ΑΠ 511/1998).

Η ύπαρξη πειθαρχικών ποινών σε κρίσιμο χρόνο για την προαγωγή λαμβάνεται υπόψη (ΑΠ 713/1996), πράγμα που σημαίνει ότι αναγνωρίζεται η υπεροχή του μισθωτού που δεν έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά έναντι εκείνου που τιμωρήθηκε. Η κρίση για τη νομιμότητα της προαγωγής προκύπτει από τη γενική αξιολόγηση και από τη συνολική σύγκριση των προσόντων των μισθωτών.

Τα ουσιαστικά μάλιστα προσόντα έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα από τα τυπικά (ΑΠ 615/2018, ΑΠ 971/2017). Η υπεροχή ως προς τη βαθμολογία στα φύλλα ποιότητας ή ως προς το στοιχείο της υπηρεσιακής αρχαιότητας είναι δυνατό να αντισταθμίζονται από την εμπειρία και τις ιδιαίτερες ικανότητες του υπαλλήλου ( ΑΠ 615/2018, ΑΠ 94/2018, ΑΠ 1742/2001, ΑΠ 304/2001, ΑΠ 1650/1991).

Τέλος, το άρθρο 20 της από 4-8-1982 ΣΣΕ "Περί των όρων αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των Τραπεζών" που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 601/19-8-1982 τ. Β' ), με την 18617/1982 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, κυρώθηκε με το άρθρο 29 παρ. 2 του Ν. 1346/1983 και έχει ισχύ νόμου, ορίζει ότι: "Απαλλάσσονται από την υπηρεσία της Τράπεζας, με υπόδειξη του οικείου Συλλόγου, για τη διεκπεραίωση των υποθέσεων των Συλλόγων δυνάμεως της ΟΤΟΕ:

α) Ο Πρόεδρος του Δ.Σ. για συλλόγους μέχρι 250 μέλη, β) Για συλλόγους με 251 μέχρι 500 μέλη, ο Πρόεδρος και ο Γενικός Γραμματέας, γ) Για Συλλόγους πάνω από 500 μέλη μέχρι 5.000 μέλη απαλλάσσεται με υπόδειξη του οικείου Συλλόγου ένα συνδικαλιστικό στέλεχος ανά 500 μέλη. Υπόλοιπο μελών από 251 και πάνω αντιστοιχεί στην απαλλαγή ενός ακόμα συνδικαλιστικού στελέχους δ)....

Ο χρόνος απόσπασης των συνδικαλιστών λογίζεται ως ευδόκιμη υπηρεσία". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, ανάλογα με την αριθμητική δύναμη των συνδικαλιστικών οργανώσεων που υπάγονται στην ΟΤΟΕ, απαλλάσσονται από την υποχρέωση να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στην Τράπεζα, ο πρόεδρος, ο γενικός γραμματέας και τα λοιπά μέλη του Δ.Σ.

της πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης και αποσπώνται σε αυτή. Ο χρόνος κατά τον οποίο οι συνδικαλιστές αυτοί παρέχουν τις υπηρεσίες τους στην συνδικαλιστική οργάνωση θεωρείται ως ευδόκιμη υπηρεσία και λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό του χρόνου που απαιτείται για προαγωγή στον ανώτερο βαθμό.

Με τη διάταξη αυτή δεν ορίζεται ότι τα καθήκοντα που ασκεί ο συνδικαλιστής είναι υπέρτερα από τα καθήκοντα που ασκεί μη συνδικαλιστής συνάδελφος του, εργαζόμενος στην Τράπεζα, αλλά εναπόκειται στο δικαστήριο της ουσίας, συγκρίνοντας τα καθήκοντα αυτά, να κρίνει ποια από αυτά είναι υπέρτερα και περισσότερο υπεύθυνα, δηλαδή αν υπερέχουν τα καθήκοντα που ασκεί ο συνδικαλιστής από τα καθαρώς τραπεζικά καθήκοντα που ασκεί ο συγκρινόμενος με αυτόν συνάδελφος του (ΑΠ 971/2017, σχετ.

ΑΠ 224/2003 ). Εξ άλλου ο εναγόμενος-εργοδότης μπορεί να αρνηθεί την αγωγή του εργαζομένου με την οποία ο τελευταίος διώκει την αναγνώριση του δικαιώματος προαγωγής αυτού σε επόμενο βαθμό, με τον ισχυρισμό ότι ο ενάγων-εργαζόμενος δεν συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις που προβλέπονταν από τον κανονισμό ή από τον οργανισμό για να προαχθεί στον επόμενο βαθμό και, επιπλέον, ότι, ακόμη και αν τις συγκέντρωνε, δεν υπερείχε έναντι οποιουδήποτε από τους εργαζομένους που είχαν προαχθεί.

Ο εναγόμενος όμως μπορεί να επικαλεσθεί, επιπλέον, ότι άλλος ή άλλοι υπάλληλοι που επίσης δεν προήχθησαν υπερείχαν ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι του ενάγοντος με συνέπεια, ακόμη και αν δεν είχαν προαχθεί όσοι εργαζόμενοι αναφέρονται στην αγωγή προς σύγκριση, ο ενάγων δεν θα προαγόταν σε καμιά περίπτωση, διότι θα προάγονταν οπωσδήποτε οι ομοιόβαθμοι μη προαχθέντες συνάδελφοί του, επειδή υπερείχαν έναντί του ως προς τα προσόντα τους.

Ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί διακωλυτική ένσταση και η παραδοχή της οδηγεί στην απόρριψη της αγωγής ως ουσιαστικά αβάσιμης (Ολ.ΑΠ 14/1998, ΑΠ 944/2019, ΑΠ 685/2017). Στο μοναδικό λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648 επ., 281 ΑΚ και του άρθρου 10 παρ. 2 του οργανισμού του προσωπικού της, ο οποίος έχει ισχύ τυπικού νόμου και υπέπεσε συνεπώς στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμός - ορθώς - 19 του ΚΠολΔ με αποτέλεσμα να πρέπει να αναιρεθεί, επειδή περιέχει ασαφείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Η αναιρεσείουσα επικαλείται ειδικότερα ότι η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη υπερείχε και μάλιστα καταφανώς ως προς τα τυπικά και τα ουσιαστικά προσόντα συγκεκριμένου, άλλου, υπαλλήλου της, ο οποίος είχε προαχθεί στον επόμενο βαθμό, με ασαφείς, ωστόσο, παραδοχές ως προς το αν η αναιρεσίβλητη - που είχε παραλειφθεί κατά τις προαγωγές - υπερείχε καταδήλως έναντι του συναδέλφου της ως προς την αρχαιότητα, ως προς τις γνώσεις, ως προς την υπηρεσιακή επάρκεια και εμπειρία και ως προς την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων στα καταστήματά της στα οποία προσέφερε τις υπηρεσίες της.

Η αναιρεσείουσα προσθέτει ότι με τις ασαφείς αυτές παραδοχές που διέλαβε το Μονομελές Εφετείο στην αναιρεσιβαλλομένη καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων που προαναφέρθηκαν, όπως ειδικότερα αναφέρει στο αναιρετήριο. Το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση (άρθρο 561 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ) δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής:

«(...) αποδείχθηκαν τα ακόλουθα (...): Η ενάγουσα [ήδη αναιρεσίβλητη] προσλήφθηκε στις 8-11-1979 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ως υπάλληλος του Λογιστικού Κλάδου από την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα της Ελλάδος", της οποίας καθολική διάδοχος είναι η εναγόμενη Τράπεζα [ήδη αναιρεσείουσα] με συγχώνευση δια της απορροφήσεως (που εγκρίθηκε με την Κ2- 5127/25-4-2000 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 2590/26-4-2000 τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), και εξελίχθηκε βαθμολογικά μέχρι το βαθμό του Υποτμηματάρχη.

Είναι απόφοιτος Λυκείου, γνωρίζει άριστα την αγγλική γλώσσα (είναι κάτοχος τίτλου "Proficiency") και έχει παρακολουθήσει κατά τη διάρκεια μέχρι τον χρόνο των επίδικων προαγωγών ένδεκα (11) επιμορφωτικά σεμινάρια. Μονιμοποιήθηκε στο Λογιστικό Κλάδο και εξελίχθηκε βαθμολογικά στο βαθμό του Βοηθού Λογιστή από 1-1-1984, του Λογιστή Β' από 1-1-1988, του Λογιστή Α' από 1-1-1990 και του Βοηθού Τμηματάρχη /Υποτμηματάρχη από 1-7-1992.

Υπηρέτησε συνεχώς στο κατάστημα Βόλου της εναγόμενης ως υπάλληλος στα Τμήματα Κίνησης Κεφαλαίων, Εμπορικό, Καταθέσεων και ως teller έως την αποχώρησή της την 1-1-2012, λόγω συνταξιοδότησης. Δικαίωμα υπογραφής Β' της χορηγήθηκε προσωρινά από 26-7-1999 έως 6-8-1999 και από 18-10-1999 έως 22-10-1999. Κατά τα κρίσιμα πριν από τις επίμαχες προαγωγικές κρίσεις έτη, βαθμολογήθηκε από την εναγόμενη για τα έτη 2000 έως και 2004 με μέσο όρο βαθμολογίας 6,9 (σε κλίμακα βαθμολογίας 1-10) και για τα έτη 2004 και επόμενα με τελικό επίπεδο αξιολόγησης "ικανοποιητικό", ενώ δεν έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά.

Κατά τις προαγωγικές κρίσεις της συνεδρίασης της 30-9-2008 με valeur από 1-1-2008 (πράξη 57/30-9-2008 του Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγομένης) για την πλήρωση κενών θέσεων στο βαθμό του Τμηματάρχη Β' η ενάγουσα παραλείφθηκε να προαχθεί στο βαθμό αυτό, ενώ προήχθησαν, μεταξύ άλλων, οι προτεινόμενοι προς σύγκριση συνάδελφοί της (...) και Π.

Μ.. [Ο προαχθείς] είχε τα ακόλουθα προσόντα: (...) προσλήφθηκε στις 12-2-1979, ανήκει στον Λογιστικό Κλάδο και προήχθη στο βαθμό του Υποτμηματάρχη από 1-7-2000. Είναι απόφοιτος εξαταξίου γυμνασίου και γνωρίζει μέτρια την αγγλική γλώσσα, ενώ δεν προκύπτει ότι έχει παρακολουθήσει σεμινάρια. Με την πρόσληψή του τοποθετήθηκε στη Διεύθυνση Νομικών Υπηρεσιών και από 8-4-1980 τοποθετήθηκε στη Διεύθυνση Κεντρικού Καταστήματος, στο Τμήμα Συναλλάγματος της Υποδιεύθυνσης Καταθέσεων Συναλλάγματος.

Στη συνέχεια τοποθετήθηκε στο Τμήμα Διεκπεραίωσης του Καταστήματος Στοάς και από 26-10-1983 τοποθετήθηκε υπάλληλος στη Τμήμα Λογιστηρίου του Καταστήματος Γλυφάδας, ενώ από 20-10-1991 είναι στη διάθεση του Συλλόγου Προσωπικού της εναγόμενης Τράπεζας, από 12-7-1993 δε στη διάθεση του Ταμείου Υγείας των Υπαλλήλων της, ενώ ο ίδιος είχε αναπτύξει συνδικαλιστική δράση.

Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι ενόψει της ανωτέρω απασχόλησής του στον Σύλλογο Προσωπικού και στο Ταμείο δεν αξιολογήθηκε για τα έτη 1994 και έκτοτε, εφόσον δεν ασκούσε τραπεζικά καθήκοντα. Από την συγκριτική αντιπαράθεση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ενάγουσας με αυτά του ανωτέρω προαχθέντος συνάδελφου της προκύπτει υπεροχή της ενάγουσας στη γενική και ειδική αρχαιότητα και στα σεμινάρια.

Επίσης, η ίδια υπερέχει στην άσκηση υπευθύνων τραπεζικών καθηκόντων, καθόσον ο προαχθείς συνάδελφός της άσκησε τέτοια καθήκοντα μέχρι το έτος 1991, οπότε τέθηκε στη διάθεση του Συλλόγου Προσωπικού και στη συνέχεια του Ταμείου Υγείας των Υπαλλήλων της Τράπεζας ενώ η ενάγουσα ασκούσε συνεχώς τραπεζικά καθήκοντα, προσδίδοντας σ' αυτή τα στοιχεία της γνώσης και της εμπειρίας σ' αυτά.

Ως προς την αξιολόγηση δεν μπορεί να γίνει σύγκριση δεδομένου ότι για τον συγκρινόμενο δεν συντάσσονταν δελτία αξιολόγησης λόγω της απασχόλησής του σε μη τραπεζικά καθήκοντα από το 1991. Πρέπει, βέβαια, να σημειωθεί, ότι, σύμφωνα με το άρθρο 20 εδ. δ' της από 4-8-1982 ΣΣΕ μεταξύ της ΟΤΟΕ και Τραπεζών, ο χρόνος της απόσπασης των συνδικαλιστών από την υπηρεσία της Τράπεζας λογίζεται ως ευδόκιμη υπηρεσία και τα καθήκοντα του ανωτέρω δεν είναι κατώτερα ενόψει της θέσεώς του, αφού εκπροσωπεί όλους τους συναδέλφους του και διαπραγματεύεται με τη διοίκηση της Τράπεζας για όλα τα οικονομικά και θεσμικά τους προβλήματα.

Η συνδικαλιστική του δραστηριότητα, εξάλλου δεν μπορεί να αποτελέσει ανασχετικό παράγοντα της βαθμολογικής εξέλιξης του υπαλλήλου, όμως, δεν του προσδίδει υπεροχή έναντι της ενάγουσας, αν δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη υπεροχή του ως προς άλλα στοιχεία (...). Στην προκειμένη όμως, περίπτωση, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η συνδικαλιστική δραστηριότητα του συγκρινόμενου δεν συνοδεύεται από άλλα στοιχεία υπεροχής έναντι της ενάγουσας.

Επομένως, η ενάγουσα υπερείχε του ανωτέρω συγκρινόμενου, η δε υπεροχή της ήταν καταφανής και συνεπώς η κρίση του αρμοδίου προαγωγικού συμβουλίου της εναγόμενης Τράπεζας ήταν κατάφωρα άδικη και η παράλειψή της ήταν προφανώς αντίθετη προς τις αρχές της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (...).

Το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δέχθηκε, ειδικότερα, ότι α) ο συγκρινόμενος υπάλληλος υπερείχε της αναιρεσίβλητης ως προς τη γενική αρχαιότητα κατά εννέα (9) μήνες, διότι είχε προσληφθεί από τη δικαιοδόχο της εναγομένης στις 12-2-1979, ενώ η ίδια είχε καταρτίσει με αυτή σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στις 8-11-1979 [και όχι, όπως από προφανή παραδρομή αναγράφεται, ότι προκύπτει υπεροχή της ενάγουσας (και) ως προς την γενική αρχαιότητα] , β) και οι δύο είχαν εξελιχθεί απρόσκοπτα έως και το βαθμό του Υποτμηματάρχη της εναγομένης, πλην όμως γ) η αναιρεσίβλητη είχε προαχθεί στον βαθμό του Υποτμηματάρχη από 1.1.1992, ενώ ο συγκρινόμενος υπάλληλος προήχθη στον εν λόγω βαθμί από 1.7.2000, με συνέπεια η αναιρεσίβλητη να υπερέχει αυτού ως προς την ειδική αρχαιότητα κατά 8,5 έτη, δ)η αναιρεσίβλητη γνώριζε άριστα την αγγλική γλώσσα, κατείχε μάλιστα και δίπλωμα "Proficiency", ενώ ο συγκρινόμενος υπάλληλος γνώριζε μέτρια την αγγλική γλώσσα, ε) η αναιρεσίβλητη είχε παρακολουθήσει ένδεκα (11) επιμορφωτικά σεμινάρια επί των αντικειμένων της εργασίας της, ενώ ο συγκρινόμενος δεν είχε παρακολουθήσει κανένα, στ) η αναιρεσίβλητη υπηρετούσε διαρκώς σε θέσεις ευθύνης της αναιρεσείουσας, ενώ ο συγκρινόμενος είχε υπηρετήσει και σε υποδεέστερες θέσεις, όπως στο τμήμα διεκπεραίωσης του καταστήματος Στοάς της αναιρεσείουσας, ζ) η αναιρεσίβλητη παρείχε ανελλιπώς τις υπηρεσίες της στην τράπεζα σε αμιγώς τραπεζικά καθήκοντα, ενώ ο συγκρινόμενος υπάλληλος από 20-10-1991 είχε τεθεί στη διάθεση του συλλόγου του προσωπικού της και από 12-7-1993 και εφεξής στη διάθεση του ταμείου υγείας των υπαλλήλων της, χωρίς όμως να προσφέρει πραγματικά εργασία στις υπηρεσίες εκείνες, διότι είχε εκλεγεί μέλος συνδικαλιστικών οργανώσεων του προσωπικού της τράπεζας και ασκούσε διαρκώς συνδικαλιστικά καθήκοντα και η) ότι για το λόγο αυτό ο συγκρινόμενος συνάδελφος της αναιρεσίβλητης από το έτος 1994 δεν αξιολογήθηκε ως υπάλληλος της τράπεζας, όπως αντίθετα η αναιρεσίβλητη, η οποία κατά τα κρίσιμα πριν την προαγωγή της έτη η υπηρεσιακή της απόδοση χαρακτηριζόταν γενικά "ικανοποιητική".

Η αναιρεσιβαλλομένη μάλιστα απόφαση δέχεται, ειδικότερα, ότι, μολονότι ο συγκρινόμενος υπάλληλος προσέφερε ευδόκιμη υπηρεσία στα συνδικαλιστικά όργανα του προσωπικού της τράπεζας, είχε απομακρυνθεί πλήρως από τα τραπεζικά του καθήκοντα, με συνέπεια να υπολείπεται ως προς την υπηρεσιακή επάρκεια της αναιρεσίβλητης, διότι δεν διέθετε άλλα προσόντα τα οποία θα μπορούσαν να θεμελιώσουν υπεροχή του έναντί της.

Το Μονομελές Εφετείο επομένως δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη υπερείχε και μάλιστα πρόδηλα έναντι του συγκρινόμενου ομοιοβάθμου υπαλλήλου της αναιρεσείουσας ως προς τα ουσιαστικά προσόντα και ότι για το λόγο αυτό η αναιρεσείουσα, η οποία την είχε παραλείψει κατά τις προαγωγές στο βαθμό του Τμηματάρχη Β' του προσωπικού της, άσκησε στην προκειμένη περίπτωση το διευθυντικό της δικαίωμα προφανώς αντίθετα με την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματός της (άρθρο 281 ΑΚ).

Η αναιρεσιβαλλομένη επομένως απόφαση διέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση ζήτημα ότι η αναιρεσίβλητη - η οποία είχε παραλειφθεί κατά τις προαγωγές στον επόμενο βαθμό της ιεραρχίας του προσωπικού της αναιρεσείουσας - υπερείχε καταφανώς από τον εν λόγω ομοιόβαθμο συνάδελφο της που είχε προαχθεί στον ανώτερο βαθμό.

Το Μονομελές Εφετείο επομένως με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 648 επ., 281 ΑΚ και 10 παρ. 2 του οργανισμού προσωπικού της αναιρεσείουσας, ο οποίος έχει ισχύ νόμου, και συνεπώς δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με το μοναδικό λόγο της αναίρεσής της, ο οποίος για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί και τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις - μετά από νόμιμο και βάσιμο αίτημά της - πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, η οποία ηττήθηκε στη δίκη (άρθρα 573 παράγραφος 1, 106, 176 παρ. 1 , 191 παρ. 2 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-2-2019 και με αύξοντα αριθμό πράξης κατάθεσης 1436-112/11-2-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμό 6390/31-12-2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, το ύψος των οποίων ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2024.

Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Οκτωβρίου 2024.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ