144/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 144 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 144/2016
Legislator headnote
AI generated144/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 144 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 144/2016
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 144 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 144/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Σ. του Θ. , κατοίκου ... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θαλή Πολυχρονάκο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ Του αναιρεσίβλητου: Ν. Κ. του Ε. , κατοίκου ... ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 1-6-2001 του ήδη αναιρεσίβλητου και την από 1-12-2006 του ήδη αναιρεσείοντος, αντίθετες αγωγές που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 185/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 4/2014 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 15-6-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου, ανέγνωσε την από 8-12-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προχωράει στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο, δεν εμφανίσθηκε ο αναιρεσίβλητος, ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δε θα παραστεί κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ.2 και 572 πρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Από την ... /27-8-2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Σπάρτης Η. Φ.-Ζ. προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστεί κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο με επιμέλεια του αναιρεσείοντος που επισπεύδει τη συζήτηση αυτής.
Συνεπώς παρά την απουσία του, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, ως εάν και αυτός ήταν παρών (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) Επειδή, από τα άρθρα 68 και 556 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στο λόγο. Έτσι, αν το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς επί δύο επάλληλων αιτιολογιών και μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι αναίρεσης με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, διότι οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης (ΟλΑΠ 25, 26, 27/1994 ΟλΑΠ25/2003). Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος κατέστη κύριος ενός αγροτικού ακινήτου (ελαιώνα), λόγω αγοράς αυτού από τον πατέρα του, Ε. Κ. , δυνάμει του υπ' αριθμ. ... /30-1-1991 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Σπάρτης, ... νομίμως μεταγραμμένου. Το εν λόγω ακίνητο, έκτασης κατά τον τίτλο κτήσης περίπου 9 στρεμμάτων, συνορεύει βόρεια με το ακίνητο του εκκαλούντος, είχε δε περιέλθει στην κυριότητα του ως άνω δικαιοπαρόχου του, λόγω αγοράς από τον Α. Μ. του Γ., δυνάμει του υπ' αριθμ. ... /20-11-1968 συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Σπάρτης,..., νομίμως μεταγραφέντος. Ο εκκαλών και ενάγων κατέστη κύριος του όμορου ακινήτου, λόγω γονικής παροχής αυτού από τον πατέρα του, Θ. Σ. , δυνάμει του υπ' αριθμ. ... /26-4-1993 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Σπάρτης, ... νομίμως μεταγραμμένου. Το ακίνητο αυτό, έκτασης περίπου 18 στρεμμάτων κατά τον τίτλο κτήσης του, είχε περιέλθει στο δικαιοπάροχο πατέρα του λόγω αγοράς από τον τότε κύριο αυτού, Π. Π. του Ν. , δυνάμει του υπ' αριθμ. ... /28-9-1971 συμβολαίου αγοραπωλησίας του τότε συμβολαιογράφου Σπάρτης,... νόμιμα μεταγραμμένου. Το επίδικο εδαφικό τμήμα βρίσκεται ανάμεσα στις ανωτέρω ιδιοκτησίες των διαδίκων και σύμφωνα με την από το Μάιο του 2013 πραγματογνωμοσύνη του Ι. Γ., έχει έκταση 1.062,77 τ.μ., εμφαίνεται δε στο τοπογραφικό σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει με τα αλφαβητικά γράμματα Α1-Α2-Α3.....-Α10-Β4-Β3-Β2-Β1-Α1. Η είσοδος των ιδιοκτησιών των διαδίκων πραγματοποιείται από το ίδιο σημείο και ειδικότερα βόρεια του σημείου Β1 του ως άνω τοπογραφικού διαγράμματος και εν συνεχεία υπάρχουν δύο κλάδοι χωματόδρομου, όπου η μία κατευθύνεται βορειοανατολικά και η άλλη νότια, εξυπηρετώντας την πρόσβαση σε καθεμιά από τις δύο ιδιοκτησίες. Οι τίτλοι ιδιοκτησίας αμφοτέρων των διαδίκων δεν συνοδεύονται από τοπογραφικά διαγράμματα, ούτε περιγράφονται σε αυτούς χαρακτηριστικά σημεία ορίων. Αλλά ούτε και διαμορφωμένοι δρόμοι εντός των ιδιοκτησιών υπάρχουν, πλην της διαμορφωμένης εισόδου, τμήματος σε επέκταση της εισόδου προς βόρεια και ανατολικά, καθώς και τμήματος σε επέκταση εισόδου προς το νότο και εντός της εισόδου της ιδιοκτησίας Κ. (αναιρεσιβλήτου), η διαμόρφωση του οποίου οφείλεται σε κατασκευή τεχνικού έργου. Εξάλλου, δεν υπάρχουν μονοπάτια, που θα μπορούσαν να θεωρηθούν όρια των ιδιοκτησιών, ενώ αυτά που έχουν δημιουργηθεί από τη διέλευση ζώων βρίσκονται εκτός της επίδικης έκτασης. Επιπλέον, στην προκείμενη περίπτωση, λόγω της μεγάλης κατά πλάτος κλίσης και της εξ αυτού του λόγου διαμόρφωσης λαχίδων κατά μήκος, παράλληλα σχεδόν με τον άξονα της οδού, είναι λογικό το όριο μεταξύ των ιδιοκτησιών να τέμνει κάθετα τα πρανή. Ως εκ τούτου, τα όρια των ακινήτων που υπεδείχθησαν στον πραγματογνώμονα από τους διαδίκους και τα οποία κατ' επέκταση ορίζουν και την επίδικη έκταση, μπορούν εξίσου να αποτελούν όρια των ιδιοκτησιών τους. Για το λόγο αυτό, ήταν αδύνατο για τους ανωτέρω πραγματογνώμονες και για το Δικαστήριο να εξακριβώσει τα όρια των ακινήτων των διαδίκων. Ωστόσο, από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι ο δικαιοπάροχος του αναιρεσιβλήτου, από την περιέλευση του ακινήτου στην κυριότητά του το έτος 1968 ασκούσε στο επίδικο τμήμα όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής για διάστημα πλέον της εικοσαετίας. Συγκεκριμένα, όπως διαλαμβάνει η υπ' αριθμ. 162/1998 απόφαση του Ειρηνοδικείου Σπάρτης, κατά τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων νομής, επί της αίτησης του ίδιου κατά του Σ. (αναιρεσείοντος), στο επίδικο τμήμα ο δρόμος είχε διανοιχθεί από τον πατέρα του Ν. Κ. ... που είχε προβεί στη διάνοιξη του μονοπατιού, προκειμένου να εξυπηρετείται η ιδιοκτησία του και αργότερα, το 1974, ο πατέρας του Ι. Σ. (αναιρεσείοντος) προέβη στη διαπλάτυνση αυτού, αφού προηγουμένως πήρε τη σχετική άδεια από τον πατέρα του Ν. Κ. , ο οποίος και την έδωσε, προκειμένου και ο Σ. να διέρχεται από το σημείο αυτό με αυτοκίνητο στην ιδιοκτησία του... Εξάλλου, το επίδικο καλλιεργούσε ο δικαιοπάροχος του Ν. Κ. , από το 1968 με όνο, δεδομένου ότι η μορφολογία του εδάφους δεν επέτρεπε την καλλιέργεια με γεωργικό ελκυστήρα, ενώ συνέλεγε και τον ελαιόκαρπο από τα τρία ελαιόδενδρα που υπήρχαν εντός αυτού.
Συνεπώς, ο δικαιοπάροχος του Ν. Κ. (αναιρεσιβλήτου), ασκούσε πράξεις νομής στο επίδικο από το 1968, οπότε το απέκτησε στη νομή του μέχρι και το 1991, οπότε το μεταβίβασε στον υιό του, ήτοι για χρονικό διάστημα πλέον των είκοσι ετών και ως εκ τούτου, έγινε κύριος αυτού, σε κάθε περίπτωση, με έκτακτη χρησικτησία. Έτσι, ο Ν. Κ. (αναιρεσίβλητος) απέκτησε το επίδικο από τον τότε κύριο αυτού, με νόμιμο τίτλο, νομίμως μεταγραμμένο, κατέστη κύριος αυτού, αλλά και σε κάθε περίπτωση, το είχε ήδη αποκτήσει με έκτακτη χρησικτησία το 1998, οπότε ξεκίνησαν οι έριδες μεταξύ των διαδίκων, προσμετρώντας στη νομή του το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, δεδομένου ότι από το 1991 και μετά και ο ίδιος ασκούσε διακατοχικές πράξεις νομής στο επίδικο και συγκεκριμένα, συνέλεγε τον καρπό από τις τρεις ελιές που βρίσκονται εντός αυτού, αλλά και συνέχισε να επιτρέπει στον αντίδικό του, Σ., τη διέλευση από το σχηματισθέντα δρόμο, προκειμένου να φτάνει στο κτήμα του... Το ανωτέρω συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει και το παρόν Δικαστήριο, το οποίο σχηματίζει πλήρη δικανική πεποίθηση με τα υπάρχοντα αποδεικτικά μέσα και με την πλήρη και εμπεριστατωμένη διενεργηθείσα το Μάιο του 2013 πραγματογνωμοσύνη, απορριπτομένων στο σημείο αυτό των αιτημάτων περί διενέργειας νέας πραγματογνωμοσύνης, αλλά και αυτοπρόσωπης εξέτασης των διαδίκων, δεν ανατρέπεται από την ύπαρξη κομμένου κορμού γκοριτσιάς στο σημείο Β1 και αθανάτων νότια της επίδικης έκτασης, τα οποία κατά τους ισχυρισμούς του Σ. αποτελούν όριο της ιδιοκτησίας του. Και τούτο διότι, ναι μεν σύμφωνα με την επιτόπια συνήθεια που επικρατούσε παλαιότερα τα όρια μεταξύ των ακινήτων σημαίνονταν με δένδρα και φυτά, κατά προτίμηση όμως όχι αυτοφυή, ώστε να διακρίνονται από αυτά που στο πέρασμα των ετών θα φύονταν από μόνα τους, ωστόσο, σε καμία συμβολαιογραφική πράξη του Ι. Σ. δεν γίνεται λόγος για το συγκεκριμένο τρόπο οριοθέτησης... Επίσης, σχετικά με τον ισχυρισμό του Σ. , που αποτέλεσε αντικείμενο πραγματογνωμοσύνης, ότι η έκταση του αντιδίκου του είναι πολύ μεγαλύτερη στην πραγματικότητα από αυτή που αναγράφεται στους τίτλους κτήσης του, και κατά το συλλογισμό του, προέκυψε από την προσάρτηση στην ιδιοκτησία του της επίδικης έκτασης, λεκτέα τα εξής: Σύμφωνα με την προμνησθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης, η πραγματική έκταση του ακινήτου του εφεσίβλητου είναι 21.844,36 τ.μ., ενώ στους τίτλους κτήσης εμφανίζεται ως 9.000 τ.μ. Η διαφορά αυτή, ωστόσο, οφείλεται α) στην εξαιρετικά μεγάλη πιθανότητα να έγινε λάθος εκτίμηση, κατά το 1968, της οριζόντιας απόστασης του πλάτους του κτήματος, εξαιτίας της έντονης κατά πλάτος κλίσης του, σε συνδυασμό με την παράλειψη σύνταξης τοπογραφικού διαγράμματος κατά τη μεταβίβαση του ακινήτου το 1991, με αποτέλεσμα να μη διαπιστωθεί έγκαιρα η πραγματική έκταση και β) με δεδομένο ότι στον τίτλο ιδιοκτησίας του 1968 αναφέρεται ότι πωλείται αγρός ξηρικός, ημιάγριος και ακαλλιέργητος, είναι πολύ πιθανό, όπως τουλάχιστον συνηθιζόταν παλαιότερα, να αναφέρεται ως οκτώ στρέμματα η έκταση που περιείχε τα ελαιόδενδρα και είχε μια υποτυπώδη καλλιέργεια και εκμετάλλευση και να μην είχε συνυπολογιστεί το εμβαδό της υπόλοιπης ημιάγριας έκτασης. Άλλωστε, σε κάθε περίπτωση, με έναν απλό μαθηματικό υπολογισμό, δεν θα μπορούσε η έκταση του Κ. να αυξηθεί από 9 στρέμματα σε περίπου 22 στρέματα με την προσθήκη και της επίδικης έκτασης, η οποία είναι μόλις 1 στρέμμα. Τέλος, η υψομετρική διαφορά που παρατηρείται στο τμήμα Β1, Β2, Β3, Β4, Β5 του ως άνω τοπογραφικού διαγράμματος και για μήκος περίπου 50 μέτρων δεν αποτελεί όριο των όμορων ιδιοκτησιών, ούτε μπορεί να αποτελέσει ασφαλές κριτήριο οριοθέτησης των δύο ακινήτων, καθώς λόγω της μεγάλης κατά πλάτος κλίσης έχουν διαμορφωθεί από δεκαετίες λαχίδες, οι οποίες στο συγκεκριμένο σημείο, που εμφανίζει μεγάλη κλίση, εμφανίζουν και μεγάλη υψομετρική διαφορά". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, και συνεκδίκασε αντίθετες αγωγές των διαδίκων, αναγνωριστικές κυριότητας, απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή του αναιρεσείοντος, που στηριζόταν στον παράγωγο τρόπο και στην τακτική χρησικτησία, δεχόμενο ότι το επίδικο δεν περιλαμβάνεται στον επικαλούμενο μεταβιβαστικό της κυριότητας τίτλο του, αλλά στον τίτλο του αναιρεσιβλήτου και δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή του τελευταίου τόσον στον παράγωγο τρόπο απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου, αγορά από αληθή κύριο καταρτισθείσα με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που μεταγράφηκε νομίμως, όσον και με πρωτότυπο, έκτακτη χρησικτησία, με την προσμέτρηση στη νομή του προς συμπλήρωση του χρόνου αυτής και του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου του πωλητή και ακολούθως απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της εκκληθείσας απόφασης του Ειρηνοδικείου που είχε δεχθεί τα ίδια. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. της ευθείας παραβίασης, δια της παραλείψεως εφαρμογής των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, στην οποία υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας κατά την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας των αγωγών που συνεκδικάσθηκαν για τη διαπίστωση της αληθούς δήλωσης βούλησης των συμβληθέντων στις σχετικές δικαιοπραξίες μεταβίβασης της κυριότητας των ομόρων ακινήτων των διαδίκων, περιληφθείσες σε σχετικά συμβολαιογραφικά έγγραφα, ως προς το κρίσιμο ζήτημα του εμβαδού και των ορίων αυτών, αν και εμμέσως διατύπωσε αμφιβολίες, που συναρτάται με την παραδοχή της για την μη απόκτηση της κυριότητας του αναιρεσείοντος παραγώγως και με τακτική χρησικτησία, και με την απόκτηση της κυριότητας παραγώγως από τον αναιρεσίβλητο. Ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής, καθ' όσον με αυτόν προσβάλλεται η επάλληλη αιτιολογία που στηρίζει την κυριότητα των διαδίκων στον παράγωγο τρόπο, ενώ η αιτιολογία αυτής με την οποία κρίθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος κατέστη κύριος του επιδίκου πρωτοτύπως, με έκτακτη χρησικτησία, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της και δεν πλήττεται με λόγο αναίρεσης.
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δε μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νόμιμη κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Συνεπώς αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, και ο αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο αυτός στηρίζεται είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα με λόγο της έφεσής του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προβλεπόμενες στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Το γεγονός εξάλλου ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία γιατί στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβιάζει μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο ισχυρισμός αυτός δεν έχει προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. της ευθείας παραβίασης δια της παραλείψεως εφαρμογής εθιμικού κανόνα ουσιαστικού δικαίου, σύμφωνα με τον οποίο η οριοθέτηση αγροτικών ακινήτων της περιοχής στην οποία βρίσκεται το επίδικο, γίνεται με χαρακτηριστικά δένδρα και θάμνους. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθ' όσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι την ύπαρξη του εθίμου αυτού πρότεινε στο δικαστήριο της ουσίας ο αναιρεσείων, ως εκκαλών με σχετικό λόγο έφεσης ενόψει του ότι δε συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Παρεκτός του ότι είναι αβάσιμος, καθ' όσον από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης, ως διαδικαστικού εγγράφου κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. για την έρευνα της βασιμότητας του λόγου, προκύπτει ότι δεν προτάθηκε με λόγο έφεσης η ύπαρξη του αναφερομένου στον αναιρετικό λόγο εθίμου, αλλά είναι και αλυσιτελής καθ' όσον με αυτόν προσβάλλεται η επάλληλη αιτιολογία που στηρίζει την κυριότητα του αναιρεσιβλήτου στον παράγωγο τρόπο. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν.4045/2012 παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Δεν τίθεται θέμα δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου, λόγω της ερημοδικίας του.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 15-6-2014 αίτηση του Ι. Σ. περί αναιρέσεως της 4/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης.
Διατάσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2016.
O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ