Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding new evidence and sentencing errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision on appealability grounds. The appellant sought to introduce new evidence and challenge the conviction based on accomplice confessions and forensic analysis, arguing procedural violations. The court rejected these claims because the appeal must be limited to the original record and the lower court properly considered the available evidence at the time of sentencing.
Legislator headnote
AI generatedArticles 484, 485, 211, 183 of the Code of Criminal Procedure; The Supreme Court reviews appeals only on the basis of the original record and cannot admit new evidence or re-evaluate the factual assessment of the lower court's decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1450 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 1450/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ – ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κιτρίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένων του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ανδρέα Μοσχανδρέου και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Ναυπλιώτη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Φώτιο Καϋμενάκη – Εισηγητή και Πλαστήρα Αναστασάκη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Μαϊου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου Χ , περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ. 809/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό, και ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Νοεμβρίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2018/2005.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Θάνος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημοσθένη Κορδοπάτη με αριθμό 163/4.4.2006, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ.1 Κ.Π.Δ, την υπ΄αριθ.136/14-11-2005 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ , κατά του υπ΄αριθ.809/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα κάτωθι:
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ΄ αριθ. 5659/2004 βούλευμά του, παρέπεμψε τον ανωτέρω κατηγορούμενο Χ στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθεί ως υπαίτιος α) πλαστογραφίας μετά χρήσεως από κοινού, κατ΄ εξακολούθηση, από υπαιτίους που ενήργησαν κατ΄ επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος, ή η συνολική ζημία του παθόντος, υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ (κακούργημα) και β) άμεση συνέργεια σε απάτη κατ΄ εξακολούθηση (πλημμέλημα). (Αρθ. 13 εδαφ. γ΄,46 § ιβ, 94 § 1, 98 § 1, 216 §§ 1, 3 εδαφ. δεύτερο, 386§ 1 Π.Κ), πράξεις τις οποίες φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα και Ελευσίνα, κατά το χρονικό διάστημα από μηνός Ιουνίου 2003 έως 8-12-2003, σε βάρος της περιουσίας της Εθνικής Τραπέζης. Με το ανωτέρω πρωτόδικο βούλευμα, παρεπέμφθησαν, επίσης, στο αυτό δικαστήριο και οι, Ψ , και Ζ , για να δικασθούν:α) αμφότεροι, ως συναυτουργοί της, κατά τα ανωτέρω, πλαστογραφίας μετά χρήσεως, κατ΄ εξακολούθηση, από κοινού, σε βαθμό κακουργήματος, β) ο Ψ , ως φυσικός αυτουργός πράξεων, απάτης κατ΄ εξακολούθηση (σε βαθμό πλημμελήματος), υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως κατ΄ εξακολούθηση και χρήσεως υφαρπασθείσης ψευδούς βεβαιώσεως κατ΄ εξακολούθηση και γ) η Ζ , ως άμεσος συνεργός (όπως και ο αναιρεσείων) στην πράξη της απάτης, κατ΄ εξακολούθηση, του Ψ .
Κατά του ανωτέρω παραπεμπτικού πρωτοδίκου βουλεύματος, άσκησε έφεση μόνο ο, εκ των κατηγορουμένων, Χ , με αποτέλεσμα να εκδοθεί το υπ΄ αριθ. 809/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απερρίφθη, στην ουσία της, η έφεση αυτού, και επικυρώθηκε το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα. Κατά του τελευταίου αυτού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, στρέφεται ήδη ο αναιρεσείων, Χ με την, υπό κρίση, αίτηση αναιρέσεως αυτού η οποία είναι νομότυπη και εμπρόθεσμη ( άρθρο 473 § 1 και 474 § 1 ΚΠΔ), αφού ασκήθηκε την 14-11-2005 ημέρα της εβδομάδος Δευτέρα, δια δηλώσεως του ιδίου, ενώπιον της Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών (συνταχθείσης, προς τούτο, της υπ΄αριθ.136/2005 Εκθέσεως Αναιρέσεως της Γραμματέως ταύτης), και το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε εγκύρως, εις μεν την αντίκλητο δικηγόρο αυτού, ..... , την 3-11-2005, εις δε τον ίδιον, στη δηλωθείσα νέα διεύθυνσης κατοικίας του .........., την 22-11-2005. Επί πλέον, ασκήθηκε αυτή από δικαιούμενο σε άσκηση αναιρέσεως πρόσωπο (άρθ. 463, 482 § 1 περ. α΄ Κ.Π.Δ), και περιέχει συγκεκριμένους λόγους αναιρέσεως, ήτοι αυτούς της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως ( άρθ. 484 § 1 περ. β΄. και δ΄ Κ.Π.Δ).
Συνεπώς, η, υπό κρίση, αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθούν οι προσβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως.
Προκειμένου περί παραπεμπτικού βουλεύματος, υπάρχει η, από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., επιβαλλομένη αιτιολογία ( η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως, κατ΄ άρθρο 484 § 1 δ΄ Κ.Π.Δ.,), όταν σε αυτό αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και οι αποδείξεις με τις οποίες το δικαστικό συμβούλιο κατέληξε στην κρίση ότι προκύπτουν αποχρώσες ενδείξεις προς στήριξη κατηγορίας για την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, και την παραπομπή του, γι΄ αυτήν, στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου ( Α.Π.646/2000).
Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, κατ΄ αρθ. 484 § ιβ΄ Κ.Π.Δ., όταν το συμβούλιο αποδίδει στον νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ, εσφαλμένη εφαρμογή αυτής υφίσταται, όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, καθώς επίσης και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, (που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό, ή στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό, και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος), ασάφειες ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου (Α.Π. 418/1999).
Σύμφωνα με τη διάταξη των §§1 και 3 εδαφ. δεύτερο του άρθρου 216 Π.Κ., όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει εύνομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου αυτού θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Αν, όμως, ο υπαίτιος αυτών των πράξεων σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του, ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον, ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (15.000 ευρώ).
Ως περιουσιακό όφελος θεωρείται κάθε βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως του υπαιτίου ή του προσώπου υπέρ του οποίου ενεργεί, η οποία επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελουμένου, με παροχές προς αυτόν αποτιμητές σε χρήμα, ή με τον προσπορισμό άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα (ΑΠ 224 (2002).
Και ναι μεν το όφελος αυτό, (στην πλαστογραφία) είναι σκοπούμενο και δεν ενδιαφέρει εάν τελικά επιτεύχθηκε (ΑΠ 631/2000), πρέπει όμως το επιδιωκόμενο αυτό όφελος, να προκύπτει ποίο ακριβώς είναι, από τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, προκειμένου να εκτιμηθεί εάν η πλαστογραφία φέρει κακουργηματικό ή όχι χαρακτήρα.
Επίσης, είναι νοητή και δυνατή η κατάρτιση πλαστού ή η νόθευση εγγράφου κατά συναυτουργία (ΑΠ. 184/2002), υπό τον όρο ότι υπάρχει γνώση της προθέσεως εκάστου υπαιτίου για την τέλεση της ιδίας πράξεως, και είναι βεβαιωμένη η θέληση της συμπράξεως τούτων εις το έγκλημα, χωρίς να είναι αναγκαίο να εξειδικεύονται οι επιμέρους υλικές πράξεις εκάστου συναυτουργού, ή εάν η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος πραγματώνεται από όλους μαζί, ή από κάποιον μόνο από αυτούς ( Α.Π. 184/2002).
Τέλος, κατ΄ άρθρο 13 περιπ. στ΄ Π.Κ. κατ΄ επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν, από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή ( οργάνωση και σχέδιο δράσεως), που έχει διαμορφώσει ο δράστης, με απώτερο σκοπό την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος, ενώ, κατά συνήθεια τέλεση αυτού υπάρχει όταν, από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως, προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του.
Για την κατάφαση του όρου «επανειλημμένη τέλεση» δεν απαιτούνται προηγούμενες καταδίκες του δράστη ( Α. Π. 175/2002), αλλά αρκεί και η « κατ΄ εξακολούθηση» τέλεση της πράξεως από αυτόν, στην έννοια της οποίας, κατ΄ ανάγκη, περιέχονται περισσότερες από μία πράξεις, που αποτελούν ιδιάζουσα περίπτωση ομοειδούς πραγματικής συρροής (Α.
Π. 1639/2002).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 386 § 1 Π. Κ. , υπαίτιος του εγκλήματος της απάτης είναι όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρούμενος προς τούτο με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Μεταξύ της πράξεως αυτής και της πράξεως της πλαστογραφίας υπάρχει αληθής πραγματική συρροή, γιατί εκάστη των πράξεων τούτων είναι αυτοτελής, αφού η αντικειμενική τους υπόσταση στοιχειοθετείται από διαφορετικά περιστατικά, και δεν αποτελεί η μία πράξη στοιχείο, ή επιβαρυντική περίπτωση της άλλης ( Α. Π. 1599/2002, Α. Π. 663/2004).
Τέλος, κατ΄ άρθρο 46 § ιβ Π. Κ., άμεσος συνεργός ενός εγκλήματος, τιμωρούμενος με την ποινή του αυτουργού, είναι αυτός ο οποίος με πρόθεση παρέχει άμεση συνδρομή στον δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξεως και στην εκτέλεση της κύριας πράξεως.
Σύμφωνα με το διατακτικό του πρωτοδίκου βουλεύματος ( το οποίο επικυρώθηκε από το προσβαλλόμενο, τώρα, βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών) ο αναιρεσείων Χ κατηγορείται ως υπαίτιος του ότι:
Α) Ενεργώντας από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του ( μη αναιρεσείοντες ) Ψ και Ζ , στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από μηνός Ιουλίου 2003 έως 8-12-2003, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος, κατήρτισαν πλαστές βεβαιώσεις αποδοχών και πλαστά φορολογικά στοιχεία, αναφερόμενα στην περιουσιακή κατάσταση και τις οικονομικές δυνατότητες, των εξ αυτών, Ψ και Ζ , ώστε οι τελευταίοι ούτοι να εμφανίζονται στους υπαλλήλους της Εθνικής Τραπέζης (από την οποίαν ενδιαφέρονταν να λάβουν προσωπικά καταναλωτικά δάνεια) ως πληρούντες, δήθεν, τους όρους που έθετε η Τράπεζα, για τη χορήγηση των δανείων αυτών, αποσκοπώντας, έτσι, με τη χρήση των πλαστών τούτων εγγράφων, να παραπλανήσουν τους υπαλλήλους της Εθνικής Τραπέζης και να επιτύχουν, με τη λήψη των δανείων αυτών, οικονομικό όφελος ανώτερο συνολικώς, των 15.000 ευρώ, διαπράττουν δε, τόσον αυτός (αναιρεσείων), όσο και οι συγκατηγορούμενοί του, πλαστογραφίες κατ΄ επάγγελμα και κατά συνήθεια.
Ειδικότερα, προς επιδίωξη του ανωτέρω σκοπού, φέρεται ούτος, από κοινού μετά των συγκατηγορουμένων του, ότι κατήρτισαν τα εξής πλαστά έγγραφα α) δύο βεβαιώσεις αποδοχών, με ημερομηνία 10-8-2003 και 5-12-2003, αντιστοίχως, στις οποίες εμφάνιζαν την, εξ αυτών, Ζ , ότι εργάζεται δήθεν στην επιχείρηση ατόμου με στοιχεία W , αδελφού του κατηγορουμένου Ψ , θέτοντας εις αυτές, κατ΄ απομίμηση, την υπογραφή του ατόμου τούτου, εν αγνοία του, και χωρίς την έγκριση του, ενώ η Ζ , ουδέποτε εργάσθηκε στην επιχείρηση του ανωτέρω W .
β) Ένα έντυπο (Ε1) δηλώσεως φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2003, προς την Δ.Ο.Υ Ελευσίνας, στο οποίο εμφανιζόταν η ιδία ως άνω Z να δηλώνει, δήθεν, εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες, ύψους 20.074,50 ευρώ, και στο οποίο, στη θέση της ενδείξεως του παραλαβόντος την δήλωση υπαλλήλου της Δ.Ο.Υ Ελευσίνας, έθεσαν κατ΄ απομίμηση την σφραγίδα και την υπογραφή της, δήθεν, υπαλλήλου της υπηρεσίας αυτής, με τα στοιχεία « ...Φ...
ΕΦΟΡΙΑΚΟΣ ΔΕΕ». γ) Ένα έντυπο (Ε9) «δηλώσεως στοιχείων ακινήτων που υπήρχαν την 1η Ιανουαρίου 2003», προς την Δ.Ο.Υ Ελευσίνας, στο οποίο εμφανιζόταν αναληθώς η , αυτή ως άνω, Ζ , να δηλώνει ως ιδιοκτήτρια, ακίνητη περιουσία, και στο οποίο (έντυπο), στη θέση της ενδείξεως του παραλαβόντος τη δήλωση υπαλλήλου της Δ.Ο.Υ Ελευσίνας, έθεσαν, κατ΄ απομίμηση, την σφραγίδα και την υπογραφή της ιδίας ως άνω, δήθεν, υπαλλήλου της υπηρεσίας αυτής, με τα στοιχεία «...Φ...
ΕΦΟΡΙΑΚΟΣ ΔΕΕ»,και δ) ένα έντυπο συμπληρωματικής δηλώσεως φορολογίας εισοδήματος, οικονομικού έτους 2003, προς την Δ.Ο.Υ Β΄ Περιστερίου, στο οποίο εμφανίζεται ο κατηγορούμενος Ψ , να δηλώνει, δήθεν, εισοδήματα από ημερομίσθια κτλ, 10.076 ευρώ, και στο οποίο (έντυπο), στη θέση της ενδείξεως του παραλαβόντος την δήλωση υπαλλήλου της Δ.Ο.Υ Β΄ Περιστερίου, έθεσαν, κατ΄ απομίμηση υπογραφή υπαλλήλου της Δ.Ο.Υ αυτής, με δυσανάγνωστο ονοματεπώνυμο, και Β) ενώ στην Αθήνα και στην Ελευσίνα, στις 23-7-2003, 9-9-2003 και 20-10-2003, ο συγκατηγορούμενός του, Ψ , με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, παραπλάνησε τους αρμοδίους υπαλλήλους τριών Υποκαταστημάτων της Εθνικής Τραπέζης, ήτοι των Υποκαταστημάτων του Μεταξουργείου, της Πλατείας Κουμουνδούρου και της Ελευσίνας της εν λόγω Τραπέζης, αντιστοίχως, παριστώντας, με τη χρήση αναληθών κατά περιεχόμενο και πλαστών δικαιολογητικών, ότι είχε τη δυνατότητα να αποδώσει προσωπικά δάνεια που ζητούσε να λάβει, επιτυγχάνοντας μάλιστα την λήψη των δανείων αυτών, συνολικού ύψους 6. 500 ευρώ και ωφελούμενος σε βάρος της Τραπέζης, ο (αναιρεσείων) Χ , εφοδίασε τον ανωτέρω φυσικό αυτουργό της απάτης, με το ως άνω, υπό στοιχ.
Α δ΄. πλαστό φορολογικό στοιχείο (συμπληρωματική δήλωση φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2003, προς την ΔΟΥ Β΄ Περιστερίου), την οποίαν ο ίδιος κατάρτισε, παρέχοντας, έτσι, άμεση συνδρομή εις αυτόν (φυσικό αυτουργό) κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση της πράξεως της απάτη που αυτός διέπραξε, δεδομένου του ότι ο τελευταίος ούτος έκανε χρήση του ανωτέρω πλαστού εγγράφου, στις 20-10-2003, στο Υποκατάστημα Ελευσίνας της Εθνικής Τράπεζας, προς λήψη προσωπικού δανείου [ ύψους 1.500 ευρώ].
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ΄ αριθ. 809/2005 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε ,με επιτρεπτή, εξολοκλήρου, αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμά του εισαγγελική πρόταση (Α Π 535/2002, ποιν. χρ. ΝΓ΄ σελ.29) έκρινε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται και προσδιορίζονται εις αυτήν, και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τις απολογίες των κατηγορουμένων και από όλα τα συνημμένα στη δικογραφία έγγραφα, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά :
Οι, μη ασκήσαντες έφεση κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος, κατηγορούμενοι Ψ , σπουδαστής, και Ζ , ιδιωτικός υπάλληλος, που συνδέονταν με φιλική σχέση, εκδήλωσαν ενδιαφέρον για τη λήψη χρημάτων, υπό μορφή καταναλωτικών δανείων, από ημεδαπές Τράπεζες. Όταν διαπίστωσαν ότι δεν μπορούσαν να επιτύχουν την λήψη των δανείων αυτών, επειδή οι Τράπεζες απαιτούσαν την προσκόμιση δικαιογητικών και στοιχείων που να πιστοποιούν ότι είχαν, ούτοι, εισοδήματα και κινητή ή ακίνητη περιουσία, ώστε βασίμως να εκτιμάται, κατά περίπτωση, ότι ήταν εξασφαλισμένη, για τις Τράπεζες, η απόδοση του δανείου, προσέφυγαν και ζήτησαν τη συνδρομή του Χ , που διατηρούσε λογιστικό γραφείο στο κέντρο των Αθηνών.
Ακολούθως, ενεργούντες όλοι από κοινού, κατά το χρονικό διάστημα από μηνός Ιουλίου 2003, μέχρι 8-12-2003, και σε μη διακριβωμένο, επακριβώς κάθε φορά, χρόνο, με περισσότερες μερικότερες πράξεις, συνδεόμενες με ενότητα δόλου, κατήρτισαν τα ανωτέρω [υπό στοιχ. Α, α, β, γ, και δ] πλαστά έγγραφα, των οποίων έκαναν χρήση οι, εξ αυτών, Ψ και Ζ , στην Εθνική Τράπεζα, αποσκοπώντας οφέλη, συνολικώς, ανώτερα των 15.000 ευρώ, από τη λήψη αιτουμένων, υπό αυτών, προσωπικών καταναλωτικών δανείων.
Ειδικότερα έγινε χρήση των πλαστών τούτων εγγράφων, από την Ζ , για τη λήψη δανείου ύψους 14.000 ευρώ, το οποίον όμως αυτή δεν έλαβε τελικώς, γιατί στο Υποκατάστημα Ομονοίας της Εθνικής Τραπέζης, στο οποίο είχε υποβάλει τα ανωτέρω [ υπό στοιχ. Α α΄, β΄ και γ΄ ] πλαστά έγγραφα, έγινε αντιληπτή η πλαστότητά τους, πριν από τη χορήγηση του δανείου, ενώ ο Ψ , κάνοντας χρήση, (εκτός άλλων πλαστών και αναληθών εγγράφων), και της ανωτέρω [υπό στοιχ.
Α δ] πλαστής συμπληρωματικής δηλώσεως φορολογίας εισοδήματος προς την Δ Ο Υ Β΄ Περιστερίου, επέτυχε να λάβει από Υποκαταστήματα της Εθνικής Τράπεζας στην Αττική, τρία δάνεια συνολικού ύψους 6.500 ευρώ. Κατ΄ αυτόν τον τρόπο, το οικονομικό όφελος που επιδιώχθηκε από τους κατηγορουμένους, με την κατάρτιση και τη χρήση των πλαστών τούτων εγγράφων, ανήρχετο σε ποσό, συνολικώς, ανώτερο των 15.000 ευρώ.
Οι μερικότερες πράξεις της πλαστογραφίας συνδέονται με ενότητα δόλου, συγκροτώντας εξακολουθητική τέλεση του οικείου εγκλήματος, ενήργησε δε ο εκκαλέσας το πρωτόδικο βούλευμα, Χ , κατ΄ επάγγελμα και κατά συνήθεια, υπό την ανωτέρω εκτεθείσα έννοια των όρων αυτών, κατ΄ άρθρο 13 εδαφ. στ΄ Π.Κ. Περαιτέρω, ενώ ο κατηγορούμενος Ψ , κατέστη υπαίτιος πράξεως απάτης κατ΄ εξακολούθηση, ο Χ παρέσχε, εις αυτόν, άμεση συνδρομή κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση μίας μερικότερης πράξεως απάτης, η οποία τελέστηκε στις 20-10-2003, στο Υποκατάστημα της Εθνικής Τραπέζης στην Ελευσίνα.
Ειδικότερα, ενώ ο φυσικός αυτουργός ( Ψ ) παρέστησε εν γνώσει ψευδώς στους υπαλλήλους του Υποκαταστήματος της Εθνικής Τραπέζης Ελευσίνας, ότι διέθετε εισοδήματα που εξασφάλιζαν την απόδοση προσωπικού καταναλωτικού δανείου, ( εφ΄ όσον εχορηγείτο τέτοιο δάνειο από την Τράπεζα), προσκομίζοντας, εκτός των άλλων, και την πλαστή, ως άνω υπό ημερομηνία 14-10-2003, Συμπληρωματική Δήλωση φορολογίας Εισοδήματος προς την Δ Ο Υ Β΄ Περιστερίου, ( στην οποία εμφανιζόταν ότι για το οικονομικό έτος 2003 είχε, δήθεν, εισόδημα 10.076 ευρώ ), και επιτυγχάνοντας έτσι, με την παραπλάνηση των υπαλλήλων της Τραπέζης, να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, με την λήψη δανείου 1.500 ευρώ, επί ζημία της Τραπέζης, ( της οποίας η απαίτηση κατέστη επισφαλής λόγω ελλείψεως εισοδημάτων από τον λήπτη του δανείου), ο αναιρεσείων Χ , εφοδίασε τον φυσικό τούτον αυτουργό της πράξεως της απάτης, με το ανωτέρω πλαστό έγγραφο, γνωρίζοντας την πρόθεση του τελευταίου, ότι επρόκειτο να το χρησιμοποιήσει για την λήψη του ανωτέρω δανείου.
Χωρίς δε την προσκόμιση του εγγράφου αυτού στην Εθνική Τράπεζα, δεν θα ήταν δυνατή η εξαπάτηση των υπαλλήλων της, και η εντεύθεν τέλεση της ως άνω μερικότερης πράξεως της απάτης. Και ενώ αυτά, ως προς το νομικό και πραγματικό μέρος της υποθέσεως, εδέχθη το προσβαλλόμενο βούλευμα, ο αναιρεσείων, τώρα, Χ , υπό την επίκληση των λόγων αναιρέσεως της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας της εφαρμοσθείσης ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, βάλλει, με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως του, κατά του βουλεύματος τούτου, παραπονούμενος, ότι ουδεμία σχέση είχε ποτέ ούτος μετά των συγκατηγορουμένων του, οι οποίοι εγνωρίζοντο, τουλάχιστον από το 1998,αφού ο, εξ αυτών, αλλοδαπός εργαζόταν στην επιχείρηση της Ζ , ότι κατέστη ούτος « ένοχος», αποκλειστικώς και μόνον από την «μαρτυρία» των συγκατηγορουμένων του, οι οποίοι, μάλιστα, ούτε τον κατωνόμασαν αλλά απλώς έδωσαν τον αριθμό τηλεφώνου του γραφείου του, και ότι από την αντιπαραβολή του γραφικού χαρακτήρα των φερομένων ως πλαστών εγγράφων της υποθέσεως, προς τα άλλα (γνήσια) έγγραφα των συγκατηγορουμένων του, τα οποία προσκομίζει, αποδεικνύεται ότι τα φερόμενα ως πλαστά τοιαύτα, δεν έχουν συνταχθεί από αυτόν.
Περαιτέρω δια της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ζητεί ούτος, τη διενέργεια συμπληρωματικής ανακρίσεως επί της υποθέσεως καθώς και τη διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης (αίτημα το οποίο απερρίφθη σιωπηρώς, δια του προσβαλλομένου βουλεύματος), και ότι, κατόπιν τούτων, το προσβαλλόμενο βούλευμα, απορρίπτοντας την έφεσή του, και επικυρώνοντας το πρωτόδικο τοιούτο, περί της παραπομπής του σε δίκη, στερείται της, κατά το Σύνταγμα και τον νόμο, επιβαλλομένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Ομοίως, (αιτιάται ο αναιρεσείων), ότι κατ΄ εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των διατάξεων του ποινικού κώδικα, παραπέμπεται, ούτος, σε δίκη για τα ανωτέρω δύο εγκλήματα, αφού ουδέν περιουσιακό όφελος απεκόμισε από τις φερόμενες ως τελεσθείσες αξιόποινες πράξεις των συγκατηγορουμένων του, ούτε άλλωστε και αυτοί, ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα σε καμία αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων προβαίνει, ούτε ερεύνησε εάν η φερομένη, ως άνω, ως υπάλληλος της Δ Ο Υ Ελευσίνας, Φ , είναι πρόσωπο που εργάζεται, ή όχι, στην εν λόγω Δ Ο Υ ,και ότι, γενικώς, το προσβαλλόμενο βούλευμα ουδόλως αιτιολογεί από ποία στοιχεία προκύπτει ότι υφίστανται επαρκείς ενδείξεις, εναντίον του, για τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται.
Από την εκτίμηση του ανωτέρω προβαλλομένων αιτιάσεων, συνάγεται ότι οι περισσότερες τούτων, βάλλουν κατά των φερομένων ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, προς ανατροπή της κατηγορίας, και υπό την έννοια αυτήν απαραδέκτως προβάλλονται ως λόγο αναιρέσεως, αφού ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων υπό του Συμβουλίου.
Από το σκεπτικό της εισαγγελικής προτάσεως, εις την οποία επιτρεπτώς παραπέμπει εξ ολοκλήρου το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, το προσβαλλόμενο βούλευμα, αποκτά, την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εις την εισαγγελική πρόταση εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των υπό κρίση δύο εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήχθησαν τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήχθησαν αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, οι οποίες ορθώς ερμηνεύθηκαν και εφαρμόσθηκαν.
Ειδικότερα, αβασίμως, παραπονείται ούτος ότι η παραπομπή του σε δίκη, κρίθηκε από μόνη την απολογία ή μαρτυρία των συγκατηγορουμένων του (άρθρο 211 Α΄ Κ.Π.Δ.), αφού η παραπομπή αυτή ενισχύθηκε από την ιδιότητά του ( και τις γνώσεις του) ως λογιστού, προς σύνταξη και χρησιμοποίηση, υπό των συγκατηγορουμένων του, των ως άνω φορολογικών εγγράφων.
Περαιτέρω, πράγματι, ούτος δια της εφέσεως του, κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος, ζήτησε την διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, επί των φερομένων ως πλαστών, ως άνω, εγγράφων, πλην όμως το αίτημα τούτο απορρίφθηκε σιωπηρώς, δια της αναπτύξεως της νομικής εννοίας του κοινού δόλου των συναυτουργών της πλαστογραφίας (οράτε εισαγγελική πρόταση, εις το 4ο φύλλο του βουλεύματος), σύμφωνα με την οποίαν είναι δυνατή η τέλεση πλαστογραφίας από δύο ή περισσοτέρους, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει γνώση και πρόθεση εκάστου για την τέλεση αυτής της πράξεως, και είναι αδιάφορο αν η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος πραγματώνεται από όλους μαζί ή από κάποιον από αυτούς.
Ακόμη, ορθώς ερμηνεύθησαν και εφαρμόσθησαν οι ποινικές διατάξεις των, υπό κρίση, δύο εγκλημάτων, αφού, η φερομένη προμήθεια του φυσικού αυτουργού, δια της πλαστής συμπληρωματικής δηλώσεως φορολογίας εισοδήματος (προς λήψη δανείου, ποσού 1500 ευρώ , από το υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζης Ελευσίνας), αποτελεί πράγματι παροχή άμεσης συνδρομής στον δράστη αυτόν της απάτης, κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση της πράξεως του (άρθ. 47§ 1 β Π.Κ.) Ωσαύτως , ορθώς κρίθηκε από το Συμβούλιο, δια του προσβαλλομένου βουλεύματος του, ότι η από κοινού τελεσθείσα πλαστογραφία των ανωτέρω εγγράφων, φέρει τον βαθμό του κακουργήματος, αφού δια της χρησιμοποιήσεως των εγγράφων τούτων, επιδιώχθηκε η προσπόριση περιουσιακού οφέλους, δια βλάβης της Εθνικής Τραπέζης, υπερβαίνοντος συνολικώς το ποσό των 15.000 ευρώ ( άρθ. 216 § 3 εδαφ.
τελευταίο Π.Κ), ήτοι επιδιώχθηκε η λήψη δανείου, εκ μέρους μεν της Ζ ποσού 14.000 ευρώ, εκ μέρους δε του Ψ , η λήψη δανείων συνολικού ποσού 6. 500 ευρώ . Τέλος, πρέπει να λεχθεί ότι, η ανυπαρξία του προσώπου της Φ , ως υπαλλήλου της ΔΟΥ Ελευσίνας, προκύπτει από κατάθεση μάρτυρος, υπάρχουσα στη δικογραφία ( την οποία έλαβε ασφαλώς υπ΄ όψιν το Συμβούλιο), και η οποία δεν αμφισβητείται υπό του αναιρεσείοντος.
Επειδή, κατ΄ ακολουθία τούτων, πρέπει να απορριφθεί η , υπό κρίση ,αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν, κατ΄ άρθρο 583§1 ΚΠΔ, τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ανέρχονται σε 210 ευρώ.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να απορριφθεί η υπ΄ αριθ. 136/14-11-2005 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ , κατά του υπ΄ αριθ. 809/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε 210 ευρώ, σε βάρος του ανωτέρω αναιρεσείοντος, Χ .Αθήνα, 15-12-2005
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημοσθένης Κορδοπάτης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.
Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στο βούλευμα κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Η μη όμως ορθή εκτίμηση των αποδείξεων από το συμβούλιο, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης δεν συνιστά λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ. 1 του ΚΠΔ, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου.
Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ αιτιολογία γίνεται δεκτό ότι υπάρχει και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα σ' αυτή, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην πρόταση με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνάγονται αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί που στηρίζουν την κρίση στην οποία καταλήγει η πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου.
Τέλος, κατά το άρθρο 484 παρ.1 περ. β΄ του ΚΠΔ, συνιστά λόγο αναίρεσης του βουλεύματος η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Εσφαλμένη ερμηνεία δε υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το Συμβούλιο χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάστηκε εκ πλαγίου διότι δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. 2.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 809/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών απορρίφθηκε η ασκηθείσα από τον αναιρεσείοντα έφεση κατά του πρωτοδίκου υπ' αριθμ. 5659/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο είχε παραπεμφθεί να δικασθεί για α) κατ' εξακολούθηση και κατά συναυτουργία με άλλους πλαστογραφία με χρήση με σκοπό οφέλους και αντίστοιχα βλάβη τρίτου που υπερβαίνει το συνολικό ποσό των 15.000 ευρώ από δράστη που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και β) άμεση συνέργεια σε απάτη.
Το Συμβούλιο Εφετών με το εν λόγω βούλευμά του δέχθηκε, με καθολική επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη εισαγγελική πρόταση, ότι από το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε κατά τη διενεργηθείσα κυρία ανάκριση και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, την απολογία του κατηγορουμένου και των συγκατηγορουμένων του προέκυψαν τα ακόλουθα:
«Οι μη ασκήσαντες έφεση κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος κατηγορούμενοι Ψ , σπουδαστής, και Ζ , ιδιωτική υπάλληλος, που συνδέοντα με φιλική σχέση, εκδήλωσαν ενδιαφέρον για τη λήψη χρημάτων, υπό μορφή καταναλωτικών δανείων, από ημεδαπές Τράπεζες. Όταν διαπίστωσαν ότι δεν μπορούσαν να επιτύχουν την λήψη των δανείων αυτών, επειδή οι Τράπεζες απαιτούσαν την προσκόμιση δικαιολογητικών και στοιχείων που να πιστοποιούν ότι είχαν εισοδήματα και κινητή ή ακίνητη περιουσία, ώστε βασίμως να εκτιμάται, κατά περίπτωση, ότι ήταν εξασφαλισμένη, για τις Τράπεζες, η απόδοση του δανείου, προσέφυγαν και ζήτησαν τη συνδρομή του Χ , που διατηρούσε λογιστικό γραφείο στο κέντρο των Αθηνών.
Ακολούθως, ενεργούντες όλοι από κοινού, κατά το χρονικό διάστημα από μηνός Ιουλίου 2003 μέχρι 8-12-2003, και σε μη διακριβωμένο, επακριβώς κάθε φορά, χρόνο, με περισσότερες μερικότερες πράξεις, συνδεόμενες με ενότητα δόλου, κατήρτισαν τα εξής πλαστά έγγραφα: α) δύο βεβαιώσεις αποδοχών, με ημερομηνία 10-8-2003 και 5-12-2003, αντιστοίχως, στις οποίες εμφάνιζαν την, εξ αυτών, Ζ , ότι εργάζεται δήθεν στην επιχείρηση ατόμου με στοιχεία W , αδελφού του κατηγορουμένου Ψ , θέτοντας εις αυτές, κατ' απομίμηση, την υπογραφή του ατόμου τούτου, εν αγνοία του, και χωρίς την έγκριση του, ενώ η Ζ , ουδέποτε εργάσθηκε στην επιχείρηση του ανωτέρω W .
β) Ένα έντυπο (Ε1) δηλώσεως φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2003,προς την Δ.Ο.Υ Ελευσίνας, στο οποίο εμφανιζόταν η ιδία ως άνω Ζ να δηλώνει, δήθεν, εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες, ύψους 20.074,50 ευρώ, και στο οποίο, στη θέση της ενδείξεως του παραλαβόντος την δήλωση υπαλλήλου της Δ. Ο.Υ Ελευσίνας, έθεσαν κατ' απομίμηση την σφραγίδα και την υπογραφή της, δήθεν, υπαλλήλου της υπηρεσίας αυτής, με τα στοιχεία «...Φ...
ΕΦΟΡΙΑΚΟΣ ΔΕΕ». γ) Ένα έντυπο (Ε9) «δηλώσεως στοιχείων ακινήτων που υπήρχαν την 1η Ιανουαρίου 2003», προς την Δ.Ο.Υ Ελευσίνας, στο οποίο εμφανιζόταν αναληθώς η αυτή, ως άνω, Ζ , να δηλώνει ως ιδιοκτήτρια, ακίνητη περιουσία, και στο οποίο (έντυπο), στη θέση της ενδείξεως του παραλαβόντος τη δήλωση υπαλλήλου της Δ.Ο.Υ Ελευσίνας, έθεσαν, κατ' απομίμηση, την σφραγίδα και την υπογραφή της ιδίας ως άνω, δήθεν, υπαλλήλου της υπηρεσίας αυτής, με τα στοιχεία «...Φ...
ΕΦΟΡΙΑΚΟΣ ΔΕΕ»,και δ) ένα έντυπο συμπληρωματικής δηλώσεως φορολογίας εισοδήματος, οικονομικού έτους2003, προς την Δ.ΟΥ Β' Περιστερίου, στο οποίο εμφανίζεται ο κατηγορούμενος Ψ , να δηλώνει, δήθεν, εισοδήματα από ημερομίσθια κτλ,10.076 ευρώ, και στο οποίο (έντυπο), στη θέση της ενδείξεως του παραλαβόντος την δήλωση υπαλλήλου της Δ.Ο.Υ Β' Περιστερίου, έθεσαν, κατ' απομίμηση υπογραφή υπαλλήλου της Δ.Ο.Υ αυτής, με δυσανάγνωστο ονοματεπώνυμο.
Των εγγράφων αυτών έκαναν χρήση οι, εξ αυτών, Ψ και Ζ , στην Εθνική Τράπεζα, αποσκοπώντας οφέλη, συνολικώς, ανώτερα των 15.000 ευρώ, από τη λήψη αιτουμένων, υπό αυτών, προσωπικών καταναλωτικών δανείων. Ειδικότερα έγινε χρήση των πλαστών τούτων εγγράφων από την Ζ , για τη λήψη δανείου ύψους 14.000 ευρώ, το οποίον όμως αυτή δεν έλαβε τελικώς, γιατί στο Υποκατάστημα Ομονοίας της Εθνικής Τραπέζης, στο οποίο είχε υποβάλει τα ανωτέρω ( υπό στοιχ.
α΄, β' και γ') πλαστά έγγραφα, έγινε αντιληπτή η πλαστότητά τους, πριν από τη χορήγηση του δανείου, ενώ ο Ψ , κάνοντας χρήση, (εκτός άλλων πλαστών και αναληθών εγγράφων), και της ανωτέρω (υπό στοιχ. δ΄ ) πλαστής συμπληρωματικής δηλώσεως φορολογίας εισοδήματος προς την Δ Ο Υ Β' Περιστερίου, επέτυχε να λάβει από Υποκαταστήματα της Εθνικής Τράπεζας στην Αττική, τρία δάνεια συνολικού ύψους 6.500 ευρώ.
Κατ' αυτόν τον τρόπο, το οικονομικό όφελος που επιδιώχθηκε από τους κατηγορουμένους, με την κατάρτιση και τη χρήση των πλαστών τούτων εγγράφων, ανήρχετο σε ποσό, συνολικώς, ανώτερο των 15.000 ευρώ. Οι μερικότερες πράξεις της πλαστογραφίας συνδέονται με ενότητα δόλου, συγκροτώντας εξακολουθητική τέλεση του οικείου εγκλήματος, ενήργησε δε ο εκκαλών Χ , κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, υπό την ανωτέρω εκτεθείσα έννοια των όρων αυτών, κατ' άρθρο 13 περ.
στ' Π.Κ. Περαιτέρω, ενώ ο κατηγορούμενος Ψ , κατέστη υπαίτιος πράξεως απάτης κατ' εξακολούθηση, ο Χ παρέσχε εις αυτόν άμεση συνδρομή κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση μίας μερικότερης πράξεως απάτης, η οποία τελέστηκε στις 20-10-2003, στο Υποκατάστημα της Εθνικής Τραπέζης στην Ελευσίνα. Ειδικότερα, ενώ ο φυσικός αυτουργός ( Ψ ) παρέστησε εν γνώσει ψευδώς στους υπαλλήλους του Υποκαταστήματος της Εθνικής Τραπέζης Ελευσίνας, ότι διέθετε εισοδήματα που εξασφάλιζαν την απόδοση προσωπικού καταναλωτικού δανείου, ( εφ' όσον εχορηγείτο τέτοιο δάνειο από την Τράπεζα), προσκομίζοντας, εκτός των άλλων, και την πλαστή, ως άνω υπό ημερομηνία14-10-2003, Συμπληρωματική Δήλωση φορολογίας Εισοδήματος προς την Δ Ο Υ Β' Περιστερίου, (στην οποία εμφανιζόταν ότι για το οικονομικό έτος 2003 είχε, δήθεν, εισόδημα 10.076 ευρώ), και επιτυγχάνοντας έτσι, με την παραπλάνηση των υπαλλήλων της Τραπέζης, να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, με την λήψη δανείου 1.500 ευρώ, επί ζημία της Τραπέζης, ( της οποίας η απαίτηση κατέστη επισφαλής λόγω ελλείψεως εισοδημάτων από τον λήπτη του δανείου), ο αναιρεσείων Χ , εφοδίασε τον φυσικό τούτον αυτουργό της πράξεως της απάτης, με το ανωτέρω πλαστό έγγραφο, γνωρίζοντας την πρόθεση του τελευταίου, ότι επρόκειτο να το χρησιμοποιήσει για την λήψη του ανωτέρω δανείου.
Χωρίς δε την προσκόμιση του εγγράφου αυτού στην Εθνική Τράπεζα, δεν θα ήταν δυνατή η εξαπάτηση των υπαλλήλων της, και η εντεύθεν τέλεση της ως άνω μερικότερης πράξεως της απάτης». Ακολούθως το Συμβούλιο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά του υπ' αριθμ. 5659/2004 παραπεμπτικού για τις ανωτέρω πράξεις βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο και επικύρωσε. 3.
Με αυτά που δέχτηκε το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού περιέχονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και στοιχειοθετούν τις αποδιδόμενες στον αναιρεσείοντα ως άνω αξιόποινες πράξεις της κατ' εξακολούθηση και κατά συναυτουργία με άλλους πλαστογραφίας με χρήση με σκοπό το όφελος και αντίστοιχα βλάβη τρίτου που υπερβαίνει το συνολικό ποσό των 15.000 ευρώ από δράστη που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και της άμεσης συνέργειας σε απάτη, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις, για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, καθώς επίσης και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή της στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ.
γ΄ και στ΄, 216 παρ. 3β΄-1 και 386 παρ. 1α΄ ΠΚ. Ειδικότερα δεν υπάρχει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος, όπως αβάσιμα αιτιάται αυτό ο αναιρεσείων, από το γεγονός ότι το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση και αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα εκεί, αφού σ' αυτή, όπως εκτέθηκε, παρατίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνάγονται αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί που στηρίζουν την απορριπτική της έφεσης πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου.
Περαιτέρω ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, προβάλλει πλημμέλειες που αναφέρονται στις ουσιαστικές παραδοχές του βουλεύματος και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, αναλισκόμενος σε σκέψεις και εκτιμήσεις, με βάση τις οποίες έπρεπε να οδηγηθεί το Συμβούλιο σε παραδοχή της έφεσής του.
Στη συνέχεια επικαλείται νέα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία βρήκε μετά την παραπομπή και τα προσκομίζει στο Δικαστήριο αυτό, και ζητεί την επίδειξη εγγράφων και τη διενέργεια συμπληρωματικής ανάκρισης και διεξαγωγής γραφολογικής πραγματογνω-μοσύνης. Επομένως ο πρώτος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ ΚΠΔ, κατά μεν το πρώτο σκέλος είναι αβάσιμος, κατά τα λοιπά δε είναι απαράδεκτος, γιατί με όσα εκτίθενται ανωτέρω, αφενός μεν πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου, αφετέρου δε ο Άρειος Παγος ερευνά την υπόθεση μόνο στα πλαίσια των αναιρετικών λόγων και δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης.
Ως απαράδεκτος πρέπει να απορριφθεί και ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β΄ ΚΠΔ, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 46 παρ. 1 β΄ και 486 παρ. 1 ΠΚ, αφενός μεν γιατί δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων, αφετέρου δε αναλίσκεται ο αναιρεσείων στην παράθεση των υπερασπιστικών του ισχυρισμών, σε σκέψεις για την μη ορθή εκτίμηση των αποδείξεων και σε αντίθετη αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, παραθέτοντας αποσπάσματα από τις απολογίες των συγκατηγορουμένων του και από καταθέσεις μαρτύρων. 4.
Από το άρθρο 211 Α΄ ΚΠΔ, κατά το οποίο μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία προσώπου συγκατηγορούμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου, συνάγεται ότι η απαγόρευση αυτή ισχύει μόνο κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας και συγκεκριμένα όταν το δικαστήριο άγεται σε καταδικαστική κρίση και ως μόνο αποκλειστικό αποδεικτικό μέσο λαμβάνεται η μαρτυρία αυτή, δεν έχει δε εφαρμογή η απαγόρευση αυτή στο ενδιάμεσο στάδιο κατά την εκτίμηση των στοιχείων περί παραπομπής του κατηγορουμένου σε δίκη.
Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση, ορθώς το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και την ομολογία των συγκατηγορουμένων του αναιρεσείοντος, τις οποίες, άλλωστε, όπως προκύπτει από το σκεπτικό του βουλεύματος, συνεκτίμησε μαζί με τα αναφερόμενα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία της προδικασίας. Επομένως, ο λόγος αναίρεσης, προβαλλόμενος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος. 5. Από το άρθρο 183 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης ανήκει στην απόλυτη κρίση του συμβουλίου και δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, ενώ εξάλλου η αναιτιολόγητη απόρριψη αιτήματος για πραγματογνωμοσύνη δεν συνεπάγεται ακυρότητα, ούτε ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 484 ΚΠΔ. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, ο σχετικός λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο το Συμβούλιο απέρριψε σιωπηρώς το αίτημα του αναιρεσείοντος για διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης.
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 136/14.11.2005 αίτηση του Χ , για αναίρεση του υπ' αριθμ. 809/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2006. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ