Supreme Court dismisses appeal against compensation determination for remaining property after partial expropriation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the County of Phthiotis's appeal against the First Instance Court's decision to award special compensation for the remaining land parcel after partial expropriation. The County argued the lower court violated constitutional and statutory provisions regarding full compensation, while the individual counterclaimed for damages due to the significant reduction in value of the remaining property. The Court rejected the appeal as unfounded because the First Instance Court provided clear reasoning based on evidence and correctly applied the law to determine the special compensation required by Article 13 of the Forced Expropriation Code.
Legislator headnote
AI generatedArt. 17 Const.; Art. 13 para. 4 of Law 2882/2001; Protocol 1 Art. 1 ECHR: When partial expropriation significantly reduces the value or utility of the remaining property, the law mandates a special compensation for that remainder, and an appellate court must reject an appeal if the lower court has clearly reasoned this determination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 144 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 144/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ", νόμιμα εκπροσωπουμένου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Ιωάννη Αργυρόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και Κωνσταντίνο Καλατζή και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Κρανιώτη και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/4/2002 αίτηση προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Εφετείο Λαμίας. Εκδόθηκε η υπ' αριθμό 54/2003 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζήτησε το ως άνω αναιρεσείον με την από 18/7/2003 αίτησή του επί της οποίας εκδόθηκε η 1751/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την 54/2003 απόφαση του Εφετείου Λαμίας και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Εκδόθηκε η 113/2007 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 25/7/2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος, ανέγνωσε την από 13/11/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση που να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001 (Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων - ΚΑΑΑ) αν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί σημαντικά ή να γίνει άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την απόφαση προσδιορισμού της αποζημίωσης για το απαλλοτριωμένο τμήμα προσδιορίζεται και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη.
Περαιτέρω, το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με τον ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, έναντι των κοινών νόμων, ορίζει ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του και κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της ιδιοκτησίας του παρά μόνο για λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους όρους που προβλέπονται από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου.
Με τη διάταξη αυτή προστατεύονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα του προσώπου, όπως και το δικαίωμα αποζημίωσης για την προσγενόμενη ζημία στην περιουσία του. Έλλειψη δε σεβασμού της περιουσίας στην περίπτωση αυτή υπάρχει όταν η συνεπεία του λόγου της αποζημίωσης μείωση της περιουσιακής δυναμικότητας του προσώπου δεν αποκαθίσταται πλήρως.
Τέλος, κατά το εδάφιο 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στην προκείμενη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (Ολ ΑΠ 25/2004).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο Λαμίας κρίνοντας το αίτημα του αναιρεσιβλήτου για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης του τμήματος, που απέμεινε από το με αριθμό ΚΠ ... ακίνητό του, που απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας (βελτίωση επαρχιακής οδού ......-......), ύστερα από την εν μέρει αναίρεση της 54/2003 αποφάσεώς του με την 1751/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, δέχτηκε, ανελέγκτως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι απεδείχθησαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "...
Με την υπ' αρίθμ. ...... απόφαση του Νομάρχη Φθιώτιδας που δημοσιεύτηκε στο υπ' αριθμ. 72/Δ/10-2-1999 ΦΕΚ κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και συγκεκριμένα για την κατασκευή της νέας γέφυρας ......-...... και την κατασκευή της παραλλαγής οδού ......-...... με δαπάνες του καθ' ου εδαφική έκταση 14.179 τ.μ., η οποία βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια της Κοινότητας ...... (ήδη Δήμου ......), όπως αυτή εικονίζεται, με κλίμακα 1:500, στο από 15-5-1998 κτηματολογικό διάγραμμα και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα, που έχει συντάξει ο τοπογράφος - μηχανικός Α και έχουν εγκριθεί με την υπ' αρίθμ. ......
απόφαση της προϊσταμένης της Δ/νσης Δημοσίων Έργων της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας Β. Μεταξύ των απαλλοτριουμένων ακινήτων περιλαμβάνεται και ακίνητο, του οποίου ιδιοκτήτης φέρεται ο αιτών και ήδη αναιρεσίβλητος και το οποίο αποτυπώνεται στο σχετικό κτηματολογικό πίνακα και διάγραμμα με τον αριθμό ... .
Έχει έκταση 1235 τ.μ. και αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης ακίνητου εμβαδού 30.000 τ.μ., από το οποίο απομένει τμήμα εμβαδού 28.765 τ.μ. Πρόκειται για ποτιστικό αγρό, εντός σχεδίου πόλεως, που βρίσκεται στη θέση "......" στην περιοχή της γέφυρας ......-...... . Μετά την απαλλοτρίωση, το εναπομένον τμήμα εξακολουθεί να έχει την ίδια κατά προορισμό χρήση του και συγκεκριμένα να καλλιεργείται, όπως και πριν από την απαλλοτρίωση (το όλο ακίνητο), με βαμβάκι και αμπέλι.
Επίσης, είναι άρτιο και οικοδομήσιμο σύμφωνα με τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις. Πριν από την απαλλοτρίωση, το όλο ακίνητο είχε πρόσοψη και πρόσβαση καθ' όλο το μήκος της ανατολικής πλευρά του (280 τρέχοντα μέτρα περίπου) στην επαρχιακή οδό ......-...... . Μετά την απαλλοτρίωση του τμήματος των 1235 τ.μ., που βρίσκεται σε όλο το μήκος της ανατολικής πλευράς του ακινήτου και την κατασκευή του προβλεπόμενου από τις μελέτες υπερυψωμένου αναχώματος, που καλύπτει όλο το μήκος της πλευράς αυτής, καθώς και την επ' αυτού (αναχώματος), σε όλο το μήκος του, τοποθέτηση προστατευτικού κιγκλιδώματος, το εναπομένον τμήμα του ακινήτου έπαυσε να έχει πρόσβαση στην άνω οδό, καθ' όλο το μήκος της ως άνω πλευράς του (ανατολικής).
Εξαιτίας αυτού, περιορίζεται η χρήση του εναπομένοντος ακινήτου και ειδικότερα δυσχεραίνεται η καλλιέργεια και εν γένει εκμετάλλευσή του, αφού, λόγω της κατασκευής του ως άνω αναχώματος και του επ' αυτού κιγκλιδώματος, παρεμποδίζεται πλέον η πρόσβαση στο ακίνητο των γεωργικών και λοιπών μηχανημάτων από την επαρχιακή οδό (όπως γινόταν μέχρι την κατασκευή τους), τα οποία (μηχανήματα) αναγκάζονται πλέον να εισέρχονται μέσω της όμορης, κατά τη δυτική πλευρά, ιδιοκτησίας του Γ, αφού οι βόρεια και νότια του ακινήτου ευρισκόμενοι αγροτικοί δρόμοι είναι υπερυψωμένοι και η υψομετρική διαφορά τους δεν διευκολύνει την πρόσβαση των μηχανημάτων απ' αυτούς.
Για το λόγο αυτό το εναπομένον ακίνητο υφίσταται μείωση της αξίας του και οφείλεται ιδιαίτερη αποζημίωση κατά την έννοια της διαταγής του άρθρου 13 παρ.4 του ΚΑΑΑ. Ο αιτών με την αίτηση του, προσδιορίζει το ποσοστό μείωσης της αξίας του εναπομένοντος ακινήτου του σε 50% επί της πραγματικής αξίας του. Το καθ' ου η αίτηση (ν.π.δ.δ.) υποστηρίζει ότι τούτο δεν υπέστη μείωση της αξίας του, άλλως προσδιορίζει αυτή σε ποσοστό 5% επί της αξίας του απαλλοτριουμένου.
Τη μη επέλευση μείωσης της αξίας του εναπομένοντος τμήματος δέχεται και η επιτροπή του άρθρου 15 του ν. 2882/2001, με την αιτιολογία ότι, μετά την κατασκευή των προβλεπομένων έργων, τούτο θα εξακολουθεί να έχει πρόσωπο στον ίδιο δρόμο, ο οποίος θα είναι φαρδύτερος και σε υψηλότερο επίπεδο. Με την υπ' αριθμ. 68/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας καθορίστηκε προσωρινά η μείωση της αξίας του εναπομείναντος τμήματος σε 40% επί του ποσού της αξίας του.
Ο μάρτυρας του αιτούντος που εξετάστηκε στο ακροατήριο κατέθεσε ότι, μετά την κατασκευή του αναχώματος, έχει μειωθεί κατά πολύ η αξία του εναπομένοντος τμήματος. Εξάλλου, όπως συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 13 παρ.4 του ν.2882/2001 κατά την οποία "εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί ή το τμήμα αυτό να γίνει άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την απόφαση προσδιορισμού της αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο τμήμα προσδιορίζεται και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη, η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο", καθώς και από το άρθρο 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της από 4-11-1950 ΕΣΔΑ, η αποζημίωση για το απομένον μετά την απαλλοτρίωση τμήμα στον ιδιοκτήτη συνδέεται με την υποτίμηση της αξίας του ή με τη μη δυνατότητα χρήσεως του κατά τον προορισμό του, ακόμη και αν αυτές προήλθαν από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχτηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου (Ολ.
ΑΠ 31/2005), όπως εν προκειμένω, και επομένως τα αντίθετα υποστηριζόμενα από το καθ' ου είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Κατόπιν των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η οφειλόμενη ιδιαίτερη αποζημίωση για το εναπομείναν τμήμα του ακινήτου του αιτούντος, λόγω μείωσης της αξίας του, πρέπει να προσδιοριστεί σε ποσοστό 25% επί της αξίας αυτού, με βάση την καθορισθείσα για το απαλλοτριούμενο τμήμα, με την υπ' αριθμ. 54/2003 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (μη αναιρεθείσα κατά το κεφάλαιο αυτό), οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης.
Η τιμή αυτή ανταποκρίνεται στην έννοια της πλήρους αποζημίωσης, όπως αυτή ορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 17 και 2 και 4 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Κατά συνέπεια, πρέπει η αίτηση (κατά το κεφάλαιό της που αναιρέθηκε), καθώς και η ανταίτηση να γίνουν εν μέρει δεκτές ως βάσιμες και κατ' ουσίαν και να καθοριστεί η ιδιαίτερη αποζημίωση για το εναπομένον τμήμα του ακινήτου του αιτούντος στο παραπάνω ποσοστό ...".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, με αναλυτική μάλιστα αξιολόγηση των κατ' ιδίαν αποδεικτικών μέσων, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, διευκρινίζεται ο λόγος κατά τον οποίο δυσχερένεται η καλλιέργεια του εναπομείναντος μετά την απαλλοτρίωση αγροτεμαχίου, ενώ δεν ήταν αναγκαία, για την πληρότητα της αιτιολογίας του ο καθορισμός του ύψους του αναχώματος που δημιουργείται στην πρόσοψή του αγρού αυτού με την κατασκευή του έργου της απαλλοτρίωσης, ούτε η διαπίστωση αδυναμίας κατασκευής με νόμιμη άδεια πρόσβασης από την οδό στον εν λόγω αγρό μετά την αφαίρεση τμήματος του προστατευτικού κιγκλιδώματος. 'Ετσι το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο εκ πλαγίου παραβίαση των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και απαράδεκτος αντίστοιχα.
ΙΙ. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο κατ' άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου πρέπει να καθορίζεται το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα παρά την ερμηνεία ή εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εάν δε το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας της υποθέσεως, πρέπει να αναφέρεται η ελάσσων πρόταση του νομικού συλλογισμού, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλομένη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ώστε να προκύπτει η προβαλλομένη πλημμέλεια από το αναιρετήριο, αφού δεν είναι επιτρεπτή η παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα.
Εν προκειμένω, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι, με το να δεχθεί το αίτημα του αναιρεσιβλήτου και να καθορίσει ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα του ακινήτου του, που απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση, παραβίασε τις διατάξεις του ν. 2882/2001 και των άρθρων 17 του Συντάγματος και του 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν καθορίζεται το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία ή εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-7-2007 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ" για αναίρεση της 113/2007 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ