1450/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1450/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις των άρθρων 2032, 2033 και 2034 ΑΚ προκύπτει ότι η αιτία θανάτου δωρεά είναι ελεύθερα μετακλητή, εκτός αν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο κατά τον χρόνο σύναψης αυτής ή μεταγενέστερα. Ειδικότερα ο δωρητής μπορεί να ανακαλεί οποτεδήποτε τη μετακλητή αιτία θανάτου δωρεά, χωρίς κανέναν περιορισμό και χωρίς να επικαλεστεί οποιονδήποτε λόγο ανάκλησης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1450 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1450/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. συζ. Χ. Μ., το γένος Ε. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Στεφανάκη.
Της αναιρεσιβλήτου: Π. Χ. του Κ., συζ. Ι. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαπέτρου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Ιουλίου 2004 αγωγή της αρχικώς ενάγουσας Ε. Π. που απεβίωσε και κληρονομήθηκε από την ήδη αναιρεσείουσα που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 163/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 581/2011 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7 Μαρτίου 2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αριστείδης Πελεκάνος, ανέγνωσε την από 5 Δεκεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης κατά της απόφασης 581/2011 του Εφετείου Λάρισας και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματος επί χρονικό διάστημα μικρότερο του χρόνου παραγραφής της σχετικής αξίωσης, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί εναντίον του, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από τη μακρόχρονη αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκούν, καταρχήν, για να καταστήσουν καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος.
Αν, όμως, η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις, που συνδέονται κυρίως με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και έχουν διαμορφώσει μία παγιωμένη κατάσταση, την οποία ο δικαιούχος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιδιώκει να ανατρέψει, η δε επιχειρούμενη ανατροπή συνεπάγεται σημαντικές δυσμενείς (και όχι κατ' ανάγκην δυσβάστακτες ή αφόρητες) συνέπειες για τον υπόχρεο, τότε η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να είναι μη ανεκτή, κατά την καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, και, ως εκ τούτου, καταχρηστική και παράνομη (Ολ.ΑΠ 5/2011 και 8/2001).
Από τις διατάξεις των άρθρων 2032, 2033 και 2034 ΑΚ προκύπτει ότι η αιτία θανάτου δωρεά είναι ελεύθερα μετακλητή, εκτός αν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο κατά τον χρόνο σύναψης αυτής ή μεταγενέστερα. Ειδικότερα ο δωρητής μπορεί να ανακαλεί οποτεδήποτε τη μετακλητή αιτία θανάτου δωρεά, χωρίς κανέναν περιορισμό και χωρίς να επικαλεστεί οποιονδήποτε λόγο ανάκλησης.
Η ανάκληση γίνεται με μονομερή συμβολαιογραφική δήλωση του δωρητή και με γνωστοποίηση αυτής προς τον δωρεοδόχο, ενώ, σε περίπτωση ακινήτων, απαιτείται και μεταγραφή της ανακλητικής δήλωσης. Από τη γνωστοποίησή της η σχετική δήλωση γίνεται οριστική και αμετάκλητη και επιφέρει άμεση και αυτοδίκαιη αναίρεση της αιτία θανάτου δωρεάς, η οποία θεωρείται σαν να μην είχε συναφθεί ποτέ.
Αντίθετα, αν η αιτία θανάτου δωρεά έχει συμφωνηθεί ως αμετάκλητη, τότε αυτή ανακαλείται μόνο για τους λόγους που ανακαλείται η εν ζωή δωρεά (άρθρα 505-508 ΑΚ) από τον δωρητή ή τους κληρονόμους του, η δε ανάκληση, για οποιονδήποτε λόγο και αν γίνεται, έχει μόνο ενοχική ενέργεια, δηλαδή επιφέρει απόσβεση της υποχρέωσης του δωρητή για παροχή, η δε παροχή που έχει εκπληρωθεί αναζητείται κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Έτσι, σε δίκη ανάκλησης μετακλητής αιτία θανάτου δωρεάς, ο αγωγικός ισχυρισμός αχαριστίας του δωρεοδόχου προς τον δωρητή, ως λόγος ανάκλησης αυτής, δεν ασκεί έννομη επιρροή, αφού η μετακλητή αιτία θανάτου δωρεά είναι ελεύθερα ανακλητή και αρκεί, για την άμεση και αυτοδίκαιη αναίρεσή της, μόνη η συμβολαιογραφική ανακλητική δήλωση και η γνωστοποίηση αυτής, χωρίς επίκληση λόγων ανάκλησης.
Όταν, όμως, ο εναγόμενος προβάλλει με τις προτάσεις του την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του ανακλητικού δικαιώματος του ενάγοντος, ο αγωγικός ισχυρισμός της αχαριστίας και τα πραγματικά περιστατικά που συνάπτονται μ' αυτόν λειτουργούν ως άρνηση της ένστασης και συνεκτιμώνται, ως ουσιώδης ειδική περίσταση, με τα λοιπά περιστατικά (αδράνεια στην άσκηση του δικαιώματος κλπ.) από το δικαστήριο της ουσίας, οπότε ενδέχεται να καθιστούν ανεκτή, κατά την καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, και, ως εκ τούτου, μη καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος ανάκλησης της αιτία θανάτου δωρεάς στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Ο προβλεπόμενος από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς, στοιχειοθετείται όταν ο κανόνας αυτός, με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, δεν εφαρμόζεται, παρότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν εφαρμόζεται χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα, η δε σχετική παραβίαση εκδηλώνεται είτε με εσφαλμένη ερμηνεία είτε με εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με αυτόν τον λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την αξιολόγηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων και τα νομικά σφάλματα κατά την ουσιαστική διερεύνηση της επίδικης διαφοράς. Δηλαδή ελέγχεται αν η αγωγή και κάθε ισχυρισμός, που ασκεί έννομη επιρροή στη διαγνωστέα έννομη σχέση ή έννομη συνέπεια (ένσταση, αντένσταση κλπ.), απορρίφθηκαν ορθά ως μη νόμιμοι ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, η αγωγή ή η ένσταση κλπ.
έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27-28/1998).
Περαιτέρω ο προβλεπόμενος από τον αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως αιτιολογία δε που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.
Στοιχειοθετείται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, βάσει των οποίων και μόνο ελέγχεται η έλλειψη ή μη νόμιμης βάσης αυτής, δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη διάταξη ουσιαστικού νόμου. Αντίθετα, ο σχετικός λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όταν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει κρίση για την ουσία της υπόθεσης με διατύπωση σχετικού αποδεικτικού πορίσματος ή όταν πρόκειται για ασάφειες ή ελλείψεις που αφορούν απορριπτικό σκεπτικό αγωγής ή ένστασης ως μη νόμιμης ή ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, δηλαδή στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού, καθώς και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια και βεβαιότητα, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος (ΟλΑΠ 3/97 και 13/95).
Με τους πρώτο (με αρ. 1.1) και δεύτερο (με αρ. 1.2) λόγους αναίρεσης από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε, ευθέως και εκ πλαγίου αντίστοιχα, την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, κρίνοντας ως βάσιμη την ένσταση, που προτάθηκε από την αναιρεσίβλητη - εναγόμενη με τις πρωτόδικες προτάσεις της και επαναφέρθηκε νόμιμα στο Εφετείο, για καταχρηστική άσκηση από μέρους της αναιρεσείουσας - ενάγουσας του αγωγικού δικαιώματος να ανακαλέσει την μετακλητή αιτία θανάτου δωρεά του ένδικου διαμερίσματος και επικυρώνοντας ακολούθως την πρωτόδικη απόφαση, που απέρριψε την αγωγή της γι' αυτόν τον λόγο.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα : "Η ενάγουσα, η οποία μετά την έκδοση της εκκαλούμενης απεβίωσε και κληρονομήθηκε από την εκκαλούσα-εφεσίβλητη Μ. Μ., γεννήθηκε το έτος 1909 στον Άγιο Ονούφριο Μαγνησίας. Είχε τελέσει τρεις γάμους, από τους οποίους δεν απέκτησε τέκνα.
Σε ηλικία 52 ετών υιοθέτησε νομίμως την ενήλικη Μ., φυσικό τέκνο του Ε. και της Π. Τ., που γεννήθηκε το έτος 1952. Η τελευταία, μετά το θάνατό της, υπεισήλθε ως κληρονόμος της στη δίκη. Μετά την τέλεση της υιοθεσίας η θετή κόρη της ενάγουσας, που διέμενε στη ... Βοιωτίας και ήταν σύζυγος του Χ. Μ., εγκαταστάθηκε με την οικογένειά της στο Βόλο, προκειμένου να συμβιώσει με τη θετή της μητέρα.
Ωστόσο, οι σχέσεις των δύο γυναικών σύντομα διαταράχθηκαν, με συνέπεια η M. Τ. να επιστρέψει στη ... και η ενάγουσα να καταθέσει σε βάρος της αγωγή της για λύση της υιοθεσίας λόγω αχαριστίας. Επί της αγωγής αυτής ουδέποτε εκδόθηκε οριστική απόφαση και έτσι η υιοθεσία δεν λύθηκε. Η ενάγουσα, ως προσωπικότητα, υπήρξε μία έξυπνη, κοσμική κυρία, με σημαντική ακίνητη περιουσία.
Ήταν κοινωνική και γενναιόδωρη, έκανε εκδρομές και ταξίδια και είχε βαφτίσει πολλά παιδιά, τα οποία ενίοτε συνέδραμε οικονομικά. Μετά την αποχώρηση της θετής κόρης της και τη διατάραξη των μεταξύ τους σχέσεων ζούσε μόνη της στις ... Βόλου. Ωστόσο, το Σεπτέμβριο 2003 ασθένησε και η Μ. Τ. επανήλθε και την μετέφερε στη ...
για να τη φροντίζει. Έκτοτε οι σχέσεις τους αποκαταστάθηκαν και ζούσαν μαζί αρμονικά στη .... Στο διάστημα, όμως, που μεσολάβησε μέχρι την αποκατάσταση των σχέσεων με τη θετή της κόρη, η ενάγουσα, έχοντας ανάγκη την ανθρώπινη επαφή και επικοινωνία, λόγω και της γενικότερης ανασφάλειας εξ αιτίας της μεγάλης ηλικίας της, απευθύνθηκε σε πολλούς μακρινούς συγγενείς της και γείτονες, ζητώντας από αυτούς ηθική συμπαράσταση και συνδρομή.
Προκειμένου δε να τους παράσχει κίνητρο προς τούτο, προέβαινε σε δωρεές προς αυτούς στοιχείων της ακίνητης περιουσίας της. Στα πλαίσια αυτά, μεταξύ άλλων, μεταβίβασε την 21.12.1993 λόγω πωλήσεως στην εναγομένη που ήταν εξ αγχιστείας συγγενής της, κατά πλήρη κυριότητα μία οριζόντια ιδιοκτησία και συγκεκριμένα ένα ισόγειο διαμέρισμα της κείμενης στον αριθμό 46 της οδού ...
διώροφης οικοδομή. Η ανωτέρω οικοδομή είναι χτισμένη επί οικοπέδου εμβαδού 785,95 τ.μ, που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της πρώην κοινότητας ... και ήδη εντός σχεδίου της πόλεως Βόλου. Η μεταβίβαση έγινε αντί τιμήματος 3.200.000 δρχ. με το υπ' αριθ. .../21.12.1993 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Βόλου Ιωάννη Πολυχρονάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ...
και στον αριθμό 252 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Βόλου. Ωστόσο, η ενάγουσα για το ίδιο διαμέρισμα είχε συνάψει το 1977 με το υπ' αριθ. .../23.07.1977 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Βόλου, Δημητρίου Ματαρώνα αμετάκλητη δωρεάς αιτία θανάτου, ορίζοντας ως δωρεοδόχους την Α. Μ. του Κ. και το σύζυγό αυτής Φ.
Φ., υπό τον όρο ότι οι δωρεοδόχοι θα τη φρόντιζαν, και θα την περιέθαλπαν. Προκειμένου, λοιπόν, να καταστεί δυνατή η προς την εναγομένη μεταβίβαση, η ενάγουσα ήρθε σε επικοινωνία με τους δωρεοδόχους και συμφώνησε μαζί τους να υπαναχωρήσουν από τη δωρεά. Για να τους πείσει τους υποσχέθηκε το ποσό των 1.220.000 δραχμών.
Προς υλοποίηση του σκοπού αυτού έδωσε εντολή και μετέβη στην Ιταλία, όπου κατοικούσαν οι δωρεοδόχοι, η δικηγόρος Βόλου Ελένη Αδαμάκη, η οποία τους κατέβαλε το συμφωνηθέν ποσό των 1.220.000 δραχμών. Αυτοί με τη σειρά τους της χορήγησαν την υπ' αριθ. .../8.12.1993 ειδική πληρεξουσιότητα να συμβληθεί για λογαριασμό τους με την ενάγουσα για την υπαναχώρηση από τη δωρεά αιτία θανάτου.
Η κατάργηση της τελευταίας έγινε με το υπ' αριθ. .../15.12.1993 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Βόλου Ιωάννη Πολυχρονάκη, που μεταγράφηκε στον τόμο ... και στον αριθμό 250 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Βόλου. Μετά από αυτά συντάχθηκε η προαναφερόμενη σύμβαση πωλήσεως προς την εναγομένη. Ωστόσο, το συμβόλαιο αυτό ήταν εικονικά και οι δηλώσεις των συμβαλλομένων περί πωλήσεως δεν έγιναν σοβαρά αλλά μόνο φαινομενικά.
Γι' αυτό και παρότι φαίνεται στο συμβόλαιο ότι συμφωνήθηκε, δεν καταβλήθηκε τίμημα. Η βεβαίωση του συμβολαιογράφου ότι το τίμημα καταβλήθηκε εκτός του γραφείου του, δεν αποτελεί πλήρη απόδειξη περί της καταβολής, καθόσον δεν πρόκειται περί γεγονότος, που έλαβε χώρα ενώπιον του (άρθρο 438 ΚΠολΔ). Το γεγονός ότι δεν συμφωνήθηκε ούτε καταβλήθηκε τίμημα αποδεικνύεται από το ότι δεν προκύπτει από τους τηρούμενους σε διάφορες τράπεζες λογαριασμούς της ενάγουσας ότι κατά το χρόνο εκείνο κατέθεσε σε κάποιο τραπεζικό λογαριασμό της το ποσό των 3.200.000 δραχμών.
Ούτε πάλι προέκυψε ότι και η εναγομένη εκταμίευσε με ανάληψη από κάποιο τραπεζικό λογαριασμό της αντίστοιχο ποσό. Τέλος, αν πράγματι είχε καταβληθεί τίμημα από την εναγομένη, θα είχε εκδοθεί κάποια απόδειξη πληρωμής, όπως λ.χ. εκδόθηκε την 25.2.1993 με αφορμή την πώληση επίπλων, στην οποία προέβη η ενάγουσα προς την εναγομένη αντί 300.000 δρχ.
Η εναγομένη στις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου υποστήριξε ότι το τίμημα πληρώθηκε με την εκ μέρους της καταβολή προς τους προαναφερόμενους δωρεοδόχους Α. Μ. και Φ. Φ. του ποσού των 1.220.000 δρχ και με την καταβολή μετρητών για το υπόλοιπο. Αντίθετα, ο σύζυγος της εναγομένης, εξετασθείς ως μάρτυρας, κατέθεσε αντιφατικά ότι το τίμημα κατεβλήθη εξ ολοκλήρου σε μετρητά, ενώ το καταβληθέν στους Α.
Μ. και Φ. Φ. ποσό των 1.220.000 δρχ. προερχόταν επίσης, από χρήματα της οικογένειας τους και όχι από την ενάγουσα, συμπληρώνοντας ότι συνολικά καταβλήθηκε ποσό 4.220.000 δρχ. Επρόκειτο, επομένως, περί εικονικής πωλήσεως που έγινε εν γνώσει των συμβαλλομένων. Κάτω, όμως, από την εικονική αυτή πώληση υποκρυπτόταν, κατά την αληθινή βούληση των μερών, άλλη έγκυρη σύμβαση και μάλιστα (ελευθέρως ανακλητή) δωρεά αιτία θανάτου διότι ήθελαν η κυριότητα του δωρηθέντος διαμερίσματος να περιέλθει στην δωρεοδόχο μετά το θάνατο της δωρήτριας (εφόσον βέβαια προαποβίωνε η δωρήτρια ή απεβίωναν συγχρόνως και οι δύο), χωρίς εν τω μεταξύ η δωρεοδόχος να έχει την απόλαυση του δωρηθέντος.
Το γεγονός αυτό προκύπτει, πλην άλλων, και από το ότι, την ίδια ήμερα με την κατάρτιση του πωλητήριου συμβολαίου, οι συμβαλλόμενοι κατάρτισαν, με ιδιωτικό έγγραφο, μία σύμβαση, την οποία χαρακτήρισαν ως χρησιδάνειο, με την οποία η εναγομένη παραχωρούσε στην ενάγουσα τη χρήση του μεταβιβασθέντος ισογείου διαμερίσματος, καθώς και το δικαίωμα η τελευταία να εκμισθώνει αυτό σε τρίτα πρόσωπα, εισπράττοντας το μίσθωμα.
Γι' αυτό και ο μισθωτής μέχρι το 2000 του διαμερίσματος Α. Τ. κατέβαλε στην ενάγουσα και όχι στην εναγομένη το μίσθωμα. Αλλά και μετά τη λήξη της μίσθωσης με τον Α. Τ., η εναγομένη κατέβαλε μίσθωμα στην ενάγουσα. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από το ότι η εναγομένη από το 1994 και εφεξής δήλωνε το επίδικο ακίνητο στην ΔΟΥ ως δικό της και περιελάμβανε στη δήλωση φόρου εισοδήματος το μίσθωμα που κατέβαλε ο Α.
Τ. διότι, εφόσον εμφανίζονταν στο συμβόλαιο ως αγοράστρια και επομένως- κυρία αυτού, τυπικά είχε αυτή τη φορολογική υποχρέωση. Επίσης, το ότι επρόκειτο για ελευθέρως ανακλητή δωρεά αιτία συνάγεται από το ότι δεν υπήρξε κάποια συμφωνία των μερών (σύγχρονη ή μεταγενέστερη του ανωτέρω συμβολαίου) περί παραιτήσεως της δωρήτριας από το δικαίωμα της αυτόβουλης ανάκλησης.
Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι σε κάθε περίπτωση κάτω από την εικονική πώληση υποκρύπτονταν, όχι δωρεά αιτία θανάτου μετακλητή, αλλά κοινή δωρεά εν ζωή, δεν είναι βάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επομένως, η ενάγουσα είχε, οποτεδήποτε και χωρίς τη συνδρομή των λόγων των άρθρων 505 επ. ΑΚ εξ απλής μεταμέλειας, δικαίωμα να προβεί σε ανάκληση της αιτία θανάτου δωρεάς (Μπαλής, Κληρον., παρ. 361, σελ. 606).
Πράγματι, η ενάγουσα, μετά την επιδείνωση της υγείας της και τη μεταφορά της από τη θετή της θυγατέρα (ενάγουσα) στη ..., επικαλούμενη αχαριστία, προέβη σε μία τέτοια ανάκληση με την υπ' αριθ. .../27.10.2003 πράξη της συμβολαιογράφου ...ς Ελένης Σαράντη, που κοινοποιήθηκε στην εναγομένη στις 28.11.2003. Επομένως, με τη δήλωση αυτή καταργήθηκε η ισχύς της προαναφερόμενης συμβάσεως (εικονικά πωλήσεως και στην πραγματικότητα -ελεύθερα ανακλητής- δωρεάς αίτια θανάτου) διότι κατά το άρθρο 2032 ΑΚ επί δωρεάς αιτία θανάτου εφαρμόζονται οι διατάξεις για τις δωρεές, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά.
Κατά δε το άρθρο 2033 του ίδιου Κώδικα ο δωρητής ανακαλεί ελεύθερα τη δωρεά αιτία θανάτου. Η δήλωση για την ανάκληση γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και γνωστοποιείται στο δωρεοδόχο, εφόσον αφορά δωρεά ακινήτου απαιτείται και μεταγραφή. Με την ανάκληση η δωρεά αναιρείται αυτοδικαίως (ΑΠ 1466/1997, αδημοσίευτη).
Και ναι μεν στην προκείμενη περίπτωση δεν προέκυψε αν ακολούθησε και η μεταγραφή της ανακλήσεως, πλην όμως η παράλειψη αυτής δεν επηρεάζει τα -μεταξύ των συμβαλλομένων- έννομα αποτελέσματα της ανακλήσεως που ήταν άμεσα και εμπράγματα, διότι το έννομο αποτέλεσμα της αυτοδίκαιης αναίρεσης της δωρεάς επέρχεται ήδη από τη στιγμή που καταρτισθεί η συμβολαιογραφική πράξη περί της δηλώσεως του ανακαλούντος.
Βέβαια, μόνον από τη γνωστοποίηση η ανάκληση καθίσταται οριστική και αμετάκλητη (ΑΠ 1396/1980 ΝοΒ 1981 σελ. 690), η δε έννομη συνέπεια της νομοθετικής της καθιερώσεως έγκειται στην ενημέρωση του δωρεοδόχου, ενώ της μεταγραφής στην πληροφόρηση των τρίτων για τη σχετική μεταβολή στο νομικό καθεστώς του δωρηθέντος ακινήτου, υπό την έννοια ότι μεταβίβαση του ακινήτου από το δωρεοδόχο σε τρίτον μετά τη γνωστοποίηση και τη μεταγραφή είναι άκυρη, ενώ πριν απ' αυτές η διάθεση και η επιβολή οποιουδήποτε βάρους είναι έγκυρη (Α.
Γεωργιάδη, Σταθοπούλου-Γεωργιάδη ΑΚ, άρθρο 2034, αριθ. 12, ΕφΑΘ 613/1971 ΝοΒ 19 σελ. 1146). Περαιτέρω, ο επικουρικά προβαλλόμενος ισχυρισμός της εναγομένης ότι έχει αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου με τακτική χρησικτησία, διότι έχει νόμιμο τίτλο, καλή πίστη και άσκηση νομής στο ακίνητο για περισσότερο από δέκα έτη από την υπογραφή του πωλητηρίου συμβολαίου, αν και νόμιμος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος διότι, σύμφωνα με όσα έχουν ήδη αναφερθεί, η εναγομένη αφενός δεν τελούσε σε καλή πίστη, καθόσον γνώριζε και αποδεχόταν ότι πρόθεση τόσο της ιδίας όσο και της ενάγουσας ήταν η μεταξύ τους σύμβαση να φέρει το χαρακτήρα δωρεάς αιτία θανάτου και αφετέρου δεν ήταν στη νομή του πράγματος, αφού την απόλαυση αυτού είχε συμφωνηθεί να έχει η ενάγουσα, με συνέπεια να μη πληρούνται οι όροι του άρθρου 1041 ΑΚ.
Εφόσον στα ίδια συμπεράσματα κατέληξε και η εκκαλούμενη και απέρριψε τους ισχυρισμούς της εναγομένης, ορθά και το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε. Γι' αυτό τα αντίθετα παράπονα που διαλαμβάνονται στην έφεση της εναγομένης, είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν.
4. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη διατηρούσε πολύ καλές σχέσεις με την ενάγουσα. Στα πλαίσια των σχέσεων αυτών της είχε υποσχεθεί ότι θα τη φροντίζει και θα την περιθάλπει όσο θα ζει. Η ενάγουσα κατοικούσε στο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, ακριβώς πάνω από το ισόγειο διαμέρισμα που αφορούσε η ανωτέρω δωρεά.
Όσο ήταν μισθωτής αυτού ο Α. Τ., οι επισκέψεις της εναγομένης ήταν πυκνές και είχαν αναπτύξει θερμές οικογενειακές σχέσεις. Όταν έληξε η μίσθωση και αποχώρησε ο μισθωτής κατά το έτος 2001, η εναγομένη και ο σύζυγος της αποφάσισαν να ανακαινίσουν το δωρηθέν διότι ήταν από ετών ασυντήρητο. Θεωρώντας το ως δικό τους, ήθελαν να το καταστήσουν ασφαλές σύγχρονο και λειτουργικό ώστε να ικανοποιεί τις ανάγκες της οικογένειας τους διότι σκόπευαν να μετοικήσουν σ' αυτό.
Η εναγομένη, λοιπόν, προέβη σε ριζική ανακαίνιση, ενισχύοντας ακόμη και τα θεμέλια της παλαιάς οικοδομής. Το κόστος της επισκευής που ήταν σημαντικό ανέλαβε και κάλυψε αποκλειστικά η εναγομένη και ο σύζυγός της. Όσο διαρκούσαν οι εργασίες, η ενάγουσα όχι μόνο δεν εναντιώθηκε, αλλά αντίθετα συμφωνούσε και εκδήλωνε την ευαρέσκειά της με τη νέα μορφή, που έπαιρνε η οικοδομή, περιποιούμενη τα συνεργεία των τεχνιτών, που απασχολούνταν εκεί.
Η συνολική δαπάνη της επισκευής υπολογίζεται σε 20.000.000 δρχ. περίπου. Εκτός αυτού, το ποσό των 1.220.000 δρχ., που καταβλήθηκε στους Α. Μ. και Φ. Φ. για να συγκατατεθούν -κατά τα προαναφερόμενα- να υπαναχωρήσουν από την υπέρ αυτών δωρεά αιτία θανάτου, δεν το κατέβαλε η ενάγουσα, αλλά ο σύζυγος της εναγομένης. Αν και στη απόδειξη καταβολής που εκδόθηκε για την αιτία αυτή, αναφέρεται ότι η καταβολή έγινε από την ενάγουσα διά χειρός της δικηγόρου Ελένης Αδαμάκη, ωστόσο το αληθές είναι ότι το ποσό αυτό εγχείρισε εξ ιδίων στη δικηγόρο Ελένη Αδαμάκη ο σύζυγος της εναγομένης.
Τέλος, σε όλο το (δεκαετές περίπου) διάστημα από την κατάρτιση της εικονικής πωλήσεως μέχρι την ανάκληση της δωρεάς, τη φορολογία των μισθωμάτων που εισέπραττε η ενάγουσα από την εκμίσθωση του επιδίκου και τους λογαριασμούς των εταιριών κοινής ωφέλειας (ΔΕΗ, ΟΤΕ, ΔΕΥΑΜΒ) πλήρωνε αποκλειστικά η εναγομένη.
Πάντοτε δε η ενάγουσα έδινε με τη συμπεριφορά της την εντύπωση ότι θεωρούσε την εναγόμενη από τώρα κυρία του δωρηθέντος διαμερίσματος. Από το σύνολο της προαναφερόμενης συμπεριφοράς της ενάγουσας εύλογα δημιουργήθηκε στην εναγομένη η βεβαία πεποίθηση ότι αυτή (ενάγουσα) δεν επρόκειτο σε καμία περίπτωση να ανακαλέσει την ένδικη αιτία θανάτου δωρεά.
Γι' αυτό και επένδυσε τόσο μεγάλο χρηματικό ποσό για την ανακαίνιση του διαμερίσματος, λαμβάνοντας εν μέρει (συγκεκριμένα για ποσό 5.000.000 δρχ.) δάνειο από την Τράπεζα ALPHA BANK δυνάμει της υπ' αριθ. .../31.05.2001 δανειακής συμβάσεως. Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η δωρεά εξαρτήθηκε από την ανάληψη υποχρέωσης από την εναγομένη να τη γηροκομήσει και ότι προέβη στην ανάκληση εκ λόγων αχαριστίας, διότι παρέβη την υπόσχεση της αυτή, δεν είναι βάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι από κανένα αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ανάληψη μίας τέτοιας, έστω ηθικής, υποχρεώσεως από την εναγομένη.
Συμπερασματικά, λοιπόν, η - μετά την παρέλευση δεκαετίας από τη δωρεά- μεταβολή εκ των υστέρων των διαθέσεων της ενάγουσας και η ανάκληση της δωρεάς, ενόψει των προαναφερόμενων ειδικών περιστάσεων, που συνδέονται αποκλειστικά με προηγούμενη συμπεριφορά αυτής ως δικαιούχου, η οποία μεταβάλλοντας τη στάση της επιχείρησε εκ των υστέρων την ανατροπή της κατάστασης που ήδη είχε διαμορφωθεί και παγιωθεί, προκάλεσε δυσμενείς για τα οικονομικά συμφέροντα της εναγομένης επιπτώσεις, αφού αυτή καλόπιστα είχε προβεί σε υψηλές δαπάνες για την κτήση και την ανακαίνιση του δωρηθέντος.
Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος για ανάκληση της δωρεάς από τη δωρήτρια ενάγουσα, έστω και αν οι ανωτέρω συνέπειες δεν είναι αφόρητες ή δυσβάστακτες για την εναγομένη, καθίσταται μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη κατά το άρθρο 281 AK." Από το προαναφερόμενο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο στήριξε την κρίση του για τη βασιμότητα της ένστασης κατάχρησης του δικαιώματος της ενάγουσας, να ανακαλέσει τη μετακλητή αιτία θανάτου δωρεά του ενδίκου διαμερίσματος προς την εναγόμενη, και για απόρριψη της αγωγής, μεταξύ άλλων, και στις ακόλουθες ουσιαστικές παραδοχές :
Ότι η ενάγουσα, λόγω της μεγάλης ηλικίας της, αναζητώντας ηθική συμπαράσταση και συνδρομή, προέβαινε σε δωρεές ακινήτων προς πολλούς συγγενείς και γείτονες. Ότι, για τον ίδιο λόγο, προέβη στις 21-12-1993 και στη μετακλητή αιτία θανάτου δωρεά προς την εναγόμενη του ενδίκου διαμερίσματος, η οποία εμφανίστηκε εικονικά σαν πώληση και την οποία ανακάλεσε με τη .../27-10-2003 πράξη της συμβολαιογράφου ...ς Ελένης Σαράντη, που κοινοποιήθηκε στην εναγόμενη στις 28-11-2003, οπότε καταργήθηκε η ισχύς της σχετικής δωρεάς.
Ότι η ενάγουσα διατηρούσε πολύ καλές σχέσεις με την εναγόμενη, η οποία είχε υποσχεθεί σ' αυτή ότι θα τη φροντίζει και θα την περιθάλπει όσο θα ζει. Ότι κατά το έτος 2001 η εναγόμενη προχώρησε σε ριζική ανακαίνιση του διαμερίσματος με τη συγκατάθεση και ευαρέσκεια της ενάγουσας, δαπανώντας 20.000.000 δρχ. περίπου και πιστεύοντας ότι η τελευταία δεν θα ανακαλούσε ποτέ την ένδικη αιτία θανάτου δωρεά.
Ότι δεν αποδείχτηκε συμβατική ανάληψη υποχρέωσης της εναγόμενης να γηροκομήσει την ενάγουσα και εξάρτηση του δικαιώματος ανάκλησης της δωρεάς από τέτοια υποχρέωση, όπως είχε ισχυριστεί η τελευταία. Και ότι τον Σεπτέμβριο του έτους 2003, όταν ασθένησε η ενάγουσα, η αναιρεσείουσα θετή κόρη της τη μετέφερε στη ..., για να τη φροντίζει, αποκαθιστώντας τις μεταξύ τους σχέσεις, που μέχρι τότε για πολλά έτη ήταν ανύπαρκτες, ενώ είχε ζητηθεί με αγωγή της πρώτης και η λύση της υιοθεσίας, χωρίς να εκδοθεί σχετική απόφαση.
Όμως, καίτοι δέχεται το Εφετείο ότι η ενάγουσα - δωρήτρια προέβη στην επίδικη αιτία θανάτου δωρεά επιδιώκοντας ηθική συμπαράσταση και συνδρομή, την οποία είχε ανάγκη λόγω της μεγάλης ηλικίας της (84 ετών τότε), καθώς και ότι η εναγόμενη είχε υποσχεθεί ότι θα τη φροντίζει και θα την περιθάλπει όσο ζεί, δεν διαλαμβάνει στην απόφασή του σαφή παραδοχή αν η εναγόμενη προσέφερε (ή αν παρεμποδίστηκε χωρίς δική της υπαιτιότητα να προσφέρει) την ψυχική συμπαράσταση και την πρακτική μέριμνα και στήριξη, που όφειλε ως δωρεοδόχος ανεξάρτητα από τη μη συμβατική ανάληψη τέτοιας ευθύνης, μέχρι την ανάκληση της αιτία θανάτου δωρεάς και ιδίως όταν η ενάγουσα ασθένησε σοβαρά και νοσηλεύτηκε με κάταγμα λεκάνης στο Νοσοκομείο Βόλου τον Σεπτέμβριο 2003 και ακολούθως μεταφέρθηκε από την αναιρεσείουσα θετή κόρη της στη ...
ή αν αδιαφόρησε εντελώς και αρνήθηκε να συμπαρασταθεί και να συνδράμει την ενάγουσα, η οποία είχε μεγάλη ανάγκη για ψυχική, οικονομική και πρακτική στήριξη, όπως είχε ισχυριστεί η πλευρά της ενάγουσας σε όλα τα δικόγραφα κατά την πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια δίκη. Η έλλειψη δε αυτή αφορά ουσιώδη ειδική περίσταση, αναγόμενη στη συμπεριφορά της εναγόμενης μέχρι την ανάκληση της αιτία θανάτου δωρεάς, η οποία, συνεκτιμώμενη με τα λοιπά περιστατικά, που ανάγονται κυρίως στη συμπεριφορά της ενάγουσας και δέχτηκε το Εφετείο, είναι δυνατό να καθιστά ανεκτή, κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, και, γι' αυτό, μη καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος ανάκλησης της ένδικης δωρεάς στην κρινόμενη περίπτωση.
Επομένως, το Εφετείο στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, διαλαμβάνοντας σ' αυτή ασαφείς και ελλιπείς παραδοχές ως προς περιστατικά αναγκαία για την αξιολόγηση και την κρίση αν συντρέχουν ή όχι στη συγκεκριμένη περίπτωση οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, που εφάρμοσε.
Συνακολούθως, είναι βάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 1 του ίδιου άρθρου. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8 του ίδιου άρθρου στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια δε της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, διακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, ως εκ τούτου, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης.
Αντίθετα, δεν θεωρούνται ως "πράγματα" οι ισχυρισμοί που συνιστούν απλώς αιτιολογημένες αρνήσεις αγωγής, ένστασης κλπ. ή επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου συναγόμενα από την εκτίμηση των αποδείξεων ή οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που είναι μη νόμιμοι ή απαράδεκτοι (Ολ.ΑΠ 3/1997). Ειδικότερα, οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, για τους οποίους ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι παρά τον νόμο δεν λήφθηκαν υπόψη, πρέπει να είχαν προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο διαφορετικά δεν μπορούσε να τους λάβει υπόψη, αλλά και να είχαν επαναφερθεί νόμιμα, σύμφωνα με το άρθρο 240 ΚΠολΔ, και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (Ολ.ΑΠ 2/2001).
Ως νόμιμη επαναφορά νοείται η σαφής και ορισμένη αναφορά με τις προτάσεις του εφετείου σε συγκεκριμένους ισχυρισμούς ή σε συγκεκριμένα μέρη των (επαναφερομένων) προτάσεων του πρωτοδικείου, ώστε να προκύπτει η ταυτότητα και το περιεχόμενο των επαναφερομένων ισχυρισμών, και όχι η απλή και γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις και η αυτούσια ενσωμάτωση αυτών στις προτάσεις του εφετείου.
Με τον τρίτο (με αρ. 2) και τελευταίο λόγο αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό, που προβλήθηκε νόμιμα με την αγωγή, τις πρωτόδικες προτάσεις και τον τρίτο λόγο της έφεσής της, ότι η εναγόμενη - δωρεοδόχος υπήρξε αχάριστη προς την ενάγουσα - δωρήτρια, αρνούμενη κάθε συνδρομή και στήριξη προς αυτή, καίτοι η τελευταία τον Σεπτέμβριο 2003 ήταν σε πολύ μεγάλη ηλικία (94 ετών) με κάταγμα λεκάνης και είχε έντονη ανάγκη για περίθαλψη, ηθική και οικονομική στήριξη και πρακτική εξυπηρέτηση.
Ο ισχυρισμός αυτός, ως λόγος ανάκλησης της ένδικης δωρεάς, είναι χωρίς έννομη επιρροή, αφού, για την ανάκληση της μετακλητής αιτία θανάτου δωρεάς, δεν απαιτείται επίκληση λόγων ανάκλησης, ενώ, ως ισχυρισμός καθ' υποφοράν απάντησης στην ένσταση της εναγόμενης για κατάχρηση του δικαιώματος ανάκλησης της ένδικης δωρεάς, δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό - βάση ένστασης ή αντένστασης, αλλά συνιστά αιτιολογημένη άρνηση και δεν στοιχειοθετεί αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση από το ίδιο δικαστήριο με διαφορετική σύνθεση δικαστών και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας κατά την αναιρετική δίκη (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
Επίσης πρέπει να αποδοθεί στην αναιρεσείουσα το παράβολο, που καταβλήθηκε κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την απόφαση 581/2011 του Εφετείου Λάρισας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, στη σύνθεση του οποίου δεν θα μετέχουν οι δικαστές που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Διατάσσει να αποδοθεί στην αναιρεσείουσα το παράβολο, που καταβλήθηκε κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 5η Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 24η Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ