Legislator Case Law & Legislation
1450/2012 AI generated

1450/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1450/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του,στις 28 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1450/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το άρθρο 681 Γ'§2 Κ.Πολ.Δ. ορίζει, ότι η κατά το στάδιο της υποχρεωτικής προδικασίας αναφερθείσα ανωτέρω αναλυτική έκθεση των οργάνων της κοινωνικής υπηρεσίας πρέπει, στις περιπτώσεις όπου αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής ότι ο ένας από τους γονείς ή το ανήλικο τέκνο παρουσιάζει ψυχικά προβλήματα, να συνοδεύεται και από ψυχιατρική έκθεση.

Keywords

AI generated
foster parent right to know one's parentage parental maintenance duty parental alienation syndrome curatorship for establishing paternity family members
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1450 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1450/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του,στις 28 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Η., κατοίκου ..., που ενάγεται ως ασκών την γονική μέριμνα και επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων του Ί.-Ά. Κ. και Α. Κ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Νικολαΐδη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. Δ., και 2. Α. συζύγου Α. Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Τζίφα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-4-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 606/2009 του ίδιου Δικαστηρίου 4415/2010 προδικαστική και 5536/2011 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των εφετειακών αποφάσεων ζητά ο αναιρεσείων με την από 21-12-2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, ανέγνωσε την από 18-5-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η παράλειψη ή η ανακριβής μνεία σε διαδικαστικό έγγραφο του ονόματος, της επωνυμίας ή των λοιπών στοιχείων διαδίκου δεν επιφέρει ακυρότητα και δεν συνεπάγεται το ανυπόστατο αυτού, εκτός εάν από την παράλειψη ή την ανακρίβεια γεννάται αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του και έτσι προκαλείται σε αυτόν βλάβη, η οποία δεν μπορεί να επανορθωθεί διαφορετικά παρά μόνον με την κήρυξη της ακυρότητάς του. Περαιτέρω, το Δικαστήριο αξιολογεί και κρίνει το δικόγραφο από το σύνολο του περιεχομένου και του αιτήματός του και δεν δεσμεύεται από τους χαρακτηρισμούς, τις νομικές έννοιες και τις διατάξεις, τις οποίες αναφέρουν οι διάδικοι. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 1520 εδ.β' Α.Κ., οι γονείς δεν έχουν το δικαίωμα να εμποδίζουν την επικοινωνία του τέκνου με τους απώτερους ανιόντες του, εκτός αν υπάρχει σοβαρός λόγος. Η παρεμπόδιση του δικαιώματος επικοινωνίας του απώτερου ανιόντος με το ανήλικο τέκνο, χωρίς να υπάρχει σοβαρός προς τούτο λόγος, παρέχει το δικαίωμα αγωγής κατά την διαδικασία των άρθρων 666 επ., 681 Γ' Κ.Πολ.Δ. εναντίον αυτού, ο οποίος ασκεί την γονική μέριμνα, ατομικώς, γιατί η διαφορά δημιουργείται από την άρνηση του τελευταίου.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: "... οι ενάγοντες, με την ένδικη αγωγή τους ... ζήτησαν ... 1) να αναγνωρισθεί το δικαίωμα επικοινωνίας τους με τις ανήλικες εγγονές τους και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, να επιτρέπει την επικοινωνία τους με τις τελευταίες κατά τον αναφερόμενο στην αγωγή τρόπο, 2) να απειληθεί ο εναγόμενος με προσωπική κράτηση τριών μηνών και χρηματική ποινή 5.900 ευρώ για κάθε παράβαση της αποφάσεως που θα εκδοθεί.

Στο εισαγωγικό μέρος της ανωτέρω αγωγής αναγράφεται, ότι αυτή στρέφεται κατά του "Α. Κ. ... ως ασκούντα την γονική μέριμνα και επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων του Ι. - Ά., ηλικίας σήμερον 12 ετών και Α., ηλικίας σήμερον 9 ετών" και γι' αυτό ο εναγόμενος προέβαλε πρωτοδίκως την ένσταση περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως αυτού, καθόσον δεν ενάγεται ατομικώς, αλλά με την ιδιότητά του ως ασκούντος τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων του.

Όμως, από το όλο περιεχόμενο του δικογράφου της αγωγής και ειδικότερα από το διατακτικό αυτής προκύπτει σαφώς, ότι η υπό κρίση αγωγή απευθύνεται κατά του εναγομένου ατομικώς, αφού σαφώς αναφέρεται, ότι αυτός "ενεργώντας συστηματικά και μεθοδευμένα, από δική του πρωτοβουλία, παρεμποδίζει, χωρίς να υπάρχει σοβαρός λόγος, την άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας των ιδίων (εναγόντων) με τις ως άνω εγγονές τους, επιδιώκοντας να διαρρήξει το φυσικό και ψυχολογικό δεσμό, τον οποίο οι εγγονές τους έχουν με αυτούς", ενώ και με το αιτητικό της αγωγής ζητείται να υποχρεωθεί σ εναγόμενος (δηλαδή ατομικά και όχι με την ιδιότητά του ως ασκούντος τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων του), να επιτρέπει την επικοινωνία των εναγόντων με τις ανήλικες εγγονές τους και επομένως η μνεία στην προμετωπίδα της αγωγής (όπως και στις προτάσεις των εναγόντων στο πρωτοβάθμιο, αλλά και στο παρόν Δικαστήριο) "ως ασκούντα την γονική μέριμνα και επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων του", καταφανώς υποδηλώνει τα πλαίσια, στα οποία έλαβε χώρα η παρεμπόδιση της άσκησης του δικαιώματος των εναγόντων για επικοινωνία τους με τις ανήλικες εγγονές τους και όχι ότι οι τελευταίες είναι υποκείμενα του επιδίκου δικαιώματος, με αποτέλεσμα να μη δημιουργείται οποιαδήποτε αμφιβολία περί την ταυτότητα του εναγομένου, ότι δηλαδή ενάγεται ατομικώς ο πατέρας των ανηλίκων".

Με την κρίση του αυτήν το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 1520 περ.β' Α.Κ. και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1, 14, 19, 20 Κ.Πολ.Δ. και ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 681§2 εδ.α' και β' Κ.Πολ.Δ., στις διαφορές του άρθρου 681 Β' ιδίου Κώδικος καθιερώνεται στάδιο υποχρεωτικής προδικασίας, το οποίο περιλαμβάνει την έρευνα, από όργανα της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας, των συνθηκών διαβιώσεως του ανηλίκου και την υποβολή στο δικαστήριο, έως την ημέρα της συζητήσεως, σχετικής αναλυτικής εκθέσεως, ενώ το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο, κατά την συζήτηση στο ακροατήριο της αγωγής και πριν από κάθε συζήτηση να προσπαθήσει επί ποινή απαραδέκτου, να επιλύσει συμβιβαστικά την διαφορά, ύστερα από ακρόαση των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, καθώς και από τα πρακτικά του πρωτοβαθμίου και του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ετηρήθησαν οι ανωτέρω προϋποθέσεις και έτσι το δικαστήριο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. (και όχι και των αριθμών 10 και19 ως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων) και συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.

Το άρθρο 681 Γ'§2 Κ.Πολ.Δ. ορίζει, ότι η κατά το στάδιο της υποχρεωτικής προδικασίας αναφερθείσα ανωτέρω αναλυτική έκθεση των οργάνων της κοινωνικής υπηρεσίας πρέπει, στις περιπτώσεις όπου αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής ότι ο ένας από τους γονείς ή το ανήλικο τέκνο παρουσιάζει ψυχικά προβλήματα, να συνοδεύεται και από ψυχιατρική έκθεση.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, πουθενά δεν αναφέρεται, ότι οιοσδήποτε από τους γονείς ή από τα ανήλικα τέκνα παρουσιάζει ψυχικά προβλήματα και ως εκ τούτου δεν ήτο απαραίτητη η ψυχιατρική έκθεση. Εξ άλλου, από τα άρθρα 670 και 671§§1-3 Κ.Πολ.Δ., τα οποία εφαρμόζονται κατ' άρθρον 681 Β' του ιδίου Κώδικος και στις διαφορές οι οποίες αφορούν διατροφή και επιμέλεια τέκνων και με τα οποία ορίζεται, ότι στην διαδικασία των διαφορών αυτών δεν είναι απαραίτητο να εκδίδεται απόφαση περί αποδείξεως και ότι αν υπάρχει ανάγκη να γίνει αυτοψία ή πραγματογνωμοσύνη, το Δικαστήριο ορίζει τα σχετικά με αυτές κατά την συζήτηση στο ακροατήριο με προφορική ανακοίνωσή του η οποία καταχωρίζεται στα πρακτικά, συνάγεται, ότι κατά την διαδικασία αυτήν δεν τηρούνται οι διατάξεις περί αποδείξεως της τακτικής διαδικασίας, ότι το Δικαστήριο και κατά την διαδικασία αυτήν δεν κρίνει χωρίς αποδείξεις, αλλά με τις αποδείξεις οι οποίες πρέπει να προσκομισθούν κατά την συζήτηση και ότι απόκειται στην κρίση του, η οποία δεν ελέγχεται ακυρωτικώς, αν θα θεωρήσει τις αποδείξεις αυτές επαρκείς ή αν θα διατάξει συμπληρωματικώς αυτοψία ή πραγματογνωμοσύνη (ΑΠ 1320/1988).

Επομένως, ο τρίτος λόγος α') κατά το πρώτο σκέλος του εκ του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. (και όχι εκ του άρθρου 8 όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων) με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, ότι το Εφετείο υπέπεσε σε πλημμέλεια, επειδή δεν διέταξε την σύνταξη ψυχιατρικής εκθέσεως από τα όργανα της κοινωνικής υπηρεσίας και β') κατά το δεύτερο σκέλος του εκ του άρθρου επίσης 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ.

με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε σε πλημμέλεια, επειδή δεν διέταξε ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη, είναι απαράδεκτος.

Από την σχετική βεβαίωση του Εφετείου, σε συνδυασμό προς το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και όλα τα έγγραφα τα οποία υπεβλήθησαν νομίμως στο δικαστήριο. Επομένως οι τρίτος και τέταρτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το τρίτο σκέλος του έκαστος, με τους οποίους ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμοι.

Το άρθρο 1520 περ.β' Α.Κ. ορίζει: "Οι γονείς δεν έχουν το δικαίωμα να εμποδίζουν την επικοινωνία του τέκνου με τους απώτερους ανιόντες του, εκτός αν υπάρχει σοβαρός λόγος" και το άρθρο 681 Γ'§3 εδ.α' Κ.Πολ.Δ.: "Το δικαστήριο πριν από την έκδοση της απόφασής του, ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου, λαμβάνει υπόψη τη γνώμη του".

Εξ άλλου, ο Ν. 2101/1992 "Κύρωση Διεθνούς Συμβάσεως για τα δικαιώματα του παιδιού" ορίζει α') στο άρθρο 12: "1. Τα συμβαλλόμενα κράτη εγγυώνται στο παιδί που έχει ικανότητα διάκρισης, το δικαίωμα ελεύθερης έκφρασης της γνώμης του σχετικά με οποιοδήποτε θέμα που το αφορά, λαμβάνοντας υπόψη τις απόψεις του παιδιού ανάλογα με την ηλικία του και με το βαθμό ωριμότητάς του. 2.

Για το σκοπό αυτόν θα πρέπει ιδίως να δίνεται στο παιδί η δυνατότητα να ακούγεται σε οποιαδήποτε διοικητική ή δικαστική διαδικασία που το αφορά, είτε άμεσα είτε μέσω ενός εκπροσώπου ή ενός αρμόδιου οργανισμού, κατά τρόπο συμβατό με τους διαδικαστικούς κανόνες της εθνικής νομοθεσίας". Και β') στο άρθρο 16: "1.

Κανένα παιδί δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αυθαίρετης ή παράνομης επέμβασης στην ιδιωτική του ζωή, στην οικογένειά του, στην κατοικία του ή στην αλληλογραφία του, ούτε παράνομων προσβολών της τιμής και της υπόληψής του. 2. Το παιδί δικαιούται να προστατεύεται από το νόμο έναντι τέτοιων επεμβάσεων ή προσβολών".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι το δικαστήριο, προκειμένου να κρίνει για την επικοινωνία ή μη ανηλίκου τέκνου με τους απώτερους ανιόντες του, πρέπει να λαμβάνει υπόψη την γνώμη του ανηλίκου, εφόσον αυτό έχει ικανότητα διακρίσεως και ανάλογα με την ωριμότητά του, πλην όμως από καμμία διάταξη δεν καθιερώνεται υποχρέωση του δικαστηρίου να ταυτίσει την κρίση του με την γνώμη εκείνου.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη α') τις καταθέσεις των νομίμως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου εξετασθέντων μαρτύρων των διαδίκων, β') τις αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις τις οποίες προσεκόμισαν οι διάδικοι, γ') τα επικληθέντα και νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα και αφού είχε προσωπική επικοινωνία με τα ανήλικα τέκνα του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, δέχθηκε ότι απεδείχθησαν τα εξής: "Ο εναγόμενος-εκκαλών είχε τελέσει νόμιμο γάμο με την Μ.

Δ., θυγατέρα των εναγόντων-εφεσιβλήτων, που απεβίωσε στις 24-8-2004. Κατά τη διάρκεια του ως άνω γάμου ο εναγόμενος και η σύζυγός του απέκτησαν δύο θυγατέρες, την Ί.-Ά., που γεννήθηκε στις 22-8-1996 και την Α. που γεννήθηκε στις 24-2-1999. Οι σχέσεις των συζύγων δεν εξελίχθηκαν ομαλά και ο γάμος τους λύθηκε με την 3914/2003 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Κατά τη διάρκεια της διάστασής τους υπεγράφη το από 12-12-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο η μητέρα ανέλαβε την άσκηση της επιμέλειας του προσώπου των ανηλίκων τέκνων τους και ορίστηκε ότι οι τελευταίες θα διαμένουν μαζί της στην επί της οδού ..., στην ..., οικία των γονέων της -παππούδων των ανήλικων- ήδη εναγόντων, καθώς και ότι ο πατέρας τους θα επικοινωνεί ελεύθερα με τις ανήλικες, κατόπιν συνεννόησης με τη μητέρα τους.

Από τα τέλη του 2002 που επήλθε διάσταση της έγγαμης συμβίωσης, οι εγγονές των εναγόντων κατοικούσαν μαζί με τη μητέρα τους στην ανωτέρω οικία των εναγόντων, όπου είχαν το δικό τους παιδικό δωμάτιο. Και μετά το διαζύγιο οι σχέσεις των συζύγων ήταν πολύ καλές και τα τέκνα επικοινωνούσαν ελεύθερα με τον πατέρα τους σε πολύ καλές συνθήκες, χωρίς να τους δημιουργείται κανένα πρόβλημα από το χωρισμό των γονέων τους.

Μετά το θάνατο της μητέρας των ανηλίκων στις 24-8-2004, τη φροντίδα αυτών ανέλαβε ο πατέρας τους και έκτοτε οι ανήλικες διέμεναν μαζί του στην ιδιόκτητη οικία του στο .... Μετά την τέλεση του νέου του γάμου του εναγομένου περί το τέλος του έτους 2007, με την Γ. Π., η οποία ήταν εκείνη που φρόντιζε τα ανήλικα ως οικιακή βοηθός, όσο διαρκούσε η έγγαμη συμβίωση των γονέων τους, ο ενάγων κατοικεί με την οικογένεια του σε μισθωμένη οικία (μεζονέτα) στη ..., στην οποία διαμένει και η μητέρα της νέας συζύγου, απασχολούμενη ως οικιακή βοηθός.

Οι σχέσεις των διαδίκων ήταν αρμονικές και μετά το θάνατο της Μ. Δ., ο δε εναγόμενος μαζί με τις κόρες του επισκέπτονταν συχνά τους ενάγοντες στην οικία τους στην ..., ενώ διοργανώνονταν εκεί κάποιες από τις γιορτές τους. Οι αρμονικές σχέσεις του εναγομένου και των τέκνων του με τους ενάγοντες διήρκεσαν τουλάχιστον επί 18 μήνες μετά το θάνατο της μητέρας των ανηλίκων.

Στη συνέχεια, όμως, ο εναγόμενος σταδιακά προέβαλε εμπόδια στην επιδιωκόμενη από τους ενάγοντες επικοινωνία με τις ανήλικες εγγονές τους, επικαλούμενος άλλοτε το "φορτωμένο" πρόγραμμα τους και τις μαθητικές τους υποχρεώσεις και άλλοτε ότι η παραμονή των ανήλικων στο σπίτι τους επιβαρύνει τη ψυχολογική τους κατάσταση, επειδή το περιβάλλον στο οποίο ζούσαν κατά την επικοινωνία τους θύμιζε τη μητέρα τους και έκανε αισθητή την έλλειψη της σε αυτές.

Δεν δίνει, όμως, καμμία πειστική εξήγηση γιατί το πρόβλημα αυτό δεν είχε εμφανιστεί αμέσως μετά το θάνατο της μητέρας των ανηλίκων. Μάλιστα, προφανώς, για να δυσχεράνει και την επικοινωνία των τέκνων του με τους ενάγοντες, δεν διέθετε στην κατοικία του σταθερή τηλεφωνική σύνδεση, και μόνο ο ίδιος διέθετε κινητό τηλέφωνο, μέσω του οποίου δεν ήταν εφικτή η επικοινωνία, με αποτέλεσμα να αποφεύγεται η επικοινωνία των εναγόντων με τις ανήλικες.

Κατόπιν επιμονής των εναγόντων οι τελευταίοι κατόρθωσαν να συναντηθούν με τις εγγονές τους δύο φορές σε διάστημα έξι μηνών, για λίγες ώρες σε δημόσιο χώρο. Οι ενάγοντες είναι νέοι, αφού η μεν γιαγιά δεν είναι μεγαλύτερη των 60 ετών, ο δε παππούς περίπου 65 ετών, είναι καλλιεργημένοι, μορφωμένοι, διαβιώνουν σε υγιές και ευχάριστο περιβάλλον σε κατοικία που βρίσκεται στην ..., με ανάλογη κοινωνική θέση, χαίρουν εκτίμησης και έχουν δημιουργήσει συγκροτημένη οικογένεια, υπεραγαπούν και ενδιαφέρονται για τις δύο εγγονές τους.

Από τις προσκομιζόμενες από τους ενάγοντες φωτογραφίες, που αφορούν το πρώτο μετά το θάνατο της κόρης τους χρονικό διάστημα, στις οποίες απεικονίζονται οι εγγονές τους στο σπίτι είτε των ιδίων είτε του καθού, είναι έκδηλη στο πρόσωπο των ανήλικων η χαρά και η ευχαρίστηση τους, όταν βρίσκονται μαζί με τους παππούδες τους και τους στενούς συγγενείς τους (αδελφές της μητέρας τους και την πρώτη τους εξαδέλφη).

Μάλιστα το καλοκαίρι του 2008 είχαν περάσει για δέκα περίπου ημέρες τις καλοκαιρινές τους διακοπές στην ..., όπου, όπως προκύπτει τόσο από τις καταθέσεις των μαρτύρων, αλλά και από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, οι ανήλικες φαίνονται χαρούμενες και ευτυχισμένες μαζί με τους ενάγοντες. Μετά το θάνατο της μητέρας τους.

οι ανήλικες έχουν αγκιστρωθεί στον πατέρα τους, και δείχνουν μια προστατευτικότητα απέναντι σ' αυτόν, όπως αναφέρεται και στην έκθεση της κοινωνικής λειτουργού. Από την προσωπική επικοινωνία του δικαστηρίου με τα ανήλικα τέκνα, το δικαστήριο διαπίστωσε ότι αυτά έχουν διαμορφώσει το δικό τους ρυθμό ζωής στη νέα τους κατοικία μαζί με τον πατέρα τους και τη νέα σύζυγό του Γ.

Π., και είναι ευχαριστημένες, ενώ μεγάλη χαρά τους δίνει η ύπαρξη του μικρού ετεροθαλούς αδελφού τους, τον οποίο υπεραγαπούν και ασχολούνται μαζί του. Είναι πολύ προστατευμένα παιδιά, δεν έχουν εξόδους κατάλληλες για την ηλικία τους και φαίνεται να έχουν ξεπεράσει την απώλεια της μητέρας τους, την οποία όμως θυμούνται με τρυφερότητα και αγάπη.

Οι ως άνω ανήλικες εκδήλωσαν άρνηση για την επικοινωνία με τους ενάγοντες, την οποία επανέλαβαν και στην κοινωνική λειτουργό, υποστηρίζοντας ότι δεν διαθέτουν δικό τους δωμάτιο στην οικία των εναγόντων, ότι αυτοί τις μιλούν άσχημα και τις παραμελούν, ενώ δεν συνέδεσαν την άρνηση της επικοινωνίας με τις μνήμες από τη μητέρα τους.

Αντιθέτως εκφράστηκαν θετικά για τις δύο θείες τους, αδελφές της μητέρας τους, για τις οποίες δήλωσαν ότι θα επικοινωνούν όταν θέλουν και μπορούν. Η παραπάνω άρνηση των ανηλίκων είναι προφανές, ότι προέρχεται κατά ένα μέρος από τη καθοδήγηση από τον πατέρα τους και τη νέα του σύζυγο και από το φόβο ότι ίσως η επικοινωνία αυτή ανατρέψει το ρυθμό της ζωής τους.

Και ναι μεν ο εναγόμενος στην κοινωνική λειτουργό δήλωσε, ότι δεν έχει αντίρρηση στην επικοινωνία των τέκνων του με τους ενάγοντες, πλην όμως δεν δίνει καμιά εξήγηση, σχετικά με τις ενέργειες, στις οποίες αυτός προέβη για την προσέγγιση των δύο μερών και γιατί, ενώ επί δύο τουλάχιστον έτη μετά το θάνατο της μητέρας τους οι ανήλικες είχαν επικοινωνία με τους ενάγοντες, έκτοτε εμφανίστηκε η άρνησή τους.

Με βάση λοιπόν όλα τα παραπάνω και παρά την επιθυμία των ανηλίκων, το Δικαστήριο κρίνει ότι η προσωπική επικοινωνία - επαφή των ανηλίκων με τους ενάγοντες δεν είναι επιζήμια γι' αυτές, αφού οι ενάγοντες είναι ψυχικά υγιείς και με ηθικές αρχές και η επικοινωνία με αυτούς θα τις βοηθήσει, ώστε να μην αποκοπούν οι δεσμοί αίματος, να επανασυνδεθούν με το οικογενειακό περιβάλλον της θανούσας μητέρας τους και τους στενούς συγγενείς της και να μην είναι αγκιστρωμένες μόνο στο συγγενικό περιβάλλον του πατέρα τους, και οπωσδήποτε θα βοηθήσει αυτές στην ομαλή ψυχοσωματική ανάπτυξη σ' ένα υγιές περιβάλλον, που θα τους προσφέρει στοργή και φροντίδα, λαμβανομένου υπόψη ότι οι ενάγοντες είναι ικανοί και έχουν τη δυνατότητα να μεταβαίνουν κατά τη διάρκεια της επικοινωνίας σε χώρους που οι ανήλικες επιθυμούν.

Αντίθετα, η αποκοπή τους με το γνώριμο περιβάλλον της πατρικής οικογένειας της μητέρας τους θα ήταν αντίθετη προς το συμφέρον τους και θα είχε αρνητικές επιπτώσεις στον ψυχισμό τους, λαμβανομένου υπόψη ότι το περιβάλλον στην οικία των εναγόντων, λόγω και της παρόδου επτά περίπου ετών από το θάνατο της μητέρας τους, δεν είναι καταθλιπτικό και δεν επιβαρύνει την ψυχική υγεία των ανηλίκων ...".

Ακολούθως δε, το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, κράτησε και δίκασε την αγωγή, την οποία δέχθηκε εν μέρει και ερύθμισε το δικαίωμα επικοινωνίας των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων με τις ανήλικες εγγονές τους. Με αυτά τα οποία δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις αναφερθείσες στην αρχή ουσιαστικές διατάξεις και ούτε δέχθηκε παρά τον νόμο πράγματα, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη, διέλαβε δε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες στα ζητήματα τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά τα πρώτο, δεύτερο και τέταρτο σκέλη του, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει τα αντίθετα και αποδίδει στο Εφετείο πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1, 10 και 19 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος.

Το Εφετείο, στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, διέλαβε τα εξής: "Ρυθμίζει το δικαίωμα επικοινωνίας των εναγόντων με τις ανήλικες εγγονές τους - τέκνα του εναγομένου Ί. - Ά. και Α. ως εξής: 1) Το δεύτερο Σαββατοκύριακο κάθε μήνα από ώρα 17.00 του Σαββάτου έως ώρα 17.00 της Κυριακής, με εξαίρεση τα δύο πρώτα Σαββατοκύριακα, από τα ως άνω ορισθέντα, κατά τα οποία η επικοινωνία θα διαρκέσει από ώρα 15.00 του Σαββάτου έως και 20.00 της ίδιας ημέρας και θα λάβει χώρα και με την παρουσία της θείας των ανηλίκων Ε.

Δ., 2) κατά τις εορτές των Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς εκάστου έτους από ώρα 17.00 της 5ης Ιανουαρίου έως ώρα 12.00 της 7ης Ιανουαρίου, πλην του εορτών του έτους 2012, κατά το οποίο η επικοινωνία θα διαρκέσει μία μόνο ημέρα, ήτοι από ώρα 17.00 της 5ης Ιανουαρίου έως ώρα 18.00' της 6ης Ιανουαρίου 2012, 3) κατά τις εορτές του Πάσχα από ώρα 17.00 της Πέμπτης της Διακαινησίμου έως ώρα 17.00 του Σαββάτου της Διακαινησίμου, και 4) κατά τις θερινές διακοπές από ώρα 11.00 της 1ης Αυγούστου έως ώρα 17.00 της 7ης Αυγούστου.

Τις ανήλικες θα παραδίδει ο εναγόμενος πατέρας τους στους ενάγοντες στην οικία τους και οι τελευταίοι θα τις επιστρέφουν στην οικία όπου αυτές διαμένουν με τον εναγόμενο". Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν περιέχει αντιφατικές διατάξεις και επομένως ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 17 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 9, περιπτ. γ', του Κ.Πολ.Δ,, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια αυτής της διάταξης, νοείται αφενός μεν κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ένδικου μέσου, της ανακοπής, της τριτανακοπής, όχι όμως και εκείνη της ένστασης, της αντένστασης και γενικά εκείνη απόφανσης πάνω σε κάθε άλλου είδους "πράγματα", υπό την έννοια του άρθρου 559, αρ. 8, Κ.Πολ.Δ., αφετέρου δε κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί την ενέργεια του δικαστηρίου και έτσι συντελεί στην εξέλιξη της διαδικασίας για το σκοπό έκδοσης οριστικής απόφασης και εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης (Α.Π. 1486/1997).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και κατά το δεύτερο σκέλος του την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ., επειδή το δικαστήριο άφησε αδίκαστη αίτησή του, κατά την οποία "έχω προτείνει την μέσω των παιδοψυχολόγων ΑΠΟΠΕΙΡΑ οργάνωσης της επικοινωνίας". Η "πρόταση" όμως αυτή δεν συνιστά, σύμφωνα με τα ανωτέρω, αίτηση υπό την έννοια του ως άνω άρθρου και συνεπώς ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από τα αναφερόμενα στο έγγραφο αυτό. Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα εξής: 1) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου το οποίο φέρεται ότι παραμορφώθηκε, ώστε από την σύγκριση με εκείνο το οποίο δέχθηκε η απόφαση να υπάρχει δυνατότητα στον Άρειο Πάγο να κρίνει αν υφίσταται διαγνωστικό λάθος, 2) το από την προσβαλλομένη απόφαση δεκτό γενόμενο, διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, 3) το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, για το ότι υπάρχουν ή όχι κρίσιμα γεγονότα και 4) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο (Α.Π. 113/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων αποδίδει με τον έκτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως στο Εφετείο την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ., χωρίς όμως να αναφέρει ούτε τα έγγραφα των οποίων, κατ' εκείνον, παραμορφώθηκε το περιεχόμενο ούτε τα λοιπά, κατά τα ανωτέρω απαιτούμενα στοιχεία και συνεπώς ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.

Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-12-2011 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 5536/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουλίου 2012.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ