1450/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπό το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 649 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη με την οποία συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου παύει αυτοδικαίως, σε περίπτωση δε αμφιβολίας η σύμβαση αυτή θεωρείται αορίστου χρόνου.
Legislator headnote
AI generated1450/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Σοφία Καρυστηναίου ανέγνωσε την από 6-11-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.
Full text
Απόφαση 1450 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1450/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Β. του Χ., κατοίκου ..., 2) Ά. Μ. του Ν., κατοίκου ... και 3) Δ. Ζ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Μπέη και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων:1)Οργανισμού απασχόλησης εργατικού δυναμικού με την επωνυμία "ΟΑΕΔ" που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κουλοχέρη και δεν κατέθεσε προτάσεις και 2) Οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Ραπτοπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-5-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 503/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3550/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13-2-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Σοφία Καρυστηναίου ανέγνωσε την από 6-11-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του πρώτου αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 649 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη με την οποία συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου παύει αυτοδικαίως, σε περίπτωση δε αμφιβολίας η σύμβαση αυτή θεωρείται αορίστου χρόνου.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 21 παρ. 1, 2 και 3 ν. 2190/1994 οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14 παρ. 1 του ίδιου νόμου, μεταξύ των οποίων και οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοικήσεως πρώτου και δευτέρου βαθμού, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχολήσεως η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής προσλήψεως προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών λόγω απουσίας προσωπικού ή κενώσεως θέσεων, η διάρκεια της απασχολήσεως δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας συμβάσεως κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου.
Εξ άλλου με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 8, με τα εδάφια α και γ της οποίας ορίζονται τα εξής: "Νόμος ορίζει τους όρους, και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2" (εδ.
α). "Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου" (εδ. γ). Στους κανόνες αυτούς, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις ως άνω διατάξεις του ν. 2190/1994, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατυπώσεως του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.
Ειδικά όμως με το άρθρο 20 παρ. 4 ν. 2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προστέθηκε ως περίπτωση κα στο άρθρο 14 παρ. 2 ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού, η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχολήσεως που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.).
Ειδικότερα ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ. διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά. Η επιδοτούμενη αυτή πρόσληψη υπαλλήλων είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη πραγμάτωσης των προγραμμάτων που με τους υφιστάμενους κανόνες θα απέβαινε ατελέσφορη και για το λόγο αυτό ορίζεται ότι η πρόσληψη διενεργείται με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα.
Συνακόλουθα η πρόσληψη υπαλλήλων που έχει πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο συγκεκριμένου προγράμματος του Ο.Α.Ε.Δ. και οι εξ αυτής απορρέουσες εργασιακές σχέσεις έχουν συγκεκριμένο χρόνο διαρκείας, είναι δηλαδή συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η πάροδος του οποίου συνεπιφέρει αυτοδικαίως και τη λήξη τους (άρθρο 669 παρ. 1 Α.Κ.), η δε σύναψη αυτών ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου επιβάλλεται από αντικειμενικούς λόγους που συνδέονται με τη φύση τους.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 20 παρ. 1 και 15 ν. 2639/1998: "Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε Ν.Π.Ι.Δ., σε πιστοποιημένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, σε Α.Ε.Ι. - Τ.Ε.Ι.
και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής την υλοποίηση στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό του προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης ανέργων. Η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" (παρ. 1) και "Ο Ο.Α.Ε.Δ.
μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου.
Για την ασφάλιση των συμμετεχόντων στα προγράμματα αυτά εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 18 του ν. 2458/1997 (ΦΕΚ 15 Α). Οι δαπάνες που προκαλούνται από την εφαρμογή των προγραμμάτων της παραγράφου αυτής εξαιρούνται από τον προληπτικό έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου" (παρ. 15). Εξ άλλου με τα άρθρα 1, 2, 5 παρ. 1, 2 και 3, 6 και 7 του π.δ. 164/2004 ορίσθηκαν τα εξής: "Σκοπός του παρόντος προεδρικού διατάγματος είναι η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας, όσον αφορά στο προσωπικό του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, προς τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία - πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου, που έχει συναφθεί μεταξύ των διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα CES, UNICE και CEEP (E.E.L175/ 10.7.1999), με την οποία επιδιώκεται αφενός μεν η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με την εφαρμογή της αρχής της μη διάκρισης σε σχέση με την εργασία αορίστου χρόνου και αφετέρου η καθιέρωση ενός πλαισίου για να αποτραπεί τυχόν κατάχρηση που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου" (άρθρο 1). "Οι διατάξεις αυτού του διατάγματος εφαρμόζονται στο προσωπικό του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του παρόντος, καθώς και στο προσωπικό των δημοτικών και κοινοτικών επιχειρήσεων, το οποίο εργάζεται με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ή σύμβαση έργου ή άλλη σύμβαση ή σχέση που υποκρύπτει σχέση εξαρτημένης εργασίας. 2.
Με την επιφύλαξη των οριζομένων στην παρ. 6 του άρθρου 11, το παρόν διάταγμα δεν εφαρμόζεται: α) Στις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και στη σύμβαση ή σχέση μαθητείας. β) Στις συμβάσεις ή τις σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζόμενου από τον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ)" (άρθρο 2). "1.
Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2.
Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. 3.
Η σύναψη διαδοχικών συμβάσεων γίνεται εγγράφως και οι λόγοι που την δικαιολογούν αναφέρονται ρητώς στη σύμβαση, εφόσον δεν προκύπτουν ευθέως από αυτήν. Κατ’ εξαίρεση, ο έγγραφος τύπος δεν απαιτείται, όταν η ανανέωση της σύμβασης, λόγω του ευκαιριακού χαρακτήρα της απασχόλησης, δεν έχει διάρκεια μεγαλύτερη του ενός μηνός, εκτός αν ο έγγραφος τύπος προβλέπεται ρητά από άλλη διάταξη.
Αντίγραφο της σύμβασης παραδίδεται στον εργαζόμενο εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την έναρξη της απασχόλησής του" (άρθρο 5 παρ. 1, 2 και 3). "1. Συμβάσεις που καταρτίζονται διαδοχικώς και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, απαγορεύεται να υπερβαίνουν τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες σε συνολικό χρόνο διάρκειας της απασχόλησης, είτε συνάπτονται κατ’ εφαρμογήν του προηγούμενου άρθρου είτε συνάπτονται κατ’ εφαρμογήν άλλων διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας. 2.
Συνολικός χρόνος διάρκειας απασχόλησης άνω των είκοσι τεσσάρων (24) μηνών επιτρέπεται μόνον σε περιπτώσεις ειδικών, από τη φύση και το είδος της εργασίας τους, κατηγοριών εργαζομένων που προβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία, όπως, ιδίως, διευθυντικά στελέχη, εργαζόμενοι που προσλαμβάνονται στο πλαίσιο συγκεκριμένου ερευνητικού ή οιουδήποτε επιδοτούμενου ή χρηματοδοτούμενου προγράμματος, εργαζόμενοι που προσλαμβάνονται για την πραγματοποίηση έργου σχετικού με την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από συμβάσεις με διεθνείς οργανισμούς" (άρθρο 6). "1.
Οποιαδήποτε σύμβαση συνάπτεται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του παρόντος διατάγματος είναι αυτοδικαίως άκυρη. 2. Σε περίπτωση που η άκυρη σύμβαση εκτελέσθηκε εν όλω ή εν μέρει, καταβάλλονται στον εργαζόμενο τα οφειλόμενα βάσει αυτής χρηματικά ποσά, τυχόν δε καταβληθέντα δεν αναζητούνται.
Ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα, για το χρόνο που εκτελέσθηκε η άκυρη σύμβαση εργασίας, να λάβει ως αποζημίωση το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως του. Εάν οι άκυρες συμβάσεις είναι περισσότερες, ως χρόνος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται η συνολική διάρκεια απασχόλησης με βάση τις άκυρες συμβάσεις.
Τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο καταλογίζονται στον υπαίτιο. 3. Όποιος παραβαίνει τις διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του παρόντος διατάγματος τιμωρείται με φυλάκιση (άρθρο 5 ν. 1338/1983, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ. 5 του ν. 1440/1984). Αν το αδίκημα διαπράχθηκε από αμέλεια, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους.
Η ίδια παράβαση στοιχειοθετεί παράλληλα και σοβαρό πειθαρχικό παράπτωμα" (άρθρο 7). Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. Α.Κ. και 6 ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. κατά το άρθρο 38 Εισ.Ν. Α.Κ.) συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτού, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.
Εξ άλλου σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της συμβάσεως μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου.
Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαιδεύσεως στο μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται με σκοπό εκτελέσεως παραγωγικού έργου αλλά για τις ανάγκες της εκπαιδεύσεως και της εξοικειώσεώς του με το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη σύμβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της συμβάσεως εργασίας του Α.Κ., εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της συμβάσεως αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, την αποζημίωση απολύσεως κ.λπ., οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας, που δεν αποτελεί προέχον η ωφέλεια που αντλεί από την εργασία του, καθώς και ότι ο μαθητευόμενος είτε δεν θα λαμβάνει μισθό είτε θα καταβάλλει ορισμένο ποσό στον εργοδότη για τη μαθήτευσή του.
Αντίθετα επί συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, η οποία υφίσταται όταν ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, η εκμάθηση τέχνης εκ μέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της συμβάσεως και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρεώσεως του εργοδότη.
Συνεπώς επί της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της συμβάσεως αυτής είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύμφωνα με τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη.
Σε κάθε περίπτωση ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσεως ως συμβάσεως έργου, μαθητείας ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου αποτελεί κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, τα οποία μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων κρίνουν με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση.
Από δε την απαγόρευση της μετατροπής από το νόμο των ιδιωτικού δικαίου συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, που θεσπίζεται με το άρθρο 103 παρ. 8 του Συντάγματος, δεν συνάγεται και απαγόρευση της αναγνωρίσεως του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσεως, η οποία δεν αποτελεί "μετατροπή" αλλά ορθό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσεως κατά τη δικαστική διαδικασία.
Εν τούτοις διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 17-4-2001 και εφεξής) δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες.
Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτιμήσεως των συμβάσεων αυτών, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσεως κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αφού, έστω και αν τούτο συμβαίνει, βάσει των πιο πάνω διατάξεων ο εργοδότης δεν έχει ευχέρεια για τη σύναψη συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου (Ολ.
Α.Π. 19 και 20/2007). Περαιτέρω η από τα άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ. β του Συντάγματος επιβαλλόμενη αρχή της ίσης μισθολογικής μεταχειρίσεως των εργαζομένων προϋποθέτει οι εργαζόμενοι αυτοί, αφενός μεν να έχουν τα ίδια προσόντα και να εργάζονται κάτω από τις ίδιες συνθήκες, αφετέρου δε να τελούν κάτω από το ίδιο νομικό καθεστώς εργασίας (Α.Π. 509/2016).
Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 904 Α.Κ. προκύπτει ότι η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσεως και μπορεί να ασκηθεί μόνο όταν ελλείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός εάν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς) της απορρίψεως της κύριας βάσεως της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία.
Επομένως αν η αγωγή στηρίζεται ως προς τη σωρευόμενη ακόμα και επικουρικά βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό στα ίδια πραγματικά περιστατικά στα οποία θεμελιώνεται και η αγωγή από σύμβαση ή αδικοπραξία, είναι νομικά αβάσιμη ως προς την αγωγική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό γιατί, αφού κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή υπάρχει σύμβαση ή αδικοπραξία, ο ενάγων μπορεί να ασκήσει τις αξιώσεις του από αυτές, όχι όμως να προσφύγει έστω και επικουρικά στη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού (Α.Π. 493/2010).
2. Στην προκειμένη περίπτωση με την από 27-5-2010 αγωγή τους οι ήδη αναιρεσείοντες εξέθεσαν τα εξής: Ότι μεταξύ αυτών και του πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου Οργανισμού Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.) καταρτίσθηκαν έγγραφες συμβάσεις αποκτήσεως εργασιακής εμπειρίας (stage) διάρκειας 18 μηνών, οι οποίες μετά τη λήξη τους παρατάθηκαν με απόφαση του πρώτου εναγόμενου για άλλους 12 μήνες, με ημερομίσθιο 30 ευρώ για τους δύο πρώτους από αυτούς ως πτυχιούχους και 25 ευρώ για την τρίτη από αυτούς ως απόφοιτη δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.
Ότι ειδικότερα: α) η σύμβαση του πρώτου από αυτούς καταρτίσθηκε στις 19-9-2007 με χρόνο ενάρξεως τις 12-11-2007 και λήξεως τις 11-5-2009 και με την ...19-5-2009 απόφαση του πρώτου εναγομένου παρατάθηκε για άλλους 12 μήνες έως τις 31-5-2010, αυτός δε απασχολήθηκε στο τμήμα λογιστηρίου της οικονομικής υπηρεσίας του δεύτερου εναγομένου και ήδη δευτέρου αναιρεσιβλήτου ...
Αττικής από Δευτέρα έως Παρασκευή, παρέχοντας τις υπηρεσίες του στη διεκπεραίωση των εργασιών του τμήματος αυτού, β) η σύμβαση της δεύτερης από αυτούς καταρτίσθηκε στις 16-8-2007 με χρόνο ενάρξεως τις 12-11-2007 και λήξεως τις 11-5-2009 και με την ...19-5-2009 απόφαση του πρώτου εναγομένου παρατάθηκε για άλλους 12 μήνες από 1-6-2009 έως 31-5-2010, αυτή δε απασχολήθηκε από τις 12-11-2007 έως και το Φεβρουάριο του έτους 2008 στο τμήμα προσωπικού της διευθύνσεως διοικητικών υπηρεσιών του δεύτερου εναγομένου και από το Μάρτιο του έτους 2008 στο τμήμα Ο.Γ.Α.
και γ) η σύμβαση του τρίτου από αυτούς καταρτίσθηκε στις 22-10-2007 με χρόνο ενάρξεως τις 12-11-2007 και λήξεως τις 11-5-2009 και με την ...19-5-2009 απόφαση του πρώτου εναγομένου παρατάθηκε για άλλους 12 μήνες από 1-6-2009 έως 31-5-2010, αυτός δε απασχολήθηκε στη φορολογική υπηρεσία του δεύτερου εναγομένου. Ότι οι ανωτέρω συμβάσεις υπέκρυπταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου διότι αυτοί κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες των εναγομένων που ήταν εργοδότες αυτών.
Ότι τα ανωτέρω καταβληθέντα σ’ αυτούς χρηματικά ποσά υπολειπόταν από τις νόμιμες αποδοχές και τα υποχρεωτικά επιδόματα των δημοτικών υπαλλήλων, όπως καθορίζονταν από τις διατάξεις των νόμων 3205/2003, 3554/2007, 3670/2008, 3758/2009 και 3833/2010, με αποτέλεσμα να δικαιούνται για το χρονικό διάστημα που εργάσθηκαν για μισθολογικές διαφορές, για επιδόματα ειδικών συνθηκών, εξόδων κινήσεως, κινήτρου αποδόσεως και για τα επιδόματα εορτών και αδείας τα αναφερόμενα ποσά.
Ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να τους καταβάλουν εις ολόκληρον τα αιτούμενα ποσά: α) βάσει της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, β) βάσει του αδικαιολόγητου πλουτισμού κατά τα ποσά που ωφελήθηκε ο δεύτερος εναγόμενος από τη μη καταβολή των νομίμων αποδοχών τους που θα κατέβαλε σε υπαλλήλους οι οποίοι θα παρείχαν την ίδια εργασία, γ) βάσει της αδικοπραξίας, δ) βάσει της συνταγματικής αρχής της ισότητας διότι λάμβαναν αποδοχές κατώτερες από τις νόμιμες τις οποίες ελάμβανε δημοτικός υπάλληλος που παρείχε την ίδια με αυτούς εργασία.
Ότι επικουρικά ο δεύτερος εναγόμενος ευθύνεται με βάση τις διατάξεις περί εργασίας ορισμένου χρόνου αν ήθελε κριθεί ότι οι συμβάσεις τους βάσει της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ είναι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου. Ζήτησαν δε, όπως το αίτημα της αγωγής παραδεκτά περιορίσθηκε με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, να αναγνωρισθεί ότι συνδέονται με τους εναγομένους με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν εις ολόκληρον τα ποσά των 14.856,93, των 14.564,06 και των 13.805,16 ευρώ αντίστοιχα και να αναγνωρισθεί ότι αυτοί υποχρεούνται να τους καταβάλουν επίσης εις ολόκληρον τα ποσά των 21.436,20, των 20.810,35 και των 19.540,65 ευρώ αντίστοιχα, νομιμοτόκως αφότου κάθε επί μέρους ποσό κατέστη απαιτητό.
Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα: Α) Ως προς τις βάσεις της από τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και από τη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου αλλά και εκείνη από την αδικοπραξία η αγωγή είναι μη νόμιμη διότι, αν θεωρηθεί ότι είναι αληθή τα αναφερόμενα σ’ αυτήν περιστατικά, δεν είναι δυνατόν να υπάρξουν τέτοιες έγκυρες συμβάσεις.
Ειδικότερα όσον αφορά την επικαλούμενη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για το έγκυρο αυτής που προβλέπονται από τα άρθρα 3, 5, 6 και 7 του π.δ. 164/2004, όσον δε αφορά την επικαλούμενη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αυτή προσκρούει στις διατάξεις του άρθρου 103 του Συντάγματος, ακόμα και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι οι ενάγοντες εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του δευτέρου εναγομένου.
Β) Ως προς τη βάση της για παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως είναι μη νόμιμη διότι αυτή προϋποθέτει, εκτός των άλλων και παροχή εργασίας υπό το αυτό νομικό καθεστώς, πράγμα το οποίο δεν συνέβαινε εν προκειμένω, αφού με βάση τα εκτιθέμενα σ’ αυτήν οι ενάγοντες αφενός μεν είχαν προσληφθεί με συμβάσεις προς απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, αφετέρου δε δεν υπήρχε έγκυρη σύμβαση εργασίας αυτών, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, κατά τα προεκτεθέντα.
Γ) Ως προς τη βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό η αγωγή είναι μη νόμιμη διότι θεμελιώνεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζεται και η βάση της από τη σύμβαση και την αδικοπραξία και όχι σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα και χωρίς η βάση αυτή να ασκείται κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρο 219 Κ.Πολ.Δ.), δηλαδή υπό την αίρεση της απορρίψεως της κύριας βάσεως της αγωγής από τη σύμβαση εργασίας και από την αδικοπραξία.
Με βάση τα ανωτέρω το εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η αγωγή ήταν μη νόμιμη ως προς όλες τις πιο πάνω βάσεις της και, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (με την οποία είχε κριθεί νόμιμη και εν μέρει κατ’ ουσίαν βάσιμη η αγωγή) και κράτησε την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις παρατιθέμενες στην αρχή της παρούσης ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.
Συνεπώς οι πρώτος κατά το πρώτο σκέλος του, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος κατά το πρώτο σκέλος του λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα και αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Εξ άλλου, εφ’ όσον κατά τα προεκτεθέντα η αγωγή ήταν μη νόμιμη κατά τη βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, το εφετείο, απορρίπτοντας αυτήν κατά τη βάση της αυτή ως μη νόμιμη και όχι ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες: α) της παραβάσεως των διατάξεων των άρθρων 6 της Ε.Σ.Δ.Α. και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, με τις οποίες καθιερώνεται το δικαίωμα για πρόσβαση στο δικαστήριο και εκείνης του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναλογικότητας και β) της παρά το νόμο μη κηρύξεως απαραδέκτου.
Συνεπώς οι πέμπτος και έκτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα και αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α και 14 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. 3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι’ αυτό ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, όχι δε και όταν αυτό απέρριψε την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση ως απαράδεκτη, αόριστη ή μη νόμιμη (Ολ.
Α.Π. 3/1997, 44/1990). Στην προκειμένη περίπτωση ο πρώτος κατά το δεύτερο σκέλος του λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το εφετείο με αντιφατικές αιτιολογίες έκρινε ότι οι ένδικες συμβάσεις είναι και συμβάσεις μαθητείας και άκυρες συμβάσεις εργασίας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού όπως ήδη έχει εκτεθεί, για το παραδεκτό του προαναφερθέντος λόγου αναιρέσεως απαιτείται ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, προϋπόθεση που δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση κατά την οποία η αγωγή απορρίφθηκε στο σύνολό της ως μη νόμιμη.
4. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται αν δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 25/2003). Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο κατά το δεύτερο σκέλος του λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη τα περιστατικά που αυτοί επικαλέσθηκαν για τη θεμελίωση της βάσεως της αγωγής τους από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο έλαβε υπόψη όλα τα περιστατικά που οι αναιρεσείοντες επικαλέσθηκαν για τη θεμελίωση της βάσεως αυτής της αγωγής και την απέρριψε ως μη νόμιμη.
5. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.
θεμελιώνει η προσβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικότερα για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (Ολ.
Α.Π. 20/2005). Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 περ. γ Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα της δίκης.
Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρεμβάσεως, της αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου (Α.Π. 123/2016). Στην προκειμένη περίπτωση με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ανωτέρω αναιρετικές πλημμέλειες και συγκεκριμένα ότι το εφετείο κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 559 αριθ. 1 και 9 Κ.Πολ.Δ.
έκρινε ότι παρέλκει η έρευνα της βασιμότητας της αντεφέσεώς τους, με την οποία παραπονούνταν ότι κακώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι μέρος των αξιώσεών τους υπέπεσε στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995. Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο σκέλος του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας διότι δεν αναφέρεται ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε ούτε το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του.
Κατά το δεύτερο σκέλος του ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι το εφετείο, ενόψει της προηγούμενης κρίσεώς του ότι η αγωγή ήταν μη νόμιμη, δεν ώφειλε να ερευνήσει την ουσία της υποθέσεως και συνακόλουθα την αντέφεση των εναγόντων, με την οποία αυτοί προέβαλαν παράπονα που αφορούσαν την ουσιαστική κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και συγκεκριμένα τη μερική απόρριψη της αγωγής τους ως παραγεγραμμένης. 6.
Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων σύμφωνα με το σχετικό αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένη όμως όσον αφορά το δεύτερο αναιρεσίβλητο σύμφωνα με το άρθρο 281 παρ. 2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3463/2006.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-2-2015 αίτηση για αναίρεση της 3550/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ για το πρώτο και σε εξακόσια (600) ευρώ για το δεύτερο αναιρεσίβλητο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Αυγούστου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ