Civil court remanded case to Constitutional Court due to alleged unconstitutionality of land grant law provision.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court remanded the appeal to the Plenary Session regarding the constitutionality of a specific land grant provision. The applicant argued that the administrative court exceeded its jurisdiction by ruling on a civil dispute over land ownership initiated by the state. The court found the underlying dispute to be a substantive administrative matter but declared the specific legal provision potentially unconstitutional, necessitating a constitutional review.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 4 C.Pol.D.; Art. 100 no. 5 Constitution: When a civil court finds that a provision of law is unconstitutional in a substantive administrative dispute, it must refer the issue to the Plenary Session of the Supreme Court for a constitutional ruling.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1450 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1450/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 30 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Των αναιρεσειόντων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και 2) Του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Καβάλας, που κατοικοεδρεύει στην Καβάλα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο Ευθύμιο Τσάκα, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: ..... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γρηγορίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-2002 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 71/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 307/2005 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10 Οκτωβρίου 2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 15 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να παραπεμφθεί στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, άλλως να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης και να απορριφθεί ο τρίτος. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η προσβαλλόμενη 307/2005 απόφαση του Εφετείου Θράκης ναι μεν εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, πλην όμως με αυτή, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα σε επόμενες σκέψεις, τέμνεται οριστικώς η ένδικη διαφορά, που δεν αποτελεί ασφαλιστικό μέτρο με την έννοια του άρθρου 682 ΚΠολΔ, όπως είναι τα προβλεπόμενο από τα άρθρα 704-738, ούτε ρυθμιστικό κατάστασης, εξομοιούμενο με αυτά και επομένως η ασκηθείσα από το Δημόσιο ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά της πιο πάνω απόφασης είναι παραδεκτή (Ολ.ΑΠ. 21/2002), δοθέντος και του ότι προσκομίζεται και η προβλεπόμενη από το άρθρο 12 του ν. 2298/1995 με αριθμό 1743/2005 γνωμοδότηση του Β' Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία, για τους δύο πρώτους λόγους αναίρεσης, είναι θετική.
ΙΙ. Ο κατά το άρθρο 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το πολιτικό δικαστήριο δέχτηκε ότι έχει δικαιοδοσία σε υπόθεση που, κατά νόμο, υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. Ο λόγος αυτός ιδρύεται και αν ακόμη δεν έγινε σχετική επίκληση της έλλειψης δικαιοδοσίας ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, αφού αφορά τη δημόσια τάξη (άρθρο 562 παρ. 2 εδ.
γ' ΚΠολΔ-ΑΠ 98/2005). Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 παρ/φοι 1 και 2 του Συντάγματος "στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως ο νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου" (παρ. 1). "Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει" (παρ. 2).
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 95 παρ. 1 του Συντάγματος προκύπτει ότι διοικητικές διαφορές ουσίας είναι διαφορές που πηγάζουν από διοικητικές συμβάσεις ή από ενέργειες διοικητικών οργάνων, οι οποίες δεν συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις και εφόσον ο νόμος, στην περίπτωση αυτή, οργανώνει κατά τέτοιο τρόπο τη δικαστική προστασία του πολίτη, ώστε το αίτημά του ενώπιον του δικαστηρίου να είναι η καταψήφιση σε παροχή ή αναγνώριση δικαιώματος ή έννομης σχέσης που αναφέρονται στο δημόσιο δίκαιο (ΑΕΔ 1/91, 2/93, ΑΠ 98/2005).
Σύμφωνα δε με το άρθρο 7 του ν. 702/1977: "1. Εις την αρμοδιότητα του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου υπάγονται αι διοικητικαί διαφοραί ουσίας αι αναφερόμεναι εκ της αναγνωρίσεως, παραχωρήσεως ή απονομής δικαιώματος, ευεργετήματος ή οιασδήποτε άλλης παροχής, της αρνήσεως ικανοποιήσεως, εν όλω ή εν μέρει, τοιούτου αιτήματος, ως και της μεταβολής δημιουργηθείσης διά διοικητικής πράξεως καταστάσεως κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας...
γ) περί λαϊκής στέγης, εργατικής κατοικίας και ανταλλαξίμων ακινήτων, δ) περί αποκαταστάσεως γεωργών και κτηνοτρόφων". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 35 παρ. 6 του ν. 1473/1984, "Αστικά ακίνητα αρμοδιότητας του Υπουργείου Οικονομικών, που βρίσκονται στην περιοχή του Δήμου Καβάλας, παραχωρούνται στους αυθαίρετους κατόχους τους δωρεάν, εφόσον οι ίδιοι ή οι δικαιοπάροχοί τους την 1-1-1940 κατείχαν αυτά τα ακίνητα και η κατοχή συνεχίζεται μέχρι τη δημοσίευση αυτού του νόμου.
Κάθε παραχώρηση αφορά έκταση μέχρι 350 τ.μ. Για έκταση μεγαλύτερη από τα 350 τ.μ. και συνολικά μέχρι τα 700 τ.μ. καταβάλλεται τίμημα, σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 3 και 5 του άρθρου 4 του Α.Ν. 263/1968, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν. 719/1977. Οι παραχωρήσεις γίνονται με απόφαση του Νομάρχη, μετά από σχετική αίτηση των ενδιαφερομένων και εισήγηση του οικονομικού εφόρου.
Οι αιτήσεις υποβάλλονται μέσα σε έξι μήνες από τη δημοσίευση του νόμου αυτού. Η απόφαση του Νομάρχη αποτελεί τίτλο κυριότητας που μεταγράφεται. Σε περίπτωση που η αίτηση απορρίπτεται, διότι δεν διαπιστώνεται κατοχή κατά τον κρίσιμο χρόνο, η διαφορά παραπέμπεται στο Μονομελές Πρωτοδικείο, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 7 του ΑΝ 263/1968, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 719/1977".
Κατά την εισηγητική έκθεση της σχετικής τροπολογίας του Υπουργού Οικονομικών, με την ανωτέρω διάταξη "ρυθμίζεται η εκκρεμότητα του ιδιοκτησιακού καθεστώτος αστικών ακινήτων του Δημοσίου της περιοχής του δήμου Καβάλας, στα οποία εγκαταστάθηκαν πριν από το 1940 αστέγαστοι, κυρίως πρόσφυγες". Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ/φοι 3 και 5 του α.ν. 263/1968, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του ν. 719/1977 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ. 3 του ν. 1473/1984, η εξαγορά γίνεται με την καταβολή, εκμέρους του αγοραστή, τιμήματος ίσου, προκειμένου περί αστικών ακινήτων, προς τα 2/10 της αγοραίας αξίας του ακινήτου, αν η κατοχή του αιτούντος ή του δικαιοπαρόχου άρχισε πριν από την 1-1-1920 και προς τα 5/10 της ως άνω αξίας, αν η κατοχή άρχισε από την 1-1-1920 έως το 1940, ενώ το μειωμένο αυτό τίμημα υπολογίζεται προκειμένου περί αξίας του εκποιούμενου ακινήτου έως 3.000.000 δρχ., η αξία δε του ακινήτου πέρα από τα 3.000.000 δρχ.
καταβάλλεται από τον αγοραστή ολόκληρη. Τέλος, η παρ/φος 7 του άρθρου 4 του α.ν. 263/1968, στην οποία παραπέμπει, κατά τα προεκτιθέμενα, η παρ/φος 6 του άρθρου 35 του ν. 1473/1984, η οποία όμως (παρ/φος 7), μετά την αντικατάσταση αρχικώς του άρθρου 4 του α.ν. 263/1968 με το άρθρο 1 του ν. 719/1977 και στη συνέχεια μετά την αντικατάσταση των παραγράφων 6, 7 και 8 του ίδιου αυτού άρθρου 4 με το άρθρο 34 παρ. 4 του ν. 1473/1984, αποτελεί ήδη την παρ/φο 8 του άρθρου 4 του α.ν. 263/1968, ορίζει τα εξής: "Αν ο δικαιούχος αμφισβητεί το χρόνο έναρξης κατοχής του ακινήτου καθώς και τον καθορισμό του τιμήματος, που προσδιορίστηκε με την απόφαση του Νομάρχη, αποφασίζει το μονομελές πρωτοδικείο της περιοχής του ακινήτου, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων των άρθρων 682 και επόμενα του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου που ασκείται μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός μηνός από την κοινοποίηση σε αυτόν της απόφασης του Νομάρχη.
Η αίτηση στο μονομελές πρωτοδικείο στρέφεται κατά του Δημοσίου και επιδίδεται στον Οικονομικό Έφορο, που το εκπροσωπεί στη δίκη". Από τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 35 παρ. 6 του ν. 1473/1984 και του άρθρου 4 του α.ν. 263/1968, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 94 παρ/φοι 1 και 2 και 95 παρ. 1 του Συντάγματος, σαφώς προκύπτει ότι η κατά το πιο πάνω άρθρο 35 παρ. 6 του ν. 1473/84 δωρεάν παραχώρηση τμήματος του ακινήτου, έκτασης έως 350 τ.μ., και η εκποίηση έκτασης αυτού από 351 έως 700 τ.μ.
με μειωμένο τίμημα, που κλιμακώνεται αναλόγως της κατοχής του παραχωρησιούχου και αγοραστή, έχουν αποκαταστατικό χαρακτήρα, ενόψει του γεγονότος ότι, όπως αναφέρεται και στη εισηγητική έκθεση του νόμου, λόγω της ιδιότητας των κατόχων ως αστέγων και προσφύγων, δεν καταβάλλεται ή, πάντως, καταβάλλεται μειωμένο τίμημα.
Επομένως η αμφισβήτηση, εκμέρους προσώπου που διεκδικεί για λογαριασμό του δικαίωμα αποκατάστασης, της νομιμότητας της αρνήσεως της Διοικήσεως να προβεί προς αυτόν σε παραχώρηση και εκποίηση ακινήτου, βάσει των πιο πάνω διατάξεων, δημιουργεί διοικητική διαφορά ουσίας, υπαγόμενη στην αρμοδιότητα του Διοικητικού Πρωτοδικείου (ΣτΕ 3563/2004).
Συνακόλουθα, η παραπάνω διάταξη της παρ/φου 6, εδάφιο τελευταίο του άρθρου 35 του ν. 1473/84, σύμφωνα με την οποία "σε περίπτωση που η αίτηση απορρίπτεται, διότι δεν διαπιστώνεται κατοχή κατά τον κρίσιμο χρόνο, η διαφορά παραπέμπεται στο Μονομελές Πρωτοδικείο", το οποία αποφασίζει σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 7 (ήδη παρ. 8 κατά τα προεκτιθέμενα) του α.ν. 263/1968, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων των άρθρων 682 επ.
του ΚΠολΔ., είναι αντίθετη προς το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού η παραπεμπόμενη διαφορά αποτελεί διοικητική διαφορά ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αιτών και ήδη αναιρεσίβλητος, με την από 23-12-2002 αίτησή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, το περιεχόμενο της οποίας επιτρεπτώς εκτιμάται από τον Άρειο Πάγο για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ).
επικαλούμενος ότι το καθού η αίτηση και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με την 4/2002 απόφαση της Επιτροπής Δημοσίων Κτημάτων της Κτηματικής Υπηρεσίας του Νομού Καβάλας, η οποία επικυρώθηκε με τη 1079348/7707/ 40010/25-11-2002 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, απέρριψε τρεις αιτήσεις του για την παραχώρηση σ'αυτόν, βάσει της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 34 παρ. 6 του ν. 1473/1984, τμήματος 350 τ.μ., από το με αριθμό Β.Κ. 2532 δημόσιο κτήμα, συνολικής εκτάσεως 818, 95 τ.μ.
που βρίσκεται στην περιοχή του Δήμου Καβάλας, καίτοι το δημόσιο αυτό κτήμα κατείχαν αυθαιρέτως ο ίδιος από το 1950 και προ αυτού ο δικαιοπάροχός του ..... από το έτος 1928, ζήτησε να αναγνωριστεί, α) ως χρόνος έναρξης αυθαίρετης κατοχής τού ως άνω δημόσιου κτήματος από τον δικαιοπάροχό του το έτος 1928 και ότι ο ίδιος συνεχίζει την αυθαίρετη κατοχή του από το 1950, που του το παραχώρησε εκείνος και β) ότι αυτός δικαιούται να του παραχωρηθεί, με βάση την προαναφερόμενη διάταξη, ένα τμήμα, εκτάσεως 350 τ.μ., από το πιο πάνω δημόσιο κτήμα. 'Όμως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η επίδικη διαφορά συνιστά διοικητική διαφορά ουσίας, αφού αυτή ανέκυψε από την άρνηση της Επιτροπής Δημοσίων Κτημάτων της Κτηματικής Υπηρεσίας του Νομού Καβάλας, να ικανοποιήσει το αίτημα του αναιρεσιβλήτου, για τη δωρεάν παραχώρηση, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ/φου 6 του άρθρου 35 του ν. 1473/1984, τμήματος 350 τ.μ.
του πιο πάνω δημόσιου κτήματος. Αλλά η διαφορά αυτή ανήκει στην αρμοδιότητα του Διοικητικού Πρωτοδικείου Καβάλας, υπάγεται δηλαδή στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. Επομένως το Εφετείο, με το να κρίνει ότι έχει δικαιοδοσία για την εκδίκαση της ένδικης αίτησης, την οποία στη συνέχεια και δέχτηκε ως βάσιμη από ουσιαστική άποψη, υπερέβη τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και έτσι ο από το άρθρο 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αναίρεσης έπρεπε να κριθεί ως βάσιμος.
Επειδή, όμως, το τμήμα τούτο του Αρείου Πάγου αρνείται να εφαρμόσει την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 35 παρ. 6, εδάφιο τελευταίο του ν. 1473/1983, ως αντισυνταγματική, είναι υποχρεωμένο, κατ' εφαρμογή των άρθρων 100 παρ. 5 του Συντάγματος και 563 παρ. 2 εδ. 1β και 3 περ. β΄ του ΚΠολΔ, να παραπέμψει το ζήτημα τούτο και τον προαναφερόμενο αντίστοιχο λόγο της αναίρεσης στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, από την απόφαση της οποίας εξαρτάται και η εξέταση των λοιπών λόγων της αναίρεσης, αφού τίθεται ζήτημα υπέρβασης της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει το ζήτημα της συνταγματικότητας ή μη της αναφερόμενης στο σκεπτικό διάταξης του άρθρου 35 παρ. 6, εδάφιο τελευταίο του ν. 1473/1984 και τον αντίστοιχο από το άρθρο 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ πρώτο λόγο της αναίρεσης στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ