Legislator Case Law & Legislation
144/2008 AI generated

144/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 144/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

144/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η δεύτερη, όμως, τέταρτος και πέμπτη, αντίστοιχα, από τους αναιρεσείοντες δεν εμφανίστηκαν κατά τη συζήτηση της εν λόγω κλήσης, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλαν έγγραφη δήλωση για παράστασή τους στο ακροατήριο κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 εδάφιο γ' Κ.Πολ.Δ., να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των πιο πάνω αναιρεσειόντων.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 144 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 144/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων-καθών η κλήση: 1. ........, 2. ......, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 3. ........, 4. ........, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 5. ......, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και 6. ......... Οι 1η, 3ος και 6η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Γιαννακάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Των αναιρεσιβλήτων - καλουσών: 1. ....... και 2. ........, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ποντικάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-10-1998 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 134/1999 του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων λόγω αρμοδιότητας, 399/2002 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων και 284/2005 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 29-7-2005 αίτησή τους επί της οποίας εκδόθηκε η 1365/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούσες με την από 4-9-2006 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 4-5-2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη μεν της παρ. 1 του άρθρου 143 Κ.Πολ.Δ., ο δικαστικός πληρεξούσιος του διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη στην οποία είναι πληρεξούσιος, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η επίδοση της οριστικής απόφασης, κατά τη διάταξη δε της παρ. 3 του ίδιου πιο πάνω άρθρου, η επίδοση της κλήσης για συζήτηση αγωγής ή ένδικου μέσου μπορεί να γίνει και σε όποιον τα έχει υπογράψει ως πληρεξούσιος.

Κατά την αληθινή έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η οποία αποβλέπει στην πλήρωση κενού που δημιουργείται μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης με τη διευκόλυνση και απλοποίηση των επιδόσεων ιδίως σε περίπτωση πολυπρόσωπων δικών, ο διάδικος έχει τη δυνατότητα να επιδώσει την κλήση για τη συζήτηση του ένδικου μέσου της αίτησης αναίρεσης κατ' εξαίρεση προς τον υπογράψαντα αυτό ως πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος.

Στην προκείμενη περίπτωση, από τη ...... έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Χανίων ......... προκύπτει, ότι, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξούσιου δικηγόρου των αναιρεσιβλήτων Δημήτρη Ποντικάκη, που επισπεύδουν τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της από 4-9-2006 κλήσης των ίδιων με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη δικάσιμο αυτή (της 21-11-2007), μετά την έκδοση της 1365/2006 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ως προς όλους τους διαδίκους, για το σ' ατή ειδικότερα διαλαμβανόμενο λόγο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 143 παρ. 3 ΚΠολΔ, που προπαρατέθηκε, στο Στυλιανό Γιαννακάκη, ως πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων που έχει υπογράψει την πιο πάνω αίτηση αναίρεσης.

Η δεύτερη, όμως, τέταρτος και πέμπτη, αντίστοιχα, από τους αναιρεσείοντες δεν εμφανίστηκαν κατά τη συζήτηση της εν λόγω κλήσης, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλαν έγγραφη δήλωση για παράστασή τους στο ακροατήριο κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 εδάφιο γ' Κ.Πολ.Δ., να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των πιο πάνω αναιρεσειόντων.

Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ "οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτή ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.

Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση.....". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 568 παρ. 3 και 571 Κ.Πολ.Δ., τα οποία προβλέπουν τον προσδιορισμό δικασίμου σε χρόνο που παρέχει επαρκή προθεσμία για την επίδοση και την προπαρασκευή της συζήτησης, καθώς και τη σύνταξη έκθεσης από τον εισηγητή, προκύπτει ότι ως ημέρα συζήτησης για τον υπολογισμό της προθεσμίας κατάθεσης και κοινοποίησης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, θεωρείται εκείνη που ορίστηκε από τον Πρόεδρο του οικείου τμήματος του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 568 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.,- που εφαρμόζεται όχι μόνο επί των προθεσμιών ενεργείας, αλλά και επί των προπαρασκευαστικών, όπως είναι αυτή του άρθρου 569 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., που προπαρατέθηκε, χωρίς, δηλαδή, να υπολογίζονται σ' αυτή ούτε η ημέρα της κατάθεσης, ούτε εκείνη της συζήτησης (Ολ.

ΑΠ 33/1996, 266/1985, 143/1984)- και όχι η μεταγενέστερη, που θα οριστεί μετά από αναβολή ή ματαίωση εκείνης που ορίστηκε αρχικά (Ολ. ΑΠ 654/1984, 123/1972). Εφόσον, επομένως, από το φάκελο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι στο δικόγραφο των από 11-4-2006 πρόσθετων λόγων αναίρεσης, το οποίο κατατέθηκε μεν στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 12-4-2006, επιδόθηκε στις αναιρεσίβλητες, ούτε, άλλωστε, οι αναιρεσείοντες επικαλούνται τέτοια επίδοση, πρέπει οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι αναίρεσης να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση τον πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Για να είναι ορισμένος ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 32/1996).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο με το να δεχθεί, ότι με τα από ...... και .........., αντίστοιχα, ιδιωτικά συμφωνητικά που συντάχθηκαν μεταξύ των άμεσων δικαιοπαρόχων των διαδίκων Ψ, πατέρα, των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων και Χ, συζύγου και πατέρα, αντίστοιχα, των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, με τα οποία ο πρώτος αγόρασε το επίδικο ακίνητο από το δεύτερο, στον οποίο είχε ήδη περιέλθει η νομή και κυριότητά του - ακινήτου- από το Ταμείο Εφέδρων Πολεμιστών του Νομού Χανίων, έγκυρα μεταβιβάστηκε από το δεύτερο στον πρώτο και απ' αυτόν στις ειδικές διαδόχους του και ήδη αναιρεσίβλητες η νομή χρησικτησίας του ακινήτου αυτού, μολονότι δεν τηρήθηκε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο απαιτούμενος κατά νόμο συστατικός συμβολαιογραφικός τύπος με τη νόμιμη μεταγραφή του και η επίμαχη σύμβαση πώλησης παρά το νόμο συντελέστηκε πριν από την πάροδο πενταετίας από την κατάρτιση του αρχικού συμβολαίου κτήσης του πιο πάνω ακινήτου (........), ενώ δεν αποδείχθηκε η πραγματική καταβολή του αναφερόμενου στα παραπάνω συμφωνητικά τιμήματος ελαιολάδου, έτσι δε, δεν ολοκληρώθηκε η πώληση του ακινήτου, - η περί της οποίας σύμβαση μπορούσε, κατά μετατροπή (άρθρο 182 ΑΚ), να ισχύσει μόνο ως μίσθωση αόριστου χρόνου ή χρησιδάνειο (με ελάχιστο αντάλλαγμα), - παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 159 παρ. 1, 369, 1033,174, 180 και 513 ΑΚ, καθώς και εκείνη του άρθρου 8 παρ. 4 του α.ν. 862/1937.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, γιατί, μολονότι εκτίθενται στο αναιρετήριο οι απόψεις των αναιρεσειόντων σε σχέση με την έννοια των διατάξεων του προμνημονεύθηκαν, δεν παρατίθενται σ' αυτό όλες οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή όλα τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, με βάση τα οποί αυτό κατέληξε στην κρίση για τη συνδρομή των αμέσως πιο πάνω διατάξεων, ώστε έτσι να μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα ή μη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης.

Για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης, κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται να είχε προταθεί νόμιμα ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της πρότασης αυτής (Ολ.ΑΠ 16/2000). Επομένως οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος που είχαν προταθεί στον πρώτο βαθμό, αλλά δεν επαναφέρθηκαν στο Εφετείο ώστε δεν κατέστησαν αντικείμενο της κατ' έφεση δίκης, δεν μπορούν να θεμελιώσουν λόγο αναίρεσης, εκτός αν πρόκειται α)για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Οι εν λόγω ισχυρισμοί πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος της πρότασής τους ή της επαναφοράς τους στο πιο πάνω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν παραδεκτοί και νόμιμοι. Ο δεύτερος, επομένως, κατά το πρώτο μέρος του, υπό στοιχείο α' και κατά το δεύτερο, αντίστοιχα, μέρος του, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται οι από τον αριθμό 8 περίπτ.

β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες, ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων περί αναστολής της νομής χρησικτησίας των αντιδίκων τους επί του επίδικου ακινήτου μέχρι του χρόνου της μεταγραφής του ...... πωλητηρίου συμβολαίου με το οποίο μεταβιβάστηκε στον άμεσο δικαιοπάροχό τους Χ, σύζυγο και πατέρα τους, αντίστοιχα, η κυριότητα του εν λόγω ακινήτου (κλήρου, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 79 του Αγροτικού Κώδικα) και περί διακοπής της νομής χρησικτησίας των αναιρεσιβλήτων στο ίδιο ακίνητο από το έτος 1991 και μέχρι το χρόνο άσκησης της ένδικης διεκδικητικής αγωγής λόγω της άσκησης από μέρους των αναιρεσειόντων της προγενέστερες, με αριθμό έκθ.

κατάθ. 446/16-9-1991, αγωγής κατά της τρίτης ..........., όμοιας κατά περιεχόμενο με την ήδη κρινόμενη, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού οι αναιρεσείοντες δεν διατείνονται σ'αυτόν , ότι τους προβαλλόμενους πιο πάνω ισχυρισμούς του, που δεν εμπίπτουν σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., πρότειναν, όπως όφειλαν στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε αναφέρουν και τον τρόπο της πρότασής τους, ώστε να μπορούν να κριθούν αν είναι παραδεκτοί και νόμιμοι.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού η δικονομικού δικαιώματος. (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997).

Επομένως, ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ.ΑΠ 12/1991). Ο δεύτερος, επομένως, κατά το πρώτο μέρος του, υπό στοιχείο β', λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περίπτ.

β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των υπό στοιχεία 2 έως 6 απ' αυτούς, ότι λόγω της ανηλικότητάς τους, κατά το χρόνο θανάτου του άμεσου δικαιοπαρόχου, πατέρα τους, Χ (25-8-1961) και μέχρι το χρόνο της σταδιακής ενηλικίωσής τους στις 3-7-1965, 9-1-1967, 15-2-1969, 20-11-1971 και 27-4-1975, αντίστοιχα, καθώς και της παρέλευσης στις 27-10-1975 της εξάμηνης αναστολής συμπλήρωσης της κτητικής παραγραφής, είχε ανασταλεί μέχρι την αμέσως πιο πάνω χρονολογία η νομή χρησικτησίας των αντιδίκων τους, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον εν λόγω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων και τον απέρριψε ως νόμω αβάσιμο.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποιά αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Ο τρίτος, συνεπώς κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ.

γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη στο σύνολό της την κατάθεση της μάρτυρα των αναιρεσειόντων Γ1 τις ως δικαστικά τεκμήρια εκτιμώμενες προηγούμενες καταθέσεις των μαρτύρων των ίδιων .... και ......, καθώς και τον κτηματολογικό πίνακα απαλλοτρίωσης τμήματος του επίδικου ακινήτου για την κατασκευή του οδικού κόμβου ......, αντίστοιχα, που αυτοί επικαλέστηκαν και παραδεκτά προσκόμισαν ενώπιόν του, προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών τους, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν" από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν με όρκο στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του και τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη τόσο την κατάθεση της μάρτυρα απόδειξης Γ1, όσο και τα λοιπά έγγραφα, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τόσο την προαναφερόμενη κατάθεση, όσο και τα προμνημονευόμενα έγγραφα, χωρίς να είναι υποχρεωμένη να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός αποδεικτικού μέσου.

Ο τρίτος, τέλος, αναιρετικός λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο προσάπτεται η από τον αριθμό 11 περίπτ. α' του άρθρου 559 πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη ανεπίτρεπτα κατά νόμο αποδεικτικά έγγραφα, δηλαδή έγγραφα των αναιρεσιβλήτων περί καθορισμού προσωρινής και οριστικής αποζημίωσης τμήματος του επίδικου ακινήτου, που απαλλοτριώθηκε και περί δήλωσης του εν λόγω ακινήτου στο κτηματολόγιο, που προσκομίστηκαν απ' αυτούς σε χρόνο μεταγενέστερο της αγωγής, είναι απορριπτέος ως αόριστος, εφόσον δεν εξειδικεύονται στο λόγο τα επί μέρους έγγραφα που φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη ανεπιτρέπτως.-.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-7-2005 αίτηση για αναίρεση της 284/2005 απόφασης του Εφετείου Κρήτης, καθώς και τους από 11-4-2006 πρόσθετους λόγους αυτής.

Καταδικάζει τους παρόντες αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ