144/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 144 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 144/2012
Legislator headnote
AI generated144/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 144 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 144/2012
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 144 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 144/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Γ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Χρήστου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων: 1. ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ιερός Ναός Πέτρου και Παύλου" που εδρεύει στα Γιαννιτσά, και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Ι. Α. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημοσθένη Δεληγιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-8-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 123/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 84/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-8-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 2-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 1714 ΑΚ προκύπτει ότι η με τη διαθήκη σύσταση της κληροδοσίας έχει την έννοια, ότι ο διαθέτης αφήνει σε κάποιον ορισμένο αντικείμενο της κληρονομιαίας περιουσίας του, χωρίς ωστόσο να τον θέλει καθολικό διάδοχο. Ειδικότερα, αντικείμενο της κληροδοσίας είναι δυνατό να είναι κάθε περιουσιακή ωφέλεια χωρίς αντάλλαγμα ή και με αντάλλαγμα και γενικότερα κάθε παροχή αποτιμητή σε χρήμα ή και μη αποτιμητή. Το κριτήριο διάκρισης ανάμεσα στον εγκατάστατο σε δήλο πράγμα κληρονόμο και στον κληροδόχο είναι το περιεχόμενο της βούλησης του διαθέτη και συγκεκριμένα αν ο τελευταίος ήθελε τον τιμώμενο καθολικό ή ειδικό διάδοχο του. Σε αμφισβητούμενες περιπτώσεις, ισχύει ο ερμηνευτικός κανόνας του άρθρου 1800 ΑΚ, κατά τον οποίο, αν ο διαθέτης άφησε στον τιμώμενο ολόκληρη την περιουσία του ή ποσοστό αυτής, ο τιμώμενος θεωρείται ότι έχει εγκατασταθεί ως κληρονόμος, ακόμη και αν δεν ονομάστηκε κληρονόμος ενώ αν έχουν αφεθεί μόνο ειδικά αντικείμενα στον τιμώμενο, σε περίπτωση αμφιβολίας, θεωρείται κληροδόχος, ακόμη και αν ονομάστηκε κληρονόμος. Σημαντικό ερμηνευτικό κριτήριο της διάκρισης ανάμεσα στον εγκατάστατο σε δήλο και στον κληροδόχο είναι η σπουδαιότητα που έχει το ειδικό αντικείμενο σε σύγκριση με τα άλλα στοιχεία της κληρονομιάς. Αν πρόκειται για το πιο αξιόλογο περιουσιακό στοιχείο του διαθέτη, μάλλον θα συνάγεται βούληση εγκατάστασης κληρονόμου. Εξάλλου, η διαθήκη χρειάζεται ερμηνεία, όταν δεν είναι πλήρως σαφής, αλλά εμφανίζει σημεία ασαφή και αμφίβολα, που είναι δεκτικά αποσαφήνισης με ερμηνεία. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι από τη διαθήκη προκύπτει ή όχι με σαφήνεια η βούληση του διαθέτη είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο. Είναι αυτονόητο ότι η σημασία της ερμηνείας είναι καθοριστική στις περιπτώσεις των ιδιόγραφων (η μυστικών) διαθηκών, αφού στις δημόσιες διαθήκες ο συμβολαιογράφος φροντίζει, ώστε η βούληση του διαθέτη να αποτυπωθεί στη διαθήκη με σαφήνεια και με ορθή νομική φρασεολογία. Κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 ΑΚ, στην ερμηνεία των διαθηκών αναζητείται χωρίς προσήλωση στις λέξεις, η αληθινή βούληση του διαθέτη, με σκοπό την υποκειμενική άποψη αυτού μόνο, αδιάφορα από την αντικειμενική έννοια με την οποία αντιλαμβάνονται τη δήλωση οι τρίτοι κατά τη συναλλακτική καλή πίστη, δηλαδή σύμφωνα με το άρθρο 200 ΑΚ, το οποίο δεν εφαρμόζεται κατά την ερμηνεία των διαθηκών. Σχετικά πρέπει να ληφθούν υπόψη η εποχή που συντάχθηκε η διαθήκη, το κοινωνικό περιβάλλον του διαθέτη, οι προσωπικές συνήθειές του, η πνευματική και κοινωνική του ανάπτυξη, η παιδεία του κλπ, ενώ συγχωρείται η αναζήτηση ακόμη και της εικαζόμενης βούλησής του. Η αναζητούμενη, με την ερμηνεία, αληθινή βούληση του διαθέτη θα πρέπει να βρίσκει κάποιο, έστω και έμμεσο, στήριγμα στο ίδιο το κείμενο της διαθήκης, γιατί αλλιώς θα παραβιάζονταν οι διατάξεις για τον τύπο των διαθηκών, ενώ θα υπήρχε πάντοτε ο κίνδυνος να αλλοιωθεί πλήρως η βούληση του διαθέτη με τη βοήθεια ψευδομαρτύρων. Με την παραπάνω προϋπόθεση, επιτρέπεται κατά την αναζήτηση της αληθινής βούλησης του διαθέτη η προσφυγή και σε όλα τα προσιτά γεγονότα ή στοιχεία που βρίσκονται έξω από τη διαθήκη, λ. χ. έγγραφα, συνομιλίες ή άλλες εκδηλώσεις του διαθέτη, οι σχέσεις του με ορισμένα πρόσωπα κλπ, χωρίς να χρειάζεται να αναφέρονται, έστω και υπαινικτικά, στο κείμενο της διαθήκης. Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Δεδομένου δε ότι ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υφίσταται, όταν, σε περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, οι παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση του κανόνα δικαίου, παρέπεται ότι όταν προβάλλεται λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι δυνατόν να εκτιμηθεί ότι προσάπτεται πράγματι πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, όταν από τις εκτιθέμενες παραδοχές της απόφασης, λόγω της ανεπάρκειας ή της αντιφατικότητάς τους, δεν καθίσταται μεν βέβαιη η παραβίαση, αλλά δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν έγινε ή όχι παραβίαση ορισμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: "Ο Σ. Π. του Σ., κάτοικος όσο ζούσε ..., απεβίωσε στις 28-4-2005 στα ..., χήρος και άτεκνος. Ο θανών κατέλειπε την από 7-7-2000 ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία δημοσιεύτηκε νόμιμα με το 208/560.34/31-5-2005 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών και κηρύχθηκε κυρία με την 208/2005 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου. Με την εν λόγω διαθήκη του ο αποβιώσας όρισε, επί λέξει, διατηρούμενης της ορθογραφίας του κειμένου, τα ακόλουθα: "Εγώ ο Σ. Π. του Σ., έχων τη γνώση τη μπορεί να μου συμβεί και μη έχω που να αφίσω ότι έχω από την κληρονομιά της αποβιώσας συγήγου μου Ε. και επιθυμία αυτής και εμού θέλω αφίση στους κάτωθι Στο Π. του Α. μία κατάθεση εις το ταχυδρομικόν Ταμιευτήριο δια τα έξοδα που θα κάνη δια τη ταφή μου. Στον Α. Γ. του Σ. μια κατάθεση στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο δια ότι χρειασθή να κάνει τα έξοδα δια μένα. Στην Ι. Α. του Δ. κατάθηση στην Τράπεζα Πίστεως δια κανένα τρισάγιο εις τους τάφους μας. Τα δε υπόλοιπα Σπιτι- οικόπεδο Αγρούς που βρίσκονται στην περιοχή Γιαννιτσών Σχοινά λίμνη (14.600) Στρ. Τρίγκα (5) Στρ. Πηγάδια (11) Στρ. Εσέκ Ντερέ (5) στρ. Μπούρα 4,10 Στρ. καθώς και όλα τα οικιακά ρούχα Επιπλα και άλλα πολλά Εις την Εκλησία Πέτρου-Παύλου Γιαννιτσών. Μία παράκλιση εάν είναι δυνατό το οικόπεδο να χρισιμοπειηθή δια φιλανθρωπικούς σκοπούς με τη επιθυμία μας να φέρη το όνομα της συγήγου μου Ε. ..." Οι διατάξεις αυτές της διαθήκης δεν είναι πλήρως σαφείς, ώστε να αποδίδουν μόνες τους αυτό που θέλησε ο διαθέτης. Ειδικότερα, ενώ προκύπτει με σαφήνεια, ότι εγκατάστησε τον πρώτο εναγόμενο Ιερό Ναό Πέτρου και Παύλου ως γενικό κληρονόμο του, δεν προκύπτει, αν ο διαθέτης θέλησε να εγκαταστήσει τον ενάγοντα, το μη διάδικο Ι. Π. και τη δεύτερη εναγομένη, ως κληρονόμους επί δήλων αντικειμένων δηλαδή επί δύο λογαριασμών του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, τους δύο πρώτους και επί ενός λογαριασμού της Τράπεζας Πίστεως την τρίτη ή κληροδόχους αυτού σε ειδικά αντικείμενα της κληρονομιάς. Περαιτέρω υφίσταται ασάφεια σχετικά με το ζήτημα των καταθέσεων του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου που κατέλειπε σε καθένα από τα τιμώμενα φυσικά πρόσωπα, εφόσον αυτοί δεν προσδιορίζονται ειδικότερα.
Συνεπώς, ενόψει των ασαφειών αυτών καθίσταται αναγκαία η ερμηνεία της διαθήκης. Από την ερμηνεία αυτή σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα μνημονευόμενα προηγουμένως αποδεικτικά στοιχεία, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Κατά το χρόνο σύνταξης της επίμαχης διαθήκης (7-7-2000) ο διαθέτης δεν διατηρούσε κανένα λογαριασμό στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο. Για πρώτη φορά ανοίγει τον με αριθμό ... ατομικό λογαριασμό στις 24-7-2001, ο οποίος περιείχε το ποσό των 5.192,59 ευρώ, κατά το χρόνο του θανάτου του. Ακολούθως στις 19-1-2004 άνοιξε α) τον με αριθμό ... ατομικό λογαριασμό και β) τον με αριθμό ... κοινό λογαριασμό με τον ενάγοντα, που περιείχαν κατά το χρόνο του θανάτου του διαθέτη ο μεν πρώτος το ποσό των 0,69 ευρώ, ο δε δεύτερος το ποσό των 9.107,99 ευρώ. Παράλληλα κατά το χρόνο του θανάτου του ο διαθέτης διατηρούσε στην Τράπεζα Πίστεως τον με αριθμό ... κοινό λογαριασμό με τη δεύτερη εναγομένη, ο οποίος περιείχε το ποσό των 4.652,56 ευρώ, κατά το χρόνο του θανάτου του. Ο επίδικος με αριθμό ... λογαριασμός του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, ο οποίος, σύμφωνα με τους αγωγικούς ισχυρισμούς κατελήφθη στον ενάγοντα, κατά το χρόνο του θανάτου του διαθέτη, όπως προαναφέρθηκε, περιείχε το ποσό των 0,69 ευρώ και μετά το θάνατό του, στις 16-5-2005 και 18-7-2005 κατατέθηκαν τα ποσά των 20.188,06 ευρώ και 15.781,54 ευρώ αντίστοιχα, κατόπιν δικής του εντολής που είχε δοθεί πριν το θάνατό του, τα οποία αποτελούσαν το προϊόν τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου με δικαίωμα επαναγοράς (REPOS), στους οποίους είχε επενδύσει ο θανών. Συγκεκριμένα ο τελευταίος, δυνάμει της 1176/2003 απόδειξης εξόφλησης συναλλαγής επί τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου με δικαίωμα επαναγοράς - REPOS, επένδυσε αρχικά το ποσό των 22.000 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 19-5-2003 έως 17-11-2003. Κατά την ημερομηνία λήξης των τίτλων, δυνάμει της 1420/2003 απόδειξης, ο διαθέτης επένδυσε το ποσό των 20.000 ευρώ για άλλους έξι μήνες, δηλαδή από 17-11-2003 έως 17-5-2004, ορίζοντας και στις δύο συναλλαγές, ως συνδικαιούχο, τον τιμώμενο Ν. Π.. Στις 17-5-2004, ημερομηνία λήξης των τίτλων, ο θανών επένδυσε εκ νέου το ποσό των 20.000 ευρώ για το διάστημα από 17-5-2004 έως 15-11-2004, χωρίς να ορίσει αυτή τη φορά ως συνδικαιούχο το Ν. Π., ενόψει του ότι ο τελευταίος αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας, εξαιτίας των οποίων απεβίωσε στις 3-8-2004, δηλαδή πριν το θάνατο του διαθέτη. Ακόμη ο διαθέτης επένδυσε σε REPOS το ποσό των 20.000 ευρώ για το διάστημα από 15-11-2004 έως 16-5-2005, με αποδοτέο ποσό 20.188,06, το οποίο κατά τη λήξη του τίτλου, κατατέθηκε, μετά το θάνατο του διαθέτη, στον με αριθμό ... λογαριασμό του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω. Τέλος, επένδυσε το ποσό των 15.640 ευρώ σε REPOS για το διάστημα από 18-1-2005 έως 18-7-2005, με αποδοτέο ποσό, κατά την λήξη του τίτλου, αυτό των 15.781,54 το οποίο κατατέθηκε, μετά το θάνατο του διαθέτη στον επίδικο ... λογαριασμό του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου. Από τα ανωτέρω, κατ' αρχή, συνάγεται, κατ' άρθρο 1800 ΑΚ, ότι η κατάλειψη των καταθέσεων του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου και της Τράπεζας Πίστεως στα τιμώμενα φυσικά πρόσωπα, έγινε με τη μορφή της κληροδοσίας, γιατί αφορά ειδικά αντικείμενα της κληρονομιάς, τα οποία δεν αποτελούν το σπουδαιότερο τμήμα αυτής, σε σχέση με τα καταλειφθέντα στον πρώτο εναγόμενο κληρονόμο και ο κληρονομηθείς δεν θέλησε να ευθύνονται τα εν λόγω πρόσωπα για το παθητικό της κληρονομιάς ως κληρονόμοι της. Η κληροδοσία αυτή εκτιμάται ότι είναι άμεση ή εμπράγματη κληροδοσία, δηλαδή κάθε κληροδόχος αποκτά αυτοδίκαια το κληροδοτηθέν άμεσα από την κληρονομιαία περιουσία, εφόσον βαρύνει το γενικό κληρονόμο, δηλαδή τον πρώτο εναγόμενο Ιερό Ναό και δεν προκύπτει αντίθετη βούληση του διαθέτη. Περαιτέρω, πρέπει να αναζητηθεί η πραγματική βούληση του διαθέτη, με την ερμηνεία της διαθήκης, σχετικά με το ποια κατάθεση του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου επιθυμούσε να περιέλθει με τη μορφή της κληροδοσίας στον ενάγοντα. Από το περιεχόμενο της επίμαχης διαθήκης, το οποίο πρέπει να ερμηνευθεί, με βάση τα προαναφερόμενα κριτήρια, λαμβανομένων υπόψη περιστατικών που βρίσκονται έξω από τη διαθήκη, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο διαθέτης κατέλειπε στη δεύτερη εναγομένη Ι. Α. με τη μορφή κληροδοσίας την κατάθεση που περιείχε ο με αριθμό ... λογαριασμός της Τράπεζας Πίστεως, ο οποίος ήταν κοινός λογαριασμός, με συνδικαιούχο την ίδια και περιείχε το ποσό των 4.652,56 ευρώ, το οποίο εισέπραξε η τελευταία, μετά το θάνατο του διαθέτη. Περαιτέρω συνάγεται ότι η βούληση του διαθέτη ήταν να λάβει ο ενάγων ως κληροδοσία, την κατάθεσή του με αριθμό ... κοινού λογαριασμού, στον οποίο τον είχε ορίσει συνδικαιούχο, (όπως όρισε συνδικαιούχο τη δεύτερη εναγομένη στον ανωτέρω λογαριασμό της Τράπεζας Πίστεως, στην οποία επιθυμούσε να περιέλθει η κατάθεσή του), και περιείχε, κατά το χρόνο του θανάτου του, το ποσό των 9.107,99 ευρώ, το οποίο ανέλαβε ο ενάγων με δύο αναλήψεις, μετά το θάνατο του διαθέτη στις 3-5-2005 και 5-5-2005, λαμβάνοντας τα ποσά των 7.000 ευρώ και 2.107 ευρώ αντίστοιχα. Καθόσον αφορά τον τιμώμενο με κληροδοσία Ν. Π., ο διαθέτης κατά την επένδυση των χρημάτων του σε REPOS, τον είχε ορίσει συνδικαιούχο, πλην όμως ο τελευταίος αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα υγείας, γεγονός που γνώριζε ο διαθέτης και δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους, και για το λόγο αυτό συνέχισε από τις 17-5-2004 να επενδύει σε REPOS, χωρίς να ορίζει ως συνδικαιούχο τον ανωτέρω Ν. Π., ο οποίος απεβίωσε λίγους μήνες μετά (3-8-2004). Ούτε τον ενάγοντα όμως όρισε ως συνδικαιούχο, πράγμα που θα έπραττε, αν επιθυμούσε να περιέλθει σ' αυτόν η κατάθεση του με αριθμό ... λογαριασμού του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, στον οποίο κατατέθηκε το προϊόν των REPOS. Εξάλλου, η δεύτερη εναγομένη βρήκε στην οικία του διαθέτη, μετά το θάνατο του, τα βιβλιάρια των ανωτέρω ... και ... λογαριασμών του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, καθώς και τα αποδεικτικά συναλλαγής σε REPOS, τα οποία παρέδωσε στον πρώτο εναγόμενο Ιερό Ναό αναγνωρίζοντας ότι αυτή ήταν η θέληση του διαθέτη, την οποία είχε εκφράσει στην ίδια όσο ζούσε δηλαδή ότι η επιθυμία του ήταν να περιέλθει η κληρονομιά του στον Ιερό Ναό.
Συνεπώς, από κανένα στοιχείο δεν συνάγεται βούληση του διαθέτη να περιέλθει στον ενάγοντα ως ειδικό διάδοχο του, η κατάθεση του ... λογαριασμού, δηλαδή το ποσό που είχε επενδυθεί σε REPOS. Εξάλλου, δεν τίθεται θέμα προσαύξησης της μερίδας του ενάγοντος, κατ' άρθρο 1807 ΑΚ, λόγω προαποβιώσεως του τιμώμενου Ν. Π., εφόσον αυτός (ενάγων) δεν έχει την ιδιότητα του κληρονόμου. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 1978 ΑΚ, η κληροδοσία γίνεται άκυρη αν ο κληροδόχος δεν ζει κατά το θάνατο του διαθέτη". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή, με την οποία ο αναιρεσείων ζητούσε να αναγνωριστεί ότι είναι κληρονόμος, άλλως κληροδόχος του προϊόντος των ... και ... λογαριασμών του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, που κατέλιπε δυνάμει ιδιόγραφης διαθήκης ο διαθέτης Σ. Π. και, στη συνέχεια, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως. Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της πιο πάνω αληθινής βούλησης του διαθέτη, οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος, που περιέχεται στο αναιρετήριο, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, λόγω μη αναφοράς της "αν το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό του επίδικου ... κοινού λογαριασμού του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου προερχόταν αποκλειστικά από καταθέσεις χρημάτων του διαθέτη ή στο όνομα και για λογαριασμό αυτού και όχι από δικές του", είναι αβάσιμη, αφού κρίσιμο ζήτημα εν προκειμένω ήταν ποια ήταν η αληθινή βούληση του διαθέτη, αναφορικά με το δήλο πράγμα που ήθελε να περιέλθει στον ενάγοντα, και το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου ως προς το ουσιώδες αυτό ζήτημα διατυπώνεται με πληρότητα και σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, παρότι ο αναιρεσείων επικαλείται τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, προβάλλονται, κατ' ορθή εκτίμησή του, αιτιάσεις για ανεπαρκείς αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες εμπίπτουν στη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ.
2.- Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 553 ΚΠολΔ. προκύπτει ότι, αν η απόφαση του πρωτοδικείου προσβλήθηκε με έφεση και έγινε αυτή τυπικά δεκτή, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η οριστική απόφαση του εφετείου, εφόσον αυτό υπεισήλθε στην εξέταση της ουσίας, γιατί, αν μεν έγινε δεκτή κατ' ουσία η έφεση, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίστηκε και έπαψε να υπάρχει, ενώ αν απορρίφθηκε η έφεση κατ' ουσίαν, ενσωματώθηκε στην εφετειακή. Επομένως, στην περίπτωση αυτή, λόγοι αναίρεσης που πλήττουν παραδοχές της απόφασης του πρωτοδικείου είναι απαράδεκτοι.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 11 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται, ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στήριξε την κρίση του για το ουσία αβάσιμο της αγωγής του, εκτός των άλλων αποδεικτικών μέσων και "σε ομολογίες των διαδίκων που περιέχονται στις προτάσεις τους", ενώ τέτοιες ομολογίες δεν υπήρχαν, το δε Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσής του με την εσφαλμένη αιτιολογία "ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο συνήγαγε έμμεση, κατ' άρθρο 261 ΚΠολΔ, ομολογία από τις προτάσεις των διαδίκων". Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι η ως άνω αιτίαση της λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου, αναφέρεται σε παραδοχή του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και όχι του Εφετείου, το οποίο (Εφετείο), όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει δεν έλαβε υπόψη για την συναγωγή του προαναφερθέντος αποδεικτικού πορίσματός του το ως άνω αποδεικτικό μέσο της ομολογίας.
3.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την ανωτέρω διάταξη, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, αγωγής ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση της καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984), ούτε τέλος τα επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα νομίμως ισχυρισμό του, ότι στον επίδικο ... κοινό λογαριασμό του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου γίνονταν καταθέσεις και αναλήψεις διάφορων χρηματικών ποσών τόσο από τον ανωτέρω διαθέτη όσο και από τον ίδιο (αναιρεσείοντα). Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν είναι αυτοτελής και, συνεπώς, δεν συνιστά πράγμα κατά την προεκτεθείσα έννοια.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 24-8-2009 αίτηση του Α. Γ. για αναίρεση της 84/2009 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2011 . Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ