Supreme Court dismisses appeal on marital property but orders return of wrongly paid security deposit.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's rejection of her claim for spousal property participation. While the substantive appeal was rejected, the court found the appellant had erroneously paid a security deposit required for appeals filed before January 1, 2016. Consequently, the court ordered the return of this deposit to the appellant while awarding the respondent court costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 577, 577(3), 592(3) of the Code of Civil Procedure; The new special procedure for family disputes under Article 592(3) of the Code of Civil Procedure includes claims for spousal property participation, thereby exempting such appeals from the security deposit requirement established by Article 495 of the Code of Civil Procedure.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 144 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 144/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Φωτεινή Μηλιώνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κ. Π. του Δ., κατοίκου ... Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Κοντογιάννη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Σ. του Α., κατοίκου ... Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Νινόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/2/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 14/10/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4839/2010 και 1530/2012 μη οριστικές και η 5554/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 6478/2019 μη οριστική και 2255/2021 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23/7/2021 αίτησή της και τους από 8/12/2022 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 23.7.2021 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η με αριθμό 2255/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και απέρριψε την έφεση της ενάγουσας - εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, κατά της με αριθμό 5554/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο συνεκδικάζοντας τις αντίθετες αγωγές των διαδίκων, απέρριψε ως αόριστη την κύρια βάση της αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας για συμμετοχή της στα αποκτήματα του γάμου τους με βάση τον πραγματικό υπολογισμό της συμβολής της στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου και ως ουσία αβάσιμη την επικουρική της βάση, ενώ έκανε δεκτή την αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου.
Η ένδικη αίτηση αναιρέσεως της ενάγουσας - εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 24.6.2021 (βλ. την υπ' αριθμ. 9.250Ε/24.6.2021 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Ιφιγένειας Γκούλιου), η δε αίτηση αναιρέσεως κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 26.7.2021, ημέρα Δευτέρα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Ο προταθείς ισχυρισμός με τις προτάσεις του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε κατ' άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ στις 17.10.2022, ήτοι είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από την παρούσα δικάσιμο, ότι υφίσταται εν προκειμένω δεδικασμένο, απορρέον από την ως άνω τελεσίδικη με αριθμό 5554/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αναφορικά με την αποδοχή της ασκηθείσας από τον ίδιο αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής, η οποία δεν έχει βληθεί με την έφεση της αναιρεσείουσας, ούτε συνακόλουθα με λόγο αναιρέσεως, ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθώς, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας, τόσο με την ασκηθείσα έφεση της αναιρεσείουσας, όσο και με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, πλήττεται η ως άνω απόφαση και κατά το κεφάλαιο αυτό.
Κατά την παράγραφο 2 εδαφ. α και β του άρθρου 569 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 569 διαμορφώθηκε δυνάμει των άρθρων 37 και 120 του Ν. 4842/2021 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 παρ.2 του Ν. 4912/2022, ισχύει δε από 1-1-2022 και, σύμφωνα με το άρθρο 116 παρ. 2β του Ν.4842/2021, ως συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 παρ. 2 του Ν. 4912/2022, εφαρμόζεται και επί των εκκρεμών ενδίκων μέσων, οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, αντίγραφο δε του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους.
Κατά δε το άρθρο 281 Κ.Πολ.Δ., συζήτηση της υπόθεσης θεωρείται εκείνη κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξάρτητα από το αν το δικαστήριο άρχισε ή όχι να εξετάζει την ουσία της. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ.1 και 2 του ιδίου κώδικα, που εφαρμόζονται αναλογικά και για τους πρόσθετους λόγους και που ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναιρέσεως και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, προκύπτει ότι αν δεν τηρήθηκαν και οι δύο προϋποθέσεις της άσκησης των πρόσθετων λόγων, δηλαδή κατάθεση του δικογράφου αυτών, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως και επίδοση αυτού στον αναιρεσίβλητο πριν από την ίδια προθεσμία, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως τους πρόσθετους λόγους ως απαράδεκτους.
Στην προθεσμία αυτή των τριάντα ημερών δεν υπολογίζονται οι ημέρες κατάθεσης και επίδοσης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, καθώς και η ημέρα της συζήτησης της αίτησης αναιρέσεως (ΑΠ 265/2023, ΑΠ 1376/2022, ΑΠ 506/2021, ΑΠ 824/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη από 23.7.2021 αίτηση αναιρέσεως προσδιορίσθηκε για να συζητηθεί από το Α1 Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου στη δικάσιμο της 7.11.2022, κατά την οποία η συζήτηση αυτής αναβλήθηκε για τη σημερινή δικάσιμο (18.9.2023).
Οι από 8.12.2022 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, οι οποίοι ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 14.12.2022 και επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο στις 10.2.2023 (βλ. την από 10.2.2023 επισημείωση του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Θωμά Βαρελά επί προσκομιζομένου αντιγράφου του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως), δηλαδή 30 πλήρεις ημέρες πριν την ορισθείσα, μετά από αναβολή, ημερομηνία συζήτησης της αίτησης αναιρέσεως, κατά την οποία άρχισε η εκδίκασή της, στις 18.9.2023, ασκήθηκαν, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην άνω νομική σκέψη, εμπρόθεσμα και αφού αφορούν στα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, που πλήττονται και με την αναίρεση και στα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά (άρθρο 569 Κ.Πολ.Δ.), είναι παραδεκτοί.
Οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι, οι οποίοι συνεκφωνήθηκαν με την αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να συνεκδικαστούν με αυτήν λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (άρθρο 246 ΚΠολΔ), αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται υποχρεωτικά με την αίτηση αναιρέσεως (ΑΠ 527/2023, ΑΠ 1078/2020, ΑΠ 921/2019) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο αυτών (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Kατά τη διάταξη του άρθρου 1400 του Α.Κ. "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέστηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.
Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή. Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων που διήρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια. Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομία ή κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες".
Η απαίτηση του κάθε συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι, κατ` αρχήν, ενοχή αξίας, δηλαδή, χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αυξήσεως του υποχρέου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή, άμεση ή έμμεση, του δικαιούχου (Ολ.ΑΠ 28/1996, ΑΠ 1004/2022, ΑΠ 955/2022, ΑΠ 362/2022, ΑΠ 2120/2017).
Ως αύξηση νοείται, όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι, κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά τον χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα (τελική περιουσία). Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου της έγερσης της αγωγής, θα κριθεί αν υπάρχει αύξηση της περιουσίας του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.
Προς υπολογισμό της τελικής περιουσίας, κρίσιμος χρόνος θεωρείται, στη μεν περίπτωση λύσης ή ακύρωσης του γάμου με δικαστική απόφαση, ο χρόνος, κατά τον οποίο η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη, στη δε περίπτωση της τριετούς διάστασης (κατά την οποία προϋποτίθεται ότι ο γάμος δεν έχει ακόμη λυθεί ή ακυρωθεί), κρίσιμος είναι ο χρόνος της άσκησης της αγωγής (ΑΠ 312/2023, ΑΠ 1316/2017, ΑΠ 492/2017, ΑΠ 1566/2017).
Οι ενδιάμεσες μεταβολές της αρχικής περιουσίας του υπόχρεου συζύγου δεν επιδρούν στον προσδιορισμό της τελικής περιουσίας και συνακόλουθα του αποκτήματος (ΑΠ 804/2020). Από τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 1400 Α.Κ. προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της αξίωσης του συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι:
α) η λύση ή ακύρωση του γάμου, ή, κατ' ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου, αφότου τελέσθηκε ο γάμος και γ) η συμβολή, με οποιονδήποτε τρόπο του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση αυτής της περιουσίας του υπόχρεου. Για την τελευταία είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται τόσο στην αγωγή, όσο και στην απόφαση, το είδος της συμβολής, η αξία της και ο αιτιώδης σύνδεσμος αυτής με την αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου.
Η συμβολή του ενάγοντος συζύγου μπορεί να συνίσταται όχι μόνον στην παροχή κεφαλαίων με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο για την επιμέλεια και ανατροφή των τέκνων, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών ο υπόχρεος σύζυγος και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του.
Η αποτίμηση των υπηρεσιών του ενάγοντος με τις οποίες αυτός συνέβαλε στην επελθούσα αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου του, απαιτείται όταν η αγωγή στηρίζεται επί της πραγματικής συμβολής. Στην περίπτωση αυτή, για να ληφθούν υπόψη και να υπολογισθούν αυτού του είδους οι υπηρεσίες, ως συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, απαιτείται να γίνεται η, κατά το μέρος που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση της συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών μέτρο, χρηματική αποτίμησή τους, ή η αποτίμηση των δυνάμεων που εξοικονόμησε από την παροχή τους ο υπόχρεος σύζυγος, εάν προβάλλεται ότι η εξοικονόμηση αυτή συνέβαλε κατά διαφορετικό από την αποτίμηση των υπηρεσιών ποσό στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου, που διαφορετικά δεν θα επιτυγχανόταν χωρίς αυτήν.
Η χρηματική αποτίμηση των υπηρεσιών αυτών του δικαιούχου συζύγου μπορεί να προκύπτει και από την χρηματική αξία ενός υποθετικού εισοδήματος, που ο δικαιούχος θα αποκόμιζε αν, αντί για τις υπηρεσίες αυτές, ασκούσε ορισμένη επαγγελματική δραστηριότητα, στην οποία θα μπορούσε να επιδοθεί και την οποία θυσίασε για χάρη της οικογένειας (ΑΠ 43/2015, ΑΠ 1059/2014).
Ειδικότερα, όταν ο ενάγων δεν περιορίζεται στο μαχητό τεκμήριο του άρθρου 1400§1 εδ. β' ΑΚ και στον καθιερούμενο με αυτό τεκμαρτό προσδιορισμό της συμβολής και του μεγέθους της στο 1/3, αλλά θεμελιώνει την αγωγή του στον πραγματικό υπολογισμό και επικαλείται συμβολή στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου του, με παροχές, οι οποίες συνιστούν ιδιαίτερους τρόπους εκπλήρωσης της υποχρέωσής του για συνεισφορά στην αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, τότε για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής του, με την οποία ζητεί από τον εναγόμενο να του αποδώσει το μέρος της αύξησης της περιουσίας του που προέρχεται από τη δική του συμβολή, πρέπει:
α) να καθορίζει τη δαπάνη που απαιτήθηκε για την πραγματοποίηση της περιουσιακής αύξησης του εναγομένου, β) να αποτιμά τις παροχές του προς τον εναγόμενο, καθ' όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο έγιναν και γ) να καθορίζει είτε α) το ποσό το οποίο όφειλε, με βάση τις δυνάμεις του, να συνεισφέρει, στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, αφού οι παραπάνω παροχές, μόνον κατά το μέρος που υπερβαίνουν το ποσό της οφειλόμενης συνεισφοράς, αποτελούν συμβολή στην περιουσιακή επαύξηση του εναγομένου και παρέχουν δικαίωμα απόδοσης και όχι στο σύνολό τους, έτσι ώστε, από το λόγο της αξίας των παροχών, κατά το μέρος που υπερβαίνουν την οφειλόμενη συνεισφορά, προς τη δαπάνη που απαιτήθηκε, για την πραγματοποίηση της περιουσιακής επαύξησης του εναγομένου, να προκύπτει το αιτούμενο με την αγωγή ποσοστό συμμετοχής του ενάγοντος σε αυτήν, είτε β) το πέραν της εκ των διατάξεων των άρθρων 1389 και 1390 ΑΚ αναλογούσας υποχρεωτικής συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών ποσό της συμβολής αυτού (ενάγοντος) στην επικαλουμένη επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου. (ΑΠ 43/2015, ΑΠ 825/2015).
Όταν όμως η αξίωση στηρίζεται στην τεκμαρτή συμβολή, τότε, μοναδική προϋπόθεση έχει, την επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου, κατά τη διάρκεια του γάμου, την οποία, και μόνον, ο ενάγων οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει, προσδιορίζοντας την τυχόν αρχική, κατά την τέλεση του γάμου περιουσία του εναγομένου και την τελική, κατά τη λύση ή την ακύρωση του γάμου ή τη συμπλήρωση τριετούς διάστασης περιουσία του, καθώς και την αξία σε χρήμα και των δύο, κατά το χρόνο αυτό και ειδικότερα, για την περίπτωση της συμπλήρωσης τριετούς διάστασης, την αξία της περιουσίας κατά το χρόνο παροχής της έννομης προστασίας, δηλαδή της άσκησης της αγωγής.
Άρα, στην περίπτωση αυτή, ο δικαιούχος σύζυγος δεν βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη ούτε της συμβολής του καθ' εαυτήν, ούτε του ποσοστού της, επομένως δε ούτε του ποσού της οφειλόμενης συνεισφοράς του, αν έχει συμβάλει με παροχές που συνιστούν εκπλήρωση της υποχρεώσεως για συνεισφορά στις ανάγκες της οικογένειας (ΑΠ 1155/2017, ΑΠ 1173/2012, ΑΠ 411/2004).
Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ) και συντρέχει, αν το δικαστήριο, για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από τον αριθμ. 8 λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, ενώ ο από τον αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (Ολ ΑΠ 112/2008, ΑΠ 1247/2019, ΑΠ 106/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο πρόσθετο λόγο της αναιρέσεως, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τους αριθ. 8 και 14) ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, απορρίπτοντας ως αόριστη την κύρια βάση της αγωγής της, τη στηριζομένη στον πραγματικό υπολογισμό της συμβολής της στην αύξηση της περιουσίας του αναιρεσιβλήτου, αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ο ως άνω κανόνας απαιτεί.
Από την παραδεκτή (άρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ιστορούσε σ' αυτήν τα εξής : " Ότι στις 3-7-1989 τέλεσε νόμιμο γάμο με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, με τον οποίο βρίσκεται σε διάσταση από τις 4-2-2005. Ότι κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου τους ο εναγόμενος είχε το 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου 1.566 τμ μετά της εντός αυτού οικίας κατασκευής έτους 1980, επιφάνειας 150 τμ, που βρίσκεται στη ...
Αττικής, επί της οδού ... αρ.6, αξίας 1.100.000 ευρώ. Ότι κατά τη διάρκεια του γάμου τους ο εναγόμενος απέκτησε την κινητή και ακίνητη περιουσία, η οποία κατά το χρόνο συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης των διαδίκων ήταν η περιγραφόμενη στην αγωγή και, ειδικότερα, δεκαοκτώ ακίνητα, όπως αυτά περιγράφονται λεπτομερώς στην αγωγή κατά θέση, έκταση και όρια, συνολικής αξίας κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής 5.227.000 ευρώ, δύο αυτοκίνητα συνολικής αξίας 120.000 ευρώ, μια επιχείρηση εκμετάλλευσης ακινήτων, με τη νομική μορφή της ανωνύμου εταιρίας αξίας 5.472.915 ευρώ, μετρητά ποσού 10.925.000 ευρώ, που αποτελεί μη αναλωθέν κεφάλαιο από την πώληση των ακινήτων που περιγράφονται στην αγωγή και τα οποία κατασκευάστηκαν από τον εναγόμενο στο πλαίσιο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, ράβδους χρυσού και χρυσές λίρες Αγγλίας παλαιάς κοπής αξίας 2.135.975 ευρώ.
Ότι η αξία της περιουσίας του εναγομένου κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (29-2-2008) ανερχόταν συνολικά στο ποσό των (23.880.890 ευρώ αφαιρουμένης της αξίας της αρχικής περιουσίας 1.100.000 = 22.780.890 ευρώ (τελική περιουσία). Ότι η ίδια η ενάγουσα κατά τον χρόνο τέλεσης του γάμου τους είχε ατομική περιουσία 16.140 ευρώ σε μετρητά, ενώ κατά το χρόνο συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης είχε στην κυριότητά της τα ιδανικά μερίδια των περιγραφομένων στην αγωγή ακινήτων, η συνολική αξία των οποίων ανερχόταν, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, στο ποσό των 267.000 ευρώ και ότι η τελική περιουσία της είχε αυξηθεί κατά το ποσό των (267.000 - 16.140) = 250.860 ευρώ.
Ότι στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου συνέβαλε η ίδια τόσο με την παροχή υπηρεσιών στον συζυγικό οίκο, την φροντίδα των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων και του ίδιου του εναγομένου, την εποπτεία του οικιακού προσωπικού, αλλά και την προσωπική της εργασία στις επιχειρήσεις του τελευταίου και την παρότρυνσή του με νέες ιδέες για την περαιτέρω επέκταση των επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων, από τις οποίες ο ίδιος αποκόμισε κέρδη, όπως οι ενέργειές της αυτές αναλύονται στην αγωγή".
Με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά, η ενάγουσα ζητούσε, μετά από παραδεκτή μετατροπή του αιτήματος της αγωγής της σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να της καταβάλει το ποσό των 11.284.439 ευρώ, που αντιστοιχεί στην κατά ποσοστό 50% συμβολή της στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου, άλλως την κατά το 1/3 αναλογία της τεκμαρτής συμβολής της στην αύξηση αυτής, άλλως και επικουρικά, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 297 εδ.β' ΑΚ, να της αποδοθεί αυτούσια η συμβολή της, με την αναγνώρισή της ως κυρία επί των περιγραφομένων στην αγωγή ακινήτων κατά το μέτρο της συμβολής της αυτής.
Υπό το εκτεθέν περιεχόμενο η αγωγή ως προς τον πραγματικό υπολογισμό της συμβολής της αναιρεσείουσας στην αύξηση της περιουσίας του αναιρεσιβλήτου είναι αόριστη, διότι δεν καθορίζεται σ' αυτή το ποσό το οποίο όφειλε η αναιρεσείουσα με βάση τις δυνάμεις της να συνεισφέρει για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, αφού, κατά τα εκτεθέντα στην μείζονα σκέψη, οι παροχές της αναιρεσείουσας μόνο κατά το μέρος που υπερβαίνουν το ποσό της οφειλόμενης συνεισφοράς αποτελούν συμβολή στην περιουσιακή επαύξηση του αναιρεσιβλήτου και παρέχουν σ' αυτήν δικαίωμα αποδόσεως και όχι στο σύνολό τους, ούτε το πέραν της εκ των διατάξεων των άρθρων 1389 και 1390 ΑΚ αναλογούσας υποχρεωτικής συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών ποσό της συμβολής της στην επικαλούμενη επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσιβλήτου.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έκρινε αόριστη την αγωγή ως προς τον πραγματικό υπολογισμό της συμβολής της αναιρεσείουσας στην αύξηση της περιουσίας του αναιρεσιβλήτου, δεν παραβίασε την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ και ως εκ τούτου ο τρίτος πρόσθετος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Εξάλλου, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υπόθεσης σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.
Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλαδή, αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.
Ιδρύεται δε ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 319/2017). Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 52/2019).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.ΑΠ 6/2006, ΑΠ 1217/2020).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1217/2020).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1217/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 551/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και με τους πρώτο και πέμπτο πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1400 ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ότι ουδεμία συμβολή της υπήρξε στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσιβλήτου κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβιώσεώς τους.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα : "... Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο στις 3-7-1989, στη ... Αττικής από τον οποίο απέκτησαν δύο τέκνα, την ... που γεννήθηκε το έτος 1989 και την ... που γεννήθηκε το έτος 1997.
Ο γάμος τους λύθηκε με την 4003/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία κατέστη ήδη τελεσίδικη και αφού προηγήθηκε η διάσπαση της έγγαμης σχέσης τους ήδη από τις 4-2-2005 οπότε η ενάγουσα αποχώρησε μαζί με τα τέκνα των διαδίκων, από την συζυγική οικία. Κατά την τέλεση του γάμου τους ο εναγόμενος είχε περιουσία (αρχική περιουσία) και συγκεκριμένα:
α) ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου οικοπέδου εμβαδού 1.566 τμ μετά της εντός αυτού τοποθετημένης προκατασκευασμένης ξύλινης οικίας επιφάνειας 149,03 τμ, που βρίσκεται στη ... Αττικής στη διασταύρωση των οδών ... 8 και ... 3, το οποίο πωλήθηκε το έτος 2006, αξίας σύμφωνα με την πραγματογνωμοσύνη Κ., κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου των διαδίκων (1989) 210.619,17 ευρώ, κατά το χρόνο πώλησης (2006) 852.219,36 ευρώ και κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (2008) 884.813,49 ευρώ, β) την πλήρη κυριότητα ενός διαμερίσματος πρώτου ορόφου (Α1) επί της οδού ...
αρ.33 στην Αθήνα επιφάνειας 80 τμ αξίας κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου των διαδίκων (1989) 54.360,74 ευρώ και κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (2008) 198.921,08 ευρώ, γ) την πλήρη κυριότητα ετέρου διαμερίσματος τρίτου ορόφου (Γ1) επίσης επί της οδού ... αρ. 33, επιφάνειας 23 τμ, το οποίο πωλήθηκε το έτος 2004, αξίας κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου (1989) 15.287,44 ευρώ, κατά το χρόνο πώλησης (2004) 49.463.80 ευρώ και κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (2008) 55.942,20 ευρώ, δ) την πλήρη κυριότητα ενός γωνιακού καταστήματος ισογείου ορόφου (Ι-1) επιφάνειας 59,65 τμ και διαμερίσματος μεσοπατώματος επιφάνειας 31,80 τμ, επί της οδού ... 13 στον Πειραιά, αξίας κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου των διαδίκων (1989) 40.936,68 ευρώ και κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (2008) 149.803,33 ευρώ, ε) ποσοστό συγκυριότητας 33% επί του με αριθμό (27) διαμερίσματος εβδόμου (7) ορόφου επί της οδού ... 117 και ...
στον Πειραιά, επιφάνειας 109,50 τμ, αξίας κατά το έτος 1989, 39.829,53 ευρώ και κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (2008) 145.749,98 ευρώ, στ) την πλήρη κυριότητα ενός αγροτεμαχίου στη θέση Β. Σ. εμβαδού 656,18 τμ αξίας κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου των διαδίκων (1989) 3.280 ευρώ και κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (2008) 12.000 ευρώ, ζ) ποσοστό 50% ενός αγροτεμαχίου στη θέση ...
εμβαδού 1053 τμ, αξίας κατά το έτος 1989, 5.407,15 ευρώ και κατά το έτος 2008, 19.801,66 ευρώ. Επομένως η συνολική αξία της ακίνητης περιουσίας του εναγομένου κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου των διαδίκων (1989) με αναγωγή της αξίας στο χρόνο συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης των διαδίκων (2008) που συμπίπτει με τον χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής ανέρχεται σε 343.035,05 ευρώ κατά το έτος (1989) και σε 1.369.378,36 ευρώ κατά το έτος (2008).
Περαιτέρω στην αρχική περιουσία του εναγομένου περιλαμβάνονται: α) το σκάφος αναψυχής - θαλαμηγός ... εργοστασίου κατασκευής ..., τύπου ... 45, το οποίο περιήλθε στον εναγόμενο κατά πλήρη κυριότητα στις 31-3-1989, αξίας κατά το έτος κτήσης 143.800 ευρώ και 548.914 ευρώ κατά το έτος 2008 και β) ένα φουσκωτό σκάφος ... 320 FG, αξίας κατά το χρόνο κτήσης του (9-6-1989) 675 ευρώ και κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (2008) 2.573 ευρώ, η συνολική αξία των οποίων ανέρχεται, κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου με αναγωγή στο χρόνο συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης των διαδίκων, στο ποσό των 551.487 ευρώ.
Στα παραπάνω ποσά με μικρές αποκλίσεις εκτιμάται η αξία της αρχικής περιουσίας του εναγομένου και από την έκθεση των ορκωτών λογιστών (ΣΟΕ) που προσκομίζεται. Επιπλέον ο εναγόμενος κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου του με την ενάγουσα, ήταν ήδη καταξιωμένος επιχειρηματίας στο χώρο της διαφήμισης, ιδιοκτήτης της εταιρίας ...
ΑΕ, με μεγάλο κύκλο εργασιών, διέθετε τιμαλφή και χρυσό, όπως δεν αμφισβητείται και από την ενάγουσα. Στη διάρκεια του γάμου του με την ενάγουσα ασχολήθηκε με την αγορά, κατασκευή και μεταπώληση ακινήτων, συνεταιριζόμενος και με τον Ι. Χ., γαμπρό της ενάγουσας και έτσι επαύξησε ακόμη περισσότερο την υφιστάμενη περιουσία του.
Ειδικότερα, προ του γάμου των διαδίκων ο εναγόμενος ήταν ήδη ένας καταξιωμένος επιχειρηματίας, γνώστης της αγοράς και των ευκαιριών της. Όταν παντρεύτηκε με την ενάγουσα ο ίδιος ήταν ήδη 53 ετών και η ενάγουσα 29 ετών. Η τελευταία εργαζόταν τότε ως απλή υπάλληλος στο Αστεροσκοπείο Αθηνών, χωρίς καμία περαιτέρω εξειδίκευση γνώσεων, τις οποίες γνώσεις της δεν διεύρυνε διαρκούντος του γάμου της, παρά μόνο πολύ αργότερα σε ηλικία 45 ετών, ενεγράφη στη σχολή ...
για την παρακολούθηση μαθημάτων με δαπάνες του εναγομένου. Ο εναγόμενος όπως προαναφέρθηκε δημιούργησε την εταιρία ... ΑΕ, στην οποία κατείχε τη θέση του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου με ποσοστό συμμετοχής 99% επί των μετοχών. Η εταιρία ήταν ιδιαίτερα επιτυχημένη στο χώρο της διαφήμισης με μεγάλα κέρδη, με αξιόλογο πελατολόγιο, είχε δε αναλάβει και προεκλογικές καμπάνιες κομμάτων.
Η αξία της εταιρίας κατά τον πραγματογνώμονα Κ., κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου (1989) ανερχόταν στο ποσό των 827.917 ευρώ με αναγωγή στο χρόνο άσκησης της αγωγής (2008), ενώ κατά τον δικαστικό πραγματογνώμονα Δ. Κ. οικονομολόγο, του οποίου η εκτίμηση προσκομίζεται από τον εναγόμενο, η εμπορική αξία αυτής ανερχόταν το έτος 2008, σύμφωνα με τους υπολογισμούς που περιγράφει στην από 29-12-2011 έκθεσή του, στο ποσό του 1.544.015 ευρώ.
Στην διάρκεια του γάμου των διαδίκων, ο εναγόμενος, διαπιστώνοντας την πτώση της αγοράς της διαφήμισης για τις εγχώριες εταιρίες και την είσοδο στην αγορά πολυεθνικών, στράφηκε στο χώρο εκμετάλλευσης ακινήτων με την δημιουργία εταιριών, όπως η ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ Γ.Ε.Ν.Ι.Κ.Ω.Ν. Ε.Μ.Π.Ο.Ρ.Ι.Κ.Ω.Ν. ΚΑΙ Κ.Τ.Η.Μ.Α.Τ.Ι.Κ.Ω.Ν.
Ε.Π.Ι.Χ.Ε.Ι.Ρ.Η.Σ.Ε.Ω.Ν. "... ΑΕ", η οποία καταχωρήθηκε στο μητρώο ΑΕ το έτος 2010, που είχαν ως αντικείμενο την αγορά οικοπέδων, κατασκευή και μεταπώληση συγκροτημάτων ακινήτων, από τα οποία αποκόμισε μεγάλα κέρδη. Παράλληλα δραστηριοποιήθηκε στην αγοραπωλησία σκαφών. Επίσης το έτος 1991, με την αγορά 2205 μετοχών αντί τιμήματος 147.000.000 δραχμών, κατέστη μέτοχος της εταιρίας ...
ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ, "... ΑΕ" ή "... ΑΕ", της οποίας στη συνέχεια με την 10208/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών διορίστηκε αναγκαστικός διαχειριστής, ενώ με την 4928/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών είχε αναγνωριστεί απαίτησή του κατά της εταιρίας ύψους 170.618.318 δραχμών.
Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η ίδια έπεισε τον τότε σύζυγό της εναγόμενο να στραφεί στην κατασκευή και πώληση ακινήτων επειδή η ίδια διέβλεψε την άνοδο του κλάδου αυτού και με βάση αυτούς τους ισχυρισμούς αιτείται την αντίστοιχη συμμετοχή της στα αποκτήματα του εναγομένου. Ο ισχυρισμός αυτός της ενάγουσας είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, πέραν των προαναφερθέντων και από το γεγονός ότι, όπως και οι μάρτυρες κατέθεσαν, η τελευταία δεν είχε καμία εμπειρία από επιχειρήσεις, δεν ασχολήθηκε ποτέ με αυτές, δεν διέθετε καμία εξειδικευμένη γνώση και ουδέποτε ασχολήθηκε ούτε ενδιαφέρθηκε να ασχοληθεί με τις επιχειρήσεις του εναγομένου.
Το ότι φέρεται σε κάποιες επιχειρήσεις του ως μέτοχος ή ως υπάλληλος ή ως διαχειρίστρια, αυτό έγινε για φορολογικούς λόγους και από το ενδιαφέρον του εναγομένου συζύγου της, να της εξασφαλίσει ασφαλιστική κάλυψη στο ΙΚΑ. Τα γεγονότα αυτά επιβεβαιώνονται και από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο πρωτόδικο δικαστήριο αλλά και από την κατάθεση του μάρτυρα Ι.
Χ., ο οποίος έχοντας, ως εργολάβος οικοδομών, ο ίδιος εμπειρία από κατασκευές, γνωρίζοντας τον εναγόμενο προ του γάμου του με την ενάγουσα, κατέθεσε ότι ο ίδιος ήταν συνεργάτης του Σ..., ότι η ενάγουσα δεν ήταν μπροστά σε καμία συνεργασία, ότι ο εναγόμενος καμία ανάγκη είχε τις συμβουλές της ενάγουσας διότι ήταν ο ίδιος έμπειρος και γνωστός επιχειρηματίας, ενώ η ίδια ήταν ανίδεη περί των επιχειρήσεων και της αγοράς εν γένει, ότι ουδέποτε η τελευταία επιμελήθηκε ή επόπτευσε κατασκευές, ουδέποτε ασχολήθηκε με την έκδοση οικοδομικών αδειών.
Ο μάρτυρας I. Χ. μηνύθηκε για ψευδορκία από την ενάγουσα και ο ίδιος αντίστοιχα μήνυσε την τελευταία για ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα κατ' εξακολούθηση. Η μήνυση αυτή αφορά την κατάθεσή του για την παρούσα δίκη, στο πρωτόδικο δικαστήριο. Ο I. Χ. αθωώθηκε. Αντίθετα η ενάγουσα καταδικάστηκε για ψευδή καταμήνυση κλπ από το Α' Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την υπ' αρ. 5736/2019 απόφασή του η οποία είναι τελεσίδικη.
Η καταδικαστική αυτή απόφαση λαμβάνεται υπόψη ως δικαστικό τεκμήριο και αξιολογείται αντίστοιχα από το παρόν δικαστήριο. Λόγω αυτής της μεγάλης οικονομικής επιφάνειας του εναγομένου η ζωή της οικογένειας ... ήταν πολυτελής. Διαβιούσαν με τα τέκνα τους σε ιδιόκτητη του εναγομένου κατοικία στη ... Αττικής, επιφάνειας 400 τμ επί οικοπέδου 1600 τμ, με πισίνα, διαμορφωμένους κήπους, λοιπούς χώρους, όπου είχαν έντονη κοινωνική ζωή λόγω των δραστηριοτήτων του εναγομένου, με δεξιώσεις και επαφές με πολιτικούς και επιχειρηματικούς κύκλους της Χώρας.
Για το λόγο αυτό η ενάγουσα είχε καθημερινή επί 24ώρου βάσεως βοήθεια από οικιακή βοηθό, δασκάλα και τροφό για τα ανήλικα, απορριπτομένων των αντίθετων ισχυρισμών της ενάγουσας ως αναπόδεικτων. Ο εναγόμενος διέθετε μηνιαίως υψηλά χρηματικά ποσά για την προσεγμένη εμφάνιση της ιδίας και των ανηλίκων λόγω της κοινωνικής τους τάξης, πραγματοποιούσαν ταξίδια στην Ελλάδα και το εξωτερικό, διέθεταν κατοικία στη ...
και γενικά ο εναγόμενος ήταν ιδιαίτερα γενναιόδωρος στην οικογένειά του. Ο ισχυρισμός της τελευταίας ότι η ίδια αποκλειστικά και μόνο φρόντιζε την διοργάνωση των δεξιώσεων και γευμάτων που πραγματοποιούνταν στην κατοικία τους, χωρίς την συμμετοχή βοηθητικού προσωπικού είναι απορριπτέος κατά τα προεκτεθέντα.
Επίσης τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων φοιτούσαν σε ιδιωτικό σχολείο με ιδιαίτερα υψηλά δίδακτρα τα οποία κατέβαλε ο εναγόμενος, όπως και όλα τα δίδακτρα των εξωσχολικών τους δραστηριοτήτων, όπως καταδύσεις, ιστιοπλοΐα, ρυθμική γυμναστική, πολεμικές τέχνες και ιππασία. Η ίδια άλλωστε σε μια σειρά δικών εναντίον του πρώην συζύγου της εναγόμενου προσδιορίζει την απαιτούμενη μηνιαία διατροφή της ιδίας στο ποσό των 4.000 ευρώ, της μεγάλης κόρης των διαδίκων ...ς επίσης στο ποσό των 4.000 ευρώ και της μικρής ...ς στο ποσό των 3.000 ευρώ μηνιαίως, γεγονός που αποδεικνύει την πολυτελή διαβίωσή τους.
Ο έγγαμος βίος των διαδίκων έληξε όταν η ενάγουσα αποχώρησε από την συζυγική οικία μαζί με τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων στις 4-2-2005 για δικούς της λόγους όπως αναφέρεται σε δικαστική απόφαση, διατροφής. Κατά τη διάρκεια του έγγαμου βίου ο εναγόμενος ασθένησε σοβαρά και υπεβλήθη σε επέμβαση ανοικτής καρδιάς.
Η ενάγουσα δεν του παρείχε την φροντίδα, ηρεμία και αγάπη που είχε ανάγκη, αντιθέτως απομακρύνθηκε από τον σύζυγό της με κατάληξη την αποχώρησή της από την συζυγική οικία το έτος 2005. Λόγω της συμπεριφοράς της αυτής που αποτελεί κατά την κοινή αντίληψη, βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά, αντιβαίνουσα στους κανόνες δικαίου και τις κρατούσες στην κοινωνία αντιλήψεις για την ηθική και την ευπρέπεια και καταδεικνύει έλλειψη συναισθήματος ευγνωμοσύνης προς τον σύζυγό της, δυνάμει των 390/2015 και 4049/2017 αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έγινε ανάκληση της δωρεάς ποσοστού 2% που είχε κάνει ο εναγόμενος προς την ενάγουσα σε ακίνητα ιδιοκτησίας του.
Επιπλέον η ενάγουσα έπαψε να ασκεί την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων της, η οποία ασκούνταν από τον εναγόμενο ο οποίος τα μεγάλωσε με την βοήθεια του I. Χ., παρά τα προβλήματα υγείας που είχε και αξίζει να σημειωθεί ότι τα τέκνα τους κατέθεσαν ως μάρτυρες στην ποινική υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω 5736/2019 απόφαση.
Όλη η παραπάνω συμπεριφορά της έχει απομακρύνει την ενάγουσα από την μητέρα της η οποία την έχει αποκληρώσει, τα τέσσερα αδέλφια της και τα παιδιά της. Περαιτέρω ο εναγόμενος κατά το χρόνο συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης των διαδίκων (2005- 2008) διέθετε σημαντική κινητή και ακίνητη περιουσία, η οποία αποτιμάται κατά το έτος 2008, από τον πραγματογνώμονα Κ.
στα παρακάτω ποσά. Συγκεκριμένα διέθετε ακίνητα στο ... στη θέση ... αξίας 1.317.728 ευρώ, έτερο ακίνητο επίσης στο ... στη θέση ... αξίας 608.687 ευρώ, στο ... στη θέση Θήτι αξίας 37.000 ευρώ, στο ... στη θέση ... αξίας 1.165.175 ευρώ, μια μεζονέτα στη ... στη θέση ... αξίας 872.126 ευρώ, έτερη μεζονέτα στην ίδια περιοχή και θέση αξίας 772.706 ευρώ, ακίνητο στους ...
στη θέση ... αξίας 136.000 ευρώ, οικία στην ... στη θέση ... αξίας 716.286 ευρώ, διαμέρισμα στην Αθήνα στην οδό ... αρ. 17 αξίας 126.000 ευρώ, Γραφείο στη ... επί της οδού Β. ... αρ. 107 αξίας 462.742 ευρώ, αποθήκη στη ... στην ίδια οδό, αξίας 174.647 ευρώ. Συνολικά διέθετε το έτος 2008 ακίνητη περιουσία αξίας 6.389.097 ευρώ. Επιπλέον κατά την διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων ο εναγόμενος εκποίησε περιουσία της οποίας η συνολική αξία, κατά τον ως άνω πραγματογνώμονα ανέρχεται σε 12.678.974,40 ευρώ.
Επίσης από την 201/2012 συμπληρωματική πραγματογνωμοσύνη του ίδιου πραγματογνώμονα προκύπτει ότι το έτος 2008 ο εναγόμενος είχε στην κυριότητά του 8.250 χρυσές λίρες Αγγλίας παλαιάς κοπής και 43 κιλά χρυσού σε ράβδους, συνολικής αξίας το έτος 2008, 2.032.372,50 ευρώ. Πλέον των σκαφών που προαναφέρθηκαν. Επίσης είχε στην κατοχή ένα αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής ... 350 αξίας το έτος 2008, κατά τον πραγματογνώμονα Κ. 45.000 ευρώ και κατά τον πραγματογνώμονα Κ. 88.000 ευρώ.
Στην αύξηση της αρχικής περιουσίας του εναγόμενου η ενάγουσα συνέβαλε μηδενικά, δεκτής γενομένης της σχετικής ένστασης του τελευταίου. Αυτό αποδείχθηκε από την επισκόπηση του συνόλου του αποδεικτικού υλικού και από όλα τα προεκτεθέντα. Όπως αποδείχθηκε η ενάγουσα δεν συνέβαλε ούτε κατά το ποσοστό που ήταν υποχρεωμένη να συμβάλλει στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών κατ' άρθρο 1389 ΑΚ και 1390 ΑΚ.
Κι αυτό διότι, επιπλέον των όσων προαναφέρθηκαν, δεν ασχολήθηκε με την ανατροφή των ανηλίκων την οποία είχαν αναλάβει ειδικοί παιδαγωγοί, δεν ασχολήθηκε ποτέ με την φροντίδα του κοινού οίκου των διαδίκων, ούτε συμπαραστάθηκε στον ενάγοντα μετά το πρόβλημα υγείας που αντιμετώπισε, την επιμέλεια δε των ανηλίκων τέκνων τους, μετά τη διάσπαση της εγγάμου συμβιώσεώς τους ασκούσε ο εναγόμενος, παρά τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε.
Αντιθέτως καθόλη τη διάρκεια της εγγάμου συμβιώσεως η ενάγουσα απολάμβανε τις παροχές του εναγομένου...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε ότι ουδεμία συμβολή της αναιρεσείουσας υπήρξε στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσιβλήτου κατά τη διάρκεια της εγγάμου συμβιώσεώς τους και, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή της αναιρεσείουσας και δέχθηκε ως ουσία βάσιμη την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατ' ουσίαν.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1400 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ουδεμία συμβολή της αναιρεσείουσας υπήρξε στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσιβλήτου κατά τη διάρκεια της εγγάμου συμβιώσεώς τους.
Και τούτο διότι η αναιρεσείουσα, όταν τέλεσε τον γάμο με τον αναιρεσίβλητο εργαζόταν ως απλή υπάλληλος στο Αστεροσκοπείο Αθηνών, χωρίς καμία περαιτέρω εξειδίκευση γνώσεων, τις οποίες γνώσεις της δεν διεύρυνε κατά τη διάρκεια του γάμου, δεν είχε καμία εμπειρία από επιχειρήσεις, δεν ασχολήθηκε ποτέ με αυτές, ουδέποτε ασχολήθηκε, ούτε ενδιαφέρθηκε να ασχοληθεί με τις επιχειρήσεις του αναιρεσιβλήτου, το ότι φέρεται δε σε κάποιες επιχειρήσεις του τελευταίου ως μέτοχος ή ως υπάλληλος ή ως διαχειρίστρια, αυτό έγινε για φορολογικούς λόγους και από το ενδιαφέρον του αναιρεσιβλήτου να της εξασφαλίσει ασφαλιστική κάλυψη στο ΙΚΑ, είχε καθημερινή επί 24ώρου βάσεως βοήθεια από οικιακή βοηθό, δασκάλα και τροφό για τα ανήλικα τέκνα τους, δεν ασχολήθηκε η ίδια με την ανατροφή τους, την οποία είχαν αναλάβει ειδικοί παιδαγωγοί, δεν ασχολήθηκε ποτέ με τη φροντίδα του κοινού οίκου τους, ούτε συμπαραστάθηκε στον σύζυγό της μετά το πρόβλημα υγείας που αντιμετώπισε και γενικά δεν συνέβαλε στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών ούτε κατά το ποσοστό που ήταν υποχρεωμένη να συμβάλλει κατά τα άρθρα 1389, 1390 ΑΚ.
Αντίθετα, ο αναιρεσίβλητος, κατά τον χρόνο τελέσεως του γάμου με την αναιρεσείουσα, ήταν ήδη καταξιωμένος επιχειρηματίας στο χώρο της διαφημίσεως και ιδιοκτήτης της ΑΕ "...", με μεγάλο κύκλο εργασιών, της οποίας η εμπορική αξία κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής ανερχόταν σε 1.544.015 ευρώ, κατά τη διάρκεια του γάμου ασχολήθηκε με την αγορά, κατασκευή και μεταπώληση ακινήτων, ιδρύοντας την ΑΕ "...
Γ.. Ε.. ΚΑΙ Κ. Ε..", από την οποία δραστηριότητα αποκόμιζε μεγάλα κέρδη, παράλληλα δε δραστηριοποιήθηκε στην αγοραπωλησία σκαφών, αγόρασε μετοχές της εταιρείας ... ΑΕ, αντί τιμήματος 147.000.000 δραχμών, διέθετε μηνιαίως μεγάλα χρηματικά ποσά για την πολυτελή διαβίωση της αναιρεσείουσας και των τέκνων τους, κατέβαλε τα δίδακτρα του ιδιωτικού σχολείου, καθώς και των εξωσχολικών δραστηριοτήτων των τέκνων, κατά το έτος 2008 που συμπληρώθηκε η 3ετής διάσταση των διαδίκων, ο αναιρεσίβλητος διέθετε ακίνητη περιουσία αξίας 6.389.097 ευρώ, είχε ράβδους χρυσού, αξίας 2.032.372,50 ευρώ και είχε στην κυριότητά του σκάφη αναψυχής, αξίας 551.487 ευρώ.
Επομένως, οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι (μοναδικός της αναιρέσεως και πρώτος και πέμπτος πρόσθετοι) από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 1400 ΑΚ, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στην προαναφερθείσα διάταξη.
Επομένως, οι ίδιοι ως άνω αναιρετικοί λόγοι από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Κατά τη διάταξη του αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και όχι η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων και οπωσδήποτε οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί ή περιστατικά, εκτιθέμενα εκ περισσού ή επουσιώδη ή προκύπτοντα από τις αποδείξεις.
Συντρέχει δε ο ανωτέρω λόγος, επίσης, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς να εκθέτει, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη (ΑΠ 116/2018). Δεν απαιτείται, όμως, να αξιολογεί το δικαστήριο τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα ούτε να αναφέρει ποια έγγραφα λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 2031/2007, ΑΠ 259/2007).
Ο λόγος, όμως, αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων και αναφερομένων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων, καταλήγει, έστω και σε εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ` άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1373/2022, ΑΠ 911/2019, ΑΠ 356/2002). Με το δεύτερο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αληθινά χωρίς απόδειξη ότι ο αναιρεσίβλητος κατά τη διάρκεια της εγγάμου συμβιώσεώς τους ασθένησε σοβαρά και η αναιρεσείουσα δεν του παρείχε την φροντίδα, ηρεμία και αγάπη που είχε ανάγκη, αλλά, αντιθέτως, απομακρύνθηκε, με κατάληξη την αποχώρησή της από τη συζυγική οικία το έτος 2005 και ότι έπαυσε η ίδια να ασκεί την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων της, η οποία ασκούνταν από τον αναιρεσίβλητο, παρά τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε.
Ο πρόσθετος αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι τα ως άνω επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα δεν αποτελούν "πράγματα" υπό την προεκτεθείσα έννοια του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά συμπεράσματα του δικαστηρίου από την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων. Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.
Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι το Δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία (ΑΠ 1662/2022, ΑΠ 81/2022, ΑΠ 1108/2020).
Από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι εκείνη που αφορά την ύπαρξη ή την ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης και έγινε ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή.
Από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται, ότι, δικαστική ομολογία δεν είναι, κατά την έννοια του άρθρου 352 ΚΠολΔ, κάθε τέτοια ομολογία, αλλά μόνον αυτή που γίνεται με σκοπό αποδοχής αμφισβητούμενου και επιβλαβούς γι` αυτόν που ομολογεί γεγονότος, απευθύνεται στο δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση και είναι σαφής και ορισμένη (AΠ 432/2022, ΑΠ 350/2020, ΑΠ 188/2017).
Η ως άνω ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη, ενός κρίσιμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και της απόδειξής του, πρέπει να γίνει με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος.
Ειδικότερα δε, δικαστική ομολογία υπάρχει όταν το ενώπιον του δικαστηρίου, αναγνωριζόμενο από το διάδικο επιζήμιο γι` αυτόν γεγονός αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης (ΑΠ 1029/2019, ΑΠ 188/2017), όχι δε όταν το γεγονός αυτό αποτελεί τη βάση δικαστικού τεκμηρίου για το αποδεικτέο περιστατικό (ΑΠ 398/2020, ΑΠ 1029/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τη δικαστική ομολογία του αναιρεσιβλήτου που περιέχεται στις προτάσεις του, ότι η αναιρεσείουσα συνέβαλε στην επαύξηση της περιουσίας του.
Από την παραδεκτή επισκόπηση των κατατεθεισών ενώπιον του Εφετείου προτάσεων του αναιρεσιβλήτου, προκύπτει ότι αυτός, προς απόκρουση της επικουρικής βάσης της ασκηθείσας από την ενάγουσα αγωγής περί της τεκμαρτής συμβολής της, αφού αρνήθηκε τα συγκροτούντα αυτήν πραγματικά περιστατικά, στη συνέχεια διέλαβε κατά το κρίσιμο μέρος και τα εξής : "...αληθές είναι, ότι η εναγομένη ποτέ δεν συνεισέφερε στην οικογένειά μας με οποιεσδήποτε υλικές παροχές, και επίσης αληθές είναι ότι οι ελάχιστες παροχές της προς την οικογένειά μας, καθόλου δεν υπερβαίνουν τα όρια της διαγραφόμενης και επιβαλλόμενης από το άρθρο 1389 του Αστικού Κώδικα υποχρέωσης, να συνεισφέρει και με χρήματα στην αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, αλλά και με την αυτοπρόσωπη παροχή υπηρεσιών στον συζυγικό οίκο, οι οποίες υπηρεσίες είναι αποτιμητές σε χρήμα...
η εναγομένη δεν χρειάσθηκε ποτέ να συνεισφέρει με προσωπική της εργασία στη φροντίδα των παιδιών και γενικότερα της συζυγικής στέγης, το μόνο που είχε να κάνει ήταν να διευθύνει και να κατευθύνει το εργατικό - υπαλληλικό προσωπικό της οικίας μας που πλήρωνα εγώ, και έτσι είναι προφανές ότι αυτή η ελάχιστη "εργασία" που είχε εναπομείνει για την εναγομένη, δηλαδή ο ρόλος του Διευθυντή της οικίας μας, σε καμία περίπτωση δεν υπερέβαινε τη νόμιμη υποχρέωσή της για συνεισφορά στις οικογενειακές ανάγκες...
Είναι λοιπόν προφανές, ότι η εναγομένη ισχυρίζεται ότι με συνέδραμε, επειδή για φορολογικούς και μόνο λόγους (όπως κατατίθεται εξ ιδίας αντιλήψεως από τους μάρτυρές μου στις ένορκες βεβαιώσεις της 2ας Απριλίου 2009) την είχα καταστήσει συνιδιοκτήτρια, με ελάχιστο ποσοστό, στα προς εκμετάλλευση ακίνητά μου, και στο εξοχικό που είχα αγοράσει στη ..., ενώ στην πραγματικότητα, όπως επίσης εξ ιδίας αντιλήψεως κατατίθεται, όλα αυτά τα ακίνητα είχαν αγορασθεί αποκλειστικά με δικά μου χρήματα...".
Από το ως άνω περιεχόμενο των προτάσεων του αναιρεσιβλήτου δεν προκύπτει ότι αυτός ομολόγησε ως αληθή τα περιστατικά στα οποία θεμελιώνεται η επικουρική βάση της αγωγής της αναιρεσείουσας και συγκεκριμένα ότι υπήρξε συμβολή της αναιρεσείουσας στην επαύξηση της περιουσίας του, αφού προς απόκρουση της επικουρικής βάσης της αγωγής και την ανατροπή του τεκμηρίου προέβαλε την εκ του άρθρου 1400 εδαφ.
β ΑΚ ένσταση ότι η αναιρεσείουσα δεν έχει συμβάλλει καθόλου στην επαύξηση της περιουσίας του. Επομένως, ο άνω πρόσθετος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ.11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 106, 176, 183, 189 αριθ. 1 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
Με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν.4055/2012 προστέθηκε τέταρτη παράγραφος στο άρθρο 495 ΚΠολΔ, με την οποία ορίστηκε για πρώτη φορά ότι εκείνος που ασκεί τα ένδικα μέσα της έφεσης, της αναιρέσεως και της αναψηλάφησης, υποχρεούται, με ποινή απαραδέκτου του ενδίκου μέσου, να καταθέσει και παράβολο αντίστοιχου ποσού 200, 300 και 400 ευρώ, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση του ενδίκου μέσου, που συντάσσει ο γραμματέας, αλλά και ότι η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει για τις διαφορές των άρθρων 663, 667 και 681 Β` ΚΠολΔ.
Οι αναφερόμενες στο ήδη καταργηθέν με τον Ν. 4335/2015 άρθρο 681 Β` ΚΠολΔ διαφορές, που αφορούσαν διαφορές σχετικά με τη διατροφή και την επιμέλεια των τέκνων, δεν περιελάμβαναν και την περιουσιακή διαφορά, που γεννάται κατά το άρθρο 1400 ΑΚ από την αξίωση συμμετοχής ενός συζύγου στα αποκτήματα του άλλου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου, εφόσον ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί ή συμπληρωθεί τριετής διάσταση αυτών και συνεπώς για τις διαφορές αυτές δεν είχε εφαρμογή η ανωτέρω εξαίρεση και υπήρχε υποχρέωση καταβολής παραβόλου, κατά την άσκηση ενδίκου μέσου.
Με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, το οποίο κατά το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού ισχύει για τα κατατιθέμενα από 1/1/2016 και εφεξής ένδικα μέσα, τροποποιήθηκε το άρθρο 495 ΚΠολΔ και ορίστηκε ότι η υποχρέωση κατάθεσης παραβόλου δεν ισχύει, μεταξύ άλλων, και για τις διαφορές του άρθρου 592 αριθμ. 1 και 3 ΚΠολΔ.
Το τελευταίο αυτό άρθρο, το οποίο επίσης τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015, καθιερώνει την εισαχθείσα με το νόμο αυτό νέα ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών, κατά την οποία δικάζονται οι γαμικές διαφορές, οι διαφορές από την ελεύθερη συμβίωση, οι διαφορές από τη σχέση γονέων και τέκνων και οι λοιπές οικογενειακές διαφορές, που ορίζονται στην παρ. 3 του άρθρου αυτού, μεταξύ των οποίων, κατά το εδάφιο δ` της παρ. 3, περιλαμβάνεται και "κάθε άλλη περιουσιακού δικαίου διαφορά, που απορρέει από τη σχέση των συζύγων ή των γονέων και τέκνων".
Από τη γενικότητα της διατύπωσης του εδαφίου αυτού, συνδυαζόμενη και προς τη βούληση του νομοθέτη να καθιερώσει νέα ειδική διαδικασία, στην οποία θα υπάγονται όλες οι οικογενειακές διαφορές, συνάγεται ότι στις διαφορές που δικάζονται κατά τη νέα αυτή διαδικασία, περιλαμβάνεται και η ανωτέρω από το άρθρο 1400 ΑΚ αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα του άλλου συζύγου, γιατί πρόκειται για περιουσιακή διαφορά, που απορρέει αμέσως από τη σχέση των συζύγων και συνεπώς, αφού η αξίωση αυτή περιλαμβάνεται στις αναφερόμενες στο άρθρο 592 αρ. 3 ΚΠολΔ διαφορές, συνάγεται ότι για διαφορές σχετικές με την αξίωση αυτή δεν υπάρχει υποχρέωση κατάθεσης παραβόλου για την άσκηση ενδίκου μέσου, αν δε κατατεθεί, πρέπει να διαταχθεί η απόδοσή του, γιατί καταβλήθηκε αχρεωστήτως. (βλ.
ΑΠ1548/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, επί της ανωτέρω αιτήσεως αναιρέσεως επί διαφοράς εκ του άρθρου 1400 ΑΚ, η αναιρεσείουσα κατέθεσε, κατά την άσκηση της αναιρέσεως, παράβολο ποσού 450 ευρώ. Σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, δεν υπήρχε υποχρέωση κατάθεσης παραβόλου, αφού η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε μετά την 1.1.2016 και αφορά διαφορά από το άρθρο 1400 ΑΚ, γι' αυτό πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που αχρεωστήτως κατέβαλε αυτή.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 23.7.2021 αίτηση αναιρέσεως και τους από 8.12.2022 πρόσθετους λόγους αυτής για αναίρεση της υπ` αριθμ. 2255/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει την από 23.7.2021 αίτηση αναιρέσεως και τους από 8.12.2022 πρόσθετους λόγους αυτής.
Διατάσσει την επιστροφή του αχρεωστήτως καταβληθέντος παραβόλου της αναιρέσεως στην αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Νοεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιανουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ