Supreme Court dismisses appeal against final judgment upholding fictitious transaction claim based on legal interest.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the company's appeal against the Third Instance Court's final decision. The lower court upheld the plaintiff's claim for a fictitious transaction, finding she had a legal interest as a beneficiary of a donation managing the estate for creditors' benefit. The Supreme Court rejected the appeal because the lower court's reasoning was clear, consistent, and did not violate substantive law provisions regarding the legal interest requirement.
Legislator headnote
AI generatedArticles 138, 139, 180, 211, 214 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: A claim for a fictitious transaction is admissible only if the appellant demonstrates a legal interest, which must be substantiated by clear and consistent reasoning in the lower court's decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1450 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1450/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Βασίλειο Μαχαίρα, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη και Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Μαΐου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "S. L.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γρηγόριο Τιμαγένη που ανακάλεσε την από 7/5/2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και Χρήστο Τιμαγένη, και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Μ. χήρας Α. Π., το γένος Ι. Σ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Χρυσανθακοπούλου και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, η πληρεξούσια της ως άνω αναιρεσιβλήτου, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/7/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1747/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5417/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6/12/2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 6-12-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 5417/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 1747/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την από 25-7-2011 αγωγή της αναιρεσίβλητης, έκανε δεκτή την έφεση, ακολούθως δε εξαφάνισε την ως άνω εκκαλούμενη απόφαση και, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, έκανε δεκτή την αγωγή ως προς την κύρια βάση της περί εικονικότητας της επίδικης δικαιοπραξίας. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 138, 139, 180, 211 και 214 του ΑΚ προκύπτει ότι η δήλωση βούλησης, που δεν έγινε στα σοβαρά αλλά μόνον φαινομενικά, είναι εικονική και άκυρη, θεωρούμενη ως μη γενομένη. Εικονική δε είναι η δήλωση δικαιοπρακτικής βούλησης, η οποία εν γνώσει του δηλούντος δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αποσκοπεί δε στη δημιουργία εντύπωσης στους τρίτους περί της μεταβολής στην υφισταμένη νομική κατάσταση, χωρίς να υπάρχει στον δηλούντα πρόθεση τέτοιας μεταβολής.
Εικονικότητα μπορεί να υπάρχει τόσο επί μονομερούς δικαιοπραξίας, όσο και επί σύμβασης, στην τελευταία όμως περίπτωση για την επέλευση της ακυρότητας της σύμβασης απαιτείται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο. Η εικονικότητα δεν εμποδίζεται και όταν η δήλωση βούλησης έγινε ενώπιον συμβολαιογράφου, καθόσον ο τελευταίος είναι εντεταλμένος να πιστοποιεί την δήλωση των δικαιοπρακτούντων, όπως αυτή εμφανίζεται εξωτερικώς και όχι να συμπράττει με τη βούλησή του στην δικαιοπραξία.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 369, 1033 και 1192 ΑΚ συνάγεται ότι, για την μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και του αποκτώντος, υποκείμενη στον έγγραφο συστατικό τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, ότι για κάποια νόμιμη αιτία μεταβιβάζεται σε αυτόν η κυριότητα και καταχώρηση του συμβολαίου στα οικεία βιβλία μεταγραφών.
Νόμιμη αιτία είναι ο νομικός σκοπός, για τον οποίο μεταβιβάζεται η κυριότητα και ο οποίος αναγνωρίζεται από το νόμο ως λόγος μεταβίβασης. Τέτοια νόμιμη αιτία είναι και η πώληση, δεδομένου ότι αυτή προβλέπεται από την διάταξη του άρθρου 513 του ΑΚ ως αιτία μεταβίβασης, πλην άλλων, και της κυριότητας πραγμάτων.
Επιπλέον, στην εικονικότητα μιας σύμβασης ουσιώδες στοιχείο είναι η γνώση και συμφωνία όλων των κατά τον χρόνο της κατάρτισής της συμβαλλομένων για το ότι η σύμβαση που καταρτίστηκε είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες. Η ακυρότητα δε αυτή είναι απόλυτη, δηλαδή μπορεί να προταθεί από καθένα που έχει έννομο συμφέρον, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 180 και 68, 70 ΚΠολΔ.
Επίσης, καμία επιρροή δεν ασκεί επί του κύρους της καταρτισμένης σύμβασης πώλησης το αν ο αγοραστής κατέβαλε πράγματι και με ποιο τρόπο το συμφωνημένο τίμημα, αφού αυτό μπορεί να χαριστεί ή να εξοφληθεί με δόση αντί καταβολής ή μπορεί η σχετική αξίωση να αποσβεστεί με παραγραφή ή κατ' άλλον τρόπο. Απλώς το δικαστήριο κατά την έρευνα ύπαρξης συναλλακτικής πρόθεσης των συμβαλλομένων μπορεί να συναγάγει τεκμήριο ή επιχείρημα για το ότι η σύμβαση πώλησης δεν είναι εικονική ως προς το πρόσωπο του αγοραστή από το αποδεικνυόμενο γεγονός της καταβολής του τιμήματος από τον ίδιο (ΑΠ 1146/2018, ΑΠ 253/2018, ΑΠ 563/2016, ΑΠ 160/2013, ΑΠ 218/2010).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ' αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.
Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ ΑΠ 4/2018, Ολ ΑΠ 6/2017, ΑΠ 148/2020, ΑΠ 50/2020). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η εκκαλούσα ήταν σύζυγος του Α. Π. από το γάμο τους στις 20.5.1992 μέχρι το θάνατό του στις 27.2.2011 και η ίδια είναι η μοναδική κληρονόμος του, επειδή οι λοιποί πλησιέστεροι συγγενείς του θανόντος (συγγενείς δεύτερης τάξης, επειδή ο θανών δεν είχε τέκνα) - ο οποίος δεν άφησε και διαθήκη - αποποιήθηκαν την κληρονομιά του.
Η εκκαλούσα αποδέχθηκε την κληρονομιά με το ευεργέτημα της απογραφής (άρθρ. 1902 επ. ΑΚ), δυνάμει της υπ' 3908/14.6.2011 δήλωσής της ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, σε συνδυασμό και με την υπ' αριθ. 36694/12.10.2011 έκθεση απογραφής του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Στεφανάκου. Η εκκαλούσα έχει έννομο συμφέρον για την αναγνώριση της εικονικότητας, αφού το επίδικο ακίνητο σε περίπτωση εικονικότητας της προηγούμενης μεταβίβασής του από τον Π.
στην εφεσίβλητη, παραμένει στην κληρονομιαία περιουσία εκείνου..., η δε εκκαλούσα ως (μοναδική) κληρονόμος αυτού, έστω και με το ευεργέτημα της απογραφής, θα λάβει το τυχόν ενεργητικό που θα απομείνει μετά την ικανοποίηση των δανειστών... Επιπλέον, η εκκαλούσα έχει έννομο συμφέρον και για τον πρόσθετο λόγο ότι ως κληρονόμος με το ευεργέτημα της απογραφής διοικεί την κληρονομιαία περιουσία όχι μόνο προς το δικό της συμφέρον αλλά και προς το συμφέρον των δανειστών, έναντι των οποίων και ευθύνεται για κάθε αμέλεια και υπόκειται σε λογοδοσία (άρθρ. 1907 ΑΚ).
Επομένως, δεν είναι βάσιμος ο αντίθετος ισχυρισμός της εφεσίβλητης, ότι η εκκαλούσα στερείται εννόμου συμφέροντος επειδή και μόνο, σύμφωνα με την απογραφή της κληρονομίας, στην οποία μάλιστα δεν συμπεριέλαβε το επίδικο ακίνητο, τα χρέη της κληρονομίας (οφειλές προς Δημόσιο, Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Σύνδεσμο Επιχειρήσεων Πληροφορικής και Επικοινωνιών Ελλάδας και Τράπεζες) είναι μεγαλύτερα από το ενεργητικό.
Σημειώνεται ότι το έννομο συμφέρον μπορεί, ανάλογα με τις περιστάσεις, να είναι οικονομικό ή άλλου περιεχομένου υλικό, ή και απλώς ηθικό....Περαιτέρω, ο Π. ασκούσε έντονη και πολυσχιδή επιχειρηματική δραστηριότητα στον τομέα της πληροφορικής, η οποία άρχισε στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και εντάθηκε τη δεκαετία του 1990, από την οποία απέκτησε σημαντική περιουσία περιλαμβάνουσα στα τέλη της τελευταίας πιο πάνω δεκαετίας και αρκετά ακίνητα.
Μεταξύ αυτών ήταν και ένα αγροτεμάχιο στη θέση "Γιαλού" της κτηματικής περιφέρειας του δήμου …, έκτασης 10.865,67 τετραγωνικών μέτρων, το οποίο ο Π. είχε αποκτήσει με αγορά το Δεκέμβριο του 1997. Περαιτέρω, με το υπ' αριθ. 18282/31.10.2001 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών..., που καταρτίστηκε μεταξύ του Π. και της εφεσίβλητης, ο πρώτος φέρεται ότι μεταβίβασε κατά κυριότητα στην εφεσίβλητη, λόγω πώλησης, το πιο πάνω ακίνητο.
Το εν λόγω συμβόλαιο οι συμβαλλόμενοι επανέλαβαν με την υπ' αριθ. 18995/12.11.2002 πράξη της ίδιας παραπάνω συμβολαιογράφου, επειδή στο αρχικό συμβόλαιο δεν είχε προσαρτηθεί το απαιτούμενο κτηματογραφικό απόσπασμα. Η προαναφερόμενη πώληση έγινε φαινομενικώς και όχι σοβαρώς, δηλαδή εικονικώς, αφού μεταξύ των παραπάνω συμβαλλομένων (της εφεσίβλητης όπως εκπροσωπήθηκε) δεν υπήρξε βούληση προς μεταβίβαση της κυριότητας του πιο πάνω ακινήτου από τον Π.
στην εφεσίβλητη και μάλιστα έναντι οικονομικού ανταλλάγματος, δηλαδή λόγω πώλησης, αλλά η βούλησή τους ήταν να παραμείνει το ακίνητο στην ατομική περιουσία του Π., γεγονός που συνάγεται ιδίως από τα ακόλουθα στοιχεία: Η εφεσίβλητη είχε συσταθεί στην Κύπρο ένα μήνα πριν την υπογραφή του συμβολαίου και ειδικότερα με το από 27.9.2001 ιδρυτικό έγγραφο, με κεφάλαιο μόλις 1.000 κυπριακών λιρών - ισότιμων τότε με 575 ευρώ - με εντολή του ίδιου του Π., ο οποίος ήταν και ο πραγματικός δικαιούχος των μετοχών αυτής (1.000 μετοχών, ονομαστικής αξίας 1 κυπριακής λίρας της καθεμίας), έστω και αν καταχωρημένες ως μέτοχοι της εφεσίβλητης στα σχετικά μητρώα εταιρειών της Κύπρου και εμφανιζόμενες ως τέτοιες έναντι τρίτων ήταν οι εταιρείες "E. L." (με 999 μετοχές) και "E. C.
L." (με 1 μετοχή), εδρεύουσες αμφότερες στη Λεμεσό της Κύπρου, επί της οδού … αριθ. … (όπως τότε και η εφεσίβλητη). Επίσης το πρόσωπο που εκπροσώπησε την εφεσίβλητη στο συμβόλαιο, δηλαδή ο δικηγόρος Γεώργιος Σταθάκος, ήταν νομικός σύμβουλος του Π. και μάλιστα είχε ενεργήσει, σε συνεργασία με κυπριακό δικηγορικό γραφείο, για τη σύσταση της εφεσίβλητης.
Εξάλλου, δεν έλαβε χώρα στην πραγματικότητα καταβολή τιμήματος για την πώληση. Ειδικότερα ενώ, κατά το συμβόλαιο το τίμημα της πώλησης, ίσο μάλιστα με την αντικειμενική αξία του ακινήτου, ήτοι 62.763.964 δραχμές, πιστώθηκε άτοκα στο σύνολο και ήταν καταβλητέο μέχρι τις 5.5.2002, ο Π.ς, ωστόσο, προέβη στη μεταβίβαση της κυριότητας ήδη από την κατάρτιση του συμβολαίου (31.10.2001), χωρίς εξασφάλισή του για την περίπτωση μη καταβολής του τιμήματος.
Άλλωστε το ποσό του τιμήματος, που φέρεται ότι καταβλήθηκε με τραπεζική κατάθεση (σε ευρώ) από την εφεσίβλητη σε λογαριασμό του Π. στην Εθνική Τράπεζα στις 9.5.2002, είχε προηγουμένως εισφερθεί αποκλειστικώς για το λόγο αυτό από τον ίδιο τον Π. στην εφεσίβλητη. Δηλαδή, με άλλα λόγια, ο Π. για την πώληση του ακινήτου του, αρχικώς έδωσε ο ίδιος τα χρήματα στην εφεσίβλητη και στη συνέχεια αυτά του επιστράφηκαν από την εφεσίβλητη (ως "τίμημα") και έτσι, τελικώς, ενώ το ακίνητο φέρεται να αλλάζει ιδιοκτήτη λόγω πώλησης, τούτο γίνεται χωρίς αντίστοιχο περιουσιακό αντάλλαγμα της εφεσίβλητης αγοράστριας προς τον πωλητή.
Είναι σαφές ότι ο Π. είχε προβεί στη σύσταση της εφεσίβλητης ακριβώς για το λόγο να υποδεχθεί στη συνέχεια η τελευταία το ακίνητο και έναντι των τρίτων να εμφανίζεται τότε αυτό φαινομενικώς στο όνομά της (αλλά και οι μετοχές της στην κυριότητα άλλων προσώπων και όχι του ιδίου του Π.). Τούτο έγινε επειδή οι εταιρείες του ομίλου του Π.
είχαν λάβει πολύ μεγάλες πιστώσεις από Τράπεζες, οι οποίες το έτος 2001 ανέρχονταν περίπου στο ποσό των 103.000.000 ευρώ, μέρος των οποίων είχε εγγυηθεί ο ίδιος ο Π., ο οποίος επίσης είχε λάβει και ατομικώς από την Εθνική Τράπεζα δάνειο ποσού 8.000.000.000 δραχμών (= 24.221.505,67 ευρώ). Οι προαναφερόμενες εταιρείες και ο Π.
αντιμετώπιζαν δυσχέρειες ήδη από το έτος 1999 - μετά και την κρίση του ελληνικού χρηματιστηρίου και τη δυσκολία άντλησης νέων κεφαλαίων - στην εξυπηρέτηση των δανειακών υποχρεώσεών τους και προέβαιναν έκτοτε σε παρατάσεις, ρυθμίσεις και ανανεώσεις των πιστώσεών τους, τακτική που συνεχίσθηκε μέχρι το έτος 2005, όταν πλέον επήλθε η οικονομική κατάρρευση του ομίλου Π..
Έτσι ο Π. διέβλεπε ότι στα αμέσως επόμενα έτη η εξυπηρέτηση των πιο πάνω πιστώσεων θα καθίστατο ανέφικτη και ότι η ακίνητη περιουσία του θα κινδύνευε από αναγκαστικά μέτρα των δανειστών του, στο πλαίσιο δε αυτό αποφάσισε και την επίδικη εικονική πώληση και μεταβίβαση του ακινήτου του στην εφεσίβλητη, ώστε το ακίνητο, μη εμφανιζόμενο στην κυριότητά του αλλά στην κυριότητα της εφεσίβλητης, να μην είναι εκτεθειμένο στους δανειστές του.
Η εφεσίβλητη ισχυρίζεται από τη μεριά της ότι η μεταβίβαση του ακινήτου στην ίδια ήταν πραγματική και ότι έγινε για επιχειρηματικούς λόγους και ειδικότερα επειδή ο Π. επιθυμούσε να μειώσει τη φορολογική επιβάρυνσή του από το ακίνητο καθώς επίσης να καταστήσει ευχερέστερη στο μέλλον τη μεταβίβαση του ακινήτου στους διαδόχους του, μέσω της μεταβίβασης σε εκείνους των μετοχών της εφεσίβλητης.
Ακόμα και αν υποτεθεί ότι αυτά ήταν τα κίνητρα του Π., τούτο δεν αναιρεί άνευ ετέρου την εικονικότητα της μεταβίβασης του ακινήτου από τον ίδιο στην εφεσίβλητη και δη με αιτία την πώληση. Περαιτέρω, η φερόμενη ένταξη της περιέλευσης του ακινήτου στην εφεσίβλητη στον τυχόν επιχειρηματικό, ως προς το ακίνητο, σχεδιασμό του Π., δεν ευσταθεί, αφού η εφεσίβλητη δεν αξιοποίησε και δεν εκμεταλλεύθηκε το ακίνητο (περιορισθείσα στην φερόμενη αγορά του ακινήτου).
Σε κάθε περίπτωση, όπως αναφέρεται και στη μείζονα σκέψη, ο σκοπός ή τα αίτια που οδήγησαν τον Π. στην εικονική πώληση και μεταβίβαση δεν αποτελούν στοιχεία της εικονικότητας. Τέλος, η εφεσίβλητη προέβαλε σε πρώτο βαθμό τον ισχυρισμό, επικουρικώς, ότι υπό την εικονική πώληση καλύπτεται έγκυρη δωρεά του ακινήτου προς την εφεσίβλητη ως αιτία της μεταβίβασης του, άλλως έγκυρη δωρεά του ακινήτου "...από τον Α.
Π. προς την ανηψιά του και σημερινή πραγματική δικαιούχο της εταιρείας Σ. Κ." (βλ. σελ 18 των πρωτόδικων προτάσεων της εφεσίβλητης). Τον ισχυρισμό αυτό, που συνιστά ένσταση στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρ. 138 παρ. 2 ΑΚ ...η εφεσίβλητη δεν τον επανέφερε νομίμως κατ' έφεση με τις προτάσεις της, κατά τον τρόπο που προβλέπει η σχετική διάταξη του άρθρ. 240 ΚΠολΔ, αφού σε αυτές (βλ.
σελ. 58-60) η εφεσίβλητη κάνει σύντομη αναφορά σε άλλους ισχυρισμούς που είχε προτείνει πρωτοδίκως, όχι όμως και στον προαναφερόμενο, μη αρκούσης (για να θεωρηθεί ότι επανυποβάλλεται και ο συγκεκριμένος ισχυρισμός) απλώς της προσκομιδής των πρωτόδικων προτάσεων και της γενικής παραπομπής σε αυτές με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της εφεσίβλητης...- βλ.
σελ. 57, 58 των προτάσεων της εφεσίβλητης: "...επαναφέρουμε όλους τους προταθέντες ισχυρισμούς μας, τις γενικές και ειδικές αρνήσεις μας, τις ενστάσεις μας και τα αποδεικτικά μας μέσα. Αυτά έχουν νόμιμα προταθεί στις από 27.10.2016 προτάσεις μας και στις από 1.11.2016 και 2.12.2016 προσθήκες μας ενώπιον του Πολυμελούς Αθηνών...".
Ακόμα όμως και αν υποτεθεί ότι ο ισχυρισμός αυτός επαναφέρθηκε νομίμως κατ' έφεση, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικώς αβάσιμος, ως προς αμφότερα τα σκέλη του. Όπως προεκτέθηκε, η βούληση του Π., κατά τον κρίσιμο χρόνο κατάρτισης του επίδικου συμβολαίου, ήταν να παραμείνει το ακίνητο στην ατομική περιουσία του και όχι να μεταβιβαστεί στην εφεσίβλητη εταιρεία του, ούτε και να μεταβιβαστεί από τότε σε άλλο συγκεκριμένο πρόσωπο.
Άλλωστε, ακόμα και κατά τους ισχυρισμούς της ίδιας της εφεσίβλητης, ο Π. δεν είχε αποφασίσει από τότε σε ποιον θα κατέληγε η περιουσία του και επομένως δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι κατά τον ίδιο χρόνο υπήρξε συμφωνία δωρεάς μεταξύ εκείνου και της προαναφερόμενης ανηψιάς του (βλ. σελ. 10 των πρωτόδικων προτάσεων και σελ. 16 των κατ' έφεση προτάσεων της εφεσίβλητης): "...Αφετέρου ο Α.
Π. ήθελε να καταστήσει φορολογικά φθηνότερη και πρακτικά ευχερέστερη τη μεταβίβαση από τον Π. στην παραπάνω ανηψιά του, Σ. Κ." - η τελευταία είναι και μεταξύ των πλησιέστερων συγγενών του Π. που αποποιήθηκαν την κληρονομιά του - έλαβε χώρα αφού παρήλθαν εννέα και πλέον έτη μετά την επίδικη εικονική πώληση του ακινήτου και συγκεκριμένα στις 7.1.2011 (ενάμισι μήνα πριν το θάνατο του Π.
από καρκίνο από τον οποίο ήδη έπασχε). Σημειώνεται πάντως ότι στα μητρώα εταιρειών της Κύπρου εξακολουθεί να εμφανίζεται έναντι τρίτων ως μέτοχος της εφεσίβλητης άλλο πρόσωπο από την πιο πάνω πραγματική δικαιούχο των μετοχών και ειδικότερα πρόσωπο με το ονοματεπώνυμο T. V.. Κατόπιν όλων των παραπάνω, αποδεικνύεται ότι η εκκαλούμενη απόφαση, που απέρριψε ως ουσιαστικώς αβάσιμη την αγωγή της εκκαλούσας σε βάρος της εφεσίβλητης κατά το μέρος που αφορούσε την αναγνώριση της ακυρότητας της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης του ακινήτου λόγω εικονικότητας, εσφαλμένως εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει, επομένως, η κρινόμενη έφεση να γίνει δεκτή και από ουσιαστική άποψη.
Στη συνέχεια, μετά την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικασθεί κατά το αντίστοιχο μέρος της από το Δικαστήριο αυτό (άρθρ. 535 § 1 ΚΠολΔ), πρέπει η αγωγή, η οποία είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις (του εφαρμοστέου ελληνικού δικαίου) των άρθρ. 138 παρ. 1, 180, 211, 214, 513, 1033 ΑΚ, 68, 70, 176 ΚΠολΔ, να γίνει δεκτή ως, ουσιαστικώς βάσιμη...".
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 138, 139, 180, 211 και 214 του ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.
Ειδικότερα, το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της παρούσας ατομικής περίπτωσης στο λόγο της μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, εφόσον κατά τις ως άνω παραδοχές αυτής εκτίθεται ότι η ένδικη πώληση έγινε φαινομενικώς και όχι σοβαρώς, δηλαδή εικονικώς, αφού μεταξύ των παραπάνω συμβαλλομένων (της εφεσίβλητης όπως εκπροσωπήθηκε) δεν υπήρξε βούληση προς μεταβίβαση της κυριότητας του πιο πάνω ακινήτου από τον Π.
στην εφεσίβλητη και μάλιστα έναντι οικονομικού ανταλλάγματος, δηλαδή λόγω πώλησης, αλλά η βούλησή τους ήταν να παραμείνει το ακίνητο στην ατομική περιουσία του Π., γεγονός που συνάγεται ιδίως από τα αναφερόμενα κατά συγκεκριμένο και σαφή τρόπο στοιχεία, καθώς και από το ότι επιπλέον η εφεσίβλητη δεν αξιοποίησε και δεν εκμεταλλεύθηκε το ακίνητο, περιορισθείσα στην φερόμενη αγορά του ακινήτου.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 34 του ΑΚ, ικανότητα δικαίου είναι η ικανότητα του φυσικού προσώπου να έχει δικαιώματα και υποχρεώσεις. 'Ομως και ενώσεις προσώπων για την επιδίωξη ορισμένου σκοπού, καθώς επίσης και σύνολα περιουσίας για την εξυπηρέτηση ορισμένου σκοπού, μπορούν κατά τη διάταξη του άρθρ. 61 του ΑΚ να αποκτήσουν προσωπικότητα, αν τηρηθούν οι όροι που αναγράφει ο νόμος, δηλαδή να αποκτήσουν ικανότητα δικαίου, η οποία πάντως δεν εκτείνεται κατά τη διάταξη του άρθρ. 62 του ίδιου Κώδικα σε έννομες σχέσεις που προϋποθέτουν ιδιότητες φυσικού προσώπου.
Επομένως νομική προσωπικότητα είναι η ικανότητα δικαίου, που απονέμεται από το νόμο σε οργανισμούς που επιδιώκουν ορισμένο σκοπό, οι οποίοι ανάγονται έτσι σε αυτοτελείς φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, δηλαδή σε νομικά πρόσωπα με χωριστή περιουσία απ' αυτή των μελών τους, που τους προσδίδει αυθύπαρκτη στο χώρο και συνεχή στο χρόνο οντότητα.
Η νομική λοιπόν προσωπικότητα είναι δημιούργημα του δικαίου, με την οποία εξυπηρετούνται οικονομικές και κοινωνικές ανάγκες, όπως προπάντων είναι ο περιορισμός της ευθύνης και των κινδύνων κατά την άσκηση της εμπορικής δραστηριότητας με ανάλογη μείωση και του κόστους από τη συμμετοχή σ' αυτήν. Η περιουσιακή αυτοτέλεια των νομικών προσώπων είναι συνεπώς το βασικότερο στοιχείο της ιδιοσυστασίας τους, που εκφράζεται και με τη διάταξη του άρθρου 70 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία οι δικαιοπραξίες που επιχείρησε μέσα στα όρια της εξουσίας του το όργανο διοίκησης του νομικού προσώπου υποχρεώνουν το νομικό πρόσωπο.
Απόρροια της ιδιαίτερης ικανότητας δικαίου των νομικών προσώπων είναι ακριβώς και η ιδιαίτερη ικανότητα ευθύνης τους, δηλαδή αποκλειστικής και χωριστής από την ευθύνη των μελών τους, που σημαίνει ότι υπέγγυα στους δανειστές του νομικού προσώπου είναι μόνον η δική του περιουσία και όχι και η περιουσία των μελών του, ενώ και αντιστρόφως η περιουσία του δεν είναι υπέγγυα στους ατομικούς δανειστές των μελών του.
Ωστόσο ο απόλυτος αυτός διαχωρισμός δικαιολογείται όταν εξυπηρετεί τους σκοπούς της χωριστής νομικής προσωπικότητας, διαφορετικά δεν είναι ανεκτός από το δίκαιο και κάμπτεται, είτε ευθέως με βάση σχετική διάταξη του νόμου, όπως λ.χ. είναι η διάταξη του άρθρ. 83 §2 του κ.ν. 2190/1920, όπως ίσχυε πριν το ν. 4548/2018, είτε κατά την καλή πίστη, όπως αυτή αποτυπώνεται στα άρθρ. 281, 288 και 200 του ΑΚ, δηλαδή όταν γίνεται κατάχρηση της αυτοτελούς ύπαρξης του νομικού προσώπου, οπότε καταφάσκεται η άρση της περιουσιακής αυτοτέλειάς του.
Ειδικότερα η εταιρεία ως σύνολο έννομων σχέσεων και καταστάσεων, που διέπονται από ορισμένο πλέγμα κανόνων δικαίου με τη μορφή αυτοτελούς ενότητας, οφείλει να υπηρετεί κοινωνικό κυρίως σκοπό στο πλαίσιο και των συνταγματικών διατάξεων των άρθρ. 5§1 και 12§§ 1, 3. Η χρησιμοποίηση έτσι της εταιρείας για την εξυπηρέτηση σκοπών αποδοκιμαζόμενων από την έννομη τάξη συνιστά απαγορευμένη από το νόμο κατάχρηση του θεσμού της εταιρείας.
Η καταχρηστική συμπεριφορά, που εκδηλώνεται ως κατάχρηση θεσμού, δεν ρυθμίζεται ειδικά στο νόμο. Πρέπει όμως να υπαχθεί και αυτή στη διάταξη του άρθρ. 281 ΑΚ και οι συνέπειές της να αντιμετωπισθούν σε αναλογία με τις συνέπειες της κατάχρησης δικαιώματος. Κατά την έννοια αυτή δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά η επιλογή μιας κεφαλαιουχικής εταιρείας για την άσκηση μέσω αυτής επιχειρηματικής δραστηριότητας από έναν οι περισσότερους επιχειρηματίες με σκοπό η εταιρεία να λειτουργήσει ως μηχανισμός απορρόφησης των τυχόν δυσμενών συνεπειών της επιχειρηματικής δραστηριότητάς τους, αφού το σκοπό ακριβώς αυτό προορίσθηκε να εξυπηρετεί η κεφαλαιουχική εταιρεία.
Συνεπώς δεν λειτουργούν αθέμιτα οι διάφοροι επιχειρηματίες που επιλέγουν κάποιον από τους προαναφερόμενους τύπους της κεφαλαιουχικής εταιρείας για να θωρακίσουν με τα πλεονεκτήματα, που αυτός προσφέρει, την επιχειρηματική δραστηριότητά τους, γι' αυτό και δεν δικαιολογείται η ταύτισή τους με την εταιρεία και η μεταφορά έτσι στους ίδιους της ευθύνης που βαρύνει το νομικό πρόσωπο της εταιρείας.
Στην πιο πάνω αλλά και όλες τις άλλες περιπτώσεις, που δεν διαπιστώνεται κατάχρηση κατά τη λειτουργία του εταιρικού θεσμού, διατηρείται αναλλοίωτη και η αυτοτέλεια της εταιρείας ως νομικού προσώπου. 'Ομως η αρχή αυτή της οικονομικής αυτοτέλειας και ευθύνης του νομικού προσώπου της εταιρείας έναντι των μετόχων ή των εταίρων της υποχωρεί όταν η επίκληση της διαφορετικής προσωπικότητάς της χρησιμεύει για να νομιμοποιηθεί αποτέλεσμα αντίθετο προς τους κανόνες της καλής πίστης, δηλαδή όταν οι πράξεις της εταιρείας είναι στην πραγματικότητα πράξεις του κυρίαρχου μετόχου ή εταίρου της που σκόπιμα παραλλάσσονται ή αντιστρόφως όταν οι πράξεις του φυσικού προσώπου συνέχονται με την εταιρεία από την οποία αθέμιτα επιχειρείται να αποκοπούν.
Η μορφή αυτή κατάχρησης του θεσμού της εταιρείας εκδηλώνεται κυρίως στις περιπτώσεις που ο κυρίαρχος μέτοχος ή εταίρος χρησιμοποιεί τη νομική προσωπικότητα της εταιρείας για να καταστρατηγήσει το νόμο (λ.χ. να παρακάμψει απαγόρευση που τον δεσμεύει ως φυσικό πρόσωπο) ή για να προκαλέσει με δόλο ζημία σε τρίτο (οπότε θα ανακύπτει και αδικοπρακτική ευθύνη του) ή για να αποφευχθεί η εκπλήρωση είτε εταιρικών είτε ατομικών υποχρεώσεών του, που δημιουργήθηκαν καθ` υπέρβαση των πραγματικών εταιρικών ή ατομικών του δυνατοτήτων του, κριτήρια δε ενδεικτικά μιας τέτοιας κατάχρησης είναι προπάντων η ανεπαρκής χρηματοδότηση της εταιρείας και η σύγχυση της εταιρικής με την ατομική περιουσία του, αφού εξ αιτίας μεν της ελλιπούς χρηματοδότησης ο επιχειρηματίας μεταφέρει αθέμιτα στους δανειστές της εταιρείας τους κινδύνους από τη δική του στην ουσία επιχειρηματική δραστηριότητα, ενώ αθέμιτα και στην περίπτωση της σύγχυσης των περιουσιών χρησιμοποιεί την εταιρική περιουσία για τις δικές του δραστηριότητες ή αντιστρόφως επωφελείται η εταιρεία σε βάρος των ατομικών του δανειστών.
Ασφαλώς καταχρηστική είναι και η συμπεριφορά του βασικού μετόχου ή εταίρου που συναλλάσσεται με παρένθετο πρόσωπο την εταιρεία, όταν η εταιρεία δεν έχει εταιρική οργάνωση ή δεν έχει αναπτύξει επιχειρηματική δράση και είναι αυτός στην ουσία που συναλλάσσεται υπό την εταιρική επωνυμία για δικό του όφελος.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ως κύρωση επιβαλλόμενη προς αποφυγή της κατάχρησης προσήκει η άρση ή η κάμψη της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας ή κατ' άλλη έκφραση η διείσδυση στο υπόστρωμά της και η επέκταση από την εταιρεία στους μετόχους ή εταίρους των συνεπειών που την αφορούν ή αντιστρόφως η επέκταση των αντίστοιχων συνεπειών από τους μετόχους ή εταίρους στην εταιρεία, ιδιαίτερα όταν οι τρίτοι, που συμβλήθηκαν με την εταιρεία ή το βασικό μέτοχο ή εταίρο της, οδηγήθηκαν στη συγκεκριμένη συναλλαγή εξαιτίας της εμφανιζόμενης σ' αυτούς παραλλαγμένης κατάστασης.
Σε κάθε πάντως περίπτωση η άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου είναι προσωρινή και περιορισμένη, δηλαδή δεν καταλύεται η ίδια η νομική προσωπικότητα της εταιρείας, αλλά παραμερίζεται μόνο για τη συγκεκριμένη συναλλαγή η περιουσιακή αυτοτέλειά της, με την έννοια ότι η εταιρεία ή αναλόγως ο βασικός μέτοχος ή εταίρος της παραμένουν οφειλέτες, που ευθύνονται πλέον από κοινού και εις ολόκληρο (άρθρ. 481 ΑΚ) για τις ζημιογόνες συνέπειες (άρθρ. 926 ΑΚ) της συναλλαγής τους, δηλαδή δημιουργείται ένας πρόσθετος οφειλέτης, στον οποίο επεκτείνονται (διαχέονται) οι συνέπειες αυτές με κατεύθυνση είτε από την εταιρεία προς το βασικό μέτοχο ή εταίρο είτε με αντίστροφη κατεύθυνση ( Ολ ΑΠ 2/2013, ΑΠ 615/2019, ΑΠ 1355/2018, ΑΠ 330/2010).
Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που σκοπό έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, καθώς και οι λόγοι έφεση, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων ή από τον νόμο, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί.
Εξάλλου, ο εκ του άνω αριθμού λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται, εάν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Τέτοια δε περίπτωση απόρριψης του σχετικού ισχυρισμού συντρέχει και όταν το δικαστήριο της ουσίας αντιμετωπίζει και απορρίπτει κατ' ουσίαν εκ του πράγματος τον προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς εκείνα που συνιστούν την ιστορική του βάση, έστω και εάν η απόρριψή του δεν είναι ρητή (Ολ ΑΠ 25/2003, Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1093/2020, ΑΠ 1080/2020, ΑΠ 268/2019, ΑΠ 1262/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθ. 8 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο με τις αναφερόμενες παραδοχές του παρέκαμψε τη νομική προσωπικότητα αυτής (αναιρεσείουσας-εναγομένης), της οποίας τη σύσταση θεωρεί ουσιαστικά καταχρηστική, άλλως εικονική, αφού δέχεται ότι :
α) η βούληση των συμβαλλομένων μερών ήταν να παραμείνει το ακίνητο στην περιουσία του Π., β) ότι αυτή (αναιρεσείουσα) εταιρεία είχε συσταθεί στην Κύπρο ένα μήνα πριν την υπογραφή του συμβολαίου με εντολή του Π. που ήταν ο πραγματικός δικαιούχος των μετοχών αυτής και γ) ότι το ποσό του τιμήματος, που φέρεται ότι καταβλήθηκε με τραπεζική κατάθεση σε ευρώ από αυτήν (αναιρεσείουσα) σε λογαριασμό του Π.
είχε προηγουμένως εισφερθεί αποκλειστικά για το λόγο αυτό από τον Π. στην ίδια (αναιρεσείουσα). Επίσης, η τελευταία ισχυρίζεται ότι τα ως άνω στοιχεία δεν αποτελούν περιεχόμενο της ένδικης αγωγής προς θεμελίωση της ως άνω καταχρηστικότητας ή εικονικότητας της αναιρεσείουσας εταιρείας, την οποία η αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) δεν προβάλλει και έτσι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα απ' αυτήν που άσκησαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Επιπλέον, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται επικουρικά ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε ευθέως τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου περί καταχρηστικότητας άλλως εικονικότητας αυτής (αναιρεσείουσας) εταιρείας και ειδικότερα τις διατάξεις των άρθρων 281 και 138 παρ. 1 ΑΚ, στις οποίες φαίνεται να υπάγονται από το Εφετείο, ως προς το κύρος της εταιρείας αυτής, τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους.
Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, δεδομένου ότι το Εφετείο δεχόμενο κατά τα ως άνω εικονικότητα της ένδικης δικαιοπραξίας δεν παρακάμπτει τη νομική προσωπικότητα της αναιρεσείουσας εταιρείας (αγοράστριας) ούτε καταφάσκει άρση της περιουσιακής αυτοτέλειας αυτής, ενόψει του ότι δεν αναφέρεται στο σύνολο των εννόμων σχέσεων και καταστάσεων αυτής, αλλά μόνο στη συγκεκριμένη δικαιοπραξία.
Ανεξαρτήτως τούτων δε στην παρούσα περίπτωση τα ως άνω εκτιθέμενα από την αναιρεσείουσα και περιλαμβανόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση στοιχεία δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την πιο πάνω έννοια, ήτοι θεμελιωτικά της αγωγής περιστατικά, αλλά επιχειρήματα του δικαστηρίου για τη ενίσχυση της κρίσης του περί εικονικότητας της ένδικης δικαιοπραξίας που βεβαίως δεν έχουν αυτοτέλεια.
Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι το πρώτο πιο πάνω στοιχείο ως προς τη βούληση των συμβαλλομένων μερών να παραμείνει το ακίνητο στην ατομική περιουσία του Π., που αποτελεί εξειδίκευση της επικαλούμενης εικονικότητας της δικαιοπραξίας, περιλαμβάνεται στην ένδικη αγωγή και ως εκ τούτου δεν τίθεται ως προς αυτό ζήτημα λήψης υπόψη πραγμάτων μη προταθέντων.
Επίσης, και ως προς το δεύτερο ως άνω σκέλος του από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης (δεύτερος) είναι αβάσιμος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, δεδομένου ότι το Εφετείο δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ώστε να τίθεται ζήτημα ευθείας παράβασης αυτής. IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 70 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η αναγνωριστική αγωγή ασκείται, όταν ο ενάγων έχει έννομο συμφέρον, υλικής ή ηθικής φύσης, για αναγνώριση της ύπαρξης ή μη κάποιας έννομης σχέσης από την οποία δημιουργείται βλάβη ή κίνδυνος βλάβης στη νομική ή πραγματική κατάσταση του ενάγοντος, είτε ο κίνδυνος αυτός είναι άμεσος και επικείμενος, είτε εξαρτάται και από τη συνδρομή άλλου μελλοντικού περιστατικού, και προς αποτροπήν του οποίου τείνει και είναι πρόσφορη η αιτουμένη αναγνώριση.
Η συνδρομή του αμέσου συμφέροντος, που επιτελεί νομιμοποιητική λειτουργία στην αναγνωριστική αγωγή και συνιστά ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής, πρέπει, για το ορισμένο αυτής, να εκτίθεται στο δικόγραφό της κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο. Το έννομο συμφέρον και η νομιμοποίηση του διαδίκου αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας.
Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι εκείνο του αριθμού 14 του ιδίου Κώδικα, ο οποίος ανακύπτει μόνο όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν συγκεκριμενοποιούνται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΑΠ 441/2020, ΑΠ 850/2019, ΑΠ 471/2019, ΑΠ 1877/2014, ΑΠ 1881/2006, 879/2004).
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1910, 1846, 1901, 1902, 1904, 1905 και 1907 ΑΚ προκύπτει ότι ο εξ απογραφής κληρονόμος δεν εμποδίζεται εξαιτίας αυτού να ασκήσει αγωγή εναντίον τρίτου προς διεκδίκηση δικαιώματός του προερχομένου από την κληρονομία. Τούτο δε διότι ο κληρονόμος που αποδέχθηκε την κληρονομία με το ευεργέτημα της απογραφής δεν παύει να είναι κληρονόμος και ως εκ τούτου υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της κληρονομίας, με μοναδική συνέπεια, ενόψει αυτού, η ευθύνη του να περιορίζεται μέχρι το ενεργητικό της, να αντιμετωπίζεται δε ως "τρίτος" σε σχέση με την κληρονομία (ΑΠ 351/2011).
Τα παραπάνω ενισχύονται και από το ότι ο κληρονόμος με το ευεργέτημα της απογραφής διοικεί την κληρονομιαία περιουσία όχι μόνο προς το δικό του συμφέρον αλλά και προς το συμφέρον των δανειστών, έναντι των οποίων ευθύνεται για κάθε αμέλεια και υπόκειται σε λογοδοσία (ΑΚ 1907). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία).
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ 272/2020, ΑΠ 5/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση με αυτά που δέχθηκε ως άνω το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως προς την ύπαρξη περιουσιακού εννόμου συμφέροντος της αναιρεσίβλητης για την άσκηση εκ μέρους-της της ένδικης αγωγής ως μοναδικής κληρονόμου με το ευεργέτημα της απογραφής του αποβιώσαντος συζύγου της Α.
Π. ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 68, 70 ΚΠολΔ 1902, 1904, 1905, 1907 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, δεδομένου ότι το επίδικο ακίνητο, σε περίπτωση εικονικότητας της προηγούμενης μεταβίβασής του από τον Π.
στην αναιρεσείουσα, παραμένει στην κληρονομιαία περιουσία εκείνου, η δε αναιρεσίβλητη με την ως άνω ιδιότητά της θα λάβει το τυχόν ενεργητικό που θα απομείνει μετά την ικανοποίηση των δανειστών. Επιπλέον, στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται δεκτό ότι η αναιρεσείουσα έχει έννομο συμφέρον και για τον πρόσθετο λόγο ότι ως κληρονόμος με το ευεργέτημα της απογραφής διοικεί την κληρονομιαία περιουσία όχι μόνο προς το δικό της συμφέρον αλλά και προς το συμφέρον των δανειστών, έναντι των οποίων ευθύνεται για κάθε αμέλεια και υπόκειται σε λογοδοσία, χωρίς να αναιρούνται τα παραπάνω από το ότι οι τελευταίοι (δανειστές) έχουν και οι ίδιοι τη δυνατότητα προστασίας των συμφερόντων τους.
Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν ως προς την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος της αναιρεσίβλητης για την άσκηση της ένδικης αγωγής, ενώ δεν υφίσταται ανεπάρκεια, ασάφεια ή ενδοιασμός στις αιτιολογίες αυτής ως προς την παραδοχή για το ενεργητικό που θα απομείνει μετά την ικανοποίηση των δανειστών με τη χρήση της λέξης "τυχόν", αφού από το όλο περιεχόμενο της απόφασης συνάγεται ότι τούτο γίνεται με την έννοια της δυνατότητας και όχι της αμφιβολίας και ασάφειας.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 6-12-2019 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "S. L." για αναίρεση της υπ' αριθ. 5417/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Οκτωβρίου 2021.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ