Legislator Case Law & Legislation
144/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against enforcement seizure order due to defendant's absence and procedural defects.

Case Number 144/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against a first-instance seizure order because the defendant failed to appear at the hearing. The defendant argued that the enforcement document lacked proper notification and contained insufficient details about the debt, yet the lower court found the evidence conclusive. The court rejected these claims, ruling that the defendant's absence precluded further review and that the lower court's assessment of evidence was not subject to appellate scrutiny.

Legislator headnote

AI generated

Art. 576 para. 2 CPolD; Art. 6A of the 1944 Decree: The Supreme Court examines ex officio the legality of summons if the summoned party is absent, but if the defendant fails to appear, the appeal is dismissed without further examination of substantive defects.

Keywords

AI generated
enforcement seizure procedural default absence of defendant appeal admissibility enforcement execution

Cited Legislation

AI generated
Art. 576 para. 2 CPolD
Art. 6A of the Decree of 26 June - 10 July 1944
Art. 559 no. 19 CPolD
Art. 561 para. 1 CPolD
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 144 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 144/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Αναστασία Παπαδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και ήδη μετά την 1-1-2017 από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην Αθήνα, και στην προκειμένη περίπτωση από τον Προϊστάμενο της Ε' Δ.Ο.Υ Θεσσαλονίκης, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ευτυχία Τσούντου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Π. Κ. του Ι., κατοίκου … , ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/7/2010 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31232/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2576/2014 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 29/11/2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 6Α του διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", που προστέθηκε με το άρθρο 46 παρ. 3 του ν. 4305/2014 "Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει:

α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητό τους, β) στο δικηγόρο, ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνσή τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου.

Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις" (ΑΠ 125/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 29-11-2016 και με αριθμό κατάθεσης 253/2016 αίτηση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου διώκεται η αναίρεση της 2576/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, της οποίας, με πράξη της Προέδρου του Α1` Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου, ορίστηκε δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (20-9-2021).

Κατ` αυτήν, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, ενώ ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση από πληρεξούσιο δικηγόρο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔικ, που εφαρμόζεται και κατά την αναιρετική δίκη, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, από την υπ` αριθ. Γ'/4935/25-5-2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Ηλία Κων/νου Τσίπου, την οποία επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, που επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με παραγγελία της πληρεξουσίας δικηγόρου του αναιρεσείοντος Ευτυχίας Τσούντου, Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, προς τον, θεωρούμενο, κατά τα ανωτέρω, ως αντίκλητο του μη εμφανισθέντος αναιρεσιβλήτου, Α.

Α., Δικηγόρο …, ο οποίος τον εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης, στις 6-10-2014, ήτοι στη δίκη ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 2576/2014 απόφασή του. Επομένως, αφού αυτός δεν εμφανίσθηκε, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, κατ` άρθρο 576 παρ. 2 εδ.

γ` ΚΠολΔ να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία του.

ΙΙ. Με την κρινόμενη από 29-11-2016 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 2576/2014 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δικάζοντας την έφεση του καθ' ου η ανακοπή και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, κατά της υπ' αριθμ. 31232/2011 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (που είχε δεχθεί κατ` ουσίαν την από 14-7-2010 ανακοπή του αναιρεσιβλήτου κατά της αναγκαστικής κατάσχεσης απαίτησης εις χείρας τρίτου), έκανε δεκτή την ως άνω έφεση και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση έκανε εν μέρει δεκτή την ανακοπή κατά τον πρώτο λόγο αυτής ως και κατ` ουσίαν βάσιμη και ακύρωσε την προσβαλλόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης εις χείρας τρίτου.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός τριών ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι η τελευταία δεν επιδόθηκε, ενόψει δε του γεγονότος ότι δημοσιεύθηκε πριν την 1-1-2016, ισχύει επ' αυτής η τριετής προθεσμία για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, η οποία προβλεπόταν από τη διάταξη του άρθρου 564 §3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 (ΟλΑΠ 10/2018) (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 §3 ως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του κατά τα άνω, 566 §1 KΠολΔ).

Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).

ΙΙΙ. Α'. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 1132/2019).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 KΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του KΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 23/2020, ΑΠ 118/2019, ΑΠ 1416/2018, ΑΠ 1057/2009).

Β'. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 ν.δ. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο δημοσίευσης της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και πριν αντικατασταθεί με την παρ. 2 του άρθρου 7 ν. 4224/2013 με έναρξη ισχύος την 1-1-2014, νόμιμο τίτλο για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων αποτελούν: α) Η βεβαίωση κατά το νόμο και ο προσδιορισμός από τις αρμόδιες διοικητικές ή άλλες αρχές του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας για την οποία αυτό οφείλεται, δηλαδή η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού σε βάρος διοικουμένου με δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, β) Τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία αποδεικνύεται η οφειλή, γ) Τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία πιθανολογείται η οφειλή, ως προς την ύπαρξη και το ποσό αυτής, κατά την έννοια του άρθρου 347 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 73 παρ. 1, 2 του ν.δ. 356/1974: "1. Η προ της ενάρξεως της εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται: α) κατά της εκδοθείσης ατομικής ειδοποιήσεως, β) κατά του εκδοθέντος και μη εκτελεσθέντος εντάλματος προσωπικής κρατήσεως και γ) κατά του νομίμου τίτλου, εκδικάζεται δε υπό των καθ` ύλην αρμοδίων δικαστηρίων κατά τας διατάξεις των άρθρων 583-585 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας.

Διά ταύτης επιτρέπεται η προβολή πάσης αντιρρήσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου ως και η αμφισβήτησις του κατ` ουσίαν βασίμου της απαιτήσεως του Δημοσίου, εφ` όσον ο προσδιορισμός ταύτης δεν έχει ανατεθή εις δικαστήρια ή εις διοικητικάς επιτροπάς αποφαινομένας μετά δυνάμεως δεδικασμένου. 2. Η κατά της αρξαμένης εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται ενώπιον πάντοτε του Μονομελούς Πρωτοδικείου του τόπου της εκτελέσεως και διά τους κάτωθι περιοριστικώς αναφερομένους λόγους:

α) Εάν η εκτέλεσις εχώρησε βάσει ακύρου τίτλου προς είσπραξιν. β) Εάν το χρέος απεσβέσθη διά καταβολής ή διά συμψηφισμού κατά τας διατάξεις του άρθρου 83 του παρόντος Ν. Διατάγματος ή συνεπεία διαγραφής, αποδεικνυομένων εγγράφως. γ) Εάν επιγενομένως απεσβέσθη άλλως το χρέος του οφειλέτου, της αποσβέσεως αποδεικνυομένης εγγράφως.

δ) Εάν το χρέος παρεγράφη. ε) Εάν ο διωκόμενος ως διάδοχος του υποχρέου δεν είναι ό νόμω υπόχρεως. στ) Εάν ο διωκόμενος δεν υπόκειται εις προσωπικήν κράτησιν και ζ) Εάν κατά την εκτέλεσιν εχώρησαν παραλείψεις ή ακυρότητες, τηρουμένων των εν άρθρω 75 του παρόντος Ν. Διατάγματος οριζομένων. Αμφισβήτησις άλλη περί της υπάρξεως της οφειλής προς το Δημόσιον είναι απαράδεκτος εν τη διαδικασία ταύτη".

Εξάλλου, το άρθρο 4 παρ.1 του Κ.Ε.Δ.Ε, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο δημοσίευσης της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και πριν αντικατασταθεί με την παρ. 5 του άρθρου 7 ν. 4224/2013 με έναρξη ισχύος την 1-1-2014, ορίζει: "Άμα τη βεβαιώσει ποσού τινός εις το Δημόσιον Ταμείον ως δημοσίου εσόδου ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου υποχρεούται να αποστείλει προς τον οφειλέτην ατομικήν ειδοποίησιν περιέχουσαν τα στοιχεία του οφειλέτου, το είδος και το ποσόν του χρέους, το οικονομικόν έτος εις ο ανήκει τούτο, τον αριθμόν και την χρονολογίαν του τριπλοτύπου βεβαιώσεως και την χρονολογίαν πληρωμής του χρέους ή εκάστης δόσεως εις περίπτωσιν καταβολής εις δόσεις".

Περαιτέρω στις διατάξεις των άρθρων 51-55 του Π.Δ. 16/1989 ορίζεται ότι: "Η βεβαίωση των εσόδων στις Δ.Ο.Υ. γίνεται με νόμιμους τίτλους είσπραξης, όπως αυτοί καθορίζονται από το Ν.Δ. 356/1974 "περί Κωδικoς Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων" (Κ.ΕΔ.Ε.) (Φ.Ε.Κ. 90/Α) (άρθρο 51), "Δικαιολογητικά στοιχεία για την έκδοση τίτλου είσπραξης αποτελούν: 1.

Η διάταξη νόμου. 2. Οι τίτλοι βεβαίωσης που προβλέπονται από τη νομοθεσία που ισχύει. 3. Η καταλογιστική απόφαση. 4. Οι αποφάσεις ή πράξεις αρμόδιας αρχής." (άρθρο 52), "Η σύνταξη των τίτλων είσπραξης από τα αρμόδια τμήματα της Δ.Ο.Υ., η αποστολή αυτών στο Τμήμα Εσόδων, καθώς και η βεβαίωση τους, γίνεται μέσα στις προθεσμίες που ορίζονται από τις διατάξεις που ισχύουν" (άρθρο 53), "Η βεβαίωση των εσόδων του Δημοσίου ή τρίτων διακρίνεται: 1.

Σε βεβαίωση που γίνεται με βάση τίτλους είσπραξης. 2. Σε οίκοθεν βεβαίωση...." (άρθρο 54), "1 Για κάθε οικονομικό έτος και έσοδο, συντάσσονται από τις αρμόδιες Αρχές και στέλνονται στις Δ.Ο.Υ. τίτλοι είσπραξης, στους οποίους πρέπει να περιέχονται: α. Ο τίτλος της αρχής που τους συντάσσει, β. Ο αριθμός του τίτλου είσπραξης, γ.

Η αρμόδια Δ.Ο.Υ. που θα κάνει τη βεβαίωση, δ. Το επώνυμο, όνομα, πατρώνυμο, ΑΦΜ, το επάγγελμα, η ακριβής διεύθυνση του επαγγέλματος και της κατοικίας του οφειλέτη και αν πρόκειται για εταιρίες η επωνυμία τους, η έδρα τους και τα φυσικά πρόσωπα που είναι υπόχρεα με τις διευθύνσεις τους. ....ε. Το είδος του εσόδου, το οφειλόμενο ποσό αναλυμένο σε κωδικούς αριθμούς εσόδου ή εκτός προϋπολογισμού λογαριασμούς, σε ακέραιες μονάδες, στ.

Ο αριθμός των δόσεων, ζ. Οι υπογραφές του υπαλλήλου που συντάσσει αυτούς, του αρμοδίου προϊσταμένου του τμήματος και του προϊσταμένου της υπηρεσίας, η. Η υπηρεσιακή σφραγίδα....2...3. Κάθε τίτλος είσπραξης συνοδεύεται από περιληπτική κατάσταση βεβαίωσης σε τρία αντίτυπα μεταξύ των οποίων και το πρωτότυπο. ...

Στις περιληπτικές καταστάσεις πρέπει να συμπληρώνονται: α. Ο τίτλος της αρχής που τη συντάσσει, β. Ο τίτλος της Δ.Ο.Υ. που θα κάνει τη βεβαίωση, γ. Το είδος του φόρου, δ. Ο συνολικός αριθμός των οφειλετών που περιλαμβάνονται στον τίτλο είσπραξης, ε.Τα συνολικά κατά κωδικό αριθμό ή εκτός προϋπολογισμού ποσά και το γενικό σύνολο αριθμητικώς και ολογράφως, στ.

Η υπογραφή του προϊσταμένου της αρχής που τη συντάσσει και η υπηρεσιακή σφραγίδα...." (άρθρο 55). Επίσης, στις διατάξεις των άρθρων 32, 33 και 35 του Β.Δ. 757/1969 ορίζονται τα εξής: "Η βεβαίωσις των εσόδων εις τα Δημόσια Ταμεία ενεργείται βάσει νόμιμου τίτλου, ως καθορίζεται υπό του Νόμου περί εισπράξεων εσόδων." (άρθρο 32), "1.Δι` έκαστον οικονομικόν έτος και έσοδον συντάσσονται υπό της αρμοδίας Αρχής και αποστέλλονται εις τα Δημόσια Ταμεία ίδιοι τίτλοι εισπράξεως (χρηματικοί κατάλογοι, καταστάσεις, αποφάσεις κ.λπ.) αναγράφοντες ευαναγνώστως το επώνυμον, πατρώνυμον και κύριον όνομα των οφειλετών, το επάγγελμα τούτων, την ακριβή διεύθυνσιν του επαγγέλματος και της κατοικίας αυτών, προκειμένου δε περί εταιρειών την επωνυμίαν τούτων, την έδραν και τα υπόχρεα φυσικά πρόσωπα, το εισπρακτέον κατ` οφειλέτην ποσόν, αναλυτικώς κατά κωδικόν αριθμόν εσόδου του προϋπολογισμού ή εκτός προϋπολογισμού λογαριασμόν, εν τέλει δε του τίτλου το άθροισμα των ποσών, αριθμητικώς και ολογράφως. 2.

Έκαστος τίτλος εισπράξεως συνοδεύεται υπό περιληπτικής εις τριπλούν, καταστάσεως, εμφανιζούσης εν ιδίοις στήλαις τον συνολικόν αριθμόν των φορολογουμένων των περιλαμβανομένων εις τον τίτλον εισπράξεως, το είδος του εσόδου και το συνολικόν ποσόν του τίτλου εισπράξεως, ολογράφως και αριθμητικώς.3..." (άρθρο 33), "1.

Περατουμένης της εργασίας ελέγχου των τίτλων εισπράξεως, ενεργείται η βεβαίωσις του εσόδου εις το Δημόσιον Ταμείον, το ταχύτερον και ουχί πέραν των καθοριζόμενων προθεσμιών, δια της εκδόσεως τριπλοτύπου αποδεικτικού παραλαβής εισπρακτέων εσόδων και της εγγραφής του εσόδου εις τα βιβλία εισπρακτέων εσόδων του Ταμείου κατά κωδικούς αριθμούς εσόδου ή εκτός προϋπολογισμού λογαριασμούς....2.

Εις τα κατά την προηγουμένην παράγραφο εκδιδόμενα τριπλότυπα αποδεικτικά παραλαβής εισπρακτέων εσόδων αναγράφονται: Η αποστείλασα Αρχή, το είδος και οι αριθμοί του τίτλου εισπράξεως και του πρωτοκόλλου αυτού, το είδος του εσόδου, τα ποσά κατά κωδικούς αριθμούς εσόδου, η εκτός προϋπολογισμού λογαριασμούς, το άθροισμα τούτων, ως και ο αριθμός των οφειλετών. 3.

Η χρονολογία εκδόσεως των τριπλοτύπων αποδεικτικών παραλαβής εισπρακτέων εσόδων τυγχάνει και χρονολογία βεβαιώσεως του εσόδου εις το Δημόσιον Ταμείον.. ..." (άρθρο 35). Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτουν τα εξής: Στη δίκη που ανοίγεται με την ανακοπή του άρθρου 73 ΝΔ 356/1974 "Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων" σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 583-585 ΚΠολΔ, η οποία μπορεί να ασκείται τόσο κατά του "νομίμου τίτλου" όσο και κατά της ταμειακής βεβαίωσης, εφόσον αποτελεί και αυτή εκτελεστή διοικητική πράξη, καθώς και κατά της αρξαμένης εκτέλεσης, ο μεν ανακόπτων επέχει κατ` αρχήν θέση εναγομένου, το δε καθού (Δημόσιο) θέση ενάγοντος, και έτσι το τελευταίο βαρύνεται με την επίκληση των γεγονότων, των οποίων το βάρος θα έφερε, αν ασκούσε το δικαίωμά του με αγωγή.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 του ΚΕΔΕ νόμιμο τίτλο αποτελεί η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού εις βάρος διοικουμένου που εντοπίζεται σε δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από την αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, από αυτόν δε (τον τίτλο), με τη συνδρομή των δημοσίων ή ιδιωτικών εγγράφων που τον συνοδεύουν, αποδεικνύεται ή πιθανολογείται βεβαία και εκκαθαρισμένη απαίτηση.

Στο νόμιμο τίτλο πρέπει να αναφέρεται η ακριβής αιτία της οφειλής, ώστε, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος. Τούτο δε, διότι με βάση το "νόμιμο τίτλο" είναι δυνατόν να επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να έχει προηγηθεί διαγνωστική δίκη και έκδοση δικαστικής απόφασης, που θα καθιστούσε σαφείς την αιτία ή τις επιμέρους αιτίες του (φερόμενου ως) οφειλόμενου συνολικού χρέους.

Η ανάγκη αυτή καθίσταται εντονότερη, όταν ο ουσιαστικός καθορισμός του χρέους δεν έγινε από το Ελληνικό Δημόσιο (η δράση του οποίου διέπεται από την αρχή και το τεκμήριο της νομιμότητας), αλλά από τρίτο πρόσωπο, όπως είναι ο αρχικός δανειστής, προς τον οποίο το Δημόσιο είχε παράσχει εγγύηση και στη θέση του οποίου αυτό υποκαταστάθηκε, λόγω μη εξόφλησης του δανείου από τον οφειλέτη, αναλόγως δε και στην περίπτωση που το Δημόσιο ενεργεί ως εκδοχέας απαιτήσεων.

Από τη βεβαίωση, ως νόμιμο τίτλο είσπραξης (βεβαίωση υπό ευρεία έννοια), διακρίνεται η ταμειακή βεβαίωση (βεβαίωση υπό στενή έννοια), που είναι αναγκαία για να μπορεί να επιδιωχθεί η είσπραξη της απαίτησης του Δημοσίου, δηλαδή συνιστά αυτή τίτλο εκτέλεσης. Ο νόμιμος τίτλος δεν συμπίπτει με την ταμειακή βεβαίωση, πλην μεταξύ τους υφίσταται στενή αιτιακή σχέση, ώστε σε περίπτωση που η ταμειακή βεβαίωση δεν στηρίζεται σε νόμιμο τίτλο, όπως σε τίτλο στον οποίο δεν προσδιορίζεται επαρκώς το χρέος, να είναι αυτή ακυρωτέα.

Και ναι μεν στον ΚΕΔΕ δεν προβλέπεται κοινοποίηση της ταμειακής βεβαίωσης στον οφειλέτη ούτε επιβάλλεται να συνοδεύεται αυτή από τα έγγραφα που συγκροτούν το νόμιμο τίτλο, πλην όμως λόγω της στενής αιτιακής της σχέσης με το νόμιμο τίτλο, αν ούτε η ταμειακή βεβαίωση της οφειλής ούτε η ατομική ειδοποίηση-που εκδίδει κατά το άρθρο 4 παρ. 1 Κ.Ε.Δ.Ε.

η αρμόδια φορολογική αρχή και κοινοποιείται επίσης στον οφειλέτη- δεν περιέχει τα καθοριζόμενα στην ως άνω διάταξη στοιχεία, προκειμένου ο οφειλέτης να λάβει επαρκή και ασφαλή γνώση για το είδος του χρέους, το ύψος του, τη χρονολογία βεβαίωσης και γενικά να κατατοπίζεται επαρκώς για την οφειλή του, τότε, η έλλειψη αυτή μπορεί να οδηγήσει, κατόπιν άσκησης ανακοπής κατά το άρθρο 73 παρ. 1 Κ.Ε.Δ.Ε., στην ακύρωση αυτών, αλλά μόνο με τη συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων του άρθρου 75 Κ.Ε.Δ.Ε.

σχετικά με το στοιχείο της βλάβης του οφειλέτη του Δημοσίου, δηλαδή, αν και εφόσον η έλλειψη αυτή επέφερε στον οφειλέτη αδυναμία ουσιαστικής ή δικονομικής προστασίας των δικαιωμάτων του, η οποία δύναται να επανορθωθεί μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της προσβαλλόμενης πράξης ιδίως ενόψει της ύπαρξης περισσότερων χρεών με διαφορετικές το καθένα συνέπειες για τον οφειλέτη.

Ωστόσο, βλάβη με την ανωτέρω έννοια δεν υφίσταται ο οφειλέτης τόσο στην περίπτωση που η επίδοση της ταμειακής βεβαίωσης και της ατομικής ειδοποίησης συνοδεύεται από τα αναγκαία έγγραφα (δημόσια ή ιδιωτικά), που προσδιορίζουν επαρκώς την οφειλή, όσο και στην περίπτωση που γνωστοποιούνται αυτά στον οφειλέτη με οποιονδήποτε τρόπο, με ή χωρίς αίτησή του, αλλά πάντως πριν από τη λήξη της προθεσμίας ανακοπής κατά της εκτέλεσης, έτσι ώστε να είναι σε θέση να προβάλλει αυτός με δικονομικά παραδεκτό τρόπο τους ισχυρισμούς του κατά της οφειλής, και για το λόγο αυτό δεν αρκεί να προσκομίσει το Δημόσιο τα έγγραφα του νόμιμου τίτλου προς απόδειξη της απαίτησής του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο (ΟλΑΠ 5/2019, ΑΠ 189/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση ο ανακόπτων και ήδη αναιρεσίβλητος με τον πρώτο λόγο της ένδικης ανακοπής ζητούσε να ακυρωθεί η 13/17-5-2010 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, λόγω αοριστίας του νόμιμου τίτλου, με βάση τον οποίο επιβλήθηκε αυτή, ισχυριζόμενος ότι στην τριπλότυπη περιληπτική κατάσταση ληξιπρόθεσμων οφειλών της Ε' ΔΟΥ … και στην πράξη ταμειακής βεβαίωσης, δυνάμει των οποίων βεβαιώθηκε σε βάρος του, μεταξύ άλλων και ποσό 75.686,29 ευρώ (στο οποίο αφορά η παρούσα αναιρετική δίκη), προερχόμενο από δανειακές συμβάσεις, που είχε συνάψει με την εγγύηση του καθ' ου η ανακοπή και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, δεν περιγράφεται με πληρότητα και ακρίβεια η νομική και πραγματική αιτία της οφειλής, ούτε αναλύεται αυτή κατά κεφάλαιο, συμβατικούς τόκους, τόκους υπερημερίας, τυχόν ανατοκισμό τόκων και προσαυξήσεων καθώς και έξοδα, ενώ δεν συνοδεύονται οι άνω πράξεις με συνημμένα έγγραφα σχετικά με τον υπολογισμό της οφειλής, με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να αμυνθεί κατάλληλα και σε περίπτωση αμφισβήτησης του χρέους να μην είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος και γι` αυτό πρέπει να ακυρωθούν, δεδομένου ότι αυτός εκ του λόγου αυτού υφίσταται δικονομική βλάβη.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (αρθ. 561 παρ.2 KΠολΔ) προκύπτει ότι, αναφορικά με τον ανωτέρω λόγο ανακοπής, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, από όλα τα νόμιμα, με επίκληση, προσκομιζόμενα έγγραφα, τα οποία λαμβάνονται υπόψη, είτε προς άμεση είτε προς έμμεση απόδειξη, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά :

Δυνάμει της υπ' αριθμ .../4-10-1994 συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό που καταρτίσθηκε μεταξύ της Ι. και Λ. Τράπεζας της Ελλάδος και του εφεσιβλήτου-ανακόπτοντος, χορηγήθηκε στον τελευταίο δάνειο ποσού 50.000.000 δραχμών, το οποίο αυξήθηκε με την από 5-6-1995 πρόσθετη πράξη αύξησης πιστωτικού ορίου, κατά το ποσό των 10.000.000 δραχμών, προκειμένου ο τελευταίος να το χρησιμοποιήσει για τη βελτίωση της επιχείρησης του, και ειδικότερα της βιοτεχνίας κατασκευής κεντημάτων, που διατηρούσε στη ….

Για μέρος του πιο πάνω δανείου, ύψους 7.000.000 δραχμών, παρασχέθηκε, σύμφωνα με την υπ' αριθμ 2064537/14707/0025/ 25.10.1991 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, ΦΕΚ Β 925 περί "Παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου από τις Τράπεζες για τη χρηματοδότηση της Βιοτεχνίας", η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, σε ποσοστό 60%, δηλαδή για το ποσό των 4.200.000 δραχμών.

Ο δανειολήπτης δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα τις οφειλόμενες δόσεις στη δανείστρια τράπεζα, με συνέπεια η τελευταία στις 12-8-1997 να απευθυνθεί στο εγγυηθέν την πληρωμή του δανείου ελληνικό δημόσιο και να καταπέσει η εγγύηση του, να προχωρήσει δε το τελευταίο στη βεβαίωση των χρεών αυτών και να υποκατασταθεί στα δικαιώματα της δανείστριας τράπεζας.

Παράλληλα, ο εφεσίβλητος κατά το έτος 1996 υπέβαλε δήλωση φόρου εισοδήματος φυσικού προσώπου, βάσει της οποίας προέκυψε στις 31-10-1996 φόρος ποσού 1.470.639 δρχ., τον οποίο δεν κατέβαλε στην αρμόδια Ε'Δ.Ο.Υ … (βλ υπ' αριθμ πρωτ. .../7/1996/9-10-1997 αναγγελία της Ε Δ.Ο.Υ … στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης).Επίσης, ο εφεσίβλητος, ο οποίος δυνάμει της υπ' αριθ.26861/18-10-1996 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης, υπέβαλε στην Ε' Δ.Ο.Υ …, την υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου .../6-5-2003 αίτηση εξωπτωχευτικού συμβιβασμού, την οποία με το υπ' αριθμ πρωτ. .../6-6-2003 έγγραφο της υπέβαλε στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, γνωμοδοτώντας να καταρτισθεί συμβιβασμός με περιεχόμενο την καταβολή του βεβαιωμένου πτωχευτικού κεφαλαίου και του 30% των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής σε 60 συνεχείς και ισόποσες μηνιαίες δόσεις.

Την πιο πάνω πρόταση της Ε' Δ.Ο.Υ, που περιεχόταν στο έγγραφο αυτό, αποδέχθηκε το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, με το υπ' αριθμ .../23-10-2003 Πρακτικό Συνεδριάσεως Τριμελούς Επιτροπής. Τον πιο πάνω συμβιβασμό όμως ο εφεσίβλητος δεν τήρησε, μη καταβάλλοντας τις συμφωνηθείσες δόσεις.Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, ο Προϊστάμενος της Ε' Δ.Ο.Υ …, ύστερα από την παραλαβή του εγγράφου από την Ι.

Τράπεζα εξέδωσε σε βάρος του ανακόπτοντος την .../29.8.1997 ταμειακή βεβαίωση, με την οποία βεβαιώθηκαν σε βάρος του, οφειλές του προς το Ελληνικό Δημόσιο, ποσού 8.596.759 δραχμών Συγκεκριμένα, η ταμειακή αυτή βεβαίωση έχει το εξής περιεχόμενο, "Βεβαιώνουμε την παραλαβή του ανωτέρω χρηματικού καταλόγου και τη βεβαίωσή του με την καταχώρησή του στο βιβλίο βεβαίωσης της ΔΟΥ με αριθμό ...

και για ποσό 8.596.759 δραχμών". 0 χρηματικός δε, κατάλογος που συνοδεύει την πιο πάνω ταμειακή βεβαίωση, έχει το εξής περιεχόμενο "ΚΑΧΚΕΕΔ Βεβαιωμένα υπέρ Δημοσίου, ποσά για βεβαίωση ΚΑ..., κεφάλαιο 4.200.000, ΚΑ ..., τόκοι 264.433, ΚΑ ..., προμήθεια 22.312, ΚΑ ..., 1/2 διαφορ, τόκων υπερ-ενημ 62.582. Σύνολο 4.549.327. Βεβαιωμένα υπέρ Ι.

και Λ. Τράπεζας. Κεφάλαιο 2.800.000, τόκοι 1.247.432, σύνολο 4.047.432 Γενικό σύνολο 8.596.759" . Άλλα έγγραφα δημόσια ή ιδιωτικά, δεν προέκυψε από κανένα στοιχείο, ότι συνοδεύουν την προσβαλλόμενη πράξη, στην οποία δεν γίνεται καμία αναφορά σε άλλο έγγραφο, εκτός του παραπάνω χρηματικού καταλόγου. Με την υπ' αριθμ. πρωτ. .../16/2010 παραγγελία για αναγκαστική κατάσχεση του προϊσταμένου της άνω Δ.Ο.Υ, επιβλήθηκε κατάσχεση του 1/4 της συντάξεως του ανακόπτοντος εις χείρας του ΙΚΑ προς ικανοποίηση των ως άνω απαιτήσεων του δημοσίου και μέχρι του ποσού των 87.316,29 ευρώ, για χρέη του, τα οποία αναφέρονταν στον πίνακα χρεών που ήταν ενσωματωμένος στην άνω παραγγελία.

Στον εν λόγω πίνακα περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, με αύξ. αριθμ. 2, χρέος, με στοιχεία βεβαίωσης 721/29-8-1997, "Δάνεια ΚΑΧΚΕΕΔ με εγ, ποσού 25.228,93 ευρώ, Προσαυξήσεις 50.457,86 ευρώ. Το ΙΚΑ με την 16899/2010 δήλωση του ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών υπέβαλε θετική δήλωση, δηλώνοντας ειδικότερα ότι ο ανακόπτων είναι συνταξιούχος ασφαλισμένος του και λαμβάνει συνολικό καθαρό ποσό συντάξεως αναπηρίας 1.225,13 ευρώ μηνιαίως (κατά το χρόνο της δήλωσης) διευκρινίζοντας ότι η κατάσχεση μπορεί να χωρήσει ως προς το 1/4 αυτής έτσι ώστε να μη θιγεί το ποσό των 1.000 ευρώ μηνιαίως σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν 3714/2008.

Από το παραπάνω περιεχόμενο του κατασχετηρίου εγγράφου, της ταμειακής βεβαίωσης και του χρηματικού καταλόγου, στον οποίο υπο στοιχ β, αναγράφονται μόνο, τα συνολικά ποσά των 25.228,93 και 50.457,86 ευρώ, δεν προκύπτει η ακριβής αιτία της οφειλής των ποσών αυτών και ειδικότερα, δεν προκύπτει από τα έγγραφα αυτά, από ποιες συγκεκριμένα, συμβάσεις προκύπτουν τα παραπάνω ποσά, χωρίς φυσικά να αρκεί η αναγραφή στην πιο πάνω ταμειακή βεβαίωση η επωνυμία της δανείστριας Τράπεζας και ο κωδικός Κ.A ..., ούτε περαιτέρω, γίνεται κανένας ειδικότερος προσδιορισμός, των δυο αυτών συνολικών ποσών, με συνέπεια, να μην είναι εφικτός ο έλεγχος της ύπαρξης και του ύψους της οφειλής, από τον εφεσίβλητο.

Το εκκαλούν-καθ' ου η ανακοπή, το οποίο, όπως αναφέρεται στη σχετική νομική σκέψη της παρούσας, βαρύνεται με την επίκληση των γεγονότων, των οποίων το βάρος θα έφερε, αν ασκούσε το δικαίωμά του με αγωγή, καθόσον, στη δίκη επί της ένδικης ανακοπής, επέχει τη θέση ενάγοντος, ενώ ο εφεσίβλητος-ανακόπτων τη θέση εναγομένου, ισχυρίζεται, ότι η υπ' αριθμ .../29-8-1996 ταμειακή βεβαίωση που αποτελεί το νόμιμο τίτλο για την είσπραξη της οφειλής του εφεσίβλητου, κατά τον ΚΕΔΕ (ΣτΕ 922/2009, ΣτΕ 3529/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)και αφορά την προαναφερθείσα σύμβαση δανείου, "υπάρχει περιγραφή της αιτίας του χρέους με διαχωρισμό κεφαλαίου, συμβατικών τόκων, τόκων υπερημερίας", χωρίς να επικαλεστεί ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κανένα συγκεκριμένο έγγραφο της παραπάνω Τράπεζας.

Πρώτη φορά, στην παρούσα δίκη, επικαλείται με τις προτάσεις του και προσκομίζει το από 22-8-1997 έγγραφο, της Ι. και Λ. Τράπεζας και αναλυτική κατάσταση του λογαριασμού βιοτεχνικού δανείου που χορηγήθηκε στον εφεσίβλητο με την εγγύηση του Δημοσίου, σύμφωνα με την οποία κατά την 30-6-1997 το υπόλοιπο της οφειλής του ανερχόταν σε κεφάλαιο ανεξόφλητο, εγγυημένο από το δημόσιο ποσά, 4.200.000 δρχ, μη εγγυημένα από το δημόσιο ποσά, 2.800.000 δρχ, τόκοι (ενήμερου κεφαλ) εγγυημένα από το δημόσιο ποσά, 254.263, μη εγγυημένα από το δημόσιο ποσά 169.509, ΕΦΤΕ 10.170 δρχ και 6.780 Προμήθεια/Δημοσ. 22.312 δρχ.

Τόκοι/Δημ (έχουν αποδοθεί) 62.582 δρχ και συνολικά 8.596.759 δρχ. Πέραν όμως, της ασάφειάς των παραπάνω εγγράφων, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι αυτά συνοδεύουν την προσβαλλόμενη ταμειακή βεβαίωση, ούτε εξάλλου προκύπτει ούτε άλλωστε, το εκκαλούν επικαλείται, ότι κοονοποιήθηκαν στον εφεσίβλητο, τα έγγραφα που "συγκροτούν" τον ένδικο νόμιμο τίτλο ή ότι γνωστοποιήθηκαν σ' αυτόν, με άλλο νόμιμο τρόπο, πριν την άσκηση της ανακοπής του, τα επιμέρους στοιχεία του όλου χρέους του, που αναφέρεται στο προαναφερόμενο κατασχετήριο έγγραφο, η οποία είναι το μόνο έγγραφο που προκύπτει, ότι επιδόθηκε στον εφεσίβλητο και στο οποίο αναφέρεται μόνον, ότι έχει "ληξιπρόθεσμες οφειλές στο Δημόσιο", συνολικού ύψους 87.316,29 ευρώ, ενώ στον πίνακα χρεών που τη συνοδεύει αναφορικά με το υπο στοίχ. 2 χρέος, αναγράφονται μόνο αριθμ.

βεβαίωσης ".../29-8-1997" οικονομικό έτος 1994, είδος οφειλής " ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΧΚΕΕΕΔ ΜΕ Ε" "κεφάλαιο-τόκοι" 25.228,93 ευρώ "προσαυξ. Λοιπά συν" 50.457,86 ευρώ, χωρίς καμία άλλη ανάλυση και προσδιορισμό των οφειλών και της αιτίας τους. Ενόψει αυτών, εφόσον από την προσβαλλόμενη ταμειακή βεβαίωση, την προαναφερόμενη Τριπλότυπη περιληπτική κατάσταση οφειλών και το χρηματικό κατάλογο που την συνοδεύουν, δεν προκύπτει η ακριβής αιτία της αναφερόμενης σ' αυτήν, υπο στοιχ 2 οφειλής του εφεσίβλητου, όπως απαιτείται, κατά τα αναφερόμενα στη σχετική νομική σκέψη της παρούσας, ώστε, να λάβει αυτός πλήρη γνώση της οφειλής που βεβαιώθηκε δυνάμει αυτής και να παρέχεται σ' αυτόν η ευχέρεια να ελέγξει τη νομιμότητα και τη βασιμότητα των αναφερόμενων στα έγγραφα αυτά κονδυλίων και να προβάλλει τους σχετικούς ισχυρισμούς του, το δε δικαστήριο, που επιλήφθηκε της ένδικης ανακοπής του, να μπορεί με ασφάλεια, να διαγνώσει την αμφισβητούμενη από τον εφεσίβλητο οφειλή, η βεβαίωση αυτή δεν έχει την απαιτούμενη πληρότητα, ώστε να καθίσταται η οφειλή αντιληπτή, τόσον από τον ίδιο όσο και από το Δικαστήριο ...

Επομένως, εφόσον κατά τα παραπάνω, δεν αποδεικνύεται, ότι το προσβαλλόμενο κατασχετήριο έγγραφο, η ταμειακή βεβαίωση και ο χρηματικός κατάλογος, που όπως αποδείχθηκε είναι το μόνο έγγραφο που συνοδεύει το κατασχετήριο έγγραφο, όσον αφορά το υπο στοιχ. 2 χρέος, έχει την απαιτούμενη πληρότητα, ώστε να καθίσταται η οφειλή αντιληπτή, τόσο από τον ίδιο όσο και από το Δικαστήριο, κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, αν και με ελλιπείς εν μέρει αιτιολογίες, που συμπληρώνονται κατ' άρθρο 534 ΚΠολΔ, με τις αιτιολογίες της παρούσας, κατέληξε στην ίδια κρίση και δεχόμενο τον σχετικό πρώτο λόγο της ένδικης ανακοπής, δέχθηκε αυτήν και ακύρωσε το προσβαλλόμενο κατασχετήριο έγγραφο ως προς το υπο στοιχ. 2 χρέος, ορθά, κατ' αποτέλεσμα, έκρινε και ο αντίθετος πρώτος λόγος της έφεσης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. ...

Έσφαλε επομένως το πρωτόδικο δικαστήριο το οποίο με την προσβαλλομένη απόφασή του, ακύρωσε εν όλω την υπ' αριθμ .../16/7-6-2010 αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας του ΙΚΑ για το πέραν των 1.000 ευρώ ποσό της σύνταξης του ανακόπτοντος ως μη νόμιμη και επομένως, αφού γίνει δεκτός ο εκτιμώμενος ως δεύτερος λόγος της έφεσης που προβάλλεται με το υπό κρίση δικόγραφο, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση και ως κατ' ουσία βάσιμη, παρά την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής, και για χάριν της ενότητας της εκτελέσεως, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση ως προς όλες τις διατάξεις της, δηλαδή, να κρατηθεί η υπόθεση αυτή στο Δικαστήριο τούτο (ΚΠολΔ 535 παρ.1) και αφού δικαστεί η ανακοπή, να γίνει εν μέρει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και να ακυρωθεί εν μέρει η αναγκαστική κατάσχεση που επιβλήθηκε εις χείρας του ΙΚΑ ως τρίτου, του υπερβάλλοντος των 1.000 ευρώ ποσού της μηνιαίας σύνταξης του ανακόπτοντος και συγκεκριμένα μόνο ως προς το ποσό των 75.686,79 ευρώ που αφορά "ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΧΚΕΕΔ ΜΕ ΕΓ (κεφάλαιο, τόκοι, προσαυξήσεις, λοιπά συνεισπραττόμενα)".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε το πρώτο λόγο της έφεσης του καθ' ου η ανακοπή και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως και, κατ` αποδοχή του πρώτου λόγου της ανακοπής του αναιρεσιβλήτου, είχε ακυρώσει την προσβαλλόμενη έκθεση κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, λόγω αοριστίας του νόμιμου τίτλου, πλην όμως το Εφετείο, κατ' αποδοχή του 2ου λόγου της έφεσης απέρριψε τον πρώτο λόγο της ανακοπής αναφορικά με τα υπόλοιπα ποσά για τα οποία η κατάσχεση, πλην του παραπάνω ένδικου ποσού, και ακολούθως για την ενότητα της εκτέλεσης εξαφάνισε στο σύνολό της την εκκαλουμένη απόφαση και αφού δίκασε την ανακοπή δέχθηκε εν μέρει τον πρώτο λόγο αυτής και ακύρωσε την επισπευδόμενη σε βάρος του ανακόπτοντος εκτέλεση κατά το ποσό των 75.686,79 ευρώ.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ειδικότερα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ.2 του ν.δ 356/1974 (ΚΕΔΕ), 51-55 του ΠΔ 16/1989 και 32, 33 και 35 του ΒΔ 757/1969, όπως αυτές εκτίθενται παραπάνω. Επομένως, ο πρώτος λόγος (υπό στοιχ. 5.1) της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το σχετικό πρώτο σκέλος του, με το οποίο το αναιρεσείον, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ.1 KΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων για το λόγο ότι με την παραδοχή του ότι η προσβαλλόμενη ταμειακή βεβαίωση είναι αόριστη, συγχέει την έννοια του νόμιμου τίτλου, που πρέπει να προσδιορίζει επακριβώς την οφειλή, με την έννοια της ταμειακής βεβαίωσης και του χρηματικού καταλόγου, στα οποία δεν απαιτείται ακριβής περιγραφή της απαίτησης, και εσφαλμένα υπολαμβάνει ότι ο νόμιμος τίτλος για εκτέλεση είναι η πράξη ταμειακής βεβαίωσης και ο χρηματικός κατάλογος, ενώ στην προκειμένη περίπτωση ο νόμιμος τίτλος συγκροτείται από τις συναφθείσες συμβάσεις και πρόσθετες πράξεις, μαζί με τις καταστάσεις αναλυτικής κίνησης των δανείων και όλα τα συνοδευτικά έγγραφα, τα οποία οδήγησαν στη σύνταξη του χρηματικού καταλόγου από την τράπεζα και προσδιορίζουν αναλυτικά το οφειλόμενο ποσό, είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο δέχεται, ειδικότερα, ότι δεν εξειδικεύονται στην κατασχετήρια έκθεση, την ταμειακή βεβαίωση και τον χρηματικό κατάλογο, η ακριβής αιτία της οφειλής, ήτοι οι συναφθείσες συμβάσεις δανείων για τις οποίες το αναιρεσείον παρείχε εγγύηση και ο τρόπος υπολογισμού του συνολικού οφειλομένου ποσού κατά κεφάλαιο, νομίμους τόκους, τόκους υπερημερίας και λοιπά έξοδα, αλλά ούτε είχαν κοινοποιηθεί στον ανακόπτοντα και ήδη αναιρεσίβλητο τα έγγραφα που συγκροτούν τον ένδικο νόμιμο τίτλο, ούτε έγινε γνωστοποίηση σ` αυτόν, με άλλο νόμιμο τρόπο, των επιμέρους στοιχείων του όλου χρέους του, πριν από την άσκηση της ανακοπής του (όπως απαιτείται από τις προπαρατεθείσες διατάξεις), και για πρώτη φορά προσκομίστηκαν ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της έφεσης.

Ο ίδιος ως άνω λόγος αναίρεσης, κατά το σχετικό δεύτερο σκέλος του, με το οποίο το αναιρεσείον, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ.13 KΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο παραβίαση των ίδιων ανωτέρω διατάξεων, για το λόγο ότι με την παραδοχή του ότι η προσβαλλόμενη ταμειακή βεβαίωση είναι αόριστη γιατί στα έγγραφα που προσκομίζει το Ελληνικό Δημόσιο δεν εξειδικεύονται η ακριβής αιτία της οφειλής, οι συναφθείσες συμβάσεις δανείων για τις οποίες το αναιρεσείον παρείχε εγγύηση και ο τρόπος υπολογισμού του συνολικού οφειλομένου ποσού κατά κεφάλαιο, νομίμους τόκους, τόκους υπερημερίας και λοιπά έξοδα, εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης, αφού ο ανακόπτων-αναιρεσίβλητος αν και έφερε το σχετικό βάρος απόδειξης, δεν ισχυρίστηκε ούτε απέδειξε την ανυπαρξία της απαίτησης ή την ανακρίβεια του ύψους των κονδυλίων, είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο δέχεται ότι στη δίκη που ανοίγεται με την ανακοπή του άρθρου 73 ΝΔ 356/1974 "Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων" σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 583-585 ΚΠολΔ, όπως η προκειμένη, ο μεν ανακόπτων επέχει κατ` αρχήν θέση εναγομένου, το δε καθού (Δημόσιο) θέση ενάγοντος, και έτσι το τελευταίο βαρύνεται με την επίκληση των γεγονότων, των οποίων το βάρος θα έφερε, αν ασκούσε το δικαίωμά του με αγωγή, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη (αντικειμενικό βάρος απόδειξης).

Επίσης, ο τρίτος (υπό στοιχ. 5.3) λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ.1 και 19 KΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 2 §2 και 3 του ΚΕΔΕ, για το λόγο ότι με την παραδοχή του ότι από το περιεχόμενο του κατασχετηρίου εγγράφου και του χρηματικού καταλόγου δεν προκύπτει η ακριβής αιτία της οφειλής, ούτε γίνεται κανένας ειδικότερος προσδιορισμός των δύο αυτών ποσών, με συνέπεια να μην είναι εφικτός ο έλεγχος της ύπαρξης και του ύψους της οφειλής από τον αναιρεσίβλητο, ενώ ταυτόχρονα δέχεται ότι το κατασχετήριο έγγραφο συνοδεύεται από πίνακα χρεών στον οποίο αναφέρεται ότι πρόκειται για οφειλή από δάνεια κεφαλαίου 25.228,93 ευρώ και προσαυξήσεων 50.457,86 ευρώ, ποσά που αναφέρονται και στον χρηματικό κατάλογο, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 §2 και 3 του ΚΕΔΕ, τις οποίες αφενός ψευδώς ερμήνευσε, άλλως δεν εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, γιατί τα παραπάνω στοιχεία αρκούσαν για τον προσδιορισμό της ακριβούς αιτίας της οφειλής και του ύψους αυτής, και αφετέρου διέλαβε αντιφατικές και πάντως πλημμελείς αιτιολογίες στο ζήτημα της πληρότητας της ταμειακής βεβαίωσης, είναι απαράδεκτος αφού υπό το πρόσχημα της παραβίασης των ως άνω διατάξεων πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου περί τα πράγματα.

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το περιεχόμενου του λόγου, προβάλλονται αιτιάσεις για την, κατ` άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες το αναιρεσείον έχει διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση.

Ήτοι ο λόγος αυτός ερείδεται επί αιτιάσεων που στο σύνολό τους αφορούν εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, του οποίου η κρίση, ως αναφερόμενη σε εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (πραγμάτων), είναι ανέλεγκτη αναιρετικά, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ενώ από το περιεχόμενο του λόγου αναίρεσης προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις.

IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α` του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση, πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος, από αυτή, λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται, καθόλου, πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Για να είναι όμως, ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις, που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 1184/2015).

Επομένως, η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ. 19 του KΠολΔ), πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα, προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης, ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, επί των ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση, τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο, σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 183/2020, ΑΠ 319/2017).

Με τους δεύτερο (υπό στοιχ. 5.2) και έκτο αναιρετικούς λόγους, το αναιρεσείον αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 άρθρου 559 KΠολΔ και ειδικότερα αποδίδεται στο Εφετείο αντίστοιχα ότι: α) με την παραδοχή του ότι η προσβαλλόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης και η ταμειακή βεβαίωση είναι αόριστα γιατί δεν εξειδικεύονται σ' αυτά η ακριβής αιτία της οφειλής, οι συναφθείσες συμβάσεις δανείων για τις οποίες το αναιρεσείον παρείχε εγγύηση και ο τρόπος υπολογισμού του συνολικού οφειλομένου ποσού κατά κεφάλαιο, νομίμους τόκους, τόκους υπερημερίας και λοιπά έξοδα, κατ' ακολουθίαν της οποίας (παραδοχής) προέβη στην ακύρωση της σε βάρος του ανακόπτοντος επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης, λόγω αοριστίας του νόμιμου τίτλου, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι διέλαβε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, ανεπαρκείς αιτιολογίες, αναφορικά με το ζήτημα αυτό της ακύρωσης λόγω αοριστίας, γιατί ταυτόχρονα δεν αποφάνθηκε, ως όφειλε, αν εξαιτίας της αοριστίας προκαλείται στον ανακόπτοντα δικονομική βλάβη μη δυνάμενη να επανορθωθεί παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας και β) με την παραδοχή του ότι το από 22-8-1997 έγγραφο της Ι.

και Λ. Τράπεζας με τη συνημμένη σ' αυτό αναλυτική κατάσταση του λογαριασμού του βιοτεχνικού δανείου που είχε χορηγηθεί στον αναιρεσίβλητο με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, είναι ασαφή, ενώ προηγουμένως είχε δεχθεί ότι σε αυτά αναφέρονταν το ποσό της οφειλής, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι διέλαβε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, ανεπαρκείς αιτιολογίες, αναφορικά με το ζήτημα του ακριβούς προσδιορισμού και της αιτίας της οφειλής.

Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απαράδεκτοι λόγω της αοριστίας τους, η οποία καθιστά, εν προκειμένω, ανέφικτο τον αναιρετικό τους έλεγχο. Τούτο δε διότι, για τη θεμελίωση των λόγων αυτών, και σύμφωνα με τις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις της παρούσας, δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι συγκεκριμένες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκαν.

Ανεξαρτήτως του ότι η υπό τον έκτο λόγο αιτίαση ανάγεται στην στάθμιση των αποδείξεων, από το Εφετείο και επομένως αυτός κρίνεται σε κάθε περίπτωση απαράδεκτος, καθόσον, με το περιεχόμενο αυτό δεν ιδρύεται. Επομένως, οι ως άνω δεύτερος και έκτος λόγοι αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

V. Α'. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 KΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης.

Ως πράγματα, η παράνομη μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο, στο ως άνω άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, νοούνται και οι περισσότερες βάσεις της αγωγής ή οι λόγοι ανακοπής κατά της εκτέλεσης, με τους οποίους οριοθετείται το αντικείμενο της δίκης (ΑΠ 886/2020, ΑΠ 294/2017, ΑΠ 1556/2012, ΑΠ 1861/2011), όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κλπ, εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/2008).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 388/2018). Ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης, η οποία περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 488/2020, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 1150/2011).

Β'. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 70/2008, ΑΠ 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 953/2005), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1874/2008), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).

Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005, ΑΠ 798/2010).

Έτσι, ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ` ουσία αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποιά αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποιά έμμεση απόδειξη.

Μη λήψη υπόψη, πάντως δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 1573/2006, ΑΠ 455/2014, ΑΠ 1072/2005). Με τον έβδομο λόγο της αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, προβάλλεται από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, η από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αιτίαση, με την επίκληση ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του, που προβλήθηκε με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ότι ο αναιρεσίβλητος σε κάθε περίπτωση είχε πλήρη γνώση των στοιχείων της οφειλής του και της αιτίας αυτής, και ότι εκ του λόγου αυτού ουδεμία υπέστη βλάβη από την επικαλούμενη αοριστία του νόμιμου τίτλου με την έννοια της αδυναμίας ουσιαστικής ή δικονομικής προστασίας των δικαιωμάτων του, η οποία να μη μπορεί να επανορθωθεί παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της προσβαλλόμενης πράξης, προς υποστήριξη δε των υπ` αυτού προβαλλομένων αναφέρει επί λέξει τα ακόλουθα : "7 ....

Με τις από 6-10-2014 προτάσεις μου ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης (σελ. 18 μέχρι 20), πρόβαλα και τα ακόλουθα : "3. Επικουρικά, ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό πως οι νόμιμοι τίτλοι δεν περιέχουν τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία, ο αντίδικος ουδεμία βλάβη υπέστη στα περιουσιακά και δικονομικά του συμφέροντα, διότι :

α) Είχε πλήρη γνώση των υπ' αριθμούς ... και .../1997 πράξεων ταμειακής βεβαίωσης, που αφορούσαν πτωχευτικά χρέη του, γι αυτό και υπέβαλε την υπ' αριθμ. πρωτ. .../6-5-2003 αίτηση εξωπτωχευτικού συμβιβασμού (σχετ.11α) αποδεχόμενος με τον τρόπο αυτό τη νομιμότητα των ταμειακών βεβαιώσεων ... Επ' αυτής εκδόθηκε το υπ' αριθμό .../2003 Πρακτικό του ΝΣΚ (σχετ.11β), που δέχθηκε την ανωτέρω αίτηση πλην όμως ο καθ' ου δεν τήρησε τους όρους του συμβιβασμού.

Το εν λόγω Πρακτικό επιδόθηκε στον αντίδικο ... (σχετ. 11γ), ..., β) Με την υπ' αριθμό .../2007 ατομική ειδοποίηση (σχετ.12), ο καθ' ου ενημερώθηκε από την αρμόδια ΔΟΥ για να εξοφλήσει τις ταμειακώς βεβαιωμένες και ληξιπρόθεσμες οφειλές του πλην όμως δεν ανταποκρίθηκε, γ) Εξάλλου, σε βάρος του αντιδίκου ασκήθηκε η υπ' αριθμό πρωτ. 18423/9-10-1997 αίτηση του προϊσταμένου της Ε' ΔΟΥ … προς το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης για την ποινική του δίωξη λόγω καθυστέρησης καταβολής προς το Δημόσιο του φόρου εισοδήματος ...

και του βιοτεχνικού δανείου που χορηγήθηκε με την εγγύηση του Δημοσίου που βεβαιώθηκε ταμειακά με την υπ' αριθμό .../1997 πράξη, όπως προκύπτει από τον συνημμένο στην αίτηση πίνακα χρεών (σχετ. 13) ..., δ) Η Ε' ΔΟΥ … είχε προβεί αρχικά στην έκδοση του υπ' αριθμό 16741/52/21-11-2007 κατασχετηρίου εγγράφου εις χείρας του ΙΚΑ (σχετ. 14), κατά του οποίου ο αντίδικος άσκησε ανακοπή ενώπιον του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που με την υπ' αριθμό 3883/2009 απόφαση (σχετ. 15) την απέρριψε για έλλειψη δικαιοδοσίας. ..., ε) Ρητά αναφέρει στο δικόγραφο της ανακοπής του ότι οι βεβαιωμένες σε βάρος του οφειλές προέρχονται από δάνειο που είχε λάβει την 4-10-1994 από την Ι.

και Λ. Τράπεζα αναφέροντας και τους αριθμούς των σχετικών συμβάσεων, με την εγγύηση του Δημοσίου. Από όλα τα παραπάνω προκύπτει πέραν πάσης αμφιβολίας ότι ο αντίδικος γνώριζε το σύνολο των οφειλών του και τις αιτίες από τις οποίες αυτές προέρχονται..". Όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η τελευταία αναφορικά με τον ισχυρισμό αυτό του Ελληνικού Δημοσίου δέχθηκε ότι : "ούτε εξάλλου προκύπτει ...

ότι κοινοποιήθηκαν στον εφεσίβλητο, τα έγγραφα που "συγκροτούν" τον ένδικο νόμιμο τίτλο ή ότι γνωστοποιήθηκαν σ' αυτόν, με άλλο νόμιμο τρόπο, πριν την άσκηση της ανακοπής του...". Επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αυτή περιέχει αντίθετες παραδοχές, σε σχέση με τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ήτοι το Εφετείο τον αντιμετώπισε και τον απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν.

Με τον ίδιο ως άνω λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα ως άνω υπό στοιχ. 11α, 11β, 11γ, 12, 13, 14, και 15, αναφερόμενα έγγραφα, που αυτός επικαλέστηκε και προσκόμισε, προς απόδειξη του ισχυρισμού του περί πλήρους γνώσης εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου της οφειλής του και της αιτίας αυτής, ισχυρισμό που όφειλε να δεχθεί το Εφετείο.

Όμως, από τη διαλαμβανόμενη στην πληττόμενη απόφαση βεβαίωση ότι για να καταλήξει το Εφετείο στο αποδεικτικό πόρισμά του, έλαβε υπόψη του "όλα τα νόμιμα, με επίκληση, προσκομιζόμενα έγγραφα, τα οποία λαμβάνονται υπόψη, είτε προς άμεση είτε προς έμμεση απόδειξη", σε συνδυασμό και με το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης, όπως αυτό αναφέρεται πιο πάνω, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο ως άνω δικανικό του πόρισμα περί μη κοινοποίησης στον εφεσίβλητο, των εγγράφων που "συγκροτούν" τον ένδικο νόμιμο τίτλο και περί μη γνωστοποίησής τους σ' αυτόν, με άλλο νόμιμο τρόπο, πριν την άσκηση της ανακοπής του, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά, όλα τα ως άνω αποδεικτικά μέσα (έγγραφα), που φέρονται, από το αναιρεσείον, ως αγνοηθέντα και, μάλιστα, ορισμένα από αυτά, όπως τα υπό στοιχ. 11α (.../6-5-2003 αίτηση εξωπτωχευτικού συμβιβασμού) και 11β (.../23-10-2003 Πρακτικό ΝΣΚ), ειδικώς, μνημονεύει στην προσβαλλόμενη απόφασή του.

Ήτοι, γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα ως άνω έγγραφα που επικαλέστηκε και προσκόμισε το αναιρεσείον, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από αυτά, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005, ΑΠ 798/2010).

Έτσι, ο ανωτέρω λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Σε κάθε δε περίπτωση, είναι αβάσιμος ως ερειδόμενος σε ανακριβή προϋπόθεση και εκ του λόγου ότι τα όσα ως άνω επικαλείται το αναιρεσείον, προς στοιχειοθέτηση του ισχυρισμού του ότι ο αναιρεσίβλητος γνώριζε πλήρως την αιτία και το ύψος της οφειλής του και ότι μπορούσε να ελέγξει τη νομιμότητα και τη βασιμότητα των κονδυλίων της, δεν στηρίζονται στην ένδικη ταμειακή βεβαίωση και τα έγγραφα που συνόδευαν αυτήν, αλλά σε έγγραφα, ενέργειες και πράξεις, που δεν σχετίζονται με τον προσβαλλόμενο νόμιμο τίτλο (ΑΠ 175/2015).

Τέλος, με το όγδοο αναιρετικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 KΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν.δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ) και προς υποστήριξη των υπ` αυτού προβαλλομένων αναφέρει επί λέξει τα ακόλουθα: "Εξάλλου, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό, με επάλληλη αιτιολογία, πως τα έγγραφα που συγκροτούν το νόμιμο τίτλο δεν κοινοποιήθηκαν στον αναιρεσίβλητο ούτε με άλλο τρόπο του γνωστοποιήθηκαν τα επί μέρους στοιχεία του όλου χρέους, με αποτέλεσμα αυτός να μην μπορεί να ελέγξει την ύπαρξη και το ύψος της οφειλής.

Όμως, την ίδια στιγμή, δέχθηκε ότι το κατασχετήριο έγγραφο επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο, στον δε πίνακα χρεών που το συνοδεύει αναφέρονται ο αριθμός ταμειακής βεβαίωσης (.../29-8-1997), το οικονομικό έτος (1994) και το είδος της οφειλής (ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΧΚΕΕΕΔ ΜΕ Ε κεφάλαιο-τόκοι 25.228,93 ευρώ, προσαυξ. Λοιπά συν 50.457,86 ευρώ)".

Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ούτε στο άρθρο 2 του ΚΕΔΕ ούτε γενικά στο δίκαιο της διοικητικής εκτέλεσης, προβλέπεται, για τη νομιμότητα του νόμιμου τίτλου η προηγούμενη έκδοση και κοινοποίηση στον οφειλέτη της πράξης ταμειακής βεβαίωσης ή των ιδιωτικών εγγράφων που συγκροτούν το νόμιμο τίτλο, ενώ σε κάθε περίπτωση διέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με το ζήτημα της γνωστοποίησης στον οφειλέτη των στοιχείων της οφειλής, αφού έκρινε ότι ο τελευταίος δεν μπορούσε να ελέγξει την ύπαρξη και το ύψος της οφειλής και την ίδια στιγμή δέχθηκε ότι στον πίνακα χρεών που συνόδευε την κοινοποιηθείσα έκθεση κατάσχεσης, αναφέρονταν όλα τα επί μέρους στοιχεία της οφειλής.

Οι παραπάνω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος στον ίδιο λόγο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως προς το ζήτημα της εφαρμογής του άρθρου 2 του ΚΕΔΕ, περί της αναγκαιότητας ή μη της κοινοποίησης της ταμειακής βεβαίωσης στον οφειλέτη και των εγγράφων που συγκροτούν το νόμιμο τίτλο καθώς των συνεπειών σε περίπτωση που η ταμειακή βεβαίωση δεν περιέχει τα καθοριζόμενα στοιχεία της οφειλής, προκειμένου ο οφειλέτης να λάβει επαρκή και ασφαλή γνώση για το είδος του χρέους, το ύψος του, τη χρονολογία βεβαίωσης και γενικά να κατατοπίζεται επαρκώς για την οφειλή του, έχουν περιληφθεί στη αιτιολογία απόρριψης του πιο πάνω πρώτου λόγου αναίρεσης, ενώ αναφορικά με το σκέλος αυτού, με το οποίο προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, είναι απαράδεκτος διότι υπό το πρόσχημα συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του δήθεν σε παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου περί τα πράγματα, δεδομένου ότι η διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 δεν έχει εφαρμογή όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, όπως στην προκειμένη περίπτωση, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του KΠολΔ, ενώ, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό της πόρισμα, ενώ ουδόλως διαλαμβάνονται σ' αυτό επάλληλες αιτιολογίες.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Δικαστικά έξοδα δεν θα επιβληθούν εις βάρος του αναιρεσείοντος, καθόσον ο αναιρεσίβλητος δεν παρέστη και ως εκ τούτου δεν υποβλήθηκε σε έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29-11-2016 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 2576/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιανουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ