Appeal dismissed for inadmissibility due to failure to raise the forged letter argument in written submissions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against a labor court judgment regarding an employee's sick leave and termination. The appellant argued that the lower court incorrectly considered a letter allegedly forged by the employee, which the employee claimed was altered to hide his dismissal. The court ruled the appeal inadmissible because the appellant failed to raise this specific argument in their written submissions before the appellate court, despite having the opportunity to do so during the hearing. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 561, 562 of the Code of Civil Procedure; An appeal argument must be raised in written submissions or during the hearing, and failure to do so renders it inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 144 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 144/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή και Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.Ε." που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταματία Μάρκου - Νικοπούλου, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Α. Ν. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Ανδριά, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/2/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3392/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 3392/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 3/4/2017 αίτησή της και τους από 27/6/2017 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012 ισχύοντος από 2.4.2012 κατά το άρθρο 113 αυτού, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 93 παρ. 1 του Ν. 4139/2013, και η οποία αναριθμήθηκε σε παρ. 3 με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 μετά την αναδιατύπωση του εν λόγω άρθρου, ισχύοντος από 1.1.2016 [κατά το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του τελευταίου αυτού νόμου], προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για την περίπτωση της αναίρεσης, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο.
Σύμφωνα όμως με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει για τις διαφορές, μεταξύ άλλων, από το άρθρο 614 παρ. 3 του ιδίου Κώδικα (εργατικές διαφορές - προηγουμένως άρθ. 663 επ του ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση κατά την κατάθεση της ένδικης από 3.4.2017 και με αριθ. κατάθεσης 2558/220/10.4.2017 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 2559/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με αντικείμενο διαφορά μεταξύ των διαδίκων από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου αφορώσα την καταβολή αποδοχών υπερημερίας, η αναιρεσείουσα εταιρεία προέβη στην επισύναψη του υπ' αριθ. 12848714695706020043 παραβόλου ύψους τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την άσκηση της αναίρεσης.
Η ως άνω διαφορά όμως, ως εργατική, απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και κατά συνέπεια το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στην αναιρεσείουσα, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ως άνω αίτησης αναίρεσης (ΑΕΔ 3, 4/2014).
Με την από 3.4.2017 και με αριθ. κατάθεσης 2558/220/10.4.2017 αίτηση αναίρεσης και τον από 27.6.2017 και με αριθ. κατάθ. 59/10.7.2017 δι' ιδίου δικογράφου ασκηθέντα πρόσθετο λόγο αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 2559/8.11.2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Με την προσβαλλομένη απόφαση έγινε κατά ένα μέρος δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 30.11.2014 και με αριθ. κατάθ. 8164/5.12.2014 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, εξαφανίσθηκε η υπ' αριθ. 3392/16.12.2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε απορρίψει κατά το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης ως μη νόμιμη και κατά το κεφάλαιο της επιδίκασης αποδοχών υπερημερίας ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 24.2. 2011 και με αριθ.
κατάθ. 35339/1025/25.2.2011 αγωγή αυτού και στη συνέχεια έγινε δεκτή κατά ένα μέρος, ως ουσιαστικά βάσιμη η αγωγή αυτού, κατά το κεφάλαιο επιδίκασης αποδοχών υπερημερίας και του επιδικάσθηκε για την αιτία αυτή το χρηματικό ποσό των 11.839,97 ευρώ για την περίοδο από 3.12.2010 έως 3.8.2011, με το νόμιμο τόκο. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον η προσβαλλομένη απόφαση επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 23.3.2017, όπως διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο και δεν αμφισβητείται από τον αναιρεσίβλητο, η δε αναίρεση κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 10.4.2017 (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).
Επίσης, ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης ασκήθηκε παραδεκτά με κατάθεση του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 10 Ιουλίου 2017 (αρ. κατ. 59/10.7.2017) και επίδοση αυτού στις12 Ιουλίου 2017 στον αναιρεσίβλητο, όπως προκύπτει από την μετ' επικλήσεως προσκομιζομένη με αριθμό …68/12.7.2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Β.
Γ., ήτοι περισσότερες από τριάντα ημέρες πριν την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 28ης Νοεμβρίου 2017 (άρθ. 569 παρ.2 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτοί (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων στα άνω δικόγραφα λόγων αναίρεσης (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).
Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για να είναι ορισμένος ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).
Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 παρ 1 του ΚΠολΔ) οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.
Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996). Σημειώνεται ότι δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή όπου υπό την επίφαση αναιρετικής πλημμέλειας της προσβαλλομένης απόφασης πλήττεται η επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα εταιρεία προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 652, 200 και 288 του ΑΚ, με το να δεχθεί κατά ένα μέρος την αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου και να επιδικάσει σε αυτόν αποδοχές υπερημερίας, αντί να απορρίψει στο σύνολό της την αγωγή για το λόγο ότι κατά τη διάρκεια της δίμηνης αποχής του ενάγοντος από την εργασία του, ο τελευταίος, κατά τρόπο αντίθετο προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ουδέποτε ενημέρωσε αυτήν για την αιτία της απουσίας του, ούτε γνωστοποίησε τις αναρρωτικές άδειες που του είχαν χορηγηθεί από την εργασία του σε αυτήν.
Συγκεκριμένα με τον λόγο αυτό η αναιρεσείουσα εταιρεία ισχυρίζεται, με αναφορά μάλιστα σε επί μέρους αποδεικτικά στοιχεία (έγγραφα), ότι αυτή επί σειρά ετών δραστηριοποιείται στην εμπορία - αντιπροσωπείες οδοντιατρικών ειδών με έδρα την Αθήνα, ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, που είχε προσληφθεί από αυτήν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στις 15.2.2005 ως υπάλληλος γραφείου για εξωτερικές εργασίες, εγκατέλειψε αυτοβούλως την εργασία του στις 11.10.2010 χωρίς να ενημερώσει αυτήν, ότι παρά τις προσπάθειές της δεν κατέστη δυνατή η επικοινωνία μαζί του με συνέπεια να προκληθούν δυσλειτουργίες στην παράδοση παραγγελιών, ότι μετά την πάροδο 10 - 15 ημερών αυτή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αυτός είχε ανεύρει αλλού εργασία και για τον λόγο αυτό ο λογιστής της δεν τον περιέλαβε στις καταστάσεις προσωπικού της του μηνός Νοεμβρίου 2010, ότι στις 23.11.2010 κοινοποίησε σε αυτόν εξώδικη δήλωση με την οποία τον καλούσε να εμφανισθεί εντός είκοσι τεσσάρων (24) ωρών στην εργασία του, προσκομίζοντας τα δικαιολογητικά της αποχής του, άλλως να προσέλθει και υπογράψει το έγγραφο αναγγελίας οικειοθελούς παραίτησης προς τον ΟΑΕΔ, ότι στις 29.11.2010 αυτή κατέθεσε στον ΟΑΕΔ αντίγραφο της ως άνω εξώδικης δήλωσης με το έγγραφο αναγγελίας οικειοθελούς αποχώρησης του ενάγοντος υπογεγραμμένο μόνο από την ίδια, ότι την ίδια ημέρα (29.11.2010) παραλήφθηκε από αυτήν σε φάκελο επιστολή του ενάγοντος, στην οποία ο τελευταίος ανέφερε ότι ήταν γνωστό στην αναιρεσείουσα ότι θ' απείχε από την εργασία του, λόγω των πολύ σοβαρών προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε, έχοντας αναρρωτική άδεια, ότι κατά την επάνοδό του στην εργασία του στις 3.12.2010 αυτός δεν προσκόμισε κανένα δικαιολογητικό (ιατρική γνωμάτευση ή απόφαση της υγειονομικής επιτροπής του ΙΚΑ) για την επικαλούμενη ασθένειά του, τα οποία το πρώτον προσκόμισε στις 28.3.2011 στην μετ' αναβολή συζήτηση της εργατικής διαφοράς ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας και ότι κατά συνέπεια, νομίμως αυτή προέβη σε δήλωση οικειοθελούς αποχώρησης του ενάγοντος από την εργασία του, αφού ο τελευταίος επέδειξε κατά τα ανωτέρω συμπεριφορά αντίθετη προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη με συνέπεια να μην υποχρεούται αυτή σε καταβολή αποζημίωσης απόλυσης, περιστατικά τα οποία δεν έλαβε υπόψη του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του με αποτέλεσμα να προβεί σε κακή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 652, 200 και 288 του ΑΚ, υποπίπτοντας έτσι στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.
Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο αυτού σκέλος, αληθώς από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ [και όχι από τον αριθμό 8 του ιδίου άρθρου], η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν αιτιολογεί επαρκώς από πού προέκυψε η παραδοχή της ως άνω απόφασης περί τηλεφωνικής ενημέρωσης της ιδίας για την ασθένεια του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, αφού δεν διαλαμβάνεται στην απόφαση το πρόσωπο με το οποίο συνομίλησε ο αναιρεσίβλητος, ούτε τι ακριβώς διαμείφθηκε κατά τις σχετικές συνομιλίες.
Με το περιεχόμενο αυτό ο ως άνω λόγοι αναίρεσης είναι προεχόντως απορριπτέοι ως αόριστοι και συνακόλουθα απαράδεκτοι, διότι στο δικόγραφο της αναίρεσης δεν διαλαμβάνονται οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (δηλαδή δεν διαλαμβάνονται τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την κατ' ουσία παραδοχή κατά ένα μέρος της αγωγής του αναιρεσίβλητου, ως βάσιμης), υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτε εκτίθεται σε τι, με βάση τις παραδοχές αυτές, συνίσταται η παραβίαση αυτή, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη των εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης.
Ειδικότερα η αναιρεσείουσα περιορίζεται στο να διαλάβει στο αναιρετήριο τα κατ' αυτήν πραγματικά περιστατικά που καταδεικνύουν αντίθετη προς την καλή πίστη και συναλλακτικά ήθη συμπεριφορά του αναιρεσίβλητου, δηλωτικά μάλιστα της πρόθεσης οικειοθελούς αποχώρησης αυτού από την εργασία του και τους λόγους για τους οποίους, κατ' αυτήν, ουδέποτε έλαβε χώρα τηλεφωνική ενημέρωσή της για την ασθένεια του ενάγοντος, χωρίς να αναφερθεί, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, στις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, που οδήγησαν το δικαστήριο της ουσίας στο αντίθετο συμπέρασμα.
Σημειώνεται ότι σε κάθε περίπτωση η από το δικαστήριο της ουσίας επικαλουμένη μνεία της τηλεφωνικής ενημέρωσης της αναιρεσείουσας από τον αναιρεσίβλητο για την ασθένειά του δεν χρήζει περαιτέρω αιτιολογίας, αφού το σχετικό αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Υπό δε την επίκληση αναιρετικού λόγου και μάλιστα με αναφορά σε επί μέρους αποδεικτικά μέσα (έγγραφα), η αναιρεσείουσα πλήττει ουσιαστικά με τους ως άνω λόγους αναίρεσης την επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας κατά τα αμέσως ανωτέρω εκτιθέμενα και επομένως, σε κάθε περίπτωση, και για το λόγο αυτό, οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 224 εδ. α του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτη κάθε μεταβολή της (ιστορικής) βάσης της αγωγής, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 526 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτη στην κατ' έφεση δίκη κάθε μεταβολή της βάσης, του αντικειμένου και του αιτήματος της αγωγής, είτε γίνεται με το δικόγραφο της έφεσης, είτε με τις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, ακόμη και αν ο αντίδικος του ενάγοντος συναινεί.
Το απαράδεκτο λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο (ΑΠ 1704/2007). Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ.1 στοιχ. α του ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Επίσης, κατά πάγια νομολογία, βάσει των άρθρων 224 και 236 ΚΠολΔ, ο ενάγων μπορεί με τις προτάσεις να θεραπεύσει την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, αλλά όχι και την νομική αοριστία αυτής, η οποία υπάρχει όταν δεν περιέχεται στην αγωγή το βασικό περιστατικό που απαιτείται για τη νομική θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή της αγωγικής υποχρέωσης ή έννομης σχέσης.
Εξάλλου, η απαγόρευση, κατά τα άρθρα 224 και 526 του ΚΠολΔ, της μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής τόσο στον πρώτο, όσο και στον δεύτερο βαθμό, αναφέρεται μόνο σε ουσιώδες πραγματικό περιστατικό της ιστορικής βάσης της αγωγής, δηλαδή σε περιστατικό το οποίο, μόνο του ή από κοινού με άλλα, στηρίζει το αγωγικό αίτημα.
Έτσι, είναι απαράδεκτη η υποκατάσταση ή η προσθήκη με τις προτάσεις νέων ουσιωδών γεγονότων (οψιγενών ή μη), τα οποία συνιστούν προϋπόθεση, χωρίς τη συνδρομή της οποίας θα ήταν αδύνατη η γένεση της διαγνωστέας έννομης σχέσης ή συνέπειας ή τα οποία μπορούν μόνο αυτά να θεμελιώσουν νέα αγωγή. Αντίθετα, δεν συνιστά απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής η συγκεκριμενοποίηση αόριστης νομικής έννοιας (όπως η αμέλεια, ο δόλος κλπ.) από τον ενάγοντα ή από το δικαστήριο με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν τη σχετική αόριστη νομική έννοια, ούτε η επίκληση από τον ενάγοντα και η παραδοχή από το δικαστήριο για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του και νέων γεγονότων, τα οποία διασαφηνίζουν ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς ή συνιστούν μη αυτοτελή παραλλαγή της αρχικής ιστορικής αιτίας και δεν αναιρούν την ταυτότητα του βασικού βιοτικού συμβάντος, που στηρίζει το αίτημα της αγωγής (ΑΠ 910/2017, ΑΠ 517/2017, ΑΠ 1087/2014).
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, όπως αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 του Ν. 4558/1930, προκύπτει ότι σε περίπτωση αποχής του μισθωτού από την εργασία του, λόγω ασθένειας του τελευταίου, αν αυτή υπερβεί τα όρια που τίθενται από την εν λόγω διάταξη προκειμένου να χαρακτηρισθεί ως βραχείας διάρκειας, η λύση ή μη της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας κρίνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από το Δικαστήριο με βάση τις αρχές της καλής πίστης, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (άρθ. 200 και 288 του ΑΚ), μετά από εκτίμηση της αιτίας της αποχής, της διάρκειας αυτής, της υπαιτιότητας ή της συνυπαιτιότητας του μισθωτού και γενικά των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αποχή, οπότε το Δικαστήριο θα κρίνει εάν η αποχή αυτή, κατ' αντικειμενική κρίση, ανεξάρτητα δηλαδή από την πρόθεση του μισθωτού για λύση ή μη της σύμβασης, πρέπει να θεωρηθεί ως σιωπηρά εκ μέρους του τελευταίου καταγγελία της σύμβασης, ήτοι ως σιωπηρά δήλωση βούλησης του μισθωτού για την από αυτόν λύση της σύμβασης εργασίας (ΟλΑΠ 32/1988, ΑΠ 400/2015, ΑΠ 2028/2013, ΑΠ 983/2013, ΑΠ 248/2013, ΑΠ 423/2010, ΑΠ 1279/2006).
Ως βραχείας δε διαρκείας ασθένεια κατά το ως άνω άρθρο 3 του Ν. 4558/1930 θεωρείται εκείνη που διαρκεί μέχρι ένα μήνα για τους υπαλλήλους με υπηρεσία μέχρι τεσσάρων ετών, μέχρι τρεις μήνες για τους υπαλλήλους με υπηρεσία πέραν των τεσσάρων και μικρότερη των δέκα ετών, μέχρι τέσσερις μήνες για τους υπαλλήλους με υπηρεσία πέραν των δέκα και μικρότερη των δεκαπέντε ετών και έξι μήνες για υπαλλήλους με υπηρεσία πέραν των δεκαπέντε ετών.
Εάν, αντιθέτως, η κατά τα ανωτέρω αποχή του μισθωτού από την εργασία του λόγω ασθένειας αυτού δεν υπερβεί τα εκ του νόμου όρια της βραχείας ασθένειας, τότε η διάταξη αυτή θεσπίζει αμάχητο τεκμήριο, κατά το οποίο αποκλείεται να θεωρηθεί η ως άνω αποχή ως σιωπηρή καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας από την πλευρά του μισθωτού (ΑΠ 1364/1992).
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 529 παρ.1 του ΚΠολΔ, είναι επιτρεπτή η επίκληση και η προσκόμιση στη δευτεροβάθμια δίκη και νέων αποδεικτικών στοιχείων, εκτός εάν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά την παρ. 2 του ιδίου άρθρου αποκρούσει το νέο αποδεικτικό στοιχείο ως απαράδεκτο. Αν όμως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο λάβει υπ` όψη του και δεν αποκρούσει ως απαράδεκτα τα αποδεικτικά μέσα, που προσάγονται για πρώτη φορά σε αυτό, τούτο σημαίνει, πως δεν συνέτρεχε λόγος απαραδέκτου αυτών.
Ουδόλως δε απαιτείται να διαλάβει στην απόφαση του ειδική αιτιολογία, ότι η μη προσκομιδή αυτών από το διάδικο στην πρωτόδικη δίκη, δεν οφείλεται σε πρόθεση στρεψοδικίας ή σε βαρεία αμέλειά του, ενώ εξ άλλου η σχετική κρίση του δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 896/2014, ΑΠ 2035/2013, ΑΠ 1590/2010, ΑΠ 12/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο από τον αριθμό 8 [αληθώς από τον αριθμό 14] του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της την προταθείσα ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ένσταση περί απαράδεκτης μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής στο εφετείο, σύμφωνα με το άρθρο 526 του ΚΠολΔ, συνισταμένης στο ότι οι θεμελιωτικοί της αγωγής ισχυρισμοί του ενάγοντος - εκκαλούντος για δήθεν τηλεφωνική ενημέρωσή της εναγομένης - εφεσίβλητης από αυτόν για το πρόβλημα υγείας που αντιμετώπιζε και για την ύπαρξη κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής των σχετικών αποφάσεων της υγειονομικής επιτροπής του ΙΚΑ, προβλήθηκαν το πρώτον ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου με το δικόγραφο της έφεσης, χωρίς να διαλαμβάνονται στην αγωγή, αλλά ούτε και στις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις αυτού.
Επίσης, με τον ίδιο λόγο, προβάλλει την αιτίαση ότι οι σχετικές αποφάσεις των Υγειονομικών Επιτροπών του ΙΚΑ προσκομίσθηκαν καθυστερημένα το πρώτο ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, χωρίς το τελευταίο να απαντήσει για το απαράδεκτο της επίκλησής των. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της από 24.2.2011 και με αριθ.
κατάθ. 35339/1025/2011 ένδικης αγωγής, που επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα του σχετικού αναιρετικού λόγου (άρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ιστορούσε ότι δυνάμει καταρτισθείσας στις 15.2.2005 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου απασχολείτο επί καθημερινής βάσης από 08.00 πμ έως 16.00 μμ στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία ως υπάλληλος εξωτερικών εργασιών με χρήση δικύκλου, με αντικείμενο εργασίας την μεταφορά και παράδοση αναλώσιμων οδοντιατρικών ειδών σε πελάτες της τελευταίας και στην είσπραξη χρημάτων από αυτούς, ότι στις 4.10.2010, λόγω της σοβαρής ασθένειας "Αδαμαντιάδη - Bechet" (φλεγμονής οφθαλμών) του χορηγήθηκε άδεια ασθένειας ενός μήνα, η οποία παρατάθηκε για ένα ακόμη μήνα, αφού δεν είχε αποκατασταθεί η υγεία του, ότι η εναγομένη, αν και γνώριζε το σοβαρό πρόβλημα υγείας που αυτός αντιμετώπιζε, του κοινοποίησε στις 23.11.2010 εξώδικη δήλωση με την οποία τον καλούσε να επανέλθει στην εργασία του εντός είκοσι τεσσάρων ωρών, άλλως να υπογράψει αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης από την εργασία του και ότι στις 3.12.2010, με τη λήξη της αναρρωτικής αδείας, επανήλθε στην εργασία του, πλην όμως η εναγομένη αρνήθηκε να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του, χωρίς να καταγγείλει εγγράφως τη σύμβαση εργασίας και να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση, ισχυριζόμενη ότι αυτός είχε αποχωρήσει οικειοθελώς από την εργασία του, με συνέπεια να περιέλθει αυτή σε υπερημερία.
Με βάση το ιστορικό αυτό και, επικαλούμενος το αμάχητο τεκμήριο του άρθρου 5 παρ.3 του Ν. 2112/1920, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 του Ν. 4558/1930, κατά το οποίο η αποχή υπαλλήλου από την εργασία του που οφείλεται σε βραχείας διάρκειας ασθένειας, ως στην προκειμένη περίπτωση [ασθένεια διαρκούσα μέχρι τρεις μήνες για τους έχοντες υπηρεσία πλέον των τεσσάρων και μέχρι δέκα ετών στον εργοδότη], όπως ο ενάγων, δεν θεωρείται ως λύση της σύμβασης εκ μέρους του μισθωτού, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη στην καταβολή αποδοχών υπερημερίας για το διάστημα από 3.12.2010 έως 3.3.2013, συνολικού ύψους 39.052,25 [1259,75 ευρώ μηνιαίες αποδοχές Χ 31 μήνες], επικουρικά δε, εάν ήθελε θεωρηθεί ότι η εναγομένη εταιρεία κατήγγειλε προφορικά στις 3.12.2010 τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αυτού, την καταβολή του ποσού αυτού, λόγω ακυρότητας της καταγγελίας, συνεπεία της μη τήρησης από αυτήν των προβλεπομένων από το άρθρο 5 παρ.3 του Ν. 3198/1955 διατυπώσεων.
Επομένως η έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο αγωγή διελάμβανε όλα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά για τη θεμελίωση της ιστορικής βάσης που στηρίζει το αγωγικό αίτημα για επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας, μόνη δε η αναφορά του ενάγοντος με την έφεση σε τηλεφωνικές επικοινωνίες αυτού με την εναγομένη εταιρεία διασαφηνίζει απλά τον (μη ουσιώδη) αγωγικό ισχυρισμό αυτού σχετικά με τη γνώση της ασθένειας αυτού από την εναγομένη και δεν αναιρεί την ταυτότητα του βασικού βιοτικού συμβάντος, που στηρίζει το αίτημα της αγωγής.
Τέλος παραδεκτώς λήφθηκαν υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο οι προσκομισθείσες με επίκληση ενώπιον του αποφάσεις της Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ, πολλώ δε μάλλον που με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις του ο ενάγων είχε επικαλεσθεί την με αριθ. 650/2011 βεβαίωση του ΙΚΑ - ΤΕΑΜ [σχετ. 6 στις πρωτόδικες προτάσεις του] που βεβαίωνε την έκδοση των συγκεκριμένων αποφάσεων της Ανώτατης Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ για την έγκριση χορήγησης αναρρωτικής άδειας, όπως άλλωστε επισημαίνει και το Εφετείο, απαντώντας στη σχετική αιτίαση της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας (βλ.
σελ. 14 της προσβαλλομένης απόφασης) Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).
Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 139/2014, 1720/2013, 232/2009).
Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο αυτού σκέλος η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της τους ισχυρισμούς της ότι οι τηλεφωνικές κλήσεις που επικαλείται ο ενάγων προς την αναιρεσείουσα για το διάστημα μέχρι τις 11.10.2010 ήταν ιδιωτικές συνομιλίες αυτού με υπάλληλο της εταιρείας, με την οποία αλληλοϋποστηρίζονταν, και όχι με το νόμιμο εκπρόσωπο αυτής και ότι αυτός είχε γνωστοποιήσει στην εναγομένη διαφορετικό αριθμό κινητού τηλεφώνου, από εκείνον μέσω του οποίου διατείνεται ότι επικοινωνούσε με αυτήν, με συνέπεια να μην είναι εφικτή η επικοινωνία της αναιρεσείουσας με αυτόν.
Περαιτέρω, με τον τέταρτο, ωσαύτως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο αυτού σκέλος, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την περαιτέρω πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της ότι κατά τη διάρκεια της εργασίας του στην αναιρεσείουσα απασχολείτο παραλλήλως και σε δεύτερη εργασία, ως υπάλληλος διανομών στην εταιρεία "...
ΕΕ", για την οποία μάλιστα προσκόμισε με επίκληση την με αριθ. 2403/2010 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξ αιτίας της οποίας (δεύτερης εργασίας του) δεν δικαιούτο και δεν έλαβε από το ΙΚΑ επίδομα ασθενείας. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι οι ως άνω ισχυρισμοί δεν συνιστούν "πράγματα", αλλά είτε αιτιολογημένες αρνήσεις των διαλαμβανομένων στην αγωγή ισχυρισμών του ενάγοντος περί γνώσης της εναγομένης για την ασθένειά του, είτε πραγματικά επιχειρήματα υπέρ των απόψεων της αναιρεσείουσας εταιρείας.
Σημειώνεται μάλιστα ότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της ως άνω με αριθ. 2403/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η εργασία του ενάγοντος στην ως άνω εταιρεία "... ΕΕ" έπαυσε με προφορική καταγγελία του νομίμου εκπροσώπου της στις 5.1.2009, πριν δηλαδή τον επίδικο χρόνο, και ως εκ τούτου ο σχετικός ισχυρισμός της αναιρεσείουσας προτάθηκε αλυσιτελώς.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 349, 350, 352, 648 και 656 του ΑΚ προκύπτει ότι η υπερημερία του εργοδότη ως προς την αποδοχή της εργασίας του μισθωτού παύει α) με την αποδοχή της εργασίας του εργαζομένου, β) με τη δήλωση του εργοδότη ότι αποδέχεται τις υπηρεσίες του εργαζομένου υπό τους προϋφιστάμενους όρους της μεταξύ τους σύμβασης εξαρτημένης εργασίας γ) με την καθοιονδήποτε τρόπο λύση της σύμβασης εργασίας, περίπτωση που συντρέχει και όταν ο εργοδότης καταγγείλει εγκύρως τη σύμβαση εργασίας, τηρώντας τις νόμιμες διατυπώσεις (έγγραφο, καταβολή αποζημίωσης) και δ) με την περιέλευση του εργαζομένου για πραγματικούς ή νομικούς λόγους σε περίπτωση αδυναμίας παροχής της εργασίας του, εκτός εάν η αδυναμία αυτή οφείλεται σε γεγονός για το οποίο ο εργοδότης υπέχει ευθύνη (ΑΠ 1093/1993).
Η σύναψη όμως κατά τη διάρκεια της υπερημερίας του εργοδότη εκ μέρους του εργαζομένου σύμβασης εξαρτημένης εργασίας με άλλον εργοδότη δεν αίρει την υπερημερία του προηγουμένου, ο οποίος κατά το άρθρο 656 εδ. τελ. του ΑΚ δικαιούται απλώς να εκπέσει από τους οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας την ωφέλεια που ο εργαζόμενος αποκόμισε από την άλλη απασχόλησή του.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι επιδίκασε σε βάρος της μισθούς υπερημερίας για το διάστημα μετά τον Φεβρουάριο του 2011, χωρίς να λάβει υπόψη τον ισχυρισμό της ότι αυτή δεν υποχρεούτο στην εν λόγω καταβολή, αφού από τον Φεβρουάριο του έτους 2011 ο ενάγων είχε ανεύρει εργασία σε άλλον εργοδότη και του είχαν επικολληθεί τα σχετικά ένσημα για τους μήνες Φεβρουάριο και Μάρτιο του 2011.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η σύναψη από τον αναιρεσίβλητο σύμβασης εξαρτημένης εργασίας με άλλον εργοδότη κατά τη διάρκεια της υπερημερίας της αναιρεσείουσας δεν αίρει την υπερημερία της τελευταίας, η οποία απλώς δικαιούται να εκπέσει από τους οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας την ωφέλεια που ο αναιρεσίβλητος αποκόμισε από την άλλη απασχόλησή του, προτείνοντας τη σχετική από το άρθρο 656 εδ.
τελ. του ΑΚ ένσταση και προσδιορίζοντας, για το ορισμένο αυτής, το ύψος των εν λόγω αποδοχών.
Κατά την διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Για να θεωρηθεί η άσκηση δικαιώματος ως καταχρηστική, κατά την διάταξη αυτή, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΑΠ 238/2011, ΑΠ 1248/2011, ΑΠ 9/2010).
Αντιθέτως δεν είναι νόμιμος ο ισχυρισμός περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος κατά το άρθρο 281 του ΑΚ, όταν ουσιαστικά τα επικαλούμενα περιστατικά δεν αναφέρονται στον τρόπο άσκησης του δικαιώματος, αλλά κωλύουν τη γέννηση ή καταλύουν το δικαίωμα, ώστε να πλήττουν αυτή την ίδια την ύπαρξη του δικαιώματος, το οποίο φέρεται ότι ασκείται καταχρηστικά, αφού στην περίπτωση αυτή ο ισχυριζόμενος τ' ανωτέρω αρνείται απλά ή αιτιολογημένα την ύπαρξη του δικαιώματος και κατά συνέπεια δεν μπορεί να γίνει λόγος για καταχρηστική άσκηση αυτού από τον αντίδικό του (ΑΠ 1884/2013, ΑΠ 1119/2007, ΑΠ 764/2001, ΑΠ 1068/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα εταιρεία προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο απέρριψε την προβληθείσα πρωτοδίκως και κατ' έφεση ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος καταβολής αποδοχών υπερημερίας, συνισταμένης κατά τον σχετικό ισχυρισμό ότι ο αναιρεσίβλητος με την αντίθετη προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη συμπεριφορά του ήταν εκείνος που εν τοις πράγμασι κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας με την αναιρεσείουσα, εγκαταλείποντας τη θέση εργασίας του.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως μη νόμιμο τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσίβλητου για την καταβολή αποδοχών υπερημερίας με το ακόλουθο σκεπτικό: "Ο δε ισχυρισμός της εφεσίβλητης [ήδη αναιρεσείουσας] περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του εκκαλούντος [ήδη αναιρεσίβλητου] να αξιώνει αποδοχές υπερημερίας, τον οποίο παραδεκτά προτείνει το πρώτον στο παρόν Δικαστήριο με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις της, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και υποστήριξη του διατακτικού της εκκαλουμένης απόφασης (άρθ. 527 παρ.1 του ΚΠολΔ) κρίνεται μη νόμιμος, διότι το επικαλούμενο προς θεμελίωσή του περιστατικό και δη η οικειοθελής αποχώρηση του εκκαλούντος από την εργασία του χωρίς καμία ενημέρωση και ειδοποίηση συνιστά άρνηση του επιδίκου δικαιώματος και όχι άσκησή του καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 του ΑΚ".
Με την κρίση αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθά εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, αφού η εκ μέρους της αναιρεσείουσας αιτιολογημένη άρνηση του ασκουμένου με την αγωγή δικαιώματος του αναιρεσίβλητου για τη λήψη αποδοχών υπερημερίας, εφόσον κατά τον σχετικό ισχυρισμό αυτής αυτή ουδέποτε κατέστη υπερήμερη καθότι ο αναιρεσίβλητος αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του, δεν καταλείπει έδαφος εφαρμογής του άρθρου 281 του ΑΚ που προϋποθέτει παραδοχή της ύπαρξης του ως άνω δικαιώματος για τη λήψη αποδοχών υπερημερίας, το οποίο όμως ασκείται καταχρηστικά από τον αναιρεσίβλητο, αντίδικό της "ενισταμένης".
Κατά συνέπεια ο περί του αντιθέτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ έκτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Η περαιτέρω αιτίαση ότι εσφαλμένως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι η ανωτέρω ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος υποβλήθηκε το πρώτον ενώπιον αυτού, ενώ είχε υποβληθεί με τις προτάσεις της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και κατά την πρωτοβάθμια δίκη προς απόκρουση της αγωγής, προτείνεται αλυσιτελώς, εφόσον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ως παραδεκτό τον ανωτέρω ισχυρισμό και τον ερεύνησε περαιτέρω.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 κάθε αξίωση του μισθωτού που πηγάζει από άκυρη καταγγελία της σχέσης εξαρτημένης εργασίας είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιήθηκε μέσα σε τρίμηνη ανατρεπτική προθεσμία από την λύση της σχέσης εργασίας. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι η πιο πάνω αποκλειστική προθεσμία τάσσεται μόνο για την άσκηση των αξιώσεων που απορρέουν αμέσως από την άκυρη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας εκ μέρους του εργοδότη και δεν ισχύει σε περιπτώσεις που έχουν τις ίδιες συνέπειες με την άκυρη καταγγελία, αλλά δεν υπάρχει ή δεν μπορεί να συναχθεί ότι υπάρχει καταγγελία, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των αποδοχών υπερημερίας που οφείλονται στον μισθωτό, κατά το άρθρο 656 του ΑΚ, λόγω της απόκρουσης των υπηρεσιών του μισθωτού από τον εργοδότη για λόγους που αφορούν τον ίδιο (ΑΠ 363/2015, ΑΠ 192/2009, ΑΠ 1116/1987).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον έβδομο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της περί "παραγραφής" των αξιώσεων του αναιρεσίβλητου για καταβολή μισθών υπερημερίας, αφού η καταγγελία της σύμβασης εργασίας έλαβε χώρα στις 12.10.2010, όταν ο αναιρεσίβλητος εγκατέλειψε την εργασία του, άλλως και επικουρικά στις 24.11.2010 οπότε έληξε η ταχθείσα από αυτήν, δυνάμει της από 22.11.2010 εξώδικης δήλωσής της, εικοσιτετράωρη προθεσμία επανόδου αυτού στην εργασία του, άλλως και επικουρικότερα στις 29.11.2010 με την από αυτήν αναγγελία της οικειοθελούς αποχώρησης του αναιρεσίβλητου προς τον ΟΑΕΔ.
Ο λόγος αυτός, εφόσον ήθελε εκτιμηθεί ότι αναφέρεται στην από το άρθρο 6 παρ.1 του Ν. 3198/1955 τρίμηνη αποκλειστική προθεσμία άσκησης της αγωγής περί καταβολής αποδοχών υπερημερίας (και όχι σε παραγραφή), πέραν της αοριστίας του, εφόσον σε αυτόν δεν γίνεται μνεία του χρόνου επίδοσης της αγωγής στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα για να κριθεί αν παρήλθε ή όχι η ανωτέρω τρίμηνη προθεσμία, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας εταιρείας δεν έλαβε χώρα καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας από αυτήν, αλλά ο αναιρεσίβλητος κατά τις ως άνω χρονολογίες εκδήλωσε την πρόθεσή του οικειοθελούς αποχώρησης από την εργασία του.
Κατά συνέπεια δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 του Ν. 3198/1955. Η περαιτέρω μνεία ότι σε κάθε περίπτωση ο αναιρεσίβλητος με την από 29.11.2010 επιστολή του προς την αναιρεσείουσα, ομολόγησε ότι η τελευταία του γνωστοποίησε κατ' ιδίαν στις 11.10.2010 την απόλυσή του, δεν διαφοροποιεί τ' ανωτέρω, καθότι το δικαστήριο της ουσίας εκτιμά ελεύθερα το έγγραφο από το οποίο προκύπτει κατά την αναιρεσείουσα εξώδικη ομολογία (άρθ. 352 παρ.2 του ΚΠολΔ), λαμβανομένου μάλιστα υπόψη στην κρινόμενη υπόθεση της κατά τα εκτιθέμενα σε μεταγενέστερο χρόνο αποστολής της από 22.11.2010 εξώδικης δήλωσης της αναιρεσείουσας προς τον αναιρεσίβλητο να επιστρέψει στην εργασία του προσκομίζοντας τα σχετικά δικαιολογητικά της απουσίας του, άλλως να υπογράψει δήλωση οικειοθελούς αποχώρησης, συμπεριφορά η οποία δεν είναι συμβατή με προηγούμενη εκδήλωση της πρόθεσης αυτής για λύση εκ μέρους της της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας με καταγγελία.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1.1.2002 μετά την απάλειψη της φράσης "ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά" με το άρθρο 17 παρ.2 του Ν. 2915/2001, λόγω της κατάργησης του κατά τα άρθρα 341 επόμ. του ΚΠολΔ συστήματος της διεξαγωγής των αποδείξεων με την έκδοση παρεμπίπτουσας (προδικαστικής) περί αποδείξεων απόφασης, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώληση δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι' αυτά.
Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη και μάλιστα σε σχέση με συγκεκριμένο ισχυρισμό, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 237/2016, ΑΠ 360/2016, ΑΠ 1935/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 273/1011, ΑΠ 1700/2009, ΑΠ 259/2007, ΑΠ 223/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον όγδοο από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δέχθηκε ως αποδεδειγμένο τον αγωγικό ισχυρισμό του ενάγοντος ότι στις 11.10.2010 μετέβη στην έδρα αυτής επί της οδού ... προκειμένου να παραλάβει την απαραίτητη για την επιδότησή του από το ΙΚΑ βεβαίωση της εργοδότιδας, προσκομίζοντας και το ως άνω από 4.10.2010 παραπεμπτικό, την οποία ωστόσο η τελευταία, δια του λογιστή της αρνήθηκε να του χορηγήσει, χωρίς να έχει προσκομισθεί κανένα αποδεικτικό μέσο από τον αναιρεσίβλητο προς απόδειξη του ισχυρισμού αυτού.
Πέραν του ότι η συγκεκριμένη παραδοχή της προσβαλλομένης απόφασης δεν είναι ουσιώδης για τη θεμελίωση του ασκουμένου με την αγωγή δικαιώματος για την επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας, λόγω άρνησης της αναιρεσείουσας ν' αποδεχθεί τις υπηρεσίες του αναιρεσίβλητου, μετά την επιστροφή του τελευταίου στην εργασία του με τη λήξη της βραχείας διαρκείας δίμηνης αναρρωτικής άδειας (ΑΠ 378/1965), αλλά συνιστά πλεοναστική παραδοχή της προσβαλλομένης απόφασης, ο αναιρετικός αυτός λόγος κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του τ' αναγραφόμενα στη σελίδα 11 της προσβαλλομένης απόφασης αποδεικτικά μέσα (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων που εξετάσθηκαν στην πρωτοβάθμια δίκη, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών και όλα ανεξαιρέτως τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα) και κατά συνέπεια δεν δέχθηκε πράγματα χωρίς απόδειξη, ενώ δεν απαιτείτο η από την προσβαλλόμενη απόφαση ιδιαίτερη μνεία των αποδεικτικών στοιχείων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη του συγκεκριμένου ισχυρισμού.
Με τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει κατά το άρθρο 561 παρ 1 του ιδίου Κώδικα του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 2/2008). Όμως δεν αποτελούν έγγραφα για τη θεμελίωση του ανωτέρω αναιρετικού λόγου εκείνα στα οποία αποτυπώνονται άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου που περιέχουν τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, κατά το μέρος που περιλαμβάνουν τα όσα κατέθεσε ο μάρτυρας (ΑΠ 22/2018, 1843/2014, ΑΠ 5/2011, ΑΠ 1300/2006, ΑΠ 223/2006, ΑΠ 44/2003, ΑΠ 1425/2002, ΑΠ 751/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον ένατο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της παραμόρφωσης των με αριθ. 3392/24.4.2013 πρακτικών συνεδρίασης της πρωτοβάθμιας δίκης, καθ'ο μέρος περιέχουν τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων απόδειξης Β.
Γ. και ανταπόδειξης Α. Σ., με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από αυτά τα οποία εκείνοι κατέθεσαν ως μάρτυρες και περιέχονται στα εν λόγω πρακτικά. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι τα πρακτικά συνεδρίασης δίκης, κατά το μέρος που περιλαμβάνουν τις μαρτυρικές καταθέσεις, δεν αποτελούν έγγραφο, κατά την έννοια του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, δεκτικό παραμόρφωσης.
Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 στοιχ. γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002).
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι ένορκες βεβαιώσεις και τα έγγραφα), να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 322/2011, ΑΠ 371/2009).
Ειδικότερα οι ένορκες βεβαιώσεις στον ειρηνοδίκη ή στον συμβολαιογράφο αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα, και επομένως πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, η έλλειψη δε της μνείας αυτών δεικνύει ότι αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 1105/2015, ΑΠ 767/2011, ΑΠ 1690/2010, ΑΠ 1901/2009, ΑΠ 2178/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση με τους από τον αριθμό 11 στοιχ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τρίτο κατά το τελευταίο αυτού σκέλος, τέταρτο κατά το δεύτερο αυτού σκέλος και δέκατο λόγους αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα και να δεχθεί την αγωγή του αναιρεσίβλητου ως βάσιμη κατ' ουσία, αντί να την απορρίψει, δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε α) το πρόχειρο σημείωμα με ιδιόχειρη σημείωση του αναιρεσίβλητου με την οποία γνωστοποίησε διαφορετικό αριθμό κινητού τηλεφώνου αυτού σε σχέση με τον αριθμό κινητού τηλεφώνου, με τον οποίο διατείνεται ότι ειδοποίησε τηλεφωνικά την αναιρεσείουσα για την ασθένειά του (τρίτος λόγος αναίρεσης), β) την με αριθ. 2403/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σχετικά με την δεύτερη εργασία του αναιρεσίβλητου σε άλλον εργοδότη (τέταρτος λόγος αναίρεσης), γ) τις με αριθ. 4221 και 4220/2013 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της που λήφθηκαν νομότυπα ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών και δ) τα πρακτικά συνεδρίασης ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας, που αυτή επικαλέσθηκε και προσκόμισε τόσο πρωτοδίκως, όσο και κατ' έφεση, βάσει των οποίων προέκυπτε η βασιμότητα του ισχυρισμού αυτής ότι ουδέποτε προσκομίσθηκαν από τον αναιρεσίβλητο μέχρι τις 28.3.2011 τα δικαιολογητικά της ασθένειας αυτού.
Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί προεχόντως ως αβάσιμος, αφού από την περιεχομένη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση στη σελίδα 11 αυτής ότι "από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενόρκως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδρίασης αυτού, τις 4220 και 4221/22.4.2013 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών των Β.
Ο. του Π. και Ν. Τ. του Α., που ελήφθησαν με επιμέλεια της εφεσίβλητης κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης του εκκαλούντος κατ' άρθρο 671 παρ.1 εδ. τελ. ΚΠολΔ, ως ίσχυε και εφαρμόζεται εν προκειμένω πριν την κατάργησή του με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο Ν. 4335/2015 (βλ. την από 17.4.2012 γνωστοποίηση μαρτύρων και την …84/18.4.2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Β.
Γ.), καθώς και από όλα ανεξαιρέτως έγγραφα που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε ως δικαστικά τεκμήρια, ορισμένα από τα οποία μνημονεύονται ειδικώς κατωτέρω, χωρίς ωστόσο να παραλειφθεί κάποιο κατά την ουσιαστική εκτίμηση της διαφοράς, αποδείχθηκαν τ' ακόλουθα πραγματικά περιστατικά" δεν καταλείπεται ουδεμία αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τ' ανωτέρω έγγραφα και τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις.
Δεν ήταν δε υποχρεωμένο να αιτιολογήσει τους λόγους για τους οποίους δεν εκτίμησε κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας τις περιεχόμενες στις ένορκες βεβαιώσεις καταθέσεις των ανωτέρω μαρτύρων. Σημειώνεται ότι ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί καθυστερημένης εκ μέρους του αναιρεσίβλητου προσκόμισης των δικαιολογητικών αποχής του αναιρεσίβλητου από την εργασία του, δίμηνης διάρκειας, λόγω της επικαλουμένης από αυτόν ασθένειας, δεν είναι ουσιώδης, ενόψει του καθιερουμένου από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.3 του Ν. 2112/1920, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 3 του Ν. 4558/1930, αμάχητου τεκμηρίου, σύμφωνα με το οποίο, σε περίπτωση αποχής του εργαζομένου από την εργασία, που οφείλεται σε ασθένεια, η διάρκεια της οποίας δεν ξεπερνά τα από το νόμο τασσόμενα όρια αποκλείεται να θεωρηθεί αυτή (αποχή) ως σιωπηρά καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας εκ μέρους του εργαζομένου, η δε παράλειψη έγκαιρης προσκόμισης των σχετικών δικαιολογητικών στον εργοδότη, κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης (άρθ. 288 του ΑΚ) μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να δημιουργήσει μόνο σε βάρος του εργαζομένου υποχρέωση αποζημίωσης του εργοδότη για την τυχόν προκληθείσα σε αυτόν ζημία (ΑΠ 1364/1992) και δεν αποκλείει την μεταγενέστερη απόδειξη της ασθένειας από τον εργαζόμενο με την σε μεταγενέστερο χρόνο προσκόμιση των σχετικών πιστοποιητικών (ΑΠ 378/1965).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο αυτό, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό, που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως (ΑΠ 199/2017, ΑΠ 183/2014, ΑΠ 2319/2014, ΑΠ 114/2009).
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο τρόπος επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 1254/2010, ΑΠ 114/2009). Εξ άλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 445, 447, 455, 457 παρ.1, 2 και 3 και 458 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η επίκληση και προσκόμιση ιδιωτικού εγγράφου προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού εμπεριέχει, εντεύθεν, τον ισχυρισμό του προσκομίζοντος αυτό διαδίκου περί της γνησιότητάς του, ο δε αντίδικος αυτού έχει το βάρος της άρνησης της γνησιότητας και ο πρώτος το βάρος της απόδειξης αυτής, όταν αμφισβητηθεί (ΑΠ 1743/2014).
Η άρνηση της γνησιότητας ιδιωτικού εγγράφου πρέπει να είναι ρητή, σαφής και ειδική, χωρίς ενδοιαστικές ή υποθετικές εκφράσεις και να γίνει κατά τη συζήτηση κατά την οποία προσκομίζεται το έγγραφο, εάν δε αυτό δεν γίνει, θεωρείται ότι αναγνωρίστηκε σιωπηρώς η γνησιότητα του ιδιωτικού εγγράφου και τυχόν αμφισβήτηση της γνησιότητας αυτού σε μεταγενέστερη συζήτηση είναι απαράδεκτη (ΑΠ 58/2018).
Εφ` όσον δε η γνησιότητα του εγγράφου δεν αμφισβητηθεί από τον αντίδικο του προσκομίζοντος αυτό διαδίκου ή αναγνωρισθεί ή αποδειχθεί, το ιδιωτικό έγγραφο αποτελεί πλήρη απόδειξη ως προς το ότι η δήλωση, που περιέχει, προέρχεται από τον εκδότη του. Αντίθετα, ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της δήλωσης, επιτρέπεται ανταπόδειξη, ακόμη και χωρίς να προσβληθεί το έγγραφο ως πλαστό.
Ειδικότερα, εάν το ιδιωτικό έγγραφο περιέχει αναφορά ότι έλαβε χώρα κάποιο γεγονός, ο διάδικος που επικαλείται το εν λόγω έγγραφο ή ο αντίδικός του διατηρεί τη δυνατότητα να αποδείξει ότι το γεγονός αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Διότι, στην πραγματικότητα, ως προς το γεγονός αυτό η δήλωση αυτή αποτελεί ουσιαστικά εξώδικη ομολογία, η οποία εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο και, σε κάθε περίπτωση, μπορεί να ανακληθεί, όταν δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, κατ' άρθ. 352 παρ.2 και 354 του ΚΠολΔ. (ΑΠ 85/2018, ΑΠ 891/2012, ΑΠ 646/2009).
Τέλος δεν γεννάται ζήτημα αμφισβήτησης της γνησιότητας ιδιωτικού εγγράφου και συνακόλουθα δεν ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 στοιχ. α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ της λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου που δεν επιτρέπει ο νόμος, οσάκις προσκομίζεται με επίκληση ιδιωτικό έγγραφο που περιέχει μεταβολές του περιεχομένου του, εάν δεν αμφισβητείται ότι στις ως άνω μεταβολές προέβη ο ίδιος ο εκδότης του εγγράφου (άρθ. 434 του ΚΠολΔ).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό (ενδέκατο) αληθώς από τον αριθμό 11 στοιχ. α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 20 του ιδίου άρθρου) λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα εταιρεία ισχυρίσθηκε ότι ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ο αναιρεσίβλητος επικαλέσθηκε και προσκόμισε κατά τη δευτεροβάθμια δίκη, ως σχετικά με αριθ. 12 και 13, δύο επιστολές με χρονολογία 29.11.2010 [με διαφορετικό εν μέρει περιεχόμενο], τις οποίες, κατά τους ισχυρισμούς του, απέστειλε στην αναιρεσίβλητη εταιρεία τόσο με συστημένη επιστολή, όσο και μέσω τηλεομοιοτυπίας.
Ότι ειδικότερα η επιστολή που πράγματι λήφθηκε με τους τρόπους αυτούς από την αναιρεσείουσα εταιρεία είχε το ακόλουθο περιεχόμενο: "Κύριοι, Παρέλαβα έκπληκτος την από 23/11/2010 εξώδικη πρόσκλησή σας με την οποία με καλείτε εντός 24 ωρών να προσέλθω στην εργασία μου, ενώ γνωρίζετε ότι λόγω πολύ σοβαρών προβλημάτων υγείας, θα απείχα από την εργασία μου για μεγάλο χρονικό διάστημα, έχοντας αναρρωτική άδεια.
Επίσης μου έχετε γνωστοποιήσει κατ' ιδίαν στις 11/10/2010 την απόλυσή μου. Κατόπιν τούτου θεωρώ ανακριβή τα όσα μου καταλογίζετε στην εξώδικη καταγγελία σας. Με τιμή, Α. Ν. - Υπογραφή" [σχετ.13]. Ότι η προσκομισθείσα με επίκληση από τον εκκαλούντα και ήδη αναιρεσίβλητο, ως σχετικό 12, άλλη επιστολή, την οποία και έλαβε υπόψη του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στην προσβαλλομένη απόφασή του, είχε το ακόλουθο περιεχόμενο: "Κύριοι, Παρέλαβα έκπληκτος την από 23/11/2010 εξώδικη πρόσκλησή σας με την οποία με καλείτε εντός 24 ωρών να προσέλθω στην εργασία μου, καίτοι γνωρίζετε, καθότι έχετε ενημερωθεί, ότι βρίσκομαι λόγω σοβαροτάτων προβλημάτων υγείας σε αναρρωτική άδεια.
Ως εκ τούτου την επάνοδο στην εργασία μου θα προσδιορίσει η εξέλιξη της υγείας μου. Με τιμή, Α. Ν. - Υπογραφή". Ότι κατά συνέπεια, ο αναιρεσίβλητος προκειμένου να εξαπατήσει το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε νόθευση του περιεχομένου της ως άνω επιστολής, της οποίας αντικατέστησε την τελευταία φράση, προσέθεσε τα της ενημέρωσης της αναιρεσείουσας για την ασθένειά του και απάλειψε τη φράση ότι στις 11.10.2010 του είχε γνωστοποιηθεί κατ' ιδίαν η απόλυσή του, δήλωση από την οποία προέκυπτε ομολογία αυτού ότι μέχρι τις 11.10.2010 απασχολείτο κανονικά στην αναιρεσίβλητη και κατά συνέπεια ήταν αβάσιμος ο αγωγικός ισχυρισμός αυτού ότι από τις 4.10.2010 απείχε από την εργασία του λόγω ασθένειας.
Επικαλούμενη δε αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 [η οποία δεν ιδρύεται εν προκειμένω, αφού το δικαστήριο της ουσίας δεν ανάγνωσε εσφαλμένα το περιεχόμενο του εγγράφου που έλαβε υπόψη του, ήτοι του σχετικού με αριθ. 12] ζητεί την αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης. Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, αληθώς από τον αριθμό 11 στοιχ.
α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρέπει ν' απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ.2 του ΚΠολΔ, αφού η αναιρεσείουσα δεν διαλαμβάνει σε αυτόν ότι προέβαλε τον σχετικό ισχυρισμό με την μετά τη συζήτηση προσθήκη στις προτάσεις της ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ούτε άλλωστε προκύπτει κάτι τέτοιο από αυτές, τις οποίες ο Άρειος Πάγος επισκοπεί κατά τον έλεγχο του αναιρετικού λόγου (άρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ).
Σε κάθε περίπτωση το ανωτέρω έγγραφο ορθώς λήφθηκε υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού η αναιρεσείουσα δεν αμφισβήτησε την γνησιότητά του, ως προερχομένου από τον αναιρεσίβλητο εκδότη του, ο οποίος προέβη και στις σχετικές μεταβολές του περιεχομένου του. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και ο δι' ιδίου δικογράφου ασκηθείς πρόσθετος λόγος αναίρεσης.
Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα εταιρεία στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας της (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την απόδοση του καταβληθέντος παραβόλου ύψους τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ στην αναιρεσείουσα.
Απορρίπτει την από 3.4.2017 και με αριθ. κατάθ. 2558/220/2017 αίτηση αναίρεσης και τον δι' ιδίου δικογράφου ασκηθέντα από 27.6.2017 και με αριθ. κατάθ. 59/2017 πρόσθετο λόγο αναίρεσης της υπ' αριθ. 2559/8.11.2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23Ιαναουρίου 2019 .
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ