Legislator Case Law & Legislation
1450/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because the ground of law was not raised in the lower court's appeal.

Case Number 1450/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by thirty-nine individuals against a first-instance judgment regarding pension benefits. The appellants argued that the lower court erred by failing to recognize a specific legal ground concerning the withdrawal of a reservation of right to appeal, claiming this issue had been raised and settled over thirty years. The court ruled the appeal inadmissible because the specific legal ground was not explicitly stated in the appeal petition nor proven to have been raised in the lower court proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Art. 576 para. 1 & 2 of the Code of Civil Procedure; Art. 562 para. 2 of the Code of Civil Procedure: An appeal ground is inadmissible if it is not stated in the appeal petition and not proven to have been raised in the lower court proceedings.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal Code of Civil Procedure appeal petition requirements procedural history reservation of right to appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 576 para. 1 & 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 562 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1450 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1450/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2'Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Θ. Α. του Γ., κατοίκου ..., 2)Γ. Β. του Α., κατοίκου ... 3)Γ. Γ. του Κ., κατοίκου ..., 4)Γ. Δ. του Ν., κατοίκου ..., 5)Ε. Τ. του Α. κατοίκου ... 6)Σ. Ζ. του Γ., κατοίκου ..., 7)Φ. Ζ. του Κ., κατοίκου ..., 8)Δ. Η. του Χ., κατοίκου ..., 9)Χ. Θ. του Δ., κατοίκου ..., 10)Κ. Κ. του Ι. κατοίκου ... 11)Ι. Κ. του Ν. κατοίκου ... 12)Α. Κ. του Γ., κατοίκου ... 13)Η.

Μ. του Α., κατοίκου ... 14)Μ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 15)Χ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 16)Σ. Μ. του Γ., κατοίκου ... 17)Κ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 18)Κ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 19)Δ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 20)Π. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 21)Ε. Ν. του Γ., κατοίκου ..., 22)Θ. Ν. του Ζ., κατοίκου ..., 23)Γ. Π. του Ε., κατοίκου ..., 24)Ι. Π. του Ε., κατοίκου ... 25)Ν. Π. του Γ., κατοίκου ... 26)Α.

Π. του Μ., κατοίκου ..., 27)Γ. Π. του Π., κατοίκου ..., 28)Κ. Σ. του Ν., κατοίκου ..., 29)Κ. Σ. του Π., κατοίκου ..., 30)Ε. Σ. του Ι., κατοίκου ..., 31)Μ. Τ. του Β., κατοίκου ... 32)Μ. Τ. του Α., κατοίκου ..., 33)Γ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., 34)Κ. Φ. του Π., κατοίκου ... 35)Μ. Φ. του Π., κατοίκου ..., 36)Ε. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 37)Ι. Λ. του Σ., κατοίκου ..., 38)Α. Ρ. του Ν., κατοίκου ...

και 39) Σ. Ρ. του Ν., κατοίκου ..., των 3 τελευταίων ως κληρονόμων του αρχικώς εκκαλούντος Ν. Ρ.. Οι 23ος και 30ος (Γ. Π. και Ε. Σ.) δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευαγγελία - Κωνσταντίνα Αποστολοπούλου, που κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαϊωάννου, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/07/2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείου Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 994/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 3855/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20/6/2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 94 παρ.1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά.

Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α 201/22.12.2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Εξ άλλου κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι εάν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση απουσιάζει ή παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 9/2003, ΟλΑΠ 9/1992).

Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολιπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 1374/2017, ΑΠ 526/2016, ΑΠ 1622/2013, ΑΠ 453/2011, ΑΠ 340/2011). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 εδ.

β του ιδίου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Στην προκειμένη περίπτωση η επίσπευση της συζήτησης της ένδικης από 20.6.2018 και με αριθ. κατάθ. 61263/100/2018 αίτησης αναίρεσης των αναιρεσειόντων (39 συνολικά τον αριθμό), στρεφομένης κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", με την οποία ζητείται η αναίρεση της με αριθμό 3855/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου, για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (22 Οκτωβρίου 2019), έλαβε χώρα με την επιμέλεια όλων των αναιρεσειόντων, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση με αριθ. ...89/12.3.2019 έκθεση επίδοσης αυτής προς την αναιρεσίβλητη εταιρεία του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Σ. - Π.

Κ., κατόπιν παραγγελίας της πληρεξουσίας δικηγόρου αυτών Ευαγγελίας - Κωνσταντίνας Αποστολοπούλου. Κατά τη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης στην ως άνω ορισθείσα δικάσιμο, οπότε αυτή εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι 23ος και 30ος των αναιρεσειόντων, ενώ παρέστησαν οι λοιποί αναιρεσείοντες (37 τον αριθμό), εκπροσωπηθέντες από την πιο πάνω πληρεξουσία δικηγόρο.

Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η ως άνω δικηγόρος που έδωσε την παραγγελία για τις ως άνω επιδόσεις είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και από τους απολιπομένους ως άνω 23ο και 30ο των αναιρεσειόντων, αφού οι τελευταίοι δεν περιλαμβάνονται στο με επίκληση προσκομιζόμενο με αριθ. ...72/7.9.2018 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Σ.

Δ., ούτε προσκομίζονται έγγραφες περί τούτου εξουσιοδοτήσεις των εν λόγω διαδίκων προς την ως άνω δικηγόρο με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του εντολέως από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή ή άλλα συμβολαιογραφικά προς αυτήν πληρεξούσια. Κατά συνέπεια ακύρως αυτοί επέσπευσαν τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

Ούτε επίσης προκύπτει η εκ μέρους της αντιδίκου τους αναιρεσίβλητης εταιρείας κλήτευση αυτών, προκειμένου να παραστούν αυτοί κατά την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά την ορισθείσα κατά τα άνω δικάσιμο. Επομένως, εφόσον οι ως άνω απολιπόμενοι αναιρεσείοντες δεν επέσπευσαν νομίμως τη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης, ούτε κλητεύθηκαν νομίμως κατά τη συζήτηση από την αντίδικό τους, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτούς, οι οποίοι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσείοντες και κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτούς, ενώ για τους παρισταμένους προσηκόντως λοιπούς αναιρεσείοντες πρέπει ο Άρειος Πάγος να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης.

Με την από 20 Ιουνίου 2018 και με αριθ. κατάθ. 61263/100/22.6.2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 3855/16.4.2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία με αριθ. 994/6.4.2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 20.8.2014 και με αριθ. κατάθ. 99270/2003/3.9.2014 έφεση των εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της εναγομένης - εφεσίβλητης και αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας και επικυρώθηκε η ως άνω απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία είχε απορρίψει στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 29.7.2013 και με αριθ. κατάθ. 1331/1.8.2013 αγωγή αυτών, με την οποία ζητούσαν την επιδίκαση για τα έτη 2011 και 2012 των αναγραφόμενων εκεί επί μέρους χρηματικών ποσών, που καταβάλλονταν σε αυτούς μέχρι τη διακοπή της καταβολής τους το καλοκαίρι του έτους 2011 από την εναγομένη εταιρεία στο πλαίσιο επιχειρησιακής συνήθειας και είχαν αποκτήσει συμβατικό χαρακτήρα, με το νόμιμο τόκο. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Aπό τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 του ΑΚ, 3 παρ. 2 του Ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 και 1 της υπ' αριθ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με τον Ν. 3248/1955, συνάγεται ότι ως μισθός στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, την οποία με βάση το νόμο ή τη συμφωνία καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας.

Επομένως, δεν έχουν τον χαρακτήρα μισθού οι πρόσθετες παροχές, που δίδονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο εκουσίως από ελευθεριότητα και όχι από νόμιμη υποχρέωση ή από πρόθεση, εκδηλούμενη και από τα δύο μέρη, να αποτελέσουν αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία και ως εκ τούτου δεν ιδρύονται υποχρέωση και αντίστοιχο δικαίωμα αναφορικά με τις παροχές αυτές, με αποτέλεσμα ο εργοδότης να έχει τη δυνατότητα να τις ανακαλέσει οποτεδήποτε και να παύσει τη χορήγηση τους.

Οι οικειοθελείς αυτές παροχές δεν είναι δυνατόν να μετατραπούν σε συμβατικές υποχρεώσεις του εργοδότη, ανεξαρτήτως του μακροχρονίου, του αδιάλειπτου ή του γενικευμένου της καταβολής τους, εάν ο εργοδότης κατά την έναρξη της χορήγησής τους ή, έστω και αργότερα, πριν δημιουργηθούν οι συνθήκες της δεσμευτικότητάς τους, επιφύλαξε για τον εαυτό του το δικαίωμα να τις ανακαλέσει ελευθέρως και μονομερώς οποτεδήποτε (ΑΠ 869/2018, ΑΠ 603/2017, ΑΠ 1292/2015, ΑΠ 13/2015, ΑΠ 1681/2010, ΑΠ 1082/2010).

Τέτοιες παροχές είναι και εκείνες που χορηγούνται από τον εργοδότη στους εργαζομένους, όχι ως αντάλλαγμα της εργασίας τους, αλλά με αφορμή κάποιο γεγονός, όπως παροχές σε χρήμα με αφορμή τις μαθητικές επιδόσεις των τέκνων των εργαζομένων στο σχολείο ή τη φοίτησή τους σε ανώτερες σχολές. Η επιχειρησιακή, συνεπώς, συνήθεια, δηλαδή η πρακτική που έχει διαμορφωθεί από μακροχρόνιο, ομοιόμορφο χειρισμό ζητημάτων που ανάγονται στις σχέσεις εργοδότη και μισθωτού μέσα στο χώρο μιας επιχείρησης δεν αποτελεί από μόνη της πηγή γένεσης αξιώσεων, αλλά μπορεί, να αποτελέσει βάση σιωπηρής συμφωνίας.

Αυτό συμβαίνει όταν ο εργοδότης, είτε ρητώς με ανακοίνωσή του υπόσχεται στους εργαζομένους τη χορήγηση μελλοντικών παροχών υπό ορισμένες προϋποθέσεις, είτε χωρίς θετική υπόσχεση, χορηγεί συνεχώς τέτοιες, οπότε η αποδοχή των παροχών αυτών από τους εργαζομένους παρέχει τη βάση συμβατικής δέσμευσης (άρθ. 361 του ΑΚ) και αφαιρεί από την πράξη το χαρακτήρα της μονομερούς και, συνεπώς, ελευθέρως ανακλητής παροχής.

Κύριο επομένως αντικείμενο της επιχειρησιακής συνήθειας είναι οι οικειοθελείς παροχές του εργοδότη, δηλαδή οι πέραν του μισθού παροχές, στις οποίες αυτός προβαίνει προς τους εργαζομένους, χωρίς να έχει νομική δέσμευση. Οι παροχές αυτές, και αν ακόμη καταβάλλονται τακτικά και αδιάλειπτα επί μακρό χρονικό διάστημα, διατηρούν το χαρακτήρα τους ως οικειοθελών, αν αυτή είναι η βούληση των μερών και ιδίως όταν ο εργοδότης έχει επιφυλάξει σ' αυτόν το δικαίωμα για ανάκλησή τους.

Στην περίπτωση αυτή από την ούτω δημιουργηθείσα επιχειρησιακή συνήθεια δεν μπορεί να ανακύψει σιωπηρή συμφωνία και κατ' επέκταση συμβατική δέσμευση του εργοδότη για τη συνέχιση καταβολής των εν λόγω παροχών. Μάλιστα, εφόσον ο εργοδότης έχει επιφυλάξει σε αυτόν το δικαίωμα ανάκλησης οικειοθελούς παροχής, δεν απαιτείται κατά νόμο η επιφύλαξη αυτή να επαναλαμβάνεται κάθε φορά που ο εργοδότης χορηγεί την άνω παροχή, αλλά αρκεί ο σχετικός όρος να υπάρχει στην ατομική σύμβαση εργασίας που κατάρτισε ο εργαζόμενος κατά την πρόσληψή του.

Κατά συνέπεια, η από αυτόν (εργοδότη), κατ' ενάσκηση του πηγάζοντος από τα άρθρα 648 και 652 του ΑΚ, διευθυντικού δικαιώματός του, διακοπή ή τροποποίηση μιας τέτοιας παροχής, δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής σχέσης και εντεύθεν δεν θεμελιώνει τα εκ του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920 δικαιώματα του εργαζομένου (ΑΠ 603/2017, ΑΠ 1402/2017, ΑΠ 48/2015, ΑΠ 1277/2010, ΑΠ 91/2008), ενώ επί πλέον δεν απαιτείται να δικαιολογήσει ο εργοδότης την ενέργειά του αυτή.

Αντίθετα μπορεί να δημιουργηθεί συμβατική δέσμευση για την υποχρέωση καταβολής μιας τέτοιας παροχής (οικειοθελούς αρχικά) από επιχειρησιακή συνήθεια, με βάση σιωπηρή συμφωνία, υπό τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις, με αποτέλεσμα την αδυναμία του εργοδότη να διακόψει μονομερώς την καταβολή της, εάν ο εργοδότης δεν έχει επιφυλάξει στον εαυτό του το ως άνω δικαίωμα ανάκλησης, αφού στην περίπτωση αυτή η παροχή παύει πλέον να είναι οικειοθελής (ΑΠ 48/2015, ΑΠ 258/2012, ΑΠ 1082/2010).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης (μετά την 1.1.2016) της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, ορίζεται ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και επομένως προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος από το δικαστήριο της ουσίας. Η διάταξη αυτή, η οποία είναι κατά λέξη ταυτόσημη εκείνης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει δε από αυτήν ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση

του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης [από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ] ιδρύονται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή η έλλειψη νόμιμης βάσης ως προς την εφαρμογή του αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βούλησης των μερών.

Ειδικότερα παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 1098/2011, ΑΠ 426/2010, ΑΠ 832/2009, ΑΠ 254/2003, ΑΠ 416/1993).

Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία ναι μεν μπορεί να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αρκεί όμως να προκύπτει και έμμεσα από αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 220/2016).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου.

Λόγος δε αναίρεσης ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει, όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 1611/2008), ενώ λόγος αναίρεσης με τον οποίο βασίμως πλήττεται κάποιο από τα επάλληλα ερείσματα που στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, εφόσον τα λοιπά ερείσματα αυτής επαρκούν για τη στήριξη του διατακτικού της (σχετ.

ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 25/1994, ΑΠ 10/2016, ΑΠ 1652/2010, ΑΠ 406/2010, ΑΠ 318/2009) Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: "Οι εκκαλούντες [ήδη αναιρεσείοντες] εργάζονταν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα των ετών 2011 - 2012 στην εκκαλούσα [ενν.

εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη] που διατηρεί εργοστάσιο παραγωγής σκυροδέματος στην ..., με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Από το έτος 1980 η εφεσίβλητη ξεκίνησε να χορηγεί κάθε έτος οικειοθελώς ειδικές παροχές (επιδόματα - βοηθήματα) σε όσους εργαζομένους αυτής είχαν τέκνα, που φοιτούσαν στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση και είχαν καλές μαθητικές επιδόσεις ή φοιτούσαν στην τριτοβάθμια εκπαίδευση ανεξαρτήτως των επιδόσεών τους, προκειμένου να υποστηρίζει οικονομικά την κάλυψη των αναγκών εκπαίδευσης των τέκνων τους (βλ.

το προσκομιζόμενο από το έτος "Μνημόνιο" καταγραφής διαφόρων παροχών της εφεσίβλητης στους εργαζομένους αυτής). Τα εν λόγω επιδόματα χαρακτηρίζονταν από την εφεσίβλητη, που προέβαινε και σε αναπροσαρμογή τους, ενίοτε ως "βραβεία" (βλ. τα από 3-12-1987 και 7-12-1988 έγγραφα του διευθυντή του εργοστασίου προς το επιχειρησιακό σωματείο και το ταμείο της επιχείρησης, ενώ από [το] 1991 και εφεξής η αναπροσαρμογή των ποσών του[ς] αποτυπωνόταν σε συμφωνητικά που συνάπτονταν μεταξύ του επιχειρησιακού σωματείου και της διοίκησης της εφεσίβλητης.

Εξάλλου, μετά από συμφωνία μεταξύ της διοίκησης της εφεσίβλητης και του επιχειρησιακού σωματείου το έτος 1991, επεκτάθηκε η καταβολή του επιδόματος και σε όσους εργαζομένους έχουν τέκνα, που φοιτούν σε μέσες τεχνικές σχολές (στην από 24-4-1991 συμφωνία η εν λόγω παροχή χαρακτηρίσθηκε ως "βοήθημα"). Τα ποσά του παραπάνω επιδόματος αναπροσαρμόσθηκαν για τελευταία φορά με τις από 10-1-2010 και 3-11-2010 συμφωνίες του επιχειρησιακού σωματείου με τη διοίκηση της εφεσίβλητης και καθορίσθηκαν για τα τέκνα των εργαζομένων που φοιτούν στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, στα εφάπαξ ποσά των 55,26 ευρώ (Β' τάξη με βαθμό Β,Α), 60,14 ευρώ (Γ' και Δ' τάξη με βαθμό Β,Α/7-10), 66,31 ευρώ (Ε' και ΣΤ' τάξη με βαθμό 7-10/7-8,5) και 100,61 ευρώ (ΣΤ' τάξη με βαθμό 8,5-10), για τα τέκνα των εργαζομένων που φοιτούν στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση, στα εφάπαξ ποσά των 109,92 ευρώ (Γυμνάσιο με βαθμό 16 - 18,5), 141,15 ευρώ (Γυμνάσιο με βαθμό 18,5 - 20), 160 ευρώ (Α' τάξη Λυκείου ή επαγγελματικής σχολής), 350 ευρώ (Β' και Γ' τάξη Λυκείου ή επαγγελματικής σχολής), για τα τέκνα των εργαζομένων που φοιτούν σε ΑΕΙ ή ΤΕΙ, στα ποσά των 125 ευρώ (φοίτηση στην …) και 235 ευρώ (φοίτηση εκτός …) μηνιαίως και για τα τέκνα των εργαζομένων που φοιτούν σε επαγγελματικές σχολές (ιδιωτικές ή δημόσιες), στο ποσό των 51,93 ευρώ μηνιαίως.

Τις παραπάνω παροχές απολάμβαναν και οι εκκαλούντες, που πληρούσαν τις προϋποθέσεις χορήγησής τους, ωστόσο τον Απρίλιο [του] 2011 η εφεσίβλητη τις ανακάλεσε και έπαυσε έκτοτε να τις χορηγεί από το Μάιο [του] 2011, στο πλαίσιο σχεδίου αντιμετώπισης των αρνητικών οικονομικών μεγεθών του εργοστασίου και της επιχείρησής της, λόγω της μείωσης του κύκλου των εργασιών της, που την οδήγησε στη συνέχεια (το έτος 2013) και στην επιβολή του μέτρου της εκ περιτροπής εργασίας του προσωπικού της.

Οι παροχές αυτές, που δεν σχετίζονταν με την απόδοση των εργαζομένων και το χρόνο της παροχής εργασίας τους, δεν περιλαμβάνονταν στις καταστάσεις μισθοδοσίας, δεν γινόταν επ' αυτών παρακράτηση ασφαλιστικών εισφορών και δεν συνυπολογίζονταν από την εφεσίβλητη στα δώρα εορτών και στο επίδομα αδείας, ήταν οικειοθελείς και παρά το ότι καταβάλλονταν τακτικά και ομοιόμορφα επί μεγάλο χρονικό διάστημα, διατηρούσαν τον παραπάνω χαρακτήρα τους ως οικειοθελών, καθώς η εφεσίβλητη είχε επιφυλάξει στην ίδια το δικαίωμα ανάκλησής τους (διακοπής).

Ειδικότερα η επιφύλαξη του δικαιώματος ανάκλησης των παραπάνω παροχών, που δεν οφείλονταν κατ' εφαρμογή διάταξης νόμου ή ΣΣΕ, προκύπτει από το περιεχόμενων των έγγραφων ατομικών συμβάσεων εργασίας, που είχε συνάψει η εφεσίβλητη με τους εκκαλούντες, στις οποίες προβλεπόταν ρητώς ότι κάθε ποσό, που καταβάλλεται από τον εργοδότη, πέραν των νόμιμων αποδοχών (τέτοιο ποσό αποτελούσε και η ένδικη παροχή, χωρίς να απαιτείται ρητή αναφορά της στις επί μέρους συμβάσεις εργασίας) αποτελεί από χαριστική διάθεση οικειοθελή παροχή, που μπορεί ν' ανακληθεί ελεύθερα, όπως αναφέρεται και στο άρθρο 13 παρ.

γ' του Κανονισμού Εργασίας. Επισημαίνεται ότι στο άρθρο 13 παρ. γ' του Κανονισμού Εργασίας της εφεσίβλητης ορίζεται ότι στην περίπτωση που ο καταβαλλόμενος μισθός είναι υπέρτερος του νομίμου, στο υπέρτερο του νομίμου μισθού τμήμα καταλογίζεται κάθε αξίωση του μισθωτού από προσαύξηση ή επίδομα οικογενειακών βαρών, προϋπηρεσίας, ανθυγιεινής εργασίας, νυχτερινής εργασίας και εργασίας κατά τις αργίες και Κυριακές, ενώ στο άρθρο 13 παρ.

δ' του Κανονισμού Εργασίας ορίζεται ότι η χορήγηση έκτακτων αποδοχών προς κάποιο μισθωτό ή το σύνολό τους αποτελεί δικαίωμα της εταιρίας και ουδέποτε δημιουργεί υποχρέωση προς καταβολή.

Συνεπώς, δεδομένου ότι ήδη με τις ατομικές συμβάσεις εργασίας, που είχε συνάψει με τους εκκαλούντες, η εφεσίβλητη είχε διατηρήσει το δικαίωμα ανάκλησης και των παραπάνω παροχών, δεν επιβαλλόταν αυτή να επαναδιατυπώνει την επιφύλαξή της σε κάθε χορήγησή τους, είτε ανά έτος, είτε ανά μήνα (...). Ακολούθως το γεγονός ότι από το 1991 και εφεξής η αναπροσαρμογή του ύψους των παραπάνω παροχών συμπεριλαμβανόταν στα καταρτιζόμενα πρακτικά συμφωνίας της εφεσίβλητης με το επιχειρησιακό σωματείο δεν μεταβάλλει το χαρακτήρα τους ως οικειοθελών παροχών, καθότι ουδέποτε περιλήφθηκε σε αυτά άρση της επιφύλαξης, που είχε διατυπωθεί τόσο σε κάθε μία ατομική σύμβαση εργασίας, όσο και εν γένει στον Κανονισμό Εργασίας της εφεσίβλητης, στον οποίο δεν γίνεται χρήση του όρου "οικειοθελείς παροχές", αλλά του όρου "έκτακτες αποδοχές", που είχε γνωστοποιηθεί στο σύνολο των εργαζομένων της και είχε γίνει αποδεκτός από αυτούς.

Συνεπώς η περιεχομένη στις έγγραφες ατομικές συμβάσεις εργασίας ρητή επιφύλαξη της εφεσίβλητης να ανακαλεί ελεύθερα τις πέραν των νομίμων αποδοχών οικειοθελείς παροχές της και ανεξάρτητα από το αν ο σχετικός όρος των ατομικών συμβάσεων εργασίας παρέπεμπε στις διατάξεις του άρθρου 13 παρ. γ' και όχι στις συναφείς διατάξεις του άρθρου 13 παρ.

δ' του Κανονισμού Εργασίας, είχε ως αποτέλεσμα η ένδικη παροχή, ακόμη και μετά την μακρόχρονη και τακτική χορήγησή τους, να μην απολέσει το χαρακτήρα της ως οικειοθελούς παροχής, παρά τα όσα αβάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες με το δεύτερο λόγο της έφεσής τους. Ακολούθως, η ως άνω επιφύλαξη ανάκλησης για όλες τις επιπλέον των συμβατικών και των νομίμων αποδοχών παροχές ήταν αρκούντως ορισμένη ως προς το ότι καταλαμβάνει κάθε είδους οικειοθελή παροχή (βλ.

και ΑΠ 158/2012), χωρίς ν' απαιτείται στις ατομικές συμβάσεις εργασίας (ή στον Κανονισμό Εργασίας) να γίνεται ειδική αναφορά στην ένδικη παροχή, παρά τα όσα αβάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες με τον τρίτο λόγο της έφεσής τους. Τέλος, όπως ήδη προαναφέρθηκε, μόνη η μακρόχρονη χορήγηση της παροχής ή η συμπερίληψή της σε γραπτά κείμενα ("Μνημόνια"), στα οποία καταγράφονταν οι παροχές της εφεσίβλητης προς τους εργαζομένους της, δεν είχε ως αποτέλεσμα να ατονήσει η τεθείσα στις ατομικές συμβάσεις εργασίας των εκκαλούντων, αλλά και του συνόλου των εργαζομένων, επιφύλαξη ανάκλησης της, καθώς μάλιστα η εν λόγω επιφύλαξη για κάθε είδους οικειοθελή παροχή αποτελούσε περιεχόμενο όλων των ατομικών συμβάσεων εργασίας, που συνάπτονταν σε διαφορετικούς χρόνους (1984, 1985, 1986, 1988, 1989, 1990, 1995, 1997, 1998, 2000, 2001, 2002, 2003, 2005, 2010, 2011 κλπ).

Αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί ούτε και από την από 22-10-2010 έγγραφη πρόταση της εφεσίβλητης προς το προσωπικό της, με την οποία μεταξύ άλλων πρότεινε στο σωματείο των εργαζομένων και την αναπροσαρμογή της εν λόγω παροχής (σπουδαστικού επιδόματος), η οποία οδήγησε στην από 2-11-2010 συμφωνία μεταξύ της διεύθυνσης της εφεσίβλητης και του σωματείου των εργαζομένων και περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, και την αναδιαμόρφωση του ποσού της ένδικης παροχής.

Και τούτο διότι, όπως προκύπτει και από το περιεχόμενο της από 22-10-2010 πρότασης της εφεσίβλητης, αυτή εντασσόταν στο πλαίσιο διαπραγματεύσεων για λήξη απεργιακών κινητοποιήσεων στο εργοστάσιό της και όχι επειδή η εξακολούθηση χορήγησής της εν λόγω παροχής - και πολύ περισσότερο η αύξησή της - δεν παρέμενε στη διακριτική ευχέρειά της εφεσίβλητης.

Συνεπώς ο προβαλλόμενος με τον τέταρτο λόγο έφεσης ισχυρισμός των εκκαλούντων ότι λόγω της μακρόχρονης καταβολής της εν λόγω παροχής, αλλά και της συμπερίληψής των αναπροσαρμογών της στις καταρτισθείσες συμφωνίες μεταξύ της εφεσίβλητης και του επιχειρησιακού σωματείου είχε ατονήσει το επιφυλασσόμενο από την εφεσίβλητη δικαίωμα ανάκλησης της, είναι αβάσιμος, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι αρκούσε η αναφορά της επιφύλαξης ανάκλησης στις ατομικές συμβάσεις εργασίας της εφεσίβλητης με τους εκκαλούντες. Με τα παραπάνω δεδομένα η προπεριγραφόμενη επιχειρησιακή συνήθεια δεν οδήγησε σε σιωπηρή συμφωνία και κατ' επέκταση συμβατική δέσμευση της εφεσίβλητης για συνέχιση καταβολής της ένδικης παροχής και, κατά συνέπεια, από τη διακοπή χορήγησής της στους εργαζομένους της εφεσίβλητης, μεταξύ των οποίων και στους εκκαλούντες, κατ' ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματός της, δεν γεννάται αξίωση των τελευταίων για τη συνέχιση της καταβολής μίας τέτοιας παροχής.

Συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που κρίνοντας όμοια, απέρριψε την αγωγή των εκκαλούντων ως ουσιαστικά αβάσιμη δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, παρά τα όσα αβάσιμα ισχυρίζονται με την έφεσή τους οι εκκαλούντες με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους, που συνίσταται στην εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και εξειδικεύεται περαιτέρω με τους λοιπούς λόγους της έφεσης, για τους οποίους έγινε ήδη αναφορά παραπάνω". Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 20.8.2014 και με αριθ. κατάθ. 99270/2003/2014 έφεση των εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων.

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με τη μη εφαρμογή τους τις διατάξεις των άρθρων 648, 653, 361 του ΑΚ, της κυρωθείσας με το Ν. 3248/1955 με αριθ. 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης "περί προστασίας του ημερομισθίου" και του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920, τις οποίες αντιθέτως ορθώς ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, παραλλήλως δε διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, σχετικά με το δικαίωμα της αναιρεσίβλητης εταιρείας να προβεί μονομερώς το έτος 2011 στη διακοπή καταβολής της ένδικης παροχής (σπουδαστικού βοηθήματος αναλόγως της απόδοσης των τέκνων των αναιρεσειόντων ως μαθητών της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ή με αφορμή τη φοίτηση αυτών σε σχολές της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ή σε επαγγελματικές σχολές), εφόσον αυτές ουδέποτε απώλεσαν τον εξ υπαρχής οικειοθελή χαρακτήρα τους, παρά την τακτική, μακροχρόνια και αδιάλειπτη καταβολή τους από το έτος 1980, καθότι, σύμφωνα με τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία τόσο με σχετικό όρο των ατομικών συμβάσεων εργασίας των εργαζομένων σε αυτήν (περιλαμβανομένων και των αναιρεσειόντων), όσο και με όρο (άρθ. 13 παρ.

δ) του Κανονισμού Εργασίας που είχε γνωστοποιηθεί στους εργαζόμενους, είχε επιφυλάξει για τον εαυτό της το δικαίωμα ελεύθερης ανάκλησης των καταβαλλομένων από αυτήν, πέραν των νομίμων, παροχών, τις οποίες κατέβαλε οικειοθελώς από χαριστική διάθεση, με συνέπεια να μην μπορεί να γίνει λόγος περί κατάρτισης σιωπηράς συμφωνίας μεταξύ των μερών για την καταβολή των παροχών αυτών στο πλαίσιο επιχειρησιακής συνήθειας, και συνακόλουθα οι εν λόγω διατάξεις της κείμενης εργατικής νομοθεσίας για την έννοια του μισθού στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας να μην ευρίσκουν έδαφος εφαρμογής στην ένδικη υπόθεση, λόγω του μη μισθολογικού χαρακτήρα των πιο πάνω οικειοθελών παροχών.

Δεν συνιστά δε ευθεία παράβαση των πιο πάνω διατάξεων της κείμενης εργατικής νομοθεσίας ως προς την έννοια του μισθού στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το έτος 1991 κατόπιν συμφωνίας μεταξύ της διοίκησης της αναιρεσίβλητης και του επιχειρησιακού σωματείου των εργαζομένων σε αυτήν συμφωνήθηκε η επέκταση της πιο πάνω παροχής στους εργαζομένους, τα τέκνα των οποίων φοιτούσαν σε μέσες τεχνικές σχολές, εφόσον η συμφωνία για την επέκταση οικειοθελούς παροχής και σε άλλη κατηγορία εργαζομένων δεν επάγεται και τη διαφοροποίηση του χαρακτήρα αυτής ως οικειοθελούς, παρά μόνο εάν τούτο προκύπτει με σαφήνεια από την περί τούτου συμφωνία.

Τοιαύτη όμως παραδοχή δεν διαλαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση.

Συνεπώς με το ν' απορρίψει τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων ορθώς έκρινε, αν και χωρίς ειδικότερη σκέψη, ότι η επέκταση με συμφωνία της πιο πάνω παροχής και στους εργαζομένους με τέκνα που σπούδαζαν σε μέσες τεχνικές σχολές δεν είχε ως συνέπεια τη μεταβολή της πιο πάνω παροχής σε συμβατική υποχρέωση της αναιρεσίβλητης εταιρείας.

Επίσης δεν συνιστά ευθεία παράβαση των πιο πάνω διατάξεων της κείμενης εργατικής νομοθεσίας ως προς την έννοια του μισθού στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ούτε δημιουργείται αντίφαση μεταξύ της ανωτέρω αποφατικής κρίσης της προσβαλλομένης απόφασης [ως προς τη μη κατάρτιση (δεσμευτικής) σιωπηράς συμφωνίας μεταξύ των μερών για την καταβολή της παροχής αυτής] και των παραδοχών αυτής ότι από το έτος 1991 η αναπροσαρμογή των ποσών της πιο πάνω παροχής αποτυπωνόταν σε συμφωνητικά που συνάπτονταν μεταξύ της διοίκησης της αναιρεσίβλητης εταιρείας και του επιχειρησιακού σωματείου των εργαζομένων σε αυτήν και ότι ειδικότερα στις 22.10.2010 η αναιρεσίβλητη υπέβαλε πρόταση αναπροσαρμογής της εν λόγω παροχής στο πλαίσιο διαπραγματεύσεων με το ως άνω σωματείο ενόψει απεργιακών κινητοποιήσεων, που οδήγησε στην κατάρτιση της από 2.11.2010 συμφωνίας για την αναπροσαρμογή αυτή, όπως αβασίμως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τους πρώτο και δεύτερο από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ αντίστοιχα λόγους αναίρεσης.

Και τούτο διότι οι παραδοχές αυτές δεν διαφοροποιούν κατά νόμο την ανωτέρω κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την διατήρηση της παροχής αυτής ως οικειοθελούς, διότι διαφορετικό είναι το ζήτημα της τυχόν συμφωνίας μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου για το ύψος της αναπροσαρμογής της καταβαλλομένης από τον πρώτο οικειοθελούς παροχής και διαφορετικό το ζήτημα του χαρακτήρα της παροχής, ως οικειοθελούς, όπου η κατάργηση της ευχέρειας ανάκλησης της παροχής και κατά συνέπεια του χαρακτήρα της παροχής ως οικειοθελούς πρέπει να συνάγεται με σαφήνεια από την περί τούτου τροποποιητική σύμβαση των μερών.

Σύμφωνα όμως με τις περί τούτου αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, η από 22.10.2010 πρόταση περί αναπροσαρμογής του ύψους των πιο πάνω παροχών εκ μέρους της διεύθυνσης της αναιρεσίβλητης εταιρείας δεν είχε ως περιεχόμενό της (και) την κατάργηση της διακριτικής ευχέρειας της αναιρεσίβλητης για την εξακολούθηση της χορήγησης των πιο πάνω παροχών.

Κατά συνέπεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθώς δέχθηκε ότι δεν είχε συμφωνηθεί με τα συμφωνητικά αυτά η κατάργησή της επιφύλαξης ανάκλησης των πιο πάνω παροχών και ότι δεν είχε ατονήσει το δικαίωμα ανάκλησης αυτών. Κατά το μέρος δε που με τους λόγους αυτούς πλήττεται η περί του αντιθέτου αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι (άρθ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθούν. Με τον έκτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι εκ νέου τις πιο πάνω διατάξεις της κείμενης εργατικής νομοθεσίας, ως και εκείνες των άρθρων 3 παρ. 1 και 3 του ΑΝ 539/1945, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1996, 2 της από 26.2.1975 ε.γ.σ.σ.ε που κυρώθηκε με το Ν. 133/1975, 1 παρ. 2 του Ν. 1082/1980, 1 - 3 της 19040/1981 Κ.Υ.Α.

των Υπουργών Εργασίας και Οικονομικών, για την έννοια των τακτικών αποδοχών, του άρθρου 25 παρ. 4 του ΑΝ 1846/1951 και 17 παρ. 1 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του ΙΚΑ (που αφορούν τον μισθό επί των οποίων υπολογίζονται ασφαλιστικές εισφορές) και των κανονιστικού περιεχομένου (ΟλΑΠ 5/2011) διατάξεων του άρθρου 13 παρ. γ' και δ' του καταρτισθέντος κατά το Ν.Δ/μα 3789/1957 Κανονισμού Εργασίας της αναιρεσίβλητης που εγκρίθηκε με την με αριθ. 8051/693/27.3.1969 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, προσάπτουν περαιτέρω στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι:

α) εσφαλμένως έκρινε τις ένδικες παροχές ως μη τακτικές μισθολογικές αποδοχές, με το αιτιολογικό ότι αυτές δεν περιλαμβάνονταν στις καταστάσεις μισθοδοσίας, δεν γινόταν επ' αυτών παρακράτηση ασφαλιστικών εισφορών και δεν συνυπολογίζονταν στα επιδόματα εορτών και αδείας, β) παραβίασε την κανονιστικού περιεχομένου διάταξη του άρθρου 13 παρ.

δ του Κανονισμού Εργασίας της αναιρεσίβλητης, η οποία κατά περιεχόμενό της προβλέπει ότι η χορήγηση έκτακτων αποδοχών [ήτοι κατά νόμο αποδοχών που δεν χορηγούνται τακτικά και σταθερά αλλά είτε εφάπαξ, είτε σε άτακτα χρονικά διαστήματα] αποτελεί δικαίωμα της εταιρίας και ουδέποτε δημιουργεί υποχρέωση αυτής προς καταβολή και κατά συνέπεια η ρύθμιση αυτή του Κανονισμού Εργασίας δεν αφορά τις ένδικες παροχές, οι οποίες καταβάλλονταν τακτικά και αδιάλειπτα στους εργαζομένους της επιχείρησης από μακρού χρόνου και ως εκ τούτου έφεραν μισθολογικό χαρακτήρα και γ) παραβίασε την κανονιστικού περιεχομένου διάταξη του άρθρου 13 παρ.

γ του ως άνω Κανονισμού Εργασίας, στο οποίο παρέπεμπε ο σχετικός όρος των ατομικών συμβάσεων εργασίας των εργαζομένων στην αναιρεσίβλητη, η οποία κατά το περιεχόμενό της αφορά μόνο την δυνατότητα καταλογισμού των εκεί αναγραφομένων αξιώσεων (από επιδόματα οικογενειακών βαρών, προϋπηρεσίας, ανθυγιεινής εργασίας, εργασίας κατά τη νύκτα ή κατά τη διάρκεια αργιών ή Κυριακών) στις καταβαλλόμενες, υπέρτερες των νομίμων, αποδοχές και, κατά συνέπεια, δεν προβλέπει δυνατότητα ανάκλησης των πέραν των νομίμων παροχών.

Ο λόγος αυτός κατά μεν το υπό στοιχείο (α) σκέλος του στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και ως εκ τούτου είναι αβάσιμος, κατά δε τα υπό στοιχεία (β) και (γ) σκέλη του είναι αλυσιτελής. Και τούτο διότι: 1) το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν στήριξε την κρίση του για τον οικειοθελή χαρακτήρα των ένδικων παροχών και τη διατήρηση του χαρακτήρα αυτού μέχρι τη διακοπή της χορήγησής τους από την αναιρεσίβλητη στο ότι αυτές δεν περιλαμβάνονταν στις καταστάσεις μισθοδοσίας, δεν γινόταν επ' αυτών παρακράτηση ασφαλιστικών εισφορών και δεν συνυπολογίζονταν στα επιδόματα εορτών και αδείας, τις οποίες ανέφερε διηγηματικά και ως εκ του περισσού στην προσβαλλομένη απόφαση, αλλά στο ότι η αναιρεσίβλητη είχε επιφυλάξει για τον εαυτό της το δικαίωμα ανάκλησης όλων των καταβαλλομένων από αυτήν, πέραν των νομίμων, παροχών, περιλαμβανομένων επομένως και των ένδικων παροχών, οι οποίες δεν οφείλονταν στο προσωπικό της κατ' εφαρμογή διάταξης νόμου ή συλλογικής σύμβασης εργασίας, 2) η παραδοχή της προσβαλλομένης απόφασης ότι με όρο των ατομικών συμβάσεων εργασίας των απασχολουμένων στην αναιρεσίβλητη εταιρεία μισθωτών (περιλαμβανομένων των αναιρεσειόντων) και μάλιστα ανεξαρτήτως του χρόνου κατάρτισης αυτών, η τελευταία είχε επιφυλάξει για τον εαυτό της το δικαίωμα ανάκλησης όλων των καταβαλλομένων από αυτήν, πέραν των νομίμων, παροχών, που κατά τον ίδιο όρο συνιστούσαν οικειοθελή παροχή από χαριστική διάθεση, αρκεί για τη στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ότι οι ένδικες παροχές ουδέποτε απέκτησαν συμβατικό χαρακτήρα μισθού, διατηρήσασες τον οικειοθελή τους χαρακτήρα, ανεξάρτητα δηλαδή από το εάν αντίστοιχη ρύθμιση περιλαμβάνονταν ή όχι στο ρυθμιστικό πεδίο του άρθρου 13 παρ.

δ του Κανονισμού Εργασίας ή από το εάν η ρύθμιση του άρθρου 13 παρ. γ του Κανονισμού Εργασίας, στον οποίο περαιτέρω παρέπεμπε ο πιο πάνω όρος των ατομικών συμβάσεων εργασίας, αφορούσε κατά περιεχόμενό του το δικαίωμα καταλογισμού των εκεί αναφερομένων μισθολογικών παροχών στις τυχόν καταβαλλόμενες υπέρτερες των νομίμων αποδοχές (και όχι δικαίωμα ανάκλησης).

Επομένως ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό του. Περαιτέρω είναι αβάσιμοι οι από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της μη προσφυγής της στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν δέχθηκε, ούτε και εμμέσως, τη συνδρομή κενού ή ασάφειας τόσο κατά την ερμηνεία του σχετικού όρου των ατομικών συμβάσεων εργασίας των απασχολουμένων στην αναιρεσίβλητη μισθωτών, περιλαμβανομένων και των αναιρεσειόντων, σχετικά με την επιφύλαξη του δικαιώματος ανάκλησης των πιο πάνω παροχών (τρίτος λόγος αναίρεσης), όσο και κατά την ερμηνεία των πρακτικών συμφωνίας της διοίκησης της αναιρεσίβλητης με το επιχειρησιακό σωματείο και ιδίως της από 2.11.2010 συμφωνίας που καταρτίσθηκε μετά την υποβολή της από 22.10.2010 πρότασης αυτής για την αναπροσαρμογή της παροχής αυτής σχετικά με τη μη συνδρομή συμβατικής δέσμευσης της αναιρεσίβλητης για την καταβολή των πιο πάνω παροχών με την κατάργηση της επιφύλαξης ανάκλησης (τέταρτος λόγος αναίρεσης), ούτως ώστε να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ.

Αντιθέτως με σαφήνεια και πλήρεις αιτιολογίες δέχθηκε ότι υπήρξε ρητός όρος στις καταρτισθείσες ατομικές συμβάσεις εργασίας του προσωπικού της αναιρεσίβλητης, περιλαμβανομένων των αναιρεσειόντων, και μάλιστα ανεξαρτήτως του χρόνου κατάρτισής αυτών, που παρείχε στην αναιρεσίβλητη το δικαίωμα της ελεύθερης ανάκλησης των καταβαλλομένων από την ίδια, επί πλέον των νομίμων, παροχών (όπως οι επίδικες), οι οποίες (παροχές) χαρακτηρίζονταν ρητά στον όρο αυτό ως οικειοθελείς και από χαριστική διάθεση, τούτο δε αρκεί για τη στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, ανεξαρτήτως δηλαδή της περαιτέρω παραπομπής με τον όρο αυτό σε ρυθμίσεις του Κανονισμού Εργασίας.

Επισημαίνεται μάλιστα ότι με βάση το περιεχόμενο του όρου αυτού, όπως διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η περαιτέρω παραπομπή σε διάταξη του Κανονισμού Εργασίας, έχει απλώς την έννοια αναφοράς σε παράλληλη ρύθμιση "..., όπως αναφέρεται και στο άρθρο...". Επίσης δέχθηκε με σαφήνεια και πλήρεις αιτιολογίες ότι με την από 2.11.2010 συμφωνία της διεύθυνσης της αναιρεσίβλητης με το επιχειρησιακό σωματείο των εργαζομένων σε αυτήν περί αναπροσαρμογής του ύψους της παροχής αυτής (για την οποία μάλιστα δεν υπάρχει παραδοχή ότι έλαβε τη μορφή συλλογικής σύμβασης εργασίας) δεν συμφωνήθηκε περαιτέρω η κατάργηση του όρου για την επιφύλαξη του δικαιώματος ανάκλησης, ο οποίος παρέμεινε στη διακριτική ευχέρεια της αναιρεσίβλητης.

Επομένως οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθούν. Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο αυτό, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό, που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο και στη συνέχεια ν' αποδεικνύεται από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως (ΑΠ 199/2017, ΑΠ 183/2014, ΑΠ 2319/2014, ΑΠ 114/2009).

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο τρόπος επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 1254/2010, ΑΠ 114/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης (άρθ. 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ), προβάλλοντας την αιτίαση ότι διαλαμβάνει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα στο ζήτημα περί του εάν η αναιρεσίβλητη είχε παραιτηθεί σιωπηρά της ως άνω επιφύλαξης ανάκλησης ή έστω αυτή είχε ατονήσει εκ των πραγμάτων, ως αντίθετη με τη διαμορφωθείσα συνείδηση των μερών για την καταβολή των ένδικων παροχών ως συμφωνημένων, ενόψει της μακροχρόνιας και αδιάλειπτης καταβολής των παροχών αυτών για 30 έτη, της μη επανάληψης της επιφύλαξης ανάκλησης πέραν της αρχικής αναφοράς της στις ατομικές συμβάσεις εργασίας των εργαζομένων σε αυτήν, της συμπερίληψης των παροχών αυτών σε γραπτά κείμενα (μνημόνια) και της διαμόρφωσης του ύψους αυτών από το έτος 1991 δια της υπογραφής πρακτικών συμφωνίας, περιλαμβανομένης και της από 22.10.2010 συμφωνίας.

Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, κατ' εφαρμογή του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, διότι δεν διαλαμβάνεται στον οικείο αναιρετικό λόγο, εάν ο σχετικός ισχυρισμός προβλήθηκε ή όχι από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επαναφέρθηκε νόμιμα ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου με λόγο έφεσης αυτών, ούτε ο τρόπος προβολής του.

Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι παραστάντες αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας των (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης, όσον αφορά τους 23ο και 30ο των αναιρεσειόντων Π. Γ. του Ε. και Σ. Ε. του Ι..

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τους αναιρεσείοντες αυτούς.

Απορρίπτει ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες την από 20.6.2018 και με αριθ. κατάθ. 61263/100/2018 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 3855/16.4.2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου.

Καταδικάζει τους παραστάντες αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Δεκεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ