1450/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1450/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ως νέα αποδεικτικά μέσα, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται είτε αυτά που δεν υποβλήθηκαν καθόλου πρωτόδικα, είτε αυτά που υποβλήθηκαν μεν πρωτόδικα, αλλά απαράδεκτα, όπως λ.χ. εκπρόθεσμα ή χωρίς επίκληση ή χωρίς νόμιμη σήμανση κ.λ.π., είναι δε αδιάφορο αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάνθηκε ρητά για το απαράδεκτο των εν λόγω αποδεικτικών μέσων ή αντιπαρήλθε σιωπηρά το τελευταίο.
Full text
Απόφαση 1450 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1450/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Φ. χας Β. Τ., το γένος Κ. Χ., κατοίκου ..., 2. Ε. χας Ε. Μ., το γένος Κ. Χ., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους -και ήδη 3ο αναιρεσείοντα- Σ. Χ., 3. Σ. Χ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος, 4. Ι. Χ. του Α., κατοίκου ... και 5. Σ. Χ. του Α., κατοίκου ..., από τους οποίους οι 4ος και 5ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Διονύση Πρωτοπαπά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ε. Π. του Δ., 2. Δ. Π. του Ε. και 3. Ι. Π. του Ε., κατοίκων ..., από τους οποίους ο 1ος και 2ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Ξανάλατο και ο 3ος Ιωάννης Παπαδόπουλος παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-6-2003 αγωγή των αναιρεσειόντων και άλλων αρχικών διαδίκων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 38/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 226/2009 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-12-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 19-4-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η από 7-12-2009 αίτηση αναίρεσης, αναφορικά με τον πρώτο λόγο της και ν' απορριφθεί ως προς το δεύτερο λόγο αυτής.
Ο 3ος αναιρεσείων ατομικά και ως πληρεξούσιος των 1ης και 2ης αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Σύμφωνα μεν με τη διάταξη της § 1 εδάφιο α' του άρθρου 529 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με εκείνη του άρθρου 16 § 5 του ν. 2915/2001 και ήδη ισχύει από την 1-1-2002 (άρθρο 15 του ν. 2943/2005), στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα δε με τη διάταξη της § 2 του ίδιου πιο πάνω άρθρου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σ' αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.
Ως νέα αποδεικτικά μέσα, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται είτε αυτά που δεν υποβλήθηκαν καθόλου πρωτόδικα, είτε αυτά που υποβλήθηκαν μεν πρωτόδικα, αλλά απαράδεκτα, όπως λ.χ. εκπρόθεσμα ή χωρίς επίκληση ή χωρίς νόμιμη σήμανση κ.λ.π., είναι δε αδιάφορο αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάνθηκε ρητά για το απαράδεκτο των εν λόγω αποδεικτικών μέσων ή αντιπαρήλθε σιωπηρά το τελευταίο.
Η διάταξη, εξάλλου, του άρθρου 529 παρ. 1 εδάφιο α' ΚΠολΔ είναι γενική και, έτσι, περιλαμβάνει χωρίς διακρίσεις όλα τα αποδεικτικά μέσα που επιτρέπονται από το νόμο, δηλαδή τόσο τα αποδεικτικά, που απόκεινται στην πρωτοβουλία των διαδίκων (όπως έγγραφα, όρκος) ή παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη (τεκμήριο), όσο και εκείνα, η απόδειξη των οποίων μπορεί να διαταχθεί ανεξάρτητα από τη συμπεριφορά των διαδίκων (λ.χ.
αυτοψία, πραγματογνωμοσύνη). Τα έγγραφα, ειδικότερα, κατ' εφαρμογή της διάταξη του άρθρου 237 παρ. 1 εδάφιο β' ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει μετά την αντικατάσταση της με εκείνη του άρθρου 7 παρ. 1 του ν. 2915/2001, εφαρμόζεται δε και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης (άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτά στην κατ' έφεση δίκη αν η νόμιμη επίκληση και προσκομιδή τους γίνει με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις των διαδίκων.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τις από 5-5-2009 προτάσεις τους της συζήτησης της έφεσης τους στο Εφετείο, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεσή τους κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή ποσοστού εξ αδιαιρέτου ακινήτου και καταβολής αποζημίωσης χρήσης, επικαλέστηκαν και νόμιμα προσκόμισαν (εφόσον δεν γίνεται μνεία περί του αντιθέτου στην απόφαση αυτή), μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων, και τα ακόλουθα έγγραφα για την απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού τους, ότι ο δικαιοπάροχός τους Δ.
Χ. και μετά το θάνατό του την 3-11-1970 αυτοί ενάγοντες, νεμόταν αποκλειστικά το επίδικο ακίνητο κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, δεν είχε δε κανένα λόγο να μεταβιβάσει άτυπα το μερίδιο του στο επίδικο ακίνητο κατά το έτος 1964 στον εναγόμενο. Ήτοι α) το από 1.11.1958 πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής που έχει συναφθεί μεταξύ του Ταγματάρχη Δ.
Α. και του δικαιοπαρόχου των εναγόντων Δ. Χ., με το οποίο ο δεύτερος παρέδωσε και ο πρώτος παρέλαβε, προς χρήση από τον Στρατό, την οικία του δικαιοπαρόχου τους που βρίσκεται στη θέση "..." της Νάξου, καθώς και το από 16.1.1968 όμοιο πρωτόκολλο, που έχει συναφθεί μεταξύ του Ταγματάρχη Ε. Ο. και του ίδιου πιο πάνω δικαιοπαρόχου, με το οποίο ο πρώτος απέδωσε στο δεύτερο την ίδια οικία, β) τις από 28.4.1968 και 3.7.1969 οικοδομικές άδειες του Γραφείου Πολεοδομίας Νάξου, και αλληλογραφία επί γενομένων καταγγελιών (70/1970 έγγραφο του Γραφείου Μηχανικού Νάξου, 11297/10-1-1970 διαβιβαστικό Πολεοδομίας προς Γραφείο Μηχανικού Νάξου, από 4-12-1969 αίτηση προς το Υπουργείο Δημοσίων Έργων από 30-6-1969 δήλωση του δικαιοπαρόχου των εναγόντων των εναγόντων, 1026/25-6-1969 εντολή Γραφείου Μηχανικού Νάξου προς το ΑΤΤ Νάξου, 7867/24-10-1969 έγγραφο Υπουργείου Δημοσίων Έργων,. 182/9-2-1970 έγγραφο Υπουργείου Δημοσίων Έργων προς ΑΤΤ Νάξου, 944/20-6-1969 έγγραφο Γραφείου Μηχανικού Νάξου, από 13-6-1969 αίτηση κατά του δικαιοπαρόχου 1012/18-6-1969 πρωτόκολλο αυθαιρέτου Υπουργείου Δημοσίων Έργων προς Α.
Τ. Νάξου, 1226/30-8-1969 έγγραφα Γραφείου Μηχανικού προς Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών Νάξου, 6318/23-7-1969 έγγραφο Υπουργείου Δημοσίων Έργων προς Γραφείο Μηχανικού Νάξου, γ) το από Οκτωβρίου 1968 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Α. Ο. το οποίο απεικονίζει το όλο ισόγειο επίδικο ακίνητο και το οποίο φέρει θεώρηση από το διευθυντή αρχαιοτήτων την 21-11-1968.
δ) τις αποδείξεις καταβολής χρημάτων από το δικαιοπάροχο των εναγόντων Δ. Χ. προς τον εκ των αντιδίκων Ε. Π. με ημερομηνίες και ποσά ως εξής: 18-5-1969 - 6500 δρχ, 3-6-1969 - 2000 δρχ, 7-6-1969 - 3000 δρχ, 12-6-1969 - 1500 δρχ, 14-6-1969 - 2000 δρχ, 16-7-1969 -4450 δρχ, 21-6-1969 - 1500 δρχ, 28-6-1969 - 2300 δρχ, 26-7-1969 - 3100 δρχ, 26-7-1969 - 3400 δρχ, ε) τις αποδείξεις καταβολής εισφορών του άμεσου δικαιοπαρόχου των εναγόντων στο Ι.Κ.Α.
Νάξου με αριθμούς 27930/7-9-1970, 27970/7-9-1970, 27685/4-3-1970, 27707/4-3-1970, 27522/1-11-1969, 129724/1-11-1962, 370996/26-11-1969, 163598/22-12-1969 προς το Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος, 708873/3-7-1969, προς το Ταμείο Νάξου την 8-5-1969, το Ταμείο Συντάξεως Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων 458204/3-7-1969 και 458205/3-7-1969, στ) Ένα άνευ ημερομηνίας και υπογραφής ιδιόγραφο σχέδιο διαθήκης του δικαιοπαρόχου των εναγόντων και ζ) Ένα με ημερομηνία 16-2-2007 σχέδιο παλαιών ηλεκτρικών εγκαταστάσεων σε ακίνητο πρώτου ορόφου ιδιοκτησίας δικαιοπαρόχου των εναγόντων στην Πόλη της Νάξου του ηλεκτρολόγου Κ..
Το Εφετείο, όπως βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι "ο πρώτος εναγόμενος νεμόμενος με διάνοια κυρίου, αποκλειστικά για τον εαυτό του και το ιδανικό μερίδιο του 1/3 του καταστήματος-μαζί με το υπόλοιπο κατάστημα του οποίου ήταν κύριος- έγινε κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία όταν συμπλήρωσε υπερεικοσαετή νομή", ακολούθως δε, απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή κρίνοντας ομοίως, "από την επανεκτίμηση των αποδείξεων που προσκομίστηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριό του και περιέχονται στα προσκομιζόμενα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά, τις υπ' αριθμ. .../2003, .../2003, .../2003/ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον του συμ/φου Νάξου Μ.
Πρασίνου, τις όμοιες υπ' αριθμ. .../2003 και .../2003 ενώπιον της ίδιας συμ/φου και την όμοια 9803/3003 ενώπιον της συμ/φου Αιγίου Ελένης Μπουγά -Αθανασίου, για τις οποίες ένορκες βεβαιώσεις (όλες) τηρήθηκαν οι διατυπώσεις του άρθρου 270 παρ. 2 ΚΠολΔ και από όλα τα έγγραφα τα οποία και πάλιν προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικο".
Όμως, από μόνη την παραπάνω βεβαίωση του Εφετείου, το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασής του και το σύνολο των αιτιολογιών της τελευταίας δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, αλλά αντίθετα καταλείπονται αμφιβολίες για το αν το πιο πάνω δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να δεχθεί κατ' ουσίαν την ένσταση του εναγομένου περί ίδιας συγκυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο και κατά το φερόμενο ως μη ανήκον στους αντιδίκους το ποσοστό (1/3 εξ αδιαιρέτου) έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα προμνημονευόμενα έγγραφα.
Και αυτό γιατί το Εφετείο δεν κάνει καμιά απολύτως μνεία ή σχολιασμό στην προσβαλλόμενη απόφαση για τα αποδεικτικά αυτά έγγραφα, όπως έπραξε για όλα άλλα αποδεικτικά μέσα, κατά την εκτεταμένη επισκόπηση και ανάλυση του αποδεικτικού υλικού, αντίθετα μάλιστα, όπως αναφέρεται ρητά σ' αυτή, αυτό κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα από τις προεκτιθέμενες αποδείξεις, χωρίς όμως να προκύπτει, ότι έλαβε υπόψη και τα πιο πάνω έγγραφα που προσκομίστηκαν νόμιμα από τους ενάγοντες με επίκληση του πρώτον στο Εφετείο και τα οποία υπό το εκτιθέμενο, ειδικότερα, στον ερευνώμενο λόγο περιεχόμενό τους, μπορούσαν να χρησιμεύσουν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της ένδικης αγωγής.
Πρέπει, επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη των προμνημονευομένων εγγράφων, να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 226/2009 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Σεπτεμβρίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ