Supreme Court allows appeal against debt restructuring order due to insufficient income verification.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court accepted the appeal filed by the Deposit and Loan Fund against a first-instance order for debt restructuring. The debtors argued they lacked the financial capacity to repay debts exceeding their income, but the lower court failed to verify the specific amounts of their monthly obligations and family living expenses. Consequently, the Court found the appeal valid because the lower court's conclusion on permanent insolvency was unsupported by the necessary factual details.
Legislator headnote
AI generatedArt. 560(6) KPolD; Art. 580(3) KPolD: When a lower court orders debt restructuring based on presumed insolvency without determining the exact amounts of monthly obligations and living expenses, the appeal is admissible as the factual basis for the insolvency finding is legally insufficient.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 144 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 144/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Χ. του Π., 2) Ε. Κ. του Σ., κατοίκων ..., 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", εκ των οποίων οι 1ος και 2η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεοφάνη Παπαναγιωτάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 3η και 4η δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-11-2013 αίτηση των ήδη 1ου και 2ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 440/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 659/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-7-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Ευστάθιο Νίκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και οι 1ος και 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 199/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 418/2019, ΑΠ 1049/2017, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1747/2017, ΑΠ 242/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως από το αναιρεσείον υπ' αριθμ. ... και ... εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Δ. Π., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 8-7-2020, με αριθμό δικογραφίας 1666/2020 και με αριθμό κατάθεσης στο Πρωτοδικείο Πατρών 204/9-7-2020 αίτησης αναιρέσεως κατά της υπ'αρ. 659/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας), με την στη συνέχεια αυτής από 23-11-2020 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Δ' Τμήματος αρμοδίου για την εκδίκαση της εν λόγω αίτησης αναίρεσης, την από 23-11-2020 πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της (αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας) 18-2-2022 και με κλήση προς συζήτηση για την ως άνω δικάσιμο της 18-2-2022 επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την επιμέλεια του επισπεύδοντος τη συζήτηση αναιρεσείοντος, στην 3η των αναιρεσίβλητων ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." και στην 4η των αναιρεσίβλητων ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 Κ.ΠολΔ).
Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, κατά την αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 18-2-2022, οι προαναφερόμενες τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσαν δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Επομένως, εφόσον οι ως άνω 3η και 4η των αναιρεσίβλητων ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες με την επωνυμία (αντιστοίχως) "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." και "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." δεν εμφανίσθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ).
Η κρινόμενη από 8-7-2020, με αριθμό δικογραφίας 1666/2020 και με αριθμό κατάθεσης στο Πρωτοδικείο Πατρών 204/9-7-2020 αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", που απευθύνεται αφενός κατά των 1ου και 2ης των αναιρεσιβλήτων αιτούντων - δανειοληπτών, αφετέρου κατά των (αναγκαίων ομοδίκων του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ.) 3ης και 4ης των αναιρεσιβλήτων - καθών πιστωτών ανώνυμων τραπεζικών εταιρειών με την επωνυμία (αντιστοίχως) "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." και "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." και στρέφεται κατά της προσβαλλόμενης υπ'αρ. 659/2019 αποφάσεως του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών (που εκδόθηκε με την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 741 επ.
ΚΠολΔ., σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010) κατ'αντιμωλία των διαδίκων, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ. σε συνδυασμό και με το άρθρο 74 παρ. 1 του Ν. 4690/2020). Πρέπει συνεπώς να ερευνηθεί προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 του ίδιου Κώδικα).
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκείμενη υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ.1 της υποπαρ. Α. 4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της υποπαρ. Α. 4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 2 του εν λόγω νόμου (όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί με το ν. 4336/2015), "αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές... το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητούμενων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για τη ρύθμιση των οφειλών και απαλλαγή του οφειλέτη.
Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, τη δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου, και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, τον υποχρεώνει να καταβάλλει μηνιαίως και για χρονικό διάστημα τριών έως πέντε ετών (άρθρ. 16 παρ. 2 ν.4161/2013), ορισμένο ποσό για ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του, συμμέτρως διανεμόμενο".
Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες θεσμοθετούν τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία, πάντως, δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.
Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Η εξόφληση των χρηματικών απαιτήσεων των πιστωτών πραγματοποιείται κατά βάση με τις μηνιαίες καταβολές του άρθρου 8 παρ.2 για το αναφερόμενο εκεί χρονικό διάστημα που ορίζονται από το δικαστήριο. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται από το ένα μέρος τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβίωσης και από το άλλο μέρος οι βιοτικές ανάγκες (όχι απλώς οι στοιχειώδεις) του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών.
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του, κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές.
Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας (ΑΠ 552/2020). Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λ.π.
Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 552/2020, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018). Επισημαίνεται ότι τα εισοδήματα από εργασία πρέπει να αναγράφονται στη σχετική δικαστική απόφαση καθαρά, καθώς μόνο το καθαρό εισόδημα διατίθεται για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη (και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του) (ΑΠ 552/2020).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν.3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο άρθρο τρίτο του ν.4335/2015 και ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, όπως είναι και η ένδικη αίτηση αναίρεσης, "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, και: α) έστω και συνοπτικά (ΑΠ Ολομ. Διοικ. 14/2010, όπου και παραπομπές στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ), οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (ΑΠ Ολομ. 20/2005, ΑΠ 552/2020).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ. 19) του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 552/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, που δίκασε ως Εφετείο την έφεση του τώρα αναιρεσίβλητου κατά των τώρα 1ου και 2ης των αναιρεσιβλήτων με την προσβαλλομένη 659/2019 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' του ν. 3869/2010, 739 επ. του Κ.Πολ.Δικ.), δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω για την έρευνα της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο γεννηθείς κατά την 24-10-1975 πρώτος αιτών - εφεσίβλητος είναι αξιωματικός στο Πυροσβεστικό Σώμα με το βαθμό του Πυραγού, εισπράττοντας ως μηνιαίο μισθό το καθαρό κατά μέσο όρο ποσό των 1.261,17 ευρώ και μη διαθέτοντας έτερη πηγή Εισοδήματος.
Η γεννηθείσα κατά την 4-12-1977 δεύτερη αιτούσα - εφεσίβλητη τυγχάνει επίσης δημόσια υπάλληλος και δη νοσηλεύτρια στο Γενικό Νοσοκομείο Πατρών "ο ΑΓΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ", εισπράττοντας ως μηνιαίο μισθό το καθαρό κατά μέσο όρο ποσό των 945,72 ευρώ και μη διαθέτοντας άλλη πηγή εισοδήματος. Συνήψαν, κατά την 2-7-2005, μεταξύ τους νόμιμο γάμο, από τον οποίο έχουν αποκτήσει δύο γεννηθέντα την 28-11-2008 και την 4-5-2011 αντιστοίχως προστατευόμενα ανήλικα τέκνα, τον Π. - Γ.
και τον Ο. - Χ., που φοιτούν στο Δημοτικό Σχολείο, στερούνται περιουσίας, εισοδημάτων, αδυνατούν να αυτοδιατραφούν, να εργαστούν και να κερδίσουν έτσι τα προς το ζην. Οι αιτούντες σύζυγοι διαμένουν, μαζί με τα προμνημονευθέντα δύο ανήλικα τέκνα τους, στο ευρισκόμενο στον τρίτο πάνω από την πυλωτή όροφο του υπό στοιχείο Α πολυώροφου κτηρίου του ανεγερθέντος κατά το έτος 2005 και κείμενου στην ..., στο ...
και επί της οδού ..., συγκροτήματος πολυκατοικιών υπό στοιχεία ... διαμέρισμα, με εμβαδόν 79,30 τ.μ., ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, εκτάσεως 1.562, 82 τ.μ., 43/1.000 και Κ.Α.Ε.Κ. ..., που συνιστά οριζόντια ιδιοκτησία, η οποία έχει περιέλθει κατά πλήρη και αποκλειστική συγκυριότητα στους αιτούντες κατά το ποσοστό του 50% εξ αδιαιρέτου εκάστου απ' αυτούς, δυνάμει του υπ' αριθμόν ...
συμβολαιογραφικού εγγράφου της συμβολαιογράφου Πατρών Ευγενίας Παπαδοπούλου-Παπανδρέου, που καταχωρίσθηκε νομίμως στο Κτηματολογικό Γραφείο Πατρών με αριθμό ..., ένεκα πωλήσεως προς τους αιτούντες από την αληθή πλήρη και αποκλειστική κυρία, Β., χήρα Π. Μ., το γένος Χ. και Μ. Χ.. Επί της προπεριγραφείσας οριζόντιας ιδιοκτησίας, η οποία διαθέτει, ίση με την εμπορική, συνολική αντικειμενική αξία 102.582,48 ευρώ και χρησιμεύει ως κύρια κατοικία της οικογένειας των αιτούντων έχει εγγραφεί νομίμως υπέρ του πρώτου των καθ' ων η αίτηση-εκκαλούντος Ν.Π.Δ.Δ.
υποθήκη πρώτης τάξεως, ποσού 200.000 ευρώ, για την εξασφάλιση του, κατωτέρω αναφερόμενου, χορηγηθέντος εκ μέρους του στους αιτούντες, εκταμιευθέντος προς τους τελευταίους και καταβληθέντος απ' αυτούς ως τίμημα της ανωτέρω πωλήσεως, από 30-9-2008 τοκοχρεωλυτικού στεγαστικού δανείου, ποσού 200.000 ευρώ. Σε προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αιτήσεως κατά την 20-11-2013 χρόνο, οι αιτούντες είχαν λοιπόν αναλάβει, εκ των οποίων οφείλουν, προς τους καθ' ων η αίτηση πιστωτές, τα εξής μη ειδικώς αμφισβητούμενα από τους διαδίκους ληξιπρόθεσμα ποσά:
α) αυτό των 112.767,67 ευρώ ως υπόλοιπο εις βάρος του πρώτου των αιτούντων κατά την 31-7-2013, δυνάμει της, καταρτισθείσας μεταξύ του πρώτου των καθ' ων η αίτηση Ν.ΠΔ.Δ., υπό την ιδιότητα του πιστό δότη, και του πρώτου αιτούντος, ως πιστούχον, προ μνημονευθείσας υπ' αριθμόν λογαριασμού ... συμβάσεως εμπραγμάτως εξασφαλισμένου τοκοχρεωλυτικού στεγαστικού δανείου, β) εκείνο των 75.178,27 ευρώ ως υπόλοιπο εις βάρος της δεύτερης των αιτούντων κατά την 31-7-2013, ένεκα της, συναφθείσας ανάμεσα στο πρώτο καθ' ου η αίτηση Ν.Π.Α.Δ., υπό την ιδιότητα του πιστοδότη, και τη δεύτερη αιτούσα, ως πιστούχο, προειρημένης υπ' αριθμόν λογαριασμού ...
συμβάσεως εμπραγμάτως εξασφαλισμένου τοκοχρεωλυτικού στεγαστικού δανείου, γ) αυτό των 327,28 ευρώ ως υπόλοιπο εις βάρος του πρώτου των αιτούντων κατά την 8-8-2013, δυνάμει της, καταρτισθείσας μεταξύ της κληθείσας νομίμως και εμπροθέσμως (βλ. την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως οικεία υπ' αριθμόν ... έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Δ.
Κ.) μη παρασταθείσας εν προκειμένω και εδρεύουσας στην Αθήνα δεύτερης των καθ' ων η αίτηση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας υπό την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", ως πιστοδότριας, και του πρώτου αιτούντος, με την ιδιότητα του πιστούχον, υπ' αριθμόν ... συμβάσεως πιστωτικής κάρτας, δ) εκείνο των 4.837,07 ευρώ, ως υπόλοιπο εις βάρος του πρώτου των αιτούντων κατά την 1-8-2013, ένεκα της, συναφθείσας ανάμεσα στην εδρεύουσα στην Αθήνα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία υπό την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", ως πιστοδότρια, οιονεί καθολική διάδοχο της οποίας αποτελεί in concretο η κληθείσα νομίμως και εμπροθέσμως (βλ.
την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως οικεία υπ' αριθμόν ... έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Δ. Κ.) μη παρασταθείσα εν προκειμένω και εδρεύουσα στην Αθήνα τρίτη καθ' ης η αίτηση ανώνυμη τραπεζική εταιρεία υπό την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", και τον πρώτο αιτούντα, με την ιδιότητα του εγγυητή, υπ' αριθμόν ...
συμβάσεως στεγαστικού δανείου, και ε) αυτό των 11.248,49 ευρώ ως υπόλοιπο εις βάρος του πρώτου των αιτούντων κατά την 1-8-2013, δυνάμει της, καταρτισθείσας μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας υπό την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", ως πιστοδότριας, οιονεί καθολική διάδοχο της οποίας συνιστά in casu η τρίτη καθ' ης η αίτηση ανώνυμη τραπεζική εταιρεία υπό την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", και του πρώτου αιτούντος, με την ιδιότητα του εγγυητή, υπ' αριθμόν ...
συμβάσεως στεγαστικού δανείου, άρα τα συνολικά των 129.180,51 ευρώ για τον πρώτο των αιτούντων και των 75.178,27 ευρώ ως προς τη δεύτερη αιτούσα. Οι υπό κρίση εμπραγμάτως εξασφαλισμένες αξιώσεις του πρώτου καθ' ου η αίτηση εναντίον των αιτούντων είναι ενέγγυες, όπερ έχει ως απότοκο να συνεχίζουν να εκτοπίζονται, με επιτόκιο ενήμερης οφειλής, μέχρι την έκδοση της εκκαλούμενης οριστικής αποφάσεως, ενώ οι ως άνω οφειλές του πρώτου των αιτούντων έναντι της δεύτερης και της τρίτης των καθ' ων η αίτηση τυγχάνουν ανέγγυες, οπότε παύουν με την επίδοση της ένδικης αιτήσεως να παράγουν νόμιμους ή συμβατικούς τόκους (ά. 6§3 Ν. 3869/2010).
Συνεπεία της υπ' αριθμόν 599/1-7-2014 προσωρινής διαταγής του Ειρηνοδίκη Πατρών, η οποία εκδόθηκε επί της υπό κρίση αιτήσεως, ο πρώτος αιτών έχει ήδη καταβάλει, για τα προδιαληφθέντα χρέη του σύμφωνα με το άρθρο 8 Ν. 3869/2010, συμμέτρως στους τρεις μετέχοντες πιστωτές αυτού το μηνιαίο ποσό των 400 ευρώ επί 24 μήνες από τον Αύγουστο του 2014, ήτοι το συνολικό ποσό των 9.600 ευρώ, ενώ η δεύτερη των αιτούντων έχει καταβάλει, ως προς την προαναφερθείσα οφειλή σύμφωνα με το άρθρο 8 Ν. 3869/2010, στο μετέχον πρώτο καθ'ού η αίτηση Ν.Π.Δ.Δ.
το μηνιαίο ποσό των 200 ευρώ επί 27 μήνες από τον Αύγουστο του 2014, ήτοι το συνολικό ποσό των 5.400 ευρώ. Οι αιτούντες, εξαιτίας της προπεριγραφείσας υπερχρεώσεώς τους, που επήλθε εντός κλίματος οικονομικής υπεραισιοδοξίας, και του ύψους των μηνιαίων δόσεων που απαιτείται να καταβάλουν για την εξυπηρέτηση των προπαρατεθεισών δανειακών συμβάσεων, ανερχόμενου συνολικά πάνω από το ποσό των 1.000 ευρώ, ένεκα και των υψηλών επιτοκίων, έχουν παύσει οριστικά από το έτος 2012 και εντεύθεν την πληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους.
Στην περιέλευση αυτών σε κατάσταση αδυναμίας ικανοποιήσεως των ληξιπρόθεσμων χρεών τους συντέλεσε η μείωση των αποδοχών των αιτούντων, ήτοι από το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα των 38.938,99 ευρώ κατά το έτος 2009 σ' αυτό των 34.455, 11 ευρώ κατά το έτος 2017, λόγω της υφιστάμενης οικονομικής κρίσης, της υπερφορολογήσεως των διαθέσιμων εισοδημάτων και της αυξήσεως του κόστους διαβιώσεως, δίχως μάλιστα να αναμένεται να βελτιωθεί ση μαντικά η οικονομική τους κατάσταση στο εγγύς μέλλον.
Συντρέχει επομένως μη αναγόμενη σε δόλο των αιτούντων φυσικών προσώπων μόνιμη και γενική πραγματική αδυναμία πληρωμής των ανωτέρω ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών αυτών, οι οποίοι στερούνται, επί τη βάσει των προειρημένων, εμπορικής ιδιότητας και άρα πτωχευτικής ικανότητας, προς τους προ μνημονευθέντες μετέχοντες πιστωτές τους, απορριπτόμενων ως εκ τούτου κατ' ουσίαν των τρίτου και τέταρτου λόγων της ένδικης εφέσεως περί της μη συνδρομής στο πρόσωπο των αιτούντων της προϋποθέσεως της μόνιμης ανυπαίτιας αδυναμίας πληρωμής των προδιαληφθέντων χρεών τους.........".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, αφού απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμους (εκτός των άλλων λόγων έφεσης που δεν αποτελούν αντικείμενο της προκείμενης αναιρετικής δίκης) τους λόγους έφεσης περί μη συνδρομής στο πρόσωπο των αιτούντων της προϋποθέσεως της μόνιμης ανυπαίτιας αδυναμίας πληρωμής των χρεών τους, που είχε προτείνει πρωτοδίκως και είχε επαναφέρει με την υπό κρίση έφεσή του το εκκαλούν και τώρα αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., στη συνέχεια δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσία την από 14-5-2018 και με αρ.
κατάθ. 58/14-5-2018 έφεση του τώρα αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ κατά της εκκαλούμενης υπ'αριθ. 440/23-3- 2018 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Πατρών.
Ήδη με τον μοναδικό λόγο της αναίρεσης, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ, παραθέτοντας τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης που ενδιαφέρουν στην παρούσα αναιρετική δίκη, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι εντελώς αναιτιολόγητα, άλλως με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμο τον ισχυρισμό των αιτούντων (ήδη πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων) ότι αυτοί περιήλθαν σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρεών τους, απέρριψε δε τον πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ., τον οποίο αυτό ως εκκαλούν παραδεκτά επανέφερε με την έφεσή του, με τον οποίο υποστήριζε ότι αυτοί (αιτούντες και ήδη πρώτος και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων) δεν είχαν περιέλθει σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρεών τους.
Ότι συγκεκριμένα στην προσβαλλόμενη ουδόλως εκτίθεται, άλλως δεν προσδιορίζεται με πληρότητα και σαφήνεια α) το χρονικό σημείο συνομολόγησης όλων των δανείων και των τραπεζικών προϊόντων των τώρα αναιρεσιβλήτων (ήτοι πλην του αναφερόμενου στην προσβαλλόμενη χρόνου της σύναψης των δύο συμβάσεων με το ΤΠΚΔ), β) τα εισοδήματα ενός εκάστου των τώρα αναιρεσιβλήτων κατά το έτος ανάληψης των δανειακών τους υποχρεώσεων, γ) το ύψος του δανεισμού τους και η μηνιαία δόση την οποία όφειλε να καταβάλει έκαστος εκ των δύο αιτούντων - ήδη αναιρεσιβλήτων κατά τους χρόνους εκείνους στους πιστωτές εκάστου εξ αυτών, δ) ποια είναι η ουσιώδης μείωση στα εισοδήματα εκάστου εκ των δύο αιτούντων - ήδη αναιρεσιβλήτων κατά τον χρόνο άσκησης της αίτησής τους, που να αιτιολογεί την μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρεών τους, ε) ποια είναι κατά τον ίδιο χρόνο (δηλαδή τον χρόνο άσκησης της αίτησής τους) η μηνιαία δόση που θα έπρεπε να καταβάλλει έκαστος των αιτούντων στους πιστωτές του, στ) ποιο είναι το ακριβές κόστος διαβίωσης των αιτούντων, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, ώστε το δικαστήριο συγκρίνοντας την μηνιαία δόση που θα έπρεπε να καταβάλλει έκαστος των αιτούντων στους πιστωτές του με τα εισοδήματα των αιτούντων και το ποσό των βιοτικών τους αναγκών να καταλήξει με πλήρη αιτιολογία στο συμπέρασμα κατά πόσο τα εισοδήματα αυτά ήταν ή όχι επαρκή για την εξυπηρέτηση των δανειακών υποχρεώσεων του καθενός από αυτούς.
Ότι συνεπεία των προαναφερόμενων ελλείψεων δεν προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη από το Δικαστήριο με πλήρη αιτιολογία εάν τα εισοδήματα των αιτούντων ήταν επαρκή ή όχι για την εξυπηρέτηση των δανειακών υποχρεώσεων εκάστου των αιτούντων - ήδη πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων. Από το προεκτεθέν και αυτολεξεί παρατεθέν (κατά το μέρος που αφορά την παρούσα αναιρετική δίκη) περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι με τις ανωτέρω παραδοχές του το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ και τούτο διότι, ενώ προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη το ύψος των ετησίων εισοδημάτων των αιτούντων το έτος 2009 και το έτος 2017, ωστόσο αφενός δεν προσδιορίζεται το ύψος των βιοτικών αναγκών εκάστου των αιτούντων (ήδη 1ου και 2ης των αναιρεσιβλήτων) και της οικογένειάς τους (προστατευόμενων μελών τους), αφετέρου δεν προσδιορίζεται το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεων καθενός από τους αιτούντες (ήδη πρώτο και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων) για την εξυπηρέτηση των δανειακών τους υποχρεώσεων, ούτε άλλωστε προσδιορίζεται το ύψος των κοινών μηνιαίων υποχρεώσεών τους για την εξυπηρέτηση των δανειακών τους υποχρεώσεων, αλλά αναγράφεται μόνο ότι υπερβαίνουν τα 1000 ευρώ, με επακόλουθο να μη δικαιολογείται η κρίση του δικαστηρίου για το ότι αυτοί έχουν περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρεών τους, παραβιάζοντας έτσι την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 του ν.3869/2010.
Κρίνοντας έτσι, το εν λόγω δικαστήριο, διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών των χρεών των πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ανεπαρκείς αιτιολογίες με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 ν. 3869/2010 που προπαρατέθηκε, την οποία, εκ πλαγίου, παραβίασε, στερώντας, με τον τρόπο αυτόν, την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Και τούτο, διότι, αφού δεν προσδιορίζεται το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεων των αιτούντων για την εξυπηρέτηση των δανειακών τους υποχρεώσεων, ούτε άλλωστε προσδιορίζεται το ύψος των βιοτικών αναγκών εκάστου εξ αυτών (αιτούντων) και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς τους, δεν είναι δυνατός ο έλεγχος, προκειμένου να διακριβωθεί, από την αντιπαραβολή των καθαρών εισοδημάτων τους (ρευστότητα) που διατίθενται μηνιαίως για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών των αιτούντων και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς τους, ήτοι για την αξιοπρεπή διαβίωσή τους, υπό το πρίσμα της οποίας πρέπει, όπως έχει προεκτεθεί, να εξετάζεται η επίμαχη αδυναμία πληρωμών (βλ.
και ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 1208/2017), με τα χρηματικά ποσά που απαιτούνται, παράλληλα, για τη μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, αν οι αναιρεσίβλητοι - οφειλέτες μπορούν να ικανοποιήσουν όλα αυτά, οπότε δεν υφίσταται αδυναμία πληρωμών και, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να υπαχθούν στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, ή αν, αντίθετα, τα εισοδήματά τους δεν επαρκούν, οπότε και υπάρχει πράγματι αδυναμία πληρωμής, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην μείζονα σκέψη.
Με άλλα λόγια, ενώ το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχεται ότι οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές του πρώτου και της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, ανέρχονταν, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της απόφασης, αντιστοίχως στο ποσό των 1.261,17 ευρώ και των 945,72 ευρώ και ότι δεν επαρκούσαν για την κάλυψη, αφενός μεν, των βιοτικών αναγκών των ίδιων και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς τους, αφετέρου δε, των χρηματικών οφειλών τους που ανέρχονταν, επίσης κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της απόφασης, στο ποσό των 129.180,51 ευρώ για τον πρώτο των αιτούντων (ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο) και στο ποσό των 75.178,27 ευρώ για την δεύτερη των αιτούντων (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη), δεν προσδιορίζει ωστόσο το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεων των αναιρεσιβλήτων - αιτούντων για την εξυπηρέτηση των δανειακών τους υποχρεώσεων, ούτε το ύψος των βιοτικών αυτών (αιτούντων) και της οικογενείας τους (προστατευόμενων μελών τους), με επακόλουθο να μη δικαιολογείται η κρίση του δικαστηρίου για το ότι οι αιτούντες έχουν περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρεών τους.
Συνεπώς, ο σχετικός, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, μοναδικός λόγος της υπό κρίση αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή, ως βάσιμου, του προαναφερόμενου (μοναδικού) λόγου της, να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ διάταξη περί επιστροφής παραβόλου δεν ορίζεται διότι το αναιρεσείον ως Ν.Π.Δ.Δ. δεν υποχρεούται στην καταβολή παράβολου. Επίσης δεν ορίζεται και διάταξη δικαστικής δαπάνης, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' Ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου, δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β' του Ν. 3869/2010, κατά την οποία, "...δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 400/2020, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 1208/2017, ΑΠ 636/2017, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 951/2015).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 659/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που δίκασε ως Εφετείο.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Απριλίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρησάσης από την
Υπηρεσία καθώς και του αρχαιοτέρου
Αρεοπαγίτη η αρχαιότερη της
Συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2023.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ