Legislator Case Law & Legislation
1450/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal on client fee damages and orders payment of 86,595.12 euros plus costs.

Case Number 1450/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece accepted the appeal regarding client fee damages and ordered the defendant to pay 86,595.12 euros plus interest. The court found the plaintiff's claim valid because the defendant failed to prove the specific value of remaining clients or the exact loss of orders after the business relationship ended. Consequently, the court dismissed the defendant's arguments and ruled in favor of the plaintiff on the specific issue of client fee compensation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 580(3) last paragraph and 570(2) of the Code of Civil Procedure; When an appeal overturns a decision remitted after a first appeal, the Supreme Court decides the merits without remittal, and if the appeal succeeds on part of the claim, the court rules on that specific issue while keeping the case for further proceedings.

Keywords

AI generated
client fee damages business relationship termination client list valuation loss of orders Supreme Court appeal merits determination legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 580(3) last paragraph of the Code of Civil Procedure
Article 570(2) of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1450 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1450/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη-Εισηγητή, Μαρί Δεργαζαριάν και Παναγιώτη Βενιζελέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του καλούντος - εκκαλούντος: Κ. Α. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κουτσούκη, ο οποίος ανακάλεσε την από 17-1-2021 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Της καθής η κλήση - εφεσίβλητης: εταιρείας με την επωνυμία "..." ως καθολικής διαδόχου λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση της εταιρείας "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Λιβιεράτο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-4-2010 αγωγή του ήδη καλούντος - εκκαλούντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5266/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 1639/2013 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1441/2015 απόφαση του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 1639/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της και παρέπεμψε την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτείτο από άλλους δικαστές.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2320/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 6-12-2017 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 765/2019 απόφαση του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 2320/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και κράτησε την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιόν του, σε δικάσιμο που θα οριζόταν με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων. Η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 2-9-2019 κλήση του καλούντος.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω, ορίστηκε δε Εισηγητής ο Αρεοπαγίτης Γεώργιος Αυγέρης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις συνδυασμένες διατάξεις, του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και ορίζει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος "δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης.

Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα", της παραγράφου 2 του άρθρου 570 ΚΠολΔ, κατά την οποία "νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας" και της παρ.2 του άρθρου 581 του ίδιου Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015 σύμφωνα με την οποία "η υπόθεση συζητείται στο δικαστήριο της παραπομπής μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις, κατά το άρθρο 524 παράγραφος 1 εδάφιο β` ΚΠολΔ", προκύπτουν τα εξής:

Σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση, ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει ο ίδιος την υπόθεση κατ` ουσίαν λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί όμως αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής, έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δεν νοείται, υπό την ισχύ των προαναφερόμενων διατάξεων, ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης, αλλά στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα.

Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ` ουσία την υπόθεση, οφείλει να τηρεί και τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 581 παρ.2 και 570 παρ.2 του ΚΠολΔ, συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 524 παράγραφος 1 εδάφιο β` ΚΠολΔ και αφού μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις.

Μπορεί, δηλαδή, να προβληθούν από τους διαδίκους στον Άρειο Πάγο, με κρίσιμη χρονική αφετηρία την μετά την αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης, κατ` ουσία νέοι ισχυρισμοί, υπό τους περιορισμούς των άρθρων 527 και 269 παρ.2 ΚΠολΔ, ή και να ασκηθούν από τον εκκαλούντα πρόσθετοι λόγοι έφεσης υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 520 παρ.2 ΚΠολΔ.

Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο, από τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ.3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, υποχρέωσης για εκδίκαση, μετά από δεύτερη αναίρεση, της υπόθεσης κατ` ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης, μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης, ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 581 παρ.1 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή (ΑΠ 2225/2014, ΑΠ 87/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει η ακόλουθη διαδικαστική διαδρομή της υπόθεσης: Με την από 28.4.2010 αγωγή του ο ενάγων (αναιρεσείων), επικαλούμενος ότι μεταξύ αυτού και της εναγόμενης (αναιρεσίβλητης) είχε καταρτιστεί σύμβαση αποκλειστικής διανομής από τον ενάγοντα των προϊόντων της εναγόμενης σε συγκεκριμένες περιοχές της Αττικής, η ισχύς της οποίας έληξε στις 31.12.2009 άλλως στις 14.1.2010, ζήτησε, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη υποχρεούται να του καταβάλει:

α) το ποσό των 357.377,10 ευρώ, άλλως των 214.426,26 ευρώ, άλλως των 71.457,42 ευρώ, άλλως των 35.737,71 ευρώ, για διαφυγόντα κέρδη, κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις, κυρίως, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 1 του ν.146/1977 και 297, 298 ΑΚ και, επικουρικά ή κατά συρροή, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 18 του ιδίου ως άνω νόμου (πρώην 2α του ν.703/1977) και 297 και 298 ΑΚ, των άρθρων 281, 288, 914 και 919 ΑΚ και, επικουρικότερα, με βάση την ενδοσυμβατική ευθύνη, λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας, β) το ποσό των 86.595,12 ευρώ ως αποζημίωση πελατείας, με το νόμιμο τόκο από 1.1.2010, άλλως από 15.1.2010, επόμενη ημέρα της λύσης της σύμβασης, διαφορετικά, από την επίδοση της αγωγής, με βάση το άρθρο 9 παρ.1 του π.δ.219/1991, σε συνδυασμό με το άρθρο 14 παρ.4 του ν.3557/2007 και γ) το ποσό των 100.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις, κυρίως με βάση τις διατάξεις των άρθρων 18 παρ.2 του ν.146/1914, 914 και 932 ΑΚ και επικουρικά, κατά τις διατάξεις των άρθρων 281, 914, 919 και 932 ΑΚ 57 και 59 ΑΚ, 101 της ΣΛΕΕ και 1,2 του ν.703/1977, άλλως των άρθρων 102 της ΣΛΕΕ και 2 του 703/1977.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 5266/2011 οριστική του απόφαση, απέρριψε την αγωγή. Κατά της παραπάνω απόφασης, εκδόθηκε, μετά την άσκηση της από 29.3.2012 έφεσης του ενάγοντος, η 1639/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που δέχθηκε τα εξής: Ότι οι ένδικες συμβάσεις φέρουν τον χαρακτήρα της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, στην οποία έχουν εφαρμογή τα άρθρα 8 και 9 του Π.Δ/τος 219/19911991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", ότι πρόκειται για μία ενιαία συμβατική σχέση, αόριστης διάρκειας, στην οποία εφαρμόζονται, αναλογικά, οι διατάξεις του άρθρου 8 του άνω Π.Δ/τος (219/1991), όσον αφορά την καταγγελία της σύμβασης, ότι η καταγγελία που έλαβε χώρα εξαιτίας της επιχειρούμενης αυτής μεταβολής, η οποία θα είχε άμεση έννομη συνέπεια στον μετέπειτα τρόπο λειτουργίας της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης, ανάγεται σε υπαιτιότητα της εναγόμενης.

Ότι ο ενάγων, λόγω της ως άνω άκαιρης διακοπής της ένδικης σύμβασης, από υπαιτιότητα της εναγομένης, δικαιούται αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη, τα οποία, με βάσιμη πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα αποκόμιζε κατά το επόμενο μετά τη λύση της σύμβασης εξάμηνο, και η οποία αποζημίωση ανέρχεται στο ποσό των 35.737,71 ευρώ.

Ότι, αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, κατά τη διάρκεια της επίδικης σύμβασης εξασφάλισε νέους πελάτες στην εναγομένη, ούτε ότι προήγαγε, σημαντικά, τις υποθέσεις της τελευταίας, με τους υπάρχοντες πελάτες, με συνέπεια να μη δικαιούται την αιτούμενη αποζημίωση πελατείας, και επίσης ότι δεν αποδείχθηκε ότι η διακοπή της σύμβασης από την εναγομένη έλαβε χώρα κατά κατάχρηση δικαιώματος, ούτε ότι η εναγομένη κατείχε δεσπόζουσα θέση στην ελληνική αγορά και ότι προέβη σε καταχρηστική εκμετάλλευση αυτής της θέσης, έναντι του ενάγοντος, με πρακτικές και ενέργειες που περιόριζαν τον ανταγωνισμό, καθώς και ότι η ίδια προέβη στην καταγγελία της σύμβασης, κατά καταχρηστική εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης του ενάγοντος από αυτήν, κατά παράβαση του άρθρου 18α ν. 146/1914, και.

τέλος, ότι δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη με την καταγγελία της σύμβασης έβλαψε το μέλλον, τη φήμη και την υπόσταση του ενάγοντος ως επιχειρηματία. Κατόπιν άσκησης αίτησης αναίρεσης από τον εκκαλούντα- ενάγοντα, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1441/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, που ανήρεσε την παραπάνω απόφαση του Εφετείου για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), κατά το μέρος της που αφορούσε το κεφάλαιο της αγωγής του αναιρεσείοντος για αναγνώριση της υποχρεώσεως της αναιρεσίβλητης προς καταβολή αποζημίωσης πελατείας και έτσι η υπόθεση παραπέμφθηκε, κατά το μέρος αυτό, στο ίδιο ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Στη συνέχεια, εκδόθηκε η 2320/2017 απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής (Εφετείου Αθηνών), το οποίο, αφού δέχθηκε την από 29.3.2012 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 5266/2011 απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά μερική παραδοχή της αγωγής του αναιρεσείοντος, αναγνώρισε ότι η αναιρεσίβλητη οφείλει να του καταβάλει ως αποζημίωση πελατείας το ποσό των 50.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης ο εκκαλών - αναιρεσείων άσκησε, και πάλι, αίτηση αναίρεσης, η οποία έγινε δεκτή με την 765/2019 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, το οποίο έκρινε ότι το Εφετείο υπέπεσε στις από τους αριθ.1 και 19 του άρθρου 559 πλημμέλειες, καθόσον παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δίκαιου αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 π.δ./τος ν.219/1991.

Ειδικότερα, έκρινε, ότι το Εφετείο παραβίασε την ως άνω διάταξη "Ευθέως μεν, διότι, λαμβάνοντας υπόψη ως <περίσταση> που καθιστά δίκαιη την αποζημίωση πελατείας, την επιδίκαση στον αναιρεσείοντα του ποσού των 35.737,71 ευρώ, για ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας του, σύμφωνα με τις διατάξεις του κοινού δικαίου, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της εν λόγω διάταξης, εφόσον η αποζημίωση πελατείας εξυπηρετεί διαφορετικό σκοπό από αυτή της προβλεπόμενης από την περαιτέρω ζημία και οφείλεται σωρευτικά με αυτή.

Εκ πλαγίου δε, διότι, σε σχέση με τον υπολογισμό της αποζημίωσης πελατείας, διέλαβε στο αποδεικτικό του πόρισμα ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής της ίδιας διάταξης. Ειδικότερα, δεν καθίσταται σαφές αν την αναφερόμενη ρήτρα μη ανταγωνισμού του αναιρεσείοντος για ένα έτος μετά τη λύση της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης, το Εφετείο, εκτίμησε ως περίσταση αυξητική του ποσού της αποζημίωσης πελατείας, ως όφειλε, αφού αντιφατικά στην αρχή του συλλογισμού του αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι λαμβανομένης υπόψη αυτής, πρέπει να επιδικαστεί στον αναιρεσείοντα αποζημίωση ίση με το ανώτατο όριο της αποζημίωσης, ήτοι με τον μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε κατά τα τελευταία πέντε έτη λειτουργίας της σύμβασης, ύψους 86.595,12 ευρώ, ενώ τελικώς καταλήγει στην αναγνώριση μικρότερου ποσού.

Περαιτέρω, η παραδοχή του Εφετείου, ότι "οι απωλεσθείσες προμήθειες του αναιρεσείοντος με βάση τις προμήθειες του τελευταίου της συνεργασίας των διαδίκων έτους ανέρχονται στο ποσό των 71.475,41 ευρώ", είναι το μεν ασαφής, εφόσον το ποσό αυτό ταυτίζεται με αυτό της απωλεσθείσας αμοιβής του αναιρεσείοντος κατά το τελευταίο έτος της συνεργασίας των διαδίκων, το δε ανεπαρκής, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει ουσιαστική παραδοχή για το χρονικό διάστημα μετά τη λύση της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης, κατά το οποίο θα εξακολουθούσε να αντλεί ωφέλειες η αναιρεσίβλητη, με αντίστοιχη απώλεια της προμήθειας του αναιρεσείοντος, και ειδικότερα δεν έχει ουσιαστική παραδοχή για τα περιεχόμενα στην ένδικη αγωγή του τελευταίου πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν την ένδικη αξίωσή του, όσον αφορά τον υπολογισμό του καθοριστικού παράγοντα για την αποζημίωση πελατείας, της απώλειας των προμηθειών του, ότι δηλαδή η αναιρεσίβλητη θα εξακολουθούσε να αντλεί οφέλη από τους πελάτες που της εισέφερε για τα επόμενα πέντε τουλάχιστον έτη, με αποτέλεσμα να απωλέσει προμήθειες ύψους 357.377,05 ευρώ (71475,41Χ5) και μετά από αφαίρεση ενός ποσοστού 20% λόγω φύρας πελατείας και 15% λόγω συμβολής του σήματος, ύψους, τελικά, 232.295,08 ευρώ".

Ενόψει αυτών, αναιρέθηκε και η ανωτέρω απόφαση του Εφετείου κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιο. Επομένως, εφόσον αναιρέθηκε η απόφαση του δικαστηρίου παραπομπής, νόμιμα φέρεται, με την από 2.9.2019 κλήση του εκκαλούντος- ενάγοντος (αναιρεσείοντος), προς περαιτέρω κατ' ουσία συζήτηση η από 29.3.2012 έφεση αυτού κατά της 5266/2011 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 28.4.2010 αγωγής του (αναιρεσείοντος), μετά την έκδοση επ' αυτής των προαναφερόμενων 1441/2018 και 765/2019 αποφάσεων του Αρείου Πάγου, με τις οποίες αναιρέθηκαν, για τους διαλαμβανόμενους σ' αυτές λόγους, οι επί της ένδικης έφεσης εκδοθείσες 1639/2013 και 2320/2017 αντίστοιχα αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών.

Η έφεση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ.495, 499, 511, 518, 520 ΚΠολΔ), παραδεκτά δε φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, εφόσον πρόκειται περί αναίρεσης απόφασης δικαστηρίου που δίκασε μετά από αναίρεση προηγούμενης απόφασης (άρθρ.580 παρ.3 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ).

Συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της, κατά τα διαγραφόμενα από τις παραπάνω αναιρετικές αποφάσεις όρια (άρθρα 579, 580 παρ.3, 4, 581 παρ.2 ΚΠολΔ). Κατά τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 1 του π.δ./τος 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, και έχουν αναλογική εφαρμογή και στην περίπτωση αποκλειστικής διανομής, εφόσον συντρέχουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις προς τούτο (ΟλΑΠ 16/2013), ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται, μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, αποζημίωση, εάν κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς, εφόσον, με βάση όλες τις περιστάσεις και ιδιαίτερα τις προμήθειες, που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος από τις υποθέσεις με τους ίδιους πελάτες, σε συνδυασμό και με την τυχόν ρήτρα μη ανταγωνισμού, παρίσταται ως δίκαιη η καταβολή της αποζημίωσης, η οποία κατά ποσό δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με τον μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση τον μέσο όρο της εν λόγω περιόδου.

Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι η αποζημίωση πελατείας είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής, που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της ως ένα είδος εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, που προσομοιάζει με την αποζημίωση για διαφυγόν κέρδος με στοιχεία παράλληλα και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Η αξίωση αυτή γεννιέται όταν συντρέξουν σωρευτικά όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί με τη σχετική αγωγή του και να αποδείξει ο εμπορικός αντιπρόσωπος, δηλαδή απαιτείται: α) η εισφορά νέων πελατών ή η σημαντική προαγωγή των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, β) η διατήρηση και μετά την λύση της σύμβασης ουσιαστικών ωφελειών για τον αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και γ) η καταβολή της αποζημίωσης να είναι δίκαιη με βάση όλες τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης.

Ως εισφορά νέων πελατών νοείται η προσέλκυση από τη δραστηριότητα του εμπορικού αντιπροσώπου νέων πελατών, δηλαδή πελατών, που δεν υπήρχαν προηγουμένως, ως σημαντική δε προαγωγή των υποθέσεων με υπάρχοντες πελάτες νοείται η ασυνήθιστη αύξηση του κύκλου των εμπορικών συναλλαγών μ' αυτούς. Διατήρηση δε των ουσιαστικών ωφελειών του αντιπροσωπευόμενου από υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς (νέους ή παλαιούς), υπάρχει, όχι μόνο όταν επιβιώνουν τυχόν διαρκείς συμβάσεις που είχε καταρτίσει με τρίτους ο διανομέας, αλλά και όταν, έστω και κατά τρόπο έμμεσο, όπως συμβαίνει στην περίπτωση ορισμού νέου αντιπροσώπου για την ίδια περιοχή, υπάρχει εν δυνάμει πελατεία με την προοπτική κέρδους για τον αντιπροσωπευόμενο, με την εκμετάλλευση του γνωστού στον αντιπροσωπευόμενο πελατολογίου του προηγούμενου διανομέα, δεν έχει δε σημασία το γεγονός ότι τα συμβατικά προϊόντα είναι επώνυμα και ως εκ τούτου γνωστά στο καταναλωτικό κοινό, λόγω και διαφημιστικών ενεργειών του αντιπροσωπευόμενου, στο πλαίσιο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας για την προώθηση των πωλήσεων των προϊόντων αυτών, αφού οι ενέργειες αυτές του αντιπροσωπευόμενου, όταν μάλιστα γίνονται χωρίς αναφορά στην επιχείρηση του αντιπροσώπου, δεν αποσκοπούν στη με τη μεσολάβηση συγκεκριμένου αντιπροσώπου διάθεση αυτών, αλλά γενικώς στην αύξηση της ζήτησης των προϊόντων αυτών.

Ούτε επίσης έχει έννομη σημασία η κατ' επιλογή του αντιπροσωπευόμενου μη συνέχιση της εμπορικής συνεργασίας με τους πελάτες (νέους ή παλαιούς) που είχε προσελκύσει ο αντιπρόσωπος- διανομέας, όπως συμβαίνει στην περίπτωση που ο αντιπροσωπευόμενος, δεν όρισε για την ίδια περιοχή αποκλειστικό αντιπρόσωπο ή διανομέα, αφού στην περίπτωση αυτή η υπάρχουσα κατά τη λύση της σύμβασης δυνατότητα του αντιπροσωπευόμενου να συνεχίσει τη συνεργασία του με τους πελάτες του αντιπροσώπου ακυρώνεται με τη βούληση του αντιπροσωπευόμενου (ΑΠ 1154/2021, ΑΠ 765/2019, ΑΠ 709/2018, ΑΠ 1766/2009).

Περαιτέρω, από την προβλεπόμενη στην παράγραφο 1 στοιχ. α` του άρθρου 9 αποζημίωση πελατείας, διαφέρει η διαλαμβανόμενη στο στοιχείο γ` της ίδιας παραγράφου, αξίωση για ανόρθωση της ζημίας, η οποία δεν είναι παρά η αξίωση της αποζημίωσης του κοινού δικαίου, την οποία έχει ενδεχομένως ο εμπορικός αντιπρόσωπος.

Για τη γένεση της τελευταίας αυτής αξίωσης του εμπορικού αντιπροσώπου απαιτείται υπαίτια παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων του αντιπροσωπευόμενου ή τέλεση εκ μέρους του αδικοπραξίας. Η εν λόγω αποζημίωση οφείλεται επιπλέον της αποζημίωσης πελατείας και περιλαμβάνει τόσο τη θετική, όσο και την αποθετική ζημία.

Επομένως, ο εμπορικός αντιπρόσωπος, όπως και ο αποκλειστικός διανομέας, δικαιούται σωρευτικά τόσο την αποζημίωση πελατείας, όσο και την αποζημίωση του κοινού δικαίου, η οποία προϋποθέτει βέβαια την πρόκληση από την αντισυμβατική ή αδικοπρακτική συμπεριφορά του εντολέα ζημίας στον εμπορικό αντιπρόσωπο ή το διανομέα (ΑΠ 101/2018,165/2015).

Συνεπώς, δεν μπορεί η επιδίκαση στον αντιπρόσωπο ή αποκλειστικό διανομέα αυτής της αποζημίωσης του κοινού δικαίου, να συνιστά "περίσταση" λαμβανόμενη υπόψη για την προς τα άνω ή κάτω διορθωτική επέμβαση του δικαστηρίου στον υπολογισμό της αποζημίωσης πελατείας. Εξάλλου, η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ποσό της δίκαιης αποζημίωσης πελατείας ανήκει στη διακριτική ευχέρειά του και δεν ελέγχεται αναιρετικά, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, οπότε και δεν νοείται εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου (Ολ.ΑΠ 15, 16/2013).

Αντίθετα, ελέγχεται αναιρετικά για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση της ανωτέρω διάταξης το ουσιαστικό αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή μη των προαναφερόμενων προϋποθέσεων και κριτηρίων γένεσης της αξιώσεως για αποζημίωση πελατείας (ΑΠ 765/2019, ΑΠ 1596/2017). Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται τα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τον εκκαλούντα α) με αριθμό 168/11.1.2011 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Κ.

Κ., ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, που λήφθηκε ύστερα από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευσης της εφεσίβλητης (βλ την 1801ΖΧ/5.1.2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ. Έ.) και β) με αριθμό 715/17.1.2017 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Σ. Κ., ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, που λήφθηκε ύστερα από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εφεσίβλητης (βλ.

την 2479/11.1.2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ε. Έ.) και απ' όλα τα έγγραφα, που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εναγομένη- εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." (εφεξής ...), πρώην "....ΕΛΛΑΣ ΑΕ"} που αποτελεί καθολική διάδοχο με εξαγορά των μετοχών της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", χωρίς καμία μεταβολή της νομικής της προσωπικότητας, δραστηριοποιείται στον τομέα παραγωγής παγωτών υπό το σήμα "..." και "...", τα οποία διανέμει στην Ελλάδα μέσω δικτύου συνεργατών της.

Ο ενάγων είναι αποκλειστικός διανομέας της εναγομένης από το έτος 1987, αρχικά ως εκπρόσωπος της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...", στην οποία είχε παραχωρηθεί, δυνάμει σχετικής σύμβασης με τη δικαιοπάροχο της εναγομένης "..." το δικαίωμα αποκλειστικής διανομής των προϊόντων της και από 1.1.1997 ως φυσικό πρόσωπο, κατόπιν μεταβίβασης της σύμβασης αυτής με τη συναίνεση της εναγομένης στην ατομική του επιχείρηση, στις περιοχές Ηλιούπολης και Βύρωνα Αττικής, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων ενιαύσιας και διετούς διάρκειας μέχρι το έτος 2000.

Την 1.11.2000 συνήφθη όμοια γραπτή σύμβαση μεταξύ του ενάγοντος και της δικαιοπαρόχου της εναγομένης διάρκειας μέχρι 31.10.2003, η οποία ανανεώθηκε με την από 1.11.2003 όμοια σύμβαση διάρκειας μέχρι 31.10.2006, που παρατάθηκε μέχρι 31.12.2006 και στη συνέχεια, υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων η από 1.1.2007 σύμβαση τριετούς διάρκειας, ήτοι μέχρι 31.12.2009.

Λίγο πριν τη λήξη αυτής υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων η από 1.9.2009 ιδίου με την προηγουμένη περιεχομένου σύμβαση, διάρκειας από 1.1.2010 έως 31.12.2012, η οποία, όπως και η προηγουμένη διεπόταν από έντυπους "γενικούς όρους συνεργασίας", που αποτελούσαν αναπόσπαστο τμήμα αυτών. Με τις ανωτέρω συμβάσεις, ο ενάγων είχε αναλάβει την κατ' αποκλειστικότητα διανομή και διάθεση των προϊόντων της εναγομένης στις συγκεκριμένες περιοχές ή στους πελάτες, που θα του υποδείκνυε η εναγομένη, σύμφωνα με τους εμπορικούς όρους και οδηγίες της τελευταίας, η οποία από μέρους της είχε αναλάβει την υποχρέωση να μην πωλεί και διαθέτει, με οποιοδήποτε τρόπο, σε τρίτους τα προϊόντα της στην περιοχή ή στους πελάτες, που παραχώρησε στον ενάγοντα.

Σύμφωνα με τις συμβάσεις, ο ενάγων διατηρούσε μία ανεξάρτητη επιχείρηση, συναλλασσόμενη με τους τρίτους στο δικό του όνομα, με δικό του επιχειρηματικό κίνδυνο, δικαιούμενος να χρησιμοποιεί τα ανωτέρω εμπορικά σήματα της εναγομένης, ενώ ήταν υποχρεωμένος να μην παράγει, πωλεί και διαθέτει, καθ' οιονδήποτε τρόπο, στη διάρκεια της σύμβασης, προϊόντα ανταγωνιστικά των συμβατικών και γενικά να μη λειτουργεί ανταγωνιστικά προς την εναγομένη.

Η αμοιβή του, για τη διαμεσολαβητική του αυτή δραστηριότητα, μέχρι την 31.12.2006 ανερχόταν, για μεν τις πωλήσεις σε μικρούς πελάτες (στους οποίους οι πωλήσεις γίνονταν τοις μετρητοίς) σε ποσοστό 9,5 % επί της προ ΦΠΑ αξίας των αγορών, για δε τους μεγάλους, επί πιστώσει, πελάτες (αλυσίδες υπεραγορών), σε ποσοστό 5% επί της προ ΦΠΑ αξίας των αγορών.

Με τις δύο τελευταίες συμβάσεις (από 1.1.2007 και από 1.9.2009), η αμοιβή του ορίστηκε σε ποσοστό 7% επί του καθαρού πραγματοποιούμενου τζίρου, πλέον 0,55 ευρώ και από 1.1.2010 πλέον 0,59 ευρώ ανά κιβώτιο φόρτωσης, με επιπλέον "πριμ", για την επίτευξη ορισμένων στόχων πωλήσεων. Η συνεργασία μεταξύ των διαδίκων, καθ' όλη τη διάρκειά της, λειτούργησε ως εξής:

Ο ενάγων, ο οποίος διέθετε την απαιτούμενη υποδομή και κεφάλαια για τη διανομή και διάθεση των προϊόντων (παγωτών) της εναγομένης, δηλαδή δικό του φορτηγό αυτοκίνητο, εφοδιασμένο με ισόθερμο ψυκτικό θάλαμο και ψυκτικό μηχάνημα, υπαλληλικό προσωπικό και δικά του μηχανογραφικά- ηλεκτρονικά μέσα, παραλάμβανε, καθημερινά, τις πρώτες πρωινές ώρες το φορτηγό αυτοκίνητο, από τις εγκαταστάσεις του εργοστασίου της εναγομένης, το οποίο η τελευταία είχε επαρκώς και κατάλληλα εφοδιάσει με τα προϊόντα της.

Η ποσότητα και το είδος αυτών προσδιορίζονταν την προηγούμενη ημέρα, ανάλογα με τις διαπιστωμένες από τον ενάγοντα ανάγκες των σημείων πώλησης που αυτός εξυπηρετούσε. Κατά την παραλαβή τους ο ενάγων κατέβαλλε στην εναγομένη το τίμημα των εμπορευμάτων, μειωμένο κατά το πιο πάνω ποσοστό της συμφωνηθείσας αμοιβής του και εξέδιδε στο όνομά του τα σχετικά δελτία παραγγελίας.

Για τους μεγάλους, επί πιστώσει, πελάτες, ο ενάγων παρέδιδε στην εναγομένη τις επιταγές (ή άλλα αξιόγραφα) που οι πελάτες αυτοί εξέδιδαν χάριν πληρωμής του οφειλόμενου και πιστωθέντος τιμήματος, στο τέλος δε κάθε μήνα γινόταν εκκαθάριση. Ακολούθως, ο ενάγων εκτελούσε το προκαθορισμένο δρομολόγιο, προς τα σημεία λιανικής πώλησης, όπου μεταπωλούσε τα προϊόντα της εναγομένης, στην αξία που τα είχε αγοράσει, προσαυξανόμενη με το ανωτέρω ποσοστό της αμοιβής του, εκδίδοντας στο όνομά του αντίστοιχα μηχανογραφημένα τιμολόγια πώλησης- δελτία αποστολής, μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή και εκτυπωτή που ήταν εγκατεστημένοι στο Ι.Χ.Φ.

αυτοκίνητο- ψυγείο. Με τον τρόπο αυτό η εναγομένη καθόριζε τις τιμές μεταπώλησης και γνώριζε, ανά πάσα στιγμή, τις πωλούμενες ποσότητες σε κάθε λιανοπωλητή. Μετά το πέρας κάθε ημερήσιου δρομολογίου, ο ενάγων επέστρεφε το φορτηγό αυτοκίνητο στις εγκαταστάσεις της εναγομένης, προκειμένου αυτό να φορτωθεί με τα προς πώληση προϊόντα της επόμενης ημέρας.

Ο ίδιος ήταν υποχρεωμένος να φέρει στο φορτηγό του τα χρώματα και σήματα της προμηθεύτριας εναγομένης, να διακινεί τα εμπορεύματα αποκλειστικά στις ανωτέρω περιοχές, να τηρεί καθήκον εχεμύθειας και να έχει ως στόχο να διαθέτει τις οριζόμενες με βάση σχετικές εγκυκλίους της εναγομένης ποσότητες εμπορευμάτων, τον οποίο στόχο αν επιτύγχανε θα αμειβόταν με πρόσθετη αμοιβή (πριμ), να επισκέπτεται τους λιανοπωλητές επιθεωρώντας τα σημεία πώλησης, την ορθή λειτουργία τους, την επάρκεια των αποθεμάτων τους, την καλή εμφάνιση και κατάσταση τους και εν γένει να προωθεί τα συμφέροντα της προμηθεύτριας του.

Η εναγομένη καταχωρούσε στο μηχανογραφικό της σύστημα, με τον κωδικό του ενάγοντος, όλους τους πελάτες αυτού, τις τιμές μεταπώλησης και τους κωδικούς των εμπορευμάτων. Με βάση τα παραπάνω, οι ένδικες συμβάσεις φέρουν τον χαρακτήρα της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, στην οποία έχουν εφαρμογή τα άρθρα 8 και 9 του Π.Δ/τος 219/19911991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, εφόσον ο ενάγων:

α) έφερε ο ίδιος τον επιχειρηματικό κίνδυνο της επιχείρησης του (βλ. σχετικό σημείο της σύμβασης όπου γίνεται λόγος ότι ο ανωτέρω φέρει τα κάθε λογής έξοδα της επιχείρησης του, έξοδα απόκτησης, κίνησης, ασφάλισης του αυτοκινήτου, αμοιβές για ασφάλιση προσωπικού κλπ), β) είχε υποχρέωση εχεμύθειας και μη ανταγωνισμού ακόμα και για ένα έτος μετά την λύση της σύμβασης, γ) είχε δική του επιχείρηση που συντηρούσε με δικές του δαπάνες, ενταγμένος, ωστόσο, κατά τα ανωτέρω στο δίκτυο διανομής της εναγόμενης, δ) είχε υποχρέωση να διακινεί τα προϊόντα της σε γεωγραφικά οριοθετημένη, κατά τα ανωτέρω περιοχή, ε) το αυτοκίνητό του έφερε αποκλειστικά χρώματα και σήματα της εναγόμενης και στ) προμηθευόταν αποκλειστικά από την εναγόμενη τα εμπορεύματα του, η δε αμοιβή του συνίστατο στην διαφορά μεταξύ της τιμής αγοράς και της τιμής μεταπώλησης αυτών, για τα οποία μάλιστα και εξέδιδε τιμολόγια στο όνομά του.

Εξάλλου, από την εκτίμηση του περιεχομένου των άνω συμβάσεων προκύπτει ότι στην πραγματικότητα λειτούργησε μία μακροχρόνια σχέση αορίστου χρόνου, κατά την διάρκεια της οποίας καταρτίζονταν μεταξύ των διαδίκων "αλυσιδωτές", μερικότερες συμβάσεις ορισμένου χρόνου, με ταυτόσημο ή κυρίως ίδιο περιεχόμενο, χωρίς να αποτελούν κάθε φορά αντικείμενο διαπραγμάτευσης, μεταξύ των μερών, όλοι οι διέποντες τη συνεργασία τους ουσιώδεις συμβατικοί όροι, αλλά εξακολουθούσαν να ισχύουν, κατά βάση, οι περιεχόμενοι (όροι) στις προγενέστερες συμβάσεις, οι οποίες τροποποιούνταν με τις μεταγενέστερες σε ορισμένα μόνο σημεία.

Το γεγονός ότι κάθε φορά που καταρτίζονταν οι μεταγενέστερες συμβάσεις διεξάγονταν διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών και τροποποιούταν το ύψος της αμοιβής του ενάγοντος διανομέα, δεν προσδίδει, αυτό και μόνο, στις μερικότερες συμβάσεις αυτοτέλεια ως νέων συμβάσεων ορισμένου χρόνου, αφού πρόκειται για τροποποίηση μεμονωμένου συμβατικού όρου, ενώ καθ` όλη τη διάρκεια της μακρόχρονης συνεργασίας των διαδίκων εξακολουθούσαν να ισχύουν, κατά τα λοιπά, οι ίδιοι ουσιώδεις συμβατικοί όροι, που περιέχονταν στις προγενέστερες συμβάσεις.

Επομένως, πρόκειται για μία ενιαία συμβατική σχέση, αόριστης διάρκειας, στην οποία εφαρμόζονται, αναλογικά, οι διατάξεις του άρθρου 8 του άνω Π.Δ/τος (219/1991), όσον αφορά την καταγγελία της σύμβασης. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τον Οκτώβριο του έτους 2009 και ενώ ο ενάγων είχε υπογράψει την από 1.9.2009 σύμβαση, η οποία είχε ίδιο περιεχόμενο με την προηγούμενη (από έτους 2007 σύμβαση) η εναγομένη του γνωστοποίησε προφορικά, όπως και σε άλλους διανομείς, ότι από 1.1.2010 θα άλλαζε το σύστημα της συνεργασίας τους και ότι πλέον αυτός θα παραλαμβάνει τα εμπορεύματα επί παρακαταθήκη στην αρχή κάθε ημέρας χωρίς να προκαταβάλει την αξία τους και στο τέλος κάθε ημέρας θα της αποδίδει τις εισπράξεις, οπότε και θα γινόταν η εκκαθάριση της αμοιβής του.

Ο ενάγων, αρνούμενος να συμμορφωθεί στην ανωτέρω αλλαγή, με την από 8.1.2010 εξώδικη δήλωση του, που κοινοποιήθηκε αυθημερόν στην εναγομένη (βλ. την 10592ΣΤ/8.1.2010 έκθεση επίδοση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Έ.), διαμαρτυρήθηκε (μαζί με τους διανομείς Α. Λ. και Σ. Κ.). για την αλλαγή του τρόπου λειτουργίας της μεταξύ τους σύμβασης, θεωρώντας ότι η εναγομένη επιχείρησε να μεταβάλει το καθεστώς της συνεργασίας τους, επιβάλλοντας σ` αυτόν να λειτουργεί πλέον όχι ως αποκλειστικός διανομέας αλλά ως παραγγελιοδοχικός αντιπρόσωπος και δήλωσε ότι επιθυμούσε να συνεχίσει τη συνεργασία τους μόνο με το μέχρι τότε ισχύον καθεστώς.

Η εναγομένη με την από 12.1.2010 εξώδικη απάντησή της (επιδοθείσα στον ενάγοντα την 14.1.2010) δήλωσε ότι δεν μεταβλήθηκε η νομική φύση της συνεργασίας τους, η οποία σύμφωνα με αυτή δεν είχε ποτέ το χαρακτήρα της αποκλειστικής διανομής και ότι επρόκειτο για ορθότερη φορολογική προσέγγιση που προτάθηκε και έγινε αποδεκτή από τους περισσότερους συνεργάτες της.

Συγχρόνως κάλεσε τον ενάγοντα εντός δύο ημερών να συνεχίσει την εκτέλεση της σύμβασης, διαφορετικά η άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας θα συνιστούσε αδικαιολόγητη άρνησή του για λόγους που βαρύνουν αποκλειστικά τον ίδιο. Τέλος ο ενάγων με την από 14.1.2010 εξώδικη δήλωση με διαμαρτυρία, που κοινοποίησε στην εναγομένη στις 19.1.2010, δήλωσε ότι μετά την παραπάνω εξώδικη απάντησή της και την εμμονή της στην εφαρμογή του νέου συστήματος, θεωρεί ότι αυτή (εναγομένη) έλυσε τη μεταξύ τους σύμβαση αποκλειστικής συνεργασίας από υπαιτιότητά της.

Από το περιεχόμενο των παραπάνω εξώδικων δηλώσεων των διαδίκων μερών προκύπτει ότι ο ενάγων κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση για το λόγο ότι η εναγομένη επιχείρησε να μεταβάλει ουσιωδώς τους ισχύοντες μέχρι τότε όρους λειτουργίας της (σύμβασης) καθιστώντας αυτόν παραγγελιοδοχικό αντιπρόσωπο. Αν και δεν τήρησε τις προβλεπόμενες στο άρθρο 8 παρ.4 του π.δ.219/1991 για την άσκηση της καταγγελίας προθεσμίες, πλην όμως η μη τήρηση τους οφείλεται στη συνδρομή έκτακτων περιστάσεων (παρ.8 του άρθρου 8 του ίδιου π.δ) που συνίσταται εν προκειμένω στην επιχειρούμενη από την εναγομένη μονομερή (χωρίς συμφωνία) μεταβολή των όρων λειτουργίας της σύμβασης κατά το βάσιμο περί τούτο ισχυρισμό του.

Η καταγγελία, που έλαβε χώρα εξαιτίας της επιχειρούμενης αυτής μεταβολής, η οποία θα είχε άμεση έννομη συνέπεια στον μετέπειτα τρόπο λειτουργίας της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης, ανάγεται συνακόλουθα σε υπαιτιότητα της εναγομένης. Τα ανωτέρω κρίθηκαν με δύναμη δεδικασμένου με την 1639/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δεν επλήγη ως προς τις άνω κρίσεις της από την 1441/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, καταστάσασα ούτως αμετάκλητη ως προς το ζήτημα της μεταξύ των διαδίκων σχέσεως, ήτοι ότι αυτοί συνδέονταν με σύμβαση αποκλειστικής διανομής αορίστου χρόνου και ως προς την υπαιτιότητα της εναγομένης για την καταγγελία και λύσης της σύμβασης αυτής.

Ενόψει των ανωτέρω, ο ενάγων, λόγω της ως άνω άκαιρης διακοπής της ένδικης σύμβασης από υπαιτιότητα της εναγομένης, δικαιούται αποζημίωση πελατείας. Συγκεκριμένα, αποδείχθηκε, ότι καθ` όλη τη διάρκεια της μακροχρόνιας ως άνω από το έτος 1987 σύμβασης, ο ενάγων κατέβαλλε σοβαρές και κοπιώδεις προσπάθειες για την προώθηση και εδραίωση των προϊόντων της εναγομένης.

Μέσω, δε, της εμπορικής του δραστηριότητας, η οποία ήταν άρρηκτα και αποκλειστικά συνδεδεμένη με την εναγομένη, ως μοναδική του προμηθεύτρια, εισέφερε στο δίκτυο πελατών της τελευταίας, ικανό αριθμό νέων πελατών, διπλασιάζοντας το πελατολόγιο, που του παρέδωσε η εναγομένη, η οποία δεν αμφισβητεί ότι κατά το χρόνο έναρξης της συνεργασίας τους οι πελάτες της στη γεωγραφική περιοχή ελέγχου του ενάγοντος ήταν 60, ενώ κατά τη λήξη της συνεργασίας τους τα σημεία πώλησης ήταν 116, και προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες της, τα ονόματα των οποίων, όπως ονομαστικά καταγράφονται στην κρινόμενη αγωγή, δεν αμφισβητούνται από την τελευταία ως άνω εταιρεία, έτσι ώστε, αν έλειπε η προσωπική του σχέση και επαφή με αυτούς, η τελευταία θα είχε στερηθεί μεγάλο αριθμό πελατών.

Επέβλεπε συνεχώς τα σημεία πώλησης της γεωγραφικής του περιοχής, ώστε να έχουν διαθέσιμα προϊόντα της εναγομένης κάθε στιγμή, ήλεγχε τη λειτουργία των εκεί ψυκτικών μηχανημάτων, μεριμνούσε για την επαρκή και συνεχή διαφήμιση της εναγομένης από τα παραπάνω σημεία και διαπραγματευόταν με τους λιανοπωλητές ως προς το ύψος και το είδος των παροχών, που θα δίνονταν στους τελευταίους, κατόπιν εγκρίσεως της εναγομένης.

Οι παραπάνω νέοι πελάτες αποτελούσαν πλέον μία εν "δυνάμει" πελατεία, για την εναγομένη, γνώστρια του πελατολογίου του ενάγοντος από την οποία αυτή έχει προοπτική κέρδους και μετά τη λύση της σύμβασης διατηρώντας ουσιαστικά οφέλη από τις συναλλαγές με τους πελάτες αυτούς. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι, ο ενάγων καθημερινά μετακινούμενος στην παραπάνω γεωγραφική περιοχή, που του ανατέθηκε και επιβλέποντας τα εντός αυτής σημεία πώλησης των προϊόντων της πρώτης εναγόμενης, φρόντιζε ώστε όλοι οι πελάτες να προμηθεύονται τα προς πώληση προϊόντα, ενώ κάθε φορά που διαπίστωνε την ύπαρξη νέου σημείου πώλησης (λ.χ.

νέο περίπτερο, φούρνο, υπεραγορά κλπ) φρόντιζε να φέρει τον έμπορο σε επαφή με εκπροσώπους (επιθεωρητές πωλήσεων) της εναγόμενης και, έτσι, να τους κάνει πελάτες αυτής, παρότι ο ίδιος δεν μπορούσε να συνάπτει απευθείας συμβάσεις πώλησης με τους λιανοπωλητές, αλλά οι συμβάσεις αυτές υπογράφονταν εκ των υστέρων με τους εκπροσώπους της πρώτης εναγόμενης.

Λαμβανομένου, μάλιστα, υπόψη του μεγάλου χρονικού διαστήματος, που δραστηριοποιείτο ο ενάγων στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, είχε τη δυνατότητα να επιβλέπει όλα τα σημεία πώλησης και να γνωρίζει κάθε νέο τέτοιο σημείο, στο οποίο προωθούσε τα προϊόντα της πρώτης εναγόμενης, ενώ η δραστηριότητά του δεν περιορίζετο μόνο στη μεταφορά των παγωτών, αλλά φρόντιζε, όπως προαναφέρθηκε, ανά πάσα στιγμή να υπάρχουν επαρκή προϊόντα προς διάθεση καθώς και για την επαρκή και συνεχή διαφήμιση αυτής από τα εν λόγω σημεία, ήλεγχε τη λειτουργία των ψυκτικών μηχανημάτων και φρόντιζε, έτσι, ώστε οι λιανοπωλητές να μην πωλούν προϊόντα ανταγωνιστικών εταιρειών.

Συγκεκριμένα, ο ενάγων διέθεσε σε τρίτους (πελάτες) παγωτά παραγωγής της εφεσίβλητης: α) το έτος 2005, συνολικής αξίας 707.369,04 ευρώ και έλαβε, ως προμήθεια, το ποσό των 67.200 ευρώ, πλέον 9.983,55 ευρώ, ως πριμ και 6.946,52 ευρώ για ΦΠΑ, ήτοι 84.130,14 ευρώ, β) το έτος 2006 συνολικής αξίας 733.219,66 ευρώ και έλαβε, ως προμήθεια, το ποσό των 69.655,87 ευρώ, πλέον 4.865,48 ευρώ, ως πριμ, συν 6.706,92 ευρώ για ΦΠΑ, γ) το έτος 2007 συνολικής αξίας 836.440,55 ευρώ και έλαβε, ως προμήθεια, το ποσό των 58.550,54 ευρώ και 19.238,58, ως ποσοστό επί των πωληθέντων κιβωτίων, πλέον 12.780,57 ευρώ, ως πριμ, συν 8.151 ευρώ για ΦΠΑ, δ) το έτος 2008 συνολικής αξίας 841.867,16 ευρώ και έλαβε, ως προμήθεια, το ποσό των 58.931 ευρώ και 19.362,65 ευρώ, ως ποσοστό επί των πωληθέντων κιβωτίων, πλέον 11.082,96 ευρώ, ως πριμ, συν οκτώ χιλιάδες σαράντα τέσσερα ευρώ για ΦΠΑ και ε) το έτος 2009 συνολικής αξίας 703.365,57 ευρώ και έλαβε 49.223,59 ευρώ, ως προμήθεια, και 16.189,40 ευρώ, ως ποσοστό επί των πωληθέντων κιβωτίων, πλέον 160,78 ευρώ, ως πριμ ,συν 5.901,64 ευρώ για ΦΠΑ.

Κατ` ακολουθίαν, ο μέσος όρος των παραπάνω ετήσιων απολαβών του ενάγοντα τη τελευταία πενταετία ανέρχεται στο ποσό των (433.199,49 :5)= 86.595,12 ευρώ. Τα πιο πάνω αναφερόμενα ποσά δεν αμφισβητούνται από την εναγομένη, όπως δεν αμφισβητείται από αυτήν ότι κατά την έναρξη της συνεργασίας των διαδίκων, το πελατολόγιο, που παραδόθηκε στον ενάγοντα, απαρτίζονταν από 60 άτομα.

Επίσης, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη θα εξακολουθούσε να αντλεί οφέλη από τους πελάτες που της εισέφερε για το χρονικό διάστημα των πέντε ετών μετά τη λύση της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, με αποτέλεσμα ο ενάγων να απωλέσει, με βάση τις προμήθειες ύψους 71.475,41 ευρώ, του τελευταίου έτους της συνεργασίας των διαδίκων, προμήθειες ύψους 357.377,05 ευρώ (71.475,41 χ 5 έτη) και μετά από αφαίρεση ενός ποσοστού 20%, λόγω φύρας πελατείας και 15% λόγω συμβολής του σήματος, ύψους, τελικά, 232.295,08 ευρώ.

Υπό τα δεδομένα αυτά και λαμβανομένου υπ` όψη ότι ο ενάγων δεν μπορεί να εργασθεί σε ανταγωνιστική της πρώτης εναγόμενης εταιρεία για ένα έτος μετά τη διακοπή- καταγγελία της σύμβασής του, αυτός δικαιούται εύλογη αποζημίωση, η οποία πρέπει να είναι ίση με τον μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών του (προμηθειών και πριμ), που εισέπραξε κατά τα τελευταία πέντε έτη λειτουργίας της ως άνω συμβάσεως, ήτοι από το 2005 μέχρι και το 2009.

και ειδικά το ποσό των 86.595,12 ευρώ, ποσό το οποίο κρίνεται δίκαιο και εύλογο μετά από στάθμιση όλων των προαναφερομένων. Η ένσταση αοριστίας, που πρόβαλε η εφεσίβλητη, την οποία επαναφέρει και στο παρόν Δικαστήριο με τις προτάσεις και κατά την οποία η αξίωση αποζημίωσης πελατείας είναι αόριστη διότι στην αγωγή α) δεν προσδιορίζονται με ακρίβεια οι νέες πελάτες που έφερε ο εκκαλών από την έναρξη της συνεργασίας του με την εφεσίβλητη και όχι την τελευταία πενταετία, β) δεν μνημονεύεται αν ο εκκαλών συνέβαλε και ποιους τρόπους στη σημαντική προαγωγή των υποθέσεων της εφεσίβλητης με υπάρχοντες πελάτες και δεν καθόρισε το μέγεθος της παραμένουσας στην εφεσίβλητη πελατεία και της αντίστοιχης ωφέλειας αυτής και γ) δεν προσδιορίζονται κατά είδος και κατά ποσό τα ουσιαστικά οφέλη που αποκόμισε η εφεσίβλητη από υποθέσεις με τους πελάτες οι οποίοι παρέμειναν στο πελατολόγιό της και μετά τη λήξη της συνεργασίας, ούτε το ύψος των προμηθειών που αυτός έκτοτε απώλεσε, είναι αβάσιμη, καθόσον αναφέρεται στην αγωγή τόσο ότι κατά την έναρξη της συνεργασίας ανέλαβε πελατολόγιο που αποτελούνταν από 60 πελάτες, το οποίο επαύξησε με την πάροδο του χρόνου, όσο ότι ανέπτυξε σημαντικά τις παραγγελίες παγωτών της εφεσίβλητης από μέρους παλαιών πελατών της, κατά την τελευταία πενταετία, οι οποίοι κατονομάζονται από κοινού με τους νέους πελάτες, που εισέφερε κατά το διάστημα αυτό, χωρίς κατά τα λοιπά να είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην αγωγή ο τρόπος συμβολής του στην αύξηση των παραγγελιών τους, καθώς επίσης υπολογίζονται με την αγωγή τα ουσιαστικά οφέλη που αποκόμισε η εφεσίβλητη και το ύψος των προμηθειών που απώλεσε ο εκκαλών στη βάση των παραγγελιών του κατά το τελευταίο έτος της συνεργασίας του με την εφεσίβλητη.

Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, και εφόσον κατά τα λοιπά κεφάλαια της δεν επλήγη η 1639/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με αποτέλεσμα να διατηρείται ως προς αυτά το απορρέον από αυτή δεδικασμένο, πρέπει να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος της έφεσης, ως προς το σχετικό σκέλος αυτού, με τον οποίο ο ενάγων- εκκαλών παραπονείται για την απόρριψη του κονδυλίου της αιτούμενης αποζημίωσης πελατείας και, κατ' ακολουθία, και αυτή η ίδια η έφεση και να εξαφανιστεί η 5266/2011 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που αφορά την αποζημίωση πελατείας.

Στη συνέχεια πρέπει να κρατήσει την υπόθεση το παρόν Δικαστήριο, και αφού δικάσει στην ουσία της την από 28.4.2010 αγωγή, πρέπει αυτή να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 86.595,12 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφλησή του.

Τέλος, η δικαστική δαπάνη του ενάγοντα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, κατά το μέρος που η από 28.4.2010 αγωγή κρίθηκε από το παρόν δικαστήριο, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της εναγομένης (άρθρ,106, 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται τυπικά και ουσιαστικά την έφεση. Εξαφανίζει την 5266/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Κρατεί και δικάζει κατ' ουσία την από 28.4.2010 αγωγή, ως προς το κονδύλιο της αποζημίωσης πελατείας.

Δέχεται αυτή.

Αναγνωρίζει ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των ογδόντα έξι χιλιάδων πεντακοσίων ενενήντα πέντε ευρώ και δώδεκα λεπτών (86.595,12), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση.

Επιβάλλει σε βάρος της εναγομένης τη δικαστική δαπάνη του ενάγοντος κατά το μέρος που ερευνήθηκε από το παρόν Δικαστήριο και έγινε δεκτή η αγωγή του, αμφότερων των βαθμών δικαιοδοσίας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων και πεντακοσίων (3.500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 5 Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ