Supreme Court dismisses appeal against social security fund's debt collection judgment regarding usury interest statute of limitations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the National Social Security Institution against a first-instance judgment ordering the individual debtor to pay a debt. The debtor had argued that the claim was time-barred because the social security fund failed to declare the entire loan principal and usury interest as due before initiating legal action. The court rejected this argument, ruling that the fund was not required to declare the full amount due prior to filing suit, and thus the statute of limitations did not apply to the specific usury interest claims. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the losing party was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 183 of the Code of Civil Procedure; The statute of limitations for usury interest claims does not require the creditor to declare the entire loan principal and interest as due and payable before initiating legal proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 144 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 144/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως μετονομάστηκε το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (Ε.Φ.Κ.Α.), οιονεί καθολικός διάδοχος του αρχικά καθ' ου η ανακοπή Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ - ΤΟΜΕΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΝΟΜΙΚΩΝ (Ε.Τ.Α.Α. - Τ.Α.Ν.)" (πρώην "ΤΑΜΕΙΟ ΝΟΜΙΚΩΝ"), το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Φανό και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Α. του Γ., κατοίκου … Ηλείας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Λουκά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-02-2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πύργου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 196/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 362/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 05-08-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[Α] Επί της από 25-02-2013 ανακοπής του αναιρεσιβλήτου-εφεσιβλήτου-ανακόπτοντος Δ. Α. κατά του αναιρεσείοντος-εκκαλούντος-καθ'ου η ανακοπή Ν.Π.Δ.Δ. Ε.Φ.Κ.Α. ως οιονεί καθολικού διαδόχου του Ν.Π.Δ.Δ. "Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολουμένων- Τομέας Ασφάλισης Νομικών" (Ε.Τ.Α.Α.Τ.Α.Ν.), με αίτημα την ακύρωση της 1014/28-5-2012 απόφασης καταλογισμού οφειλής του Δ/ντή Οικονομικών του Τ.Α.Ν.
και της 41/4-1-2013 ταμειακής βεβαίωσης του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Πύργου εις βάρος του ανακόπτοντος, εκδόθηκε η 196/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πύργου, που δέχθηκε την ανακοπή και δη τον λόγο της τον αναφερόμενο σε παραγραφή της κατά του ανακόπτοντος απαιτήσεως του ΕΤΑΑΤΑΝ από τοκοχρεωλυτικό δάνειο. Κατά της ανωτέρω αποφάσεως άσκησε το αναιρεσείον την από 05-07-2017 έφεσή του, που απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με την 362/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας.
Την αναίρεση αυτής της απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με την κρινόμενη από 05-08-2019 αίτησή του. Από το άρθρο 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι δικαίωμα να ασκήσουν αίτηση αναιρέσεως μεταξύ άλλων προσώπων έχουν, εφόσον ηττήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο εκκαλών ή ο εφεσίβλητος αλλά και οι καθολικοί διάδοχοι αυτών με τους οποίους εξομοιώνονται, εφόσον πρόκειται για νομικά πρόσωπα, οι οιονεί καθολικοί διάδοχοί τους.
Με το άρθρο 51 § 1 του ν. 4387/2016 (Α' 85) συστάθηκε ο Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ) ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με χρόνο ενάρξεως λειτουργίας του την 1η Ιανουαρίου 2017, στο οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 53 § 1 του ίδιου ως άνω νόμου, εντάχθηκε αυτοδικαίως και το Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολουμένων (Ε.Τ.Α.Α.) Τομέας Ασφάλισης Νομικών (Τ.Α.Ν.).
Σύμφωνα δε με το άρθρο 70 § 9 του νόμου 4387/2016, ο ΕΦΚΑ συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσομένων σ' αυτόν φορέων κύριας ασφάλισης και επομένως νομιμοποιείται να ασκήσει αιτήσεις αναιρέσεως ή να αποκρούσει αντίστοιχες αιτήσεις, που στρέφονται κατ' αυτού και αφορούν τέτοιες διαφορές ή υποθέσεις.
Στην προκείμενη περίπτωση, η ανωτέρω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) από τον αναιρεσείοντα φορέα, ως οιονεί καθολικό διάδοχο του καθ'ου η ανακοπή Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Αυτοαπασχολουμένων (Ε.Τ.Α.Α.) - Τομέας Ασφάλισης Νομικών (Τ.Α.Ν.).
Συνεπώς, η αίτηση είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
[Β] Με το άρθρο 17 ΕισΝΑΚ καταργήθηκε κάθε γενική ή ειδική διάταξη για παραγραφή, διατηρήθηκαν δε μόνο οι διατάξεις που αφορούσαν το Δημόσιο, καθώς και εκείνες, με τις οποίες είχε επεκταθεί σε Ν.Π.Δ.Δ. η εφαρμογή των περί παραγραφής διατάξεων του Δημοσίου. Έτσι, μετά την εισαγωγή του ΑΚ, όσον αφορά τα Ν.Π.Δ.Δ., εφαρμόζονται για την παραγραφή κατά κανόνα μεν οι κοινές διατάξεις του ΑΚ, εξαιρετικώς δε οι διατάξεις που αφορούν το Δημόσιο, εφόσον πρόκειται για νομικό πρόσωπο, για το οποίο είχε επεκταθεί η εφαρμογή των σχετικών διατάξεων, που αναφέρονται στο Δημόσιο, ή τυχόν μεταγενέστερες ειδικές διατάξεις του ΑΚ (ΑΠ 663/2011).
Επακολούθησε το ΝΔ 321/1969 "περί Κωδικός Δημοσίου Λογιστικού" με το άρθρο 101 του οποίου οριζόταν ότι: "Δια Β.Δ/των προκαλουμένων υπό του Υπουργού των Οικονομικών και του αρμοδίου κατά περίπτωσιν Υπουργού δύναται αι διατάξεις του παρόντος Ν.Δ/τος να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και επί Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, επιτρεπομένης της τροποποιήσεώς των, επί τω τέλει της προσαρμογής αυτών προς τας ιδιομορφίας εκάστης κατηγορίας ή εκάστου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου".
Με βάση την εξουσιοδότηση αυτή εκδόθηκε το ΒΔ 776/1972, με το οποίο επεκτάθηκαν στα Ν.Π.Δ.Δ. οι διατάξεις των άρθρων 5, 6, 8, 9, 13, 14, 15, 16, 17, 21, 45, 46, 48 και 50 του άνω ΝΔ/τος, όπως αυτές τροποποιήθηκαν ή συμπληρώθηκαν ειδικώς για τα ΝΠΔΔ, από τις οποίες όμως καμία δεν αφορά παραγραφή αξιώσεων. Επιπροσθέτως και κατά το άρθρο 101 ΝΔ. 321/1969, όσον αφορά την παραγραφή αξιώσεων κατά ή υπέρ ν.π.δ.δ., εξακολούθησε να ισχύει το προηγούμενο νομικό καθεστώς.
Ακολούθως εκδόθηκε το ΝΔ 496/1974, που, με τα άρθρα 44 επ. αυτού, ρύθμιζε τα της παραγραφής αξιώσεων κατά και υπέρ Ν.Π.Δ.Δ. . Η ισχύς αυτού άρχισε από 01-01-1977, με εξαίρεση ορισμένες διατάξεις, οι οποίες δεν αφορούσαν την παραγραφή και η ισχύς των οποίων άρχιζε από τη δημοσίευσή του. Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 44 του ν.δ. 496/1974 περί Λογιστικού των ν.π.δ.δ.
ορίζει ότι: "Παν χρέος προς το Ν.Π., παραγράφεται, εφόσον δεν ορίζεται άλλως υπό των διατάξεων του παρόντος, μετά πέντε έτη από της λήξεως του οικονομικού έτους εντός του οποίου εβεβαιώθη" - (παρ.1 εδ.α): "Χρέη προς το Ν.Π. α).., β)... ,γ) εκ συμβάσεων και διατάξεων τελευταίας βουλήσεως, περιλαμβανομένων και των περιοδικών παροχών, υπόκεινται εις εικοσαετή παραγραφήν, αρχομένην από της λήξεως του οικονομικού έτους, εντός του οποίου εβεβαιώθησαν" - (παρ.2 ):
Η διάταξη δε του άρθρου 56 παρ. 2 του ίδιου ΝΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν.578/1977, ορίζει ότι: "Δια Προεδρικών Διαταγμάτων εκδιδομένων μέχρις 30ης Νοεμβρίου 1977, δύνανται να εξαιρώνται εκ των διατάξεων του παρόντος, εν όλω ή εν μέρει και έτερα Ν.Π.Δ.Δ." (πλην των αναφερομένων στην παρ. 1) [...] . "Τα ως άνω Διατάγματα επιτρέπεται όπως καταργούνται κατά την αυτήν διαδικασίαν, αν εκλείψουν οι λόγοι δι' ούς ταύτα εξεδόθησαν".
Από τις τελευταίες διατάξεις προκύπτει ότι δεν υπάρχει δυνατότητα εφαρμογής του ν.δ. 496/1974, εάν Ν.Π.Δ.Δ. εξαιρέθηκε από την εφαρμογή όλων των διατάξεων του ανωτέρω διατάγματος. Στην περίπτωση τέτοιας εξαίρεσης, όσον αφορά ειδικότερα την παραγραφή των κατ' αυτού ή υπέρ αυτού αξιώσεων, εξακολουθεί να ισχύει το προηγούμενο νομικό καθεστώς.
Περαιτέρω, με τις διαχρονικού δικαίου μεταβατικές διατάξεις των άρθρων 54 και 55 του Διατάγματος αυτού ορίζονται τα ακόλουθα: "Άρθρο 54. Αι διατάξεις του παρόντος περί του χρόνου παραγραφής εφαρμόζονται επί των από της θέσεώς του εν ισχύι γεννημένων αξιώσεων. Άρθρο 55. Ειδικαί διατάξεις των νομικών προσώπων, που ρυθμίζουν τα του χρόνου της παραγραφής εν γένει χρεών προς το νομικό πρόσωπο ή χρεών τούτου, εξακολουθούν ισχύουσαι".
Στη συνέχεια, κατ' εφαρμογή της παρεχόμενης από την παρ. 2 του άρθρου 56 του ν.δ. 496/1974 εξουσιοδότησης, εκδόθηκε το Π.Δ. 437/1977, το μόνο άρθρο του οποίου ορίζει ότι "εξαιρούνται της εφαρμογής του ΝΔ 496/1974 οι Ασφαλιστικοί Οργανισμοί οι υπαγόμενοι εις την εποπτείαν του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η εξαίρεση είναι καθολική και επομένως καταλαμβάνει και τις περί παραγραφής ως άνω διατάξεις του ν.δ. 496/1974, οι οποίες δεν επανήλθαν σε ισχύ με το όρθρο μόνο του Π.Δ. 305/1985 (ΑΠ 350/2018, ΑΠ 741/2017, ΑΠ 1601/2014).
Τέλος, στο άρθρο 1 του ν.δ. 4114/1960 "Κώδικας περί Ταμείου Νομικών", ορίζεται ότι: "Το επί τη βάσει του νόμου 4448 του έτους 1929 και των τροποποιησάντων και συμπληρωσάντων αυτόν μεταγενεστέρων νόμων και νομοθετικών διαταγμάτων συσταθέν και λειτουργούν εν Αθήναις Ταμείο Νομικών, διέπεται εφεξής υπό των διατάξεων του παρόντος κώδικος" και, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 2 του ιδίου ν.
δ/τος, αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου υπό τον τίτλο "Ταμείον Νομικών", υπαγόμενο στην εποπτεία του επί Υπουργού Δικαιοσύνης, ενώ στη συνέχεια, κατ' άρθρο 36 παρ. 7 του ν.δ 1/1968, τούτο υπήχθη στην εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας, το οποίο μετονομάστηκε σε Υπουργείο Κοινωνικών Υπηρεσιών και ήδη με το άρθρο 25 παρ. 3 περ.
A, υπό περ. γ' του ν.3655/2008, εντάχθηκε στο Ν.Π.Δ.Δ. "Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολουμένων (Ε.Τ.Α.Α)", που, κατ' άρθρο 38 του ίδιου νόμου, αποτελεί οιονεί καθολικό διάδοχό του, υπαγόμενο στην εποπτεία του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικών Υπηρεσιών.
Συνεπώς, κατ' εφαρμογή του ως άνω μόνου άρθρου του π.δ. 437/1977, το πρώην Ταμείο Νομικών εξαιρέθηκε ολοσχερώς της εφαρμογής των διατάξεων του Ν.Δ. 496/1974, συμπεριλαμβανομένης και εκείνης του άρθρου 44, που ορίζει τα της παραγραφής των αξιώσεων Ν.Π.Δ.Δ. Δεδομένου δε ότι στο καταστατικό του δεν περιλαμβάνονται ειδικές διατάξεις για την παραγραφή των αξιώσεων του, εφαρμογή έχουν ως προς αυτό οι κοινές περί παραγραφής διατάξεις του Αστικού Κώδικα (ΣτΕ 958/2009).
Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 249 ΑΚ, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά οι αξιώσεις παραγράφονται σε είκοσι χρόνια. Στη γενική δε αυτή εικοσαετή παραγραφή υπόκεινται και οι αξιώσεις από δάνειο (ΑΚ 806). Ωστόσο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 250 αρ. 15 και 253 ΑΚ, ο χρόνος παραγραφής των τόκων και των χρεωλύτρων είναι πενταετής και αρχίζει από τη λήξη του έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη.
Χρεώλυτρο, κατά την έννοια του πρώτου των άρθρων τούτων, είναι το αποδιδόμενο μέρος του οφειλόμενου κεφαλαίου, το οποίο καταβάλλεται, είτε κεχωρισμένως, είτε κατόπιν αθροίσεως και των τόκων, οπότε σχηματίζεται το τοκοχρεώλυτρο. Όταν ο δανειστής έχει το δικαίωμα, σύμφωνα με τους όρους της δανειακής συμβάσεως, να την καταγγείλει προώρως αν δεν πληρωθούν οι δόσεις, τότε όλες οι οφειλόμενες περιοδικές εκ του δανείου δόσεις, αφορώσες χρεώλυτρο ή τοκοχρεώλυτρο ή τόκο, γίνονται απαιτητές.
Με την καταγγελία η σύμβαση του δανείου λύεται και επομένως ενεργοποιείται ο συμβατικός όρος, που παρέχει στο δανειστή το δικαίωμα να αξιώσει την άμεση πληρωμή από τον οφειλέτη ολοκλήρου του οφειλομένου κεφαλαίου, καθώς και τους τόκους υπερημερίας από την καταγγελία. Το δάνειο συνεπώς είναι τοκοχρεωλυτικό, με την έννοια ότι έχει συνομολογηθεί η εξόφλησή του δια καταβολής είτε χρεωλύτρων και τόκων κεχωρισμένως, είτε ενιαίων τοκοχρεωλύτρων, υπό την αίρεση της εμπρόθεσμης και προσήκουσας καταβολής των δόσεων.
Μόνον, όμως, όταν η δεν τηρηθούν οι όροι της εμπρόθεσμης και προσήκουσας καταβολής των δόσεων και καταγγελθεί γι'αυτόν τον λόγο το δάνειο, δεν οφείλονται πλέον δόσεις, αλλά ολόκληρο το μέχρι τότε ανεξόφλητο κεφάλαιο, η δε αξίωση του δανειστή προς απόδοση του δανείου υπόκειται πλέον στη συνήθη εικοσαετή παραγραφή.
Εάν αντιθέτως δεν γίνει καταγγελία, η αξίωση για καθεμία των περιοδικών δόσεων, η οποία διατηρεί την αυθυπαρξία της, υπόκειται στην πενταετή παραγραφή (ΑΠ 751/2012, 747/2012, 1455/2007, 637/1997).
Οι διατάξεις του άρθρου 86 παρ. 3 ν. 2362/1995, κατά το οποίο χρηματική απαίτηση του Δημοσίου, που απορρέει από σύμβαση που αυτό έχει καταρτίσει, παραγράφεται μετά εικοσαετία από τη λήξη του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο έγινε η εν στενή έννοια βεβαίωση αυτής, δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση του πρώην Ταμείου Νομικών, ως προς το οποίο εφαρμόζονται οι προαναφερόμενες διατάξεις, οι οποίες κατισχύουν ως ειδικές των διατάξεων του τελευταίου αυτού νόμου (ΑΠ 1831/2006).
Αντίθετη εκδοχή δεν συνάγεται από το άρθρο 1Β του ως άνω ν. 2362/1995 (το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3871/2010), κατά το οποίο για τους σκοπούς του νόμου αυτού οι κατωτέρω όροι έχουν την ακόλουθη έννοια: "1. [...] 2. Γενική Κυβέρνηση: περιλαμβάνει την Κεντρική Κυβέρνηση, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης (ΟΚΑ) σύμφωνα με τα κριτήρια του Ευρωπαϊκού Συστήματος Λογαριασμών (ΕΣΟΛ)".
Και αυτό διότι, σύμφωνα με τους περιλαμβανόμενους στο ανωτέρω άρθρο 1Β ορισμούς, μόνον το γεγονός ότι οι ΟΤΑ και οι ΟΚΑ περιλαμβάνονται στον όρο "Γενική Κυβέρνηση", δεν συνεπάγεται ότι γι' αυτούς τους οργανισμούς τυγχάνουν εφαρμογής όλες ανεξαιρέτως οι διατάξεις του παραπάνω νόμου, δηλαδή και όσες αναφέρονται σε άλλους φορείς υπαγόμενους σε διαφορετικούς περιλαμβανόμενους στο ανωτέρω άρθρο 1Β ορισμούς, όπως είναι το Δημόσιο (βλ.
την παρ. 4 του ίδιου άρθρου, κατά την οποία ως Κεντρική Διοίκηση ή Δημόσιο ή Κράτος νοούνται η Προεδρία της Δημοκρατίας, τα Υπουργεία και τις αποκεντρωμένες Διοικήσεις, καθώς και οι ανεξάρτητες Αρχές). Ενόψει αυτών των διαφοροποιήσεων δεν είναι δυνατό να υπαχθούν οι Ο.Κ.Α., βάσει του συγκεκριμένου νόμου, στη ρύθμιση του άρθρου 86 του ν. 2362/1995, που προβλέπει ρητώς και ειδικώς για το Δημόσιο: "Παραγραφή απαιτήσεων του Δημοσίου: 1.
Καμμία χρηματική απαίτηση του Δημοσίου δεν υπόκειται σε παραγραφή πριν να βεβαιωθεί πράγματι προς είσπραξη ως δημόσιο έσοδο στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία ή το αρμόδιο Τελωνείο (βεβαίωση εν στενή εννοία). Ο κανόνας αυτός δεν αλλοιώνεται από την τυχόν βραδεία τοιαύτη βεβαίωση. 2. Η χρηματική απαίτηση του Δημοσίου μετά των συμβεβαιουμένων προστίμων παραγράφεται μετά πενταετία από τη λήψη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε εν στενή εννοία και κατέστη αυτή ληξιπρόθεσμη. 3.
Χρηματική απαίτηση του Δημοσίου που α)...... ε) αφορά σε περιοδικές παροχές, στ) γεννήθηκε από καταλογισμό που έγινε από οποιαδήποτε αρμόδια δημόσια αρχή, παραγράφεται μετά εικοσαετία από τη λήψη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο έγινε η εν στενή εννοία βεβαίωση αυτής." Επιπροσθέτως δε, ενόψει του γεγονότος ότι το άρθρο 1Β προστέθηκε στον ν. 2362/1995 με το άρθρο 2 του ν. 3871/2010 (ΦΕΚ/14.8.2010), το ζήτημα της υπαγωγής στον αμέσως παραπάνω νόμο των αναφερόμενων στο άρθρο αυτό οργανισμών δεν τίθεται καν και δεν είναι δυνατό να προκαλέσει οποιονδήποτε προβληματισμό επί απαιτήσεων των ΟΚΑ, που είχαν παραγραφεί πριν από τη σχετική προσθήκη.
Επίσης, η διάταξη του άρθρου 28 παρ. 4 εδ. β' του ν. 2579/1998, κατά την οποία οι διατάξεις των άρθρων 11 του Κανονιστικού διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "περί Κωδικός των νόμων περί δικών του Δημοσίου" και 22 παρ. 4 του ν.1868/1989 (ΦΕΚ Α' 230), έχουν εφαρμογή και επί των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ) και ότι τα πρόσωπα αυτά απαλλάσσονται, όπως και το Δημόσιο, από την υποχρέωση καταβολής οποιουδήποτε παραβόλου, τέλους, ενσήμου ή εισφοράς για την άσκηση ή την εκδίκαση αγωγών, ενδίκου μέσου ή βοηθήματος ή για τη διενέργεια οποιασδήποτε δικαστικής ή διαδικαστικής πράξης ενώπιον όλων των δικαστηρίων ή δικαστικών ή άλλων αρχών, ως γενική, δεν εισάγει διαφορετική ρύθμιση για το ζήτημα της παραγραφής των απαιτήσεων του πρώην Ταμείου Νομικών.
Ήδη δε με το άρθρο 137 παρ. 1 του ν. 3655/2008 (ΦΕΚ Α' 58/3-4-2008), ορίσθηκε ότι: "Κάθε απαίτηση των ΦΚΑ (ήτοι Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης) παραγράφεται εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, μετά πέντε (5) έτη από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε και κατέστη ληξιπρόθεσμη.
Εάν η βεβαίωση του χρέους έγινε πριν αυτό καταστεί ληξιπρόθεσμο ολικά ή μερικά, η παραγραφή αρχίζει από τη λήξη του οικονομικού έτους, κατά το οποίο αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο. Για τα παρακάτω χρέη προς τους ΦΚΑ ισχύει η εικοσαετής παραγραφή, που αρχίζει από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκαν, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από ειδικές διατάξεις που αφορούν τους ΦΚΑ και τους εντασσόμενους σε αυτούς φορείς κλάδους ή λογαριασμούς:
α) [...] . β) [...]. γ) [...]. δ) απαιτήσεις από χρηματικές αξιώσεις του φορέα που προέρχονται από συναφθείσα σύμβαση, ε) Απαιτήσεις που δημιουργούνται από συμβάσεις και διατάξεις τελευταίας βούλησης [...]". Με τις διατάξεις του ως άνω άρθρου 137 του ν. 3655/2008, η ισχύς του οποίου αρχίζει στις 03-04-2008 (άρθρο 154), ρυθμίσθηκε, μεταξύ άλλων, η παραγραφή απαιτήσεων υπέρ των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΚΑ), υπάγονται δε σε αυτή και οι μη βεβαιωθείσες, κατά την έναρξη της ισχύος του, ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του ΦΚΑ, εφόσον όμως αυτές δεν είχαν παραγραφεί υπό το προγενέστερο νομικό καθεστώς, που προαναφέρθηκε (ΑΠ 1073/2019, 1440/2017, 751/2012).
Εξάλλου το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α' 87/23-7-2015), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 01-01-2016 ένδικα μέσα, ορίζει: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. [...] Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) [...], 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Οι διατάξεις αυτές επαναλαμβάνουν την προγενέστερη ρύθμιση με την προσθήκη δύο επιπλέον λόγων, που ταυτίζονται κατά περιεχόμενο με τους από το άρθρο 559 αρ. 8 και 19 ΚΠολΔ, αντίστοιχα λόγους αναιρέσεως (ΑΠ 1537/2017).
Ειδικότερα, κατά την έννοια του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, αντίστοιχου του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ10/2011, 7/2006, ΑΠ 1527/2017). Εάν το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 721/2015).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημος με τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης για έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς (ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 15/2006).
Ως "ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης", που αναφέρεται στην άνω διάταξη και του οποίου η παράλειψη αιτιολόγησης ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή και αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της νοείται μόνο ο ισχυρισμός που έχει αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνος που τείνει στη θεμελίωση ή την κατάλυση ουσιαστικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 394/2017).
[Γ] Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείου Ηλείας, που δίκασε ως εφετείο, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Κατόπιν του ισχυρού σεισμού που έπληξε την πόλη και την ευρύτερη περιοχή του Πύργου Ηλείας στις 26-03-1993, με την υπ'αριθμ. 3674/29.7.1993 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΝΟΜΙΚΩΝ" αποφασίστηκε η χορήγηση δανείου στους σεισμοπαθείς άμισθους και έμμισθους ασφαλισμένους του, κατοίκους του Νομού Ηλείας.
Στις 2 Αυγούστου 1993 ο ανακόπτων, Δ. Α. του Γ., δικηγόρος, κάτοικος Πύργου, συνήψε με το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΝΟΜΙΚΩΝ" , του οποίου το καθού η ανακοπή Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία " ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ - ΤΟΜΕΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΝΟΜΙΚΩΝ (Ε.Τ.Α.Α. - Τ.Α.Ν.)" κατέστη καθολικός διάδοχος, δυνάμει του άρθρου 25 του ν.3655/2008, σύμβαση δανείου, ποσού 1.000.000 δρχ.
άλλως 2.934,70 ευρώ. Η διάρκεια αποπληρωμής του δανείου ορίστηκε σε τριάντα έξι (36) ισόποσες μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, ποσού 36.150 δραχμών η καθεμία άλλως 106,09 ευρώ, της πρώτης καταβλητέας την 01-09-1994 και της τελευταίας (36ης) την 01η.8.1997, με συμβατικό επιτόκιο 18% και τελικό ποσό αποπληρωμής 3.819,24 ευρώ. Σύμφωνα με ρητό όρο, υπ' αριθμόν 4, της δανειακής σύμβασης, σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής οποιασδήποτε δόσης ή μέρους αυτής ή και τόκων, ο δανειολήπτης θα χρεώνεται χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση, όχληση ή επιταγή προς πληρωμή για τα καθυστερούμενα ποσά από την ημέρα καθυστέρησης μέχρι την εξόφληση, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, ενώ σε περίπτωση καθυστέρησης δύο ή περισσότερων δόσεων το Ταμείο Νομικών δικαιούται να κηρύξει ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό του δανείου με τους τόκους υπερημερίας και να επιδιώξει την είσπραξή του.
Στις 21-03-2012 απεστάλη στον ανακόπτοντα από τον Διευθυντή του καθού, ως καθολικού διαδόχου του "Ταμείου Νομικών", το υπ'αριθμ.πρωτ. 46076/16.11.2011 έγγραφό του, με το οποίο ζητήθηκε να καταβάλει το οφειλόμενο χρέος του δανείου του, ποσού 2.970,52 ευρώ μετά των αναλογούντων τόκων υπερημερίας, άλλως θα προέβαινε σε αναγκαστική εκτέλεση κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ. Ακολούθως, με την υπ'αριθμ. 1014/28.5.2012 απόφαση καταλογισμού ο Διευθυντής Οικονομικού του Τ.Α.Ν. καταλόγισε στον ανακόπτοντα οφειλή συνολικού ποσού 9.439,11 ευρώ και ειδικότερα για κεφάλαιο του δανείου το ποσό των 2.970,52 ευρώ και για τόκους το ποσό των 6.468,59 ευρώ και εν συνεχεία εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 41/4.1.2013 ταμειακή βεβαίωση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Πύργου και εστάλη στον ανακόπτοντα η υπ'αριθμ. 34/8.1.2013 ατομική ειδοποίηση χρεών.
Σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, οι αξιώσεις του "Ταμείου Νομικών" για καταβολή των τοκοχρεωλυτικών δόσεων από την ανωτέρω σύμβαση δανείου, ενόψει του ότι η σύμβαση αυτή ουδέποτε καταγγέλθηκε, υπόκειντο εκάστη εξ αυτών σε πενταετή παραγραφή, κατά τη διάταξη του άρθρου 250 περ. 15 του ΑΚ.
Και τούτο διότι με το π.δ. 437/1977, το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 56 παρ.2 του ν.δ. 496/1974, εξαιρέθηκαν της εφαρμογής του ν.δ. 496/1974, το οποίο στη διάταξη του άρθρου 44 όριζε την παραγραφή υπέρ και κατά των νομικών προσώπων σε μια πενταετία, εκτός των απαιτήσεων από σύμβαση, των οποίων η παραγραφή ορίστηκε εικοσαετής, οι ασφαλιστικοί οργανισμοί, που υπάγονταν στο Υπουργείο Κοινωνικής Ασφάλισης, μεταξύ των οποίων και το "Ταμείο Νομικών", το οποίο υπήχθη στην εποπτεία του με το άρθρο 36 παρ.7 του ν.δ. 1/1968.
Ενόψει δε του ότι στο καταστατικό του "Ταμείου Νομικών", που κυρώθηκε με το ν.4114/1960, δεν περιλαμβάνονται διατάξεις που να ρυθμίζουν ειδικώς το θέμα της παραγραφής, εφαρμογή έχουν οι κοινές περί παραγραφής διατάξεις του ΑΚ και συγκεκριμένα η διάταξη του άρθρου 250 περ.15 του ΑΚ. Η διάταξη του άρθρου 137 παρ.1 εδ.δ.
του ν. 3655/2008 (ΦΕΚ A /58/3.4.2008), που θεσπίζει για τις απαιτήσεις των φορέων κοινωνικής ασφάλισης πενταετή παραγραφή από τη λήξη του έτους εντός του οποίου η απαίτηση βεβαιώθηκε και κατέστη ληξιπρόθεσμη, δεν τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής, διότι οι επίδικες αξιώσεις του καθού για την καταβολή των τοκοχρεωλυτικών δόσεων, ως καθολικού διαδόχου του "Ταμείου Νομικών", είχαν ήδη προ της εφαρμογής του ανωτέρω νόμου παραγραφεί, ενόψει του ότι, ελλείψει καταγγελίας της δανειακής συμβάσεως, εκάστη απαίτηση για καθεμία δόση δανείου παραγράφετο αυτοτελώς.
Ειδικότερα οι τοκοχρεωλυτικές δόσεις, ποσού 106,09 ευρώ εκάστη, που έπρεπε να καταβληθούν, η εικοστή (20η), δεδομένου ότι είχαν καταβληθεί δεκαεννιά (19) δόσεις, την 01-04-1996 και η τελευταία την 01-08-1997, έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 περ.15 του ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 253 του ίδιου Κώδικα, που συμπληρώθηκε για την εικοστή την 1.1.2002 και για την τελευταία (τριακοστή έκτη) δόση την 01-01-2003 και συνεπώς όλες οι ενδιάμεσες δεκαπέντε (15) δόσεις παρεγράφησαν κατά το χρονικό διάστημα από την 01-01-2002 έως την 01-01-2003.
Επομένως, κατά την έναρξη ισχύος του ν.3655/2008 (03-04-2008) όλες οι δόσεις του δανείου είχαν παραγραφεί και καμία δεν καταλαμβάνεται από το νόμο αυτό.
Συνεπώς, οι τέταρτος και πέμπτος λόγος της ανακοπής πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι κατ'ουσίαν. Με βάση τα όσα προεκτίθενται, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη δέχθηκε τα ίδια, δεν έσφαλε ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εκκαλούν.
Ειδικότερα με τον πρώτο λόγο της έφεσης, το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι ο ν.2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού", σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 1β παρ.2 και 25 αυτού, τύγχανε εφαρμογής πλην του Δημοσίου και στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και στους φορείς κοινωνικής ασφάλισης και ότι ως εκ τούτου η επίδικη δανειακή σύμβαση διέπεται από το νόμο αυτό καθόσον άμεσα συμβαλλόμενο σ' αυτήν ήταν φορέας κοινωνικής ασφάλισης, όπως ήταν το πρώην ΕΤΑΑ - ΤΑΝ και πλέον το ίδιο (ΕΦΚΑ), η δε εκκαλουμένη εσφαλμένως δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 86 παρ.3 του ν.2362/1995, κατά το οποίο η παραγραφή χρηματικών απαιτήσεων του Δημοσίου, οι οποίες απορρέουν από συμβάσεις που έχει καταρτίσει, καθώς και απαιτήσεις που αφορούν περιοδικές παροχές, είναι είκοσι έτη από τη λήξη του οικονομικού έτους εντός του οποίου έγινε η εν στενή έννοια βεβαίωση αυτών των χρεών και απαιτήσεων.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθώς το Ταμείο Νομικών και τέως ΕΤΑΝ-ΤΑΝ ως φορέας κοινωνικής ασφάλισης δεν υπάγονταν στο ρυθμιστικό πλαίσιο του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού" και ως εκ τούτου δεν τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 86 παρ. 3 αυτού περί παραγραφής, έως το 2010, καθώς η διάταξη του άρθρου 1Β παρ.2 του ν.2362/1995, στο οποίο αναφέρεται ότι στην έννοια της Γενικής Κυβέρνησης περιλαμβάνονται και οι Οργανισμοί Κοινωνικής Ασφάλισης, προστέθηκε με το άρθρο 2 του ν.3871/2010 (ΦΕΚ/14.8.2010), ήτοι σε χρόνο κατά το οποίο είχε παρέλθει από το 2003 η προθεσμία παραγραφής των ανεξόφλητων τοκοχρεωλυτικών δόσεων του επίδικου δανείου, η οποία ήταν πενταετής με βάση τη γενική διάταξη του ΑΚ, καθώς με το άρθρο μόνο του ΠΔ 437/1977 εξαιρέθηκε το "Ταμείο Νομικών", τέως ΕΤΑΑ-ΤΑΝ, των διατάξεων του ν.δ.
περί λογιστικού του Ν.Π.Δ.Δ.
Με τον δεύτερο λόγο έφεσης το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι εσφαλμένως η εκκαλουμένη έκρινε ότι, επειδή δεν υπήρξε καταγγελία της συμβάσεως δανείου εκάστη τοκοχρεωλυτική δόση αυτού υπόκειται σε αυτοτελή παραγραφή, καθώς κατά την δανειακή σύμβαση δεν απαιτείτο καταγγελία αυτής από το ΕΤΑΑ-ΤΑΝ και πλέον το ίδιο (ΕΦΚΑ), ώστε να δικαιούται να αξιώσει ολόκληρο το ποσό του δανείου, το οποίο υπόκειται σε εικοσαετή παραγραφή. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ'ουσίαν, καθώς από τον όρο υπ' αριθμόν 3 παρ.2 της επίδικης δανειακής σύμβασης σαφώς προκύπτει ότι, μόνο σε περίπτωση που το δάνειο είχε καταγγελθεί λόγω καθυστέρησης καταβολής δύο ή περισσότερων ληξιπρόθεσμων δόσεων "Σε περίπτωση καθυστερήσεως δύο ή περισσότερων δόσεων του δανείου το Ταμείο Νομικών δικαιούται να κηρύξει ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό του δανείου..." η αξίωση του εκκαλούντος προς εφάπαξ εξόφληση ολόκληρου του ποσού του δανείου μετά των τόκων θα υπόκειτο σε εικοσαετή παραγραφή. Επομένως η ένδικη έφεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της ως αβάσιμη κατ'ουσίαν."
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πρωτοδικείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως και είχε δεχθεί την ανακοπή του αναιρεσιβλήτου, ακυρώνοντας τη 1014/28-5-2012 απόφαση καταλογισμού οφειλής του Δ/ντή Οικονομικών του Τ.Α.Ν. και της 41/4-1-2013 ταμειακής βεβαίωσης του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.
Πύργου εις βάρος του ανακόπτοντος. Έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με εσφαλμένη ερμηνεία τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 250 αρ. 15 ΑΚ, που εφάρμοσε, αλλά ούτε εκείνες των άρθρων 1Β παρ. 2 και 86 παρ. 1, 3 του ν. 2362/1995, που δεν εφάρμοσε, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, εφαρμοστέες στην κρινόμενη περίπτωση ήταν οι διατάξεις του άρθρου 250 αρ. 15 ΑΚ και όχι εκείνες του άρθρου 86 παρ. 1, 3 του ως άνω ν. 2362/1995, που ρυθμίζουν την παραγραφή των χρηματικών αξιώσεων του Δημοσίου.
Επομένως, ο πρώτος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης, με τον οποίο το αναιρεσείον ν.π.δ.δ. υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Επίσης, με τις ως άνω παραδοχές του, το Πρωτοδικείο δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα του, ότι μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 3655/2008 (03-04-2008), το τέως Ταμείο Νομικών δεν ενεργοποίησε, με καταγγελία, τον σχετικό όρο της σύμβασης του επιδίκου τοκοχρεωλυτικού δανείου, που παρείχε σε αυτό το δικαίωμα, σε περίπτωση καθυστέρησης δύο ή περισσοτέρων δόσεων, να κηρύξει ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το οφειλόμενο υπόλοιπο ποσό του δανείου με τους τόκους υπερημερίας, με συνέπεια οι αξιώσεις των περιοδικών τοκοχρεωλυτικών δόσεων τούτου να διατηρήσουν την αυτοτέλειά τους, εξακολουθώντας να υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ. 15 ΑΚ, η οποία είχε ήδη συμπληρωθεί κατά τον ως άνω χρόνο (03-04-2008), χωρίς να αξιώσει περισσότερα από τα απαιτούμενα για τη λύση της επίδικης δανειακής σύμβασης στοιχεία.
Η παραδοχή δε του Πρωτοδικείου, ότι δεν υπήρξε καταγγελία της συμβάσεως και, ως εκ τούτου, οι επί μέρους τοκοχρεωλυτικές δόσεις διατήρησαν την αυτοτέλειά τους, ουδόλως αντιφάσκει με την έτερη παραδοχή ότι είχε οριστεί δήλη ημέρα για την καταβολή εκάστης των ανωτέρω δόσεων, που είχε απλώς ως συνέπεια την επιβάρυνση αυτής με τόκους υπερημερίας από την καθυστέρηση καταβολής της.
Υπό τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η επιδίωξη της είσπραξης ολόκληρου του οφειλόμενου ποσού του δανείου με τους τόκους υπερημερίας έλαβε το πρώτον χώρα μετά την ως άνω επελθούσα παραγραφή των επιμέρους από τις δόσεις αξιώσεων του Τ.Α.Ν. δια της 1014/28-5-2012 απόφασης καταλογισμού οφειλής του Δ/ντή Οικονομικών του, καθόσον το Ταμείο Νομικών δεν είχε προβεί προηγουμένως στην κήρυξη ολόκληρου του οφειλόμενου ποσού του δανείου με τους τόκους υπερημερίας ληξιπρόθεσμου και απαιτητού, όπως θα είχε, βάσει της δανειακής σύμβασης, τη δυνατότητα να πράξει, χωρίς μία τέτοια συνέπεια να επέρχεται αυτομάτως, σύμφωνα με το παρατιθέμενο σχετικό περιεχόμενο της παραπάνω σύμβασης, με την καθυστέρηση καταβολής δύο δόσεων, όπως το αναιρεσείον φαίνεται αβασίμως να υπολαμβάνει.
Επομένως και ο δεύτερος, από τους αριθμούς 1 και 6 του ιδίου άρθρου, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατόπιν αυτών, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του κατά το σχετικό αίτημα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται μειωμένα, αφού η νομική υπεράσπιση της ένδικης υπόθεσης του αναιρεσείοντος δεν διεξήχθη από αντιπρόσωπο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Ειδικότερα, κατά το άρθρο 22 § 1 του ν. 3693/1957 "Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί Νομικού Συμβουλίου του Κράτους διατάξεων", η αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου που περιλαμβάνεται στις δαπάνες, οι οποίες θα αποδοθούν στο διάδικο που νίκησε, μειώνεται μέχρι το μισό του ελαχίστου ορίου της διατίμησης και δεν μπορεί να υπερβεί ορισμένο χρηματικό ποσό, αναπροσαρμοζόμενο κάθε φορά με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρο 5 § 12 του ν. 1737/1987).
Κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται και στις δίκες στις οποίες διάδικος είναι υπουργός ή νομάρχης ή πρόσωπο του οποίου η νομική υπηρεσία διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Από τη διατύπωση της τρίτης παραγράφου προκύπτει ότι μόνο στα νομικά πρόσωπα η νομική υπηρεσία των οποίων διεξάγεται από το Ν.Σ.Κ.
έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 περί μειώσεως της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου κ.λπ.
Συνεπώς, το γεγονός ότι ορισμένο Ν.Π.Δ.Δ. απολαύει, βάσει διατάξεως νόμου, των απαλλαγών, ατελειών και προνομίων του Δημοσίου δεν δικαιολογεί την εφαρμογή και των παραπάνω διατάξεων για τη δικαστική δαπάνη, αφού δεν πρόκειται για προνόμιο ή απαλλαγή, αλλά για διάταξη αναφερόμενη στη δικαστική υπεράσπιση από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (ΑΠ 1203/2019, 1073/2019, 366/2017, 589/2015).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 05-08-2019 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ'' (Ε.Φ.Κ.Α.) για αναίρεση της 362/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας.
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου σε βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιανουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Φεβρουαρίου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ