Legislator Case Law & Legislation
1449/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding evidence evaluation and non-consideration of arguments.

Case Number 1449/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Regional Court of Crete's partial judgment in a labor dispute. The appellant argued the lower court erred by evaluating evidence and ignoring specific claims regarding the employer's conduct, but the Court ruled these issues fall outside the scope of cassation review. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because the cited grounds concerned the substance of the case rather than legal interpretation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 561(1) and 559(8) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court lacks jurisdiction to review factual findings, evidence evaluation, or the substantive assessment of whether a party abused their rights, as these constitute the essence of the case rather than errors of law.

Keywords

AI generated
cassation inadmissibility labor dispute appeal evidence evaluation review abuse of rights substantive case essence non-consideration of arguments legal interpretation error

Cited Legislation

AI generated
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1449 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1449/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καθ'ης η κλήση: Μ. Σ. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Μαντά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης - καλούσας: Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης Αποχέτευσης του Δήμου Ρεθύμνου, που εδρεύει στο ... Δήμου Ρεθύμνου Νομού Ρεθύμνης, όπως νόμιμα εκπροσωπείται. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ιατρού, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-2-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 56/2015 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 2.10.2017 αίτησή της, η συζήτηση της οποίας ματαιώθηκε κατά τη δικάσιμο της 24ης Νοεμβρίου 2020. Η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 24/5/2021 κλήση της καλούσας.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 2-10-2017 και με αριθ. κατάθ. 21/4.10.2017 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αριθ. 56/6-7-2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατόπιν έφεσης κατά, της εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία, με αριθ. 22/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης.

Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε τυπικά δεκτή και κατ` ουσία η από 16-4-2014 και με αριθ. κατάθ. 35/17-4-2014 έφεση της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της ενάγουσας - εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας, εξαφανίστηκε η ως άνω απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 7-2-2011 με αρ.

εκθέσεως καταθέσεως ΜΕΙ/49/9-2-2011 αγωγή της ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρεώθηκε η εναγομένη να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 47.141,32 ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές και αποζημίωση απόλυσης λόγω καταγγελίας της συμβάσεως, με το νόμιμο τόκο κατά τα σ' αυτή οριζόμενα, και εκδικαζόμενη κατ'ουσίαν η αγωγή από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έγινε αυτή δεκτή εν μέρει, μόνο ως προς την αγωγική αξίωση καταβολής αποζημιώσεως απόλυσης, απορρίφθηκε δε ως αβάσιμη κατ' ουσία κατά τις αγωγικές αξιώσεις για δώρα εορτών, αποζημίωση αδείας και επιδόματα αδείας, συνολικού ποσού 21.769,21 ευρώ, που η ενάγουσα εδικαιούτο σύμφωνα με το νόμο, κατ' αποδοχή ως νόμιμης και ουσία βάσιμης της εκ του άρθρου 281 ΑΚ προβληθείσης ενστάσεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης .

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα [άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3 (όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο, του άρθρου 1 του ν. 4335/23-7-2015- Ολ.ΑΠ 10/2018), 566 παρ.1 και 144 του KΠολΔ]. Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 KΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 KΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ. η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της άσκησης του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, εις τρόπον ώστε η μεταγενέστερη άσκηση του, που θα έχει δυσμενείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Μόνη όμως η αδράνεια του δικαιούχου, έστω και μακροχρόνια, ακόμη και εάν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετες ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται καταφανώς των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ.

Η δε κατά τα άνω επιχειρούμενη από τον δικαιούχο εκ των υστέρων ανατροπή της πιο πάνω κατάστασης, απαιτείται να έχει δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του οφειλέτη, χωρίς να είναι απαραίτητο να προκαλούνται αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2002, ΟλΑΠ 8/2001, ΑΠ 308/2020). Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.

β του KΠολΔ ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του KΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005).

Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β` του αριθ. 1 του άρθρου 559 του KΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ` αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του KΠολΔ αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του KΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 232/2020, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 1333/2018).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 του ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 του ΚΠολΔ), ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολ.

Α.Π. 25/2003, Ολ. Α.Π. 3/1997, Ολ. Α.Π. 11/1996, Α.Π. 1446/2019). Ο, εκ του άνω άρθρου, λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 25/2003, Α.Π. 12/1991 Α.Π. 37/2008, Α.Π. 2102/2007, Α.Π. 2068/2007), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ του πράγματος προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Α.Π. 85/2020, Α.Π. 667/2018, Α.Π. 76/2016) έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.

Α.Π. 11/1996, Α.Π. 1108/2020, Α.Π. 771/2017, Α.Π. 1434/2010, Α.Π. 148/2009). Αντιθέτως, δεν θεωρούνται "πράγματα", κατά την προαναφερθείσα έννοια, οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 87/2013, Α.Π. 701/2008, Α.Π. 625/2008, Α.Π. 558/2008) ούτε τα οριζόμενα στο άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα ή το περιεχόμενο αυτών (Α.Π. 237/2019, Α.Π. 598/2019, Α.Π. 261/2016, Α.Π. 87/2013, Α.Π. 2019/2007), αλλά ούτε και οι αόριστοι ή απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

Α.Π. 2/1989, Α.Π. 867/1988, Α.Π. 1058/1998 Ολ. Α.Π. 8/2013, Ολ. Α.Π. 3/1997, Ολ. Α.Π. 14/2004, Α.Π. 76/2016, Α.Π. 139/2014, Α.Π. 1720/2013, Α.Π. 232/2009, Α.Π. 147/2008). Επίσης, δεν είναι πράγματα, υπό την άνω έννοια, τα νομικά επιχειρήματα, που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους, σε σχέση με ανακύπτοντα νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους, που αναφέρονται στην ορθή, κατ` αυτούς, ερμηνεία διατάξεων του νόμου (Ολ.

Α.Π. 3/1997, Α.Π. 576/2018, Α.Π. 1090/2014, Α.Π. 2264/2014, Α.Π. 69/2013, Α.Π. 1492/2011). Τέλος, προς τους μη προταθέντες ισχυρισμούς εξομοιώνονται και εκείνοι που προτάθηκαν απαραδέκτως (Α.Π. 1382/2011, Α.Π. 728/2010, Α.Π. 130/2004), όπως συμβαίνει και στην περίπτωση που ο προταθείς ισχυρισμός δεν είχε επαναφερθεί με νόμιμο τρόπο (άρθρο 240 του ΚΠολΔ) στο Εφετείο.

Για το ορισμένο του, από τον αριθμό 8 περ. β` του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως, ότι δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, απαιτείται να αναφέρεται στο αναιρετήριο εκτός των άλλων, ότι ο αποτελών "πράγμα" ισχυρισμός, δηλαδή αυτός που τείνει στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή δικαιώματος, είχε προταθεί παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε νομότυπα (με λόγο έφεσης ή αναλόγως κατά το άρθρο 240 του ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στον δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτώς, κατά το άρθρο 527 του ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (Α.Π. 14/2022, ΑΠ 1439/2019, Α.Π. 1199/2018, Α.Π. 555/2019, Α.Π. 109/2019, Α.Π. 159/2018, Α.Π. 605/2015, Α.Π. 354/2011, Α.Π. 993/2007, Α.Π.1419/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε, κατά τον ενδιαφέροντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα είναι πτυχιούχος του ΤΕΙ Καλαμάτας του τμήματος Τοπικής Αυτοδιοίκησης από τις 6-7-2005. Αμέσως μετά την αποφοίτησή της, κατήρτισε, στις 3-10-2005, σύμβαση με τον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγόμενης Δημοτικής επιχείρησης (ΝΠΙΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΥΔΡΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΡΕΘΥΜΝΟΥ - ΔΕΥΑΡ"), προκειμένου να παρέχει υπηρεσίες διοικητικής υπαλλήλου.

Η σύμβαση αυτή χαρακτηρίστηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη, ως "σύμβαση μίσθωσης έργου", με χρονική διάρκεια από τις 3-10-2005 έως τις 30-09-2006, δυνάμει της οποίας ανατέθηκε στην ενάγουσα το έργο της υποβοήθησης της διοικητικής και αναπτυξιακής πορείας της ΔΕΥΑΡ. Ετήσια συνολική αμοιβή συμφωνήθηκε το ποσό των 13.200 ευρώ καταβαλλόμενο τμηματικά, ανά μήνα.

Ρητά συμφωνήθηκε ότι δεν θα καταβάλλονταν στην ενάγουσα δώρα εορτών και επιδόματα αδείας. Η καταβολή κάθε αμοιβής συμφωνήθηκε να γίνεται με την προσκομιδή από την ενάγουσα θεωρημένου δελτίου παροχής υπηρεσιών. Μάλιστα, για την κατάρτιση της άνω σύμβασης λήφθηκε έγκριση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κρήτης, ο οποίος ενέκρινε, αφού έλαβε υπόψη του το αίτημα της εναγομένης συνοδευόμενο από γνωμοδότηση του νομικού συμβούλου της Περιφέρειας.

Πλην όμως, οι διάδικοι ενεργούσαν κατά τη γνωστή παράνομη πρακτική, σύμφωνα με την οποία συνάφθηκε η ως άνω σύμβαση, ως σύμβαση έργου, χωρίς να πρόκειται πράγματι για σύμβαση έργου, αλλά για σύμβαση εργασίας, στην οποία στην ουσία απέβλεπαν οι συμβαλλόμενοι, ώστε να καλύπτονται ανάγκες, όχι απρόβλεπτες, επείγουσες ή εποχιακές, αλλά πάγιες και διαρκείς (συνεχείς), η, δε, ενάγουσα κατελάμβανε οργανική θέση εργασίας υπαλλήλου σε Δημοτική επιχείρηση κατά παράκαμψη των νομίμων διαδικασιών (διαγωνισμός μέσω ΑΣΕΠ) και κατά παράκαμψη άλλων ενδιαφερομένων, που θα είχαν τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, ακόμη και υπέρτερα αυτών της ενάγουσας, να συμμετάσχουν σε νόμιμη διαδικασία πρόσληψης, με διαγωνισμό, για κατάληψη της εν λόγω θέσης.

Ειδικότερα, η ενάγουσα κατά τη συμφωνία τους απασχολείτο ως διοικητική υπάλληλος με καθήκοντα αρχικά την εξυπηρέτηση πελατών και επίλυσης των εκάστοτε προβλημάτων τους, εργαζόμενη στο γραφείο εξυπηρέτησης πελατών της εναγομένης στο Ρέθυμνο στη συμβολή των οδών ... και .... Στη συνέχεια άσκησε καθήκοντα σχετικά με τη δημιουργία νέων συνδέσεων στο δίκτυο ύδρευσης-αποχέτευσης του Δήμου Ρεθύμνου, με τον εντοπισμό παρανόμων συνδέσεων, την επιβολή και είσπραξη των σχετικών προστίμων, καθώς και τη διόρθωση των λογαριασμών που εξέδιδε η εναγομένη, εργαζόμενη στο γραφείο εσόδων της τελευταίας, το οποίο βρισκόταν στα γραφεία της, εντός των εγκαταστάσεων του βιολογικού καθαρισμού στο ...

Δήμου Ρεθύμνου στη θέση "...". Για την εργασία της αυτή δεν είχε την ελευθερία να επιλέξει η ίδια τον τόπο και χρόνο της εργασίας της, απεναντίας μάλιστα, είχε υποχρέωση να εργάζεται στους προαναφερθέντες τόπους, που της όρισε η εργοδότριά της και συγκεκριμένο ωράριο οριζόμενο πάλι από την εναγόμενη, ήτοι από 7.30 πμ ως 15.00 μμ κατά το πενθήμερο σύστημα εργασίας.

Ήταν, δε, τόση έντονη η εξάρτησή της, που τόσο η προσέλευσή της, όσο και η αναχώρησή της ελεγχόταν από τους εκπροσώπους της εναγομένης. Την εργασία της μάλιστα, την προσέφερε αυτοπροσώπως, μη δυνάμενη να υποκατασταθεί από άλλο πρόσωπο. Η τελευταία λάμβανε δεσμευτικές οδηγίες για την εργασία της από τον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης, έστω και εάν, λόγω των ειδικότερων γνώσεών της στο αντικείμενο της εργασίας της, αναλάμβανε δική της πρωτοβουλία ως προς τον τρόπο παροχής των κατ' ιδίαν υπηρεσιών της.

Υπό τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά είναι πρόδηλο ότι οι διάδικοι απέβλεπαν στην εργασία της ενάγουσας και όχι στο αποτέλεσμα και η σύμβαση, που τους συνέδεε, ήταν αυτή της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας. Το γεγονός ότι η ενάγουσα υποχρεώθηκε να εκδίδει απόδειξη παροχής υπηρεσιών και να μην ασφαλίζεται στο ΙΚΑ, δεν αναιρεί την παραπάνω κρίση, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην μείζονα σκέψη στην αρχή της παρούσας.

Η εργασία που προσέφερε η ενάγουσα ήταν για την ικανοποίηση συνεχών αναγκών της εναγομένης στον τομέα όπου απασχολούταν, οι οποίες δεν μπορούσαν να αντιμετωπιστούν από το μόνιμο προσωπικό, αφού το τελευταίο δεν αρκούσε. Επομένως, η συνδέουσα τους διαδίκους σύμβαση δεν ήταν η σύμβαση έργου, αφού κάτω από αυτήν υποκρυπτόταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με ορισμένη διάρκεια, που η διάρκεια της μάλιστα δεν δικαιολογούταν από τη φύση ή το είδος ή τον σκοπό της εργασίας που παρείχε, αλλά ούτε και από κάποιο άλλο αντικειμενικό λόγο, όπως είναι η προσωρινή αναπλήρωση εργαζομένου, η εκτέλεση σωρευμένης ή παροδικού χαρακτήρα εργασίας ή κάποιο συμφέρον της ενάγουσας, γεγονότα που δεν επικαλείται, άλλωστε, η εναγόμενη.

Αντιθέτως, από όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν, προκύπτει ότι η ενάγουσα κάλυπτε πάγιες και διαρκείς (συνεχείς) ανάγκες της εναγομένης στους προαναφερθέντες τομείς εργασίας της και όχι έκτακτες, πρόσκαιρες ή εποχιακές, καθώς και ότι η ορισμένη χρονική διάρκεια της σύμβασής της έγινε με πρόθεση καταστρατήγησης των διατάξεων του ν. 2112/20, με συνέπεια, να καθίσταται άκυρος ο όρος της σύμβασης, ως προς το χρονικό περιορισμό της διάρκειας της και η μία αυτή σύμβαση με την εναγόμενη, να συνιστά μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.

Πλην όμως, η σύμβαση αυτή, ως σύμβαση εργασίας, ήταν άκυρη, διότι η πρόσληψή της έγινε χωρίς να τηρηθούν οι προϋποθέσεις που τάσσουν οι διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 2, 7 και 8 του Συντάγματος, οι διατάξεις του Ν 2190/1994 και κατά παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1, 2, 3 του ν. 2527/1997 και επομένως, οι διάδικοι συνδέονταν μεταξύ τους με απλή, άκυρη, εργασιακή σχέση εργασίας, με βάση την οποία η ενάγουσα δικαιούται με βάση τον νόμο, τα δώρα εορτών , την αποζημίωση αδείας και το επίδομα αδείας καθώς και την αποζημίωση απόλυσης για όσο διάστημα εργάστηκε στην εναγομένη, ακόμα και σε εκτέλεση των άνω αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων, αφού και μετά την έκδοση αυτών (αποφάσεων), δεν έπαψε να υφίσταται η ως άνω άκυρη εργασιακή σχέση των διαδίκων.

Συνακόλουθα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε ότι η ενάγουσα δικαιούται με βάση τον νόμο τα δώρα εορτών , τις αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας καθώς και την αποζημίωση απόλυσης, ορθά έκρινε και δεν έσφαλε και οι σχετικοί λόγοι της έφεσης που υποστηρίζουν τ' αντίθετα κρίνονται απορριπτέοι.........".

Ακολούθως το Εφετείο, έκρινε ότι η ενάγουσα, κατά το χρονικό διάστημα της απασχόλησής της από 3-10-2005 έως 11-8-2010, δεν έλαβε τα επιδόματα εορτών, αποδοχές και επίδομα αδείας, ούτε και αποζημίωση απολύσεως ποσού 3.530,36 ευρώ, το οποίο και μόνο τελικώς της επεδίκασε, κατ' αποδοχή της αγωγής ως εν μέρει βάσιμης και κατ' ουσία.

Αντιθέτως ως προς το προαναφερόμενο συνολικό ποσό για επιδόματα εορτών, αποδοχές και επίδομα αδείας, που η ενάγουσα δικαιούται από το νόμο και δεν της καταβλήθηκε από την εναγομένη, δέχτηκε, αφού παρέθεσε στη μείζονα σκέψη του την ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, τα ακόλουθα: " Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρόσθετο, δια των προτάσεών της, λόγο της έφεσής της, η εναγόμενη επαναφέρει την ένστασή της ότι η ένδικη αγωγή, όσον αφορά τις επίδικες αξιώσεις, ασκήθηκε καταχρηστικά, διότι η ενάγουσα, κατά την πρόσληψή της στις 3-10-2005 συμφώνησε να εργασθεί με σύμβαση έργου και να μην λαμβάνει, λόγω της φύσης της σύμβασης αυτής, τις ένδικες αξιώσεις, εργάστηκε, δε, σύμφωνα με τη σύμβασή της ως στις 30-9-2006 και στη συνέχεια προσέφυγε στη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων και πέτυχε τη διατήρησή της σε οργανική θέση εργασίας έως την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της κύριας αγωγής που άσκησε, με αποτέλεσμα να επιβαρύνεται αυτή (εναγομένη) οικονομικά, ως την έκδοση, το έτος 2010, τελεσίδικης, απορριπτικής, των αξιώσεων της ενάγουσας απόφασης, οπότε και κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας, χωρίς ποτέ, η ενάγουσα, όλο το προαναφερόμενο διάστημα, να ασκήσει και να προβάλει με οποιοδήποτε τρόπο τις ένδικες αξιώσεις της ως προερχόμενες από σύμβαση εργασίας, δημιουργώντας της έτσι την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει τις αξιώσεις της αυτές, τις οποίες, εν τέλει άσκησε, με την ένδικη από 7-2- 2011 αγωγή της, με αποτέλεσμα αυτή τώρα, με την παραδοχή της αγωγής, να υφίσταται δυσμενείς, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα, συνέπειες και οικονομική βλάβη και να μην δύναται να ικανοποιήσει τις υποχρεώσεις της, ενόψει της δεινής, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα, οικονομικής της θέσης.

Ζητεί, λοιπόν, την απόρριψη της αγωγής για το λόγο αυτό. Ο ισχυρισμός αυτός, σύμφωνα με τις αμέσως ανωτέρω παραδοχές, είναι νόμιμος, στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αποδεικνύεται δε και ουσία βάσιμος. Ειδικότερα, αποδεικνύεται ότι πράγματι η ενάγουσα, κατά τη γνωστή προαναφερθείσα παράνομη πρακτική, προσλήφθηκε στις 3-10-2005 με σύμβαση έργου, χωρίς, όμως, να πρόκειται πράγματι για σύμβαση έργου, αλλά για σύμβαση εργασίας, στην οποία στην ουσία απέβλεπαν οι συμβαλλόμενοι, ώστε να καλύπτονται πάγιες ανάγκες της εναγομένης, καταλαμβάνοντας οργανική θέση εργασίας υπαλλήλου σε Δημοτική επιχείρηση κατά παράκαμψη των νομίμων διαδικασιών (διαγωνισμός μέσω ΑΣΕΠ) και κατά παράκαμψη άλλων ενδιαφερομένων συμπολιτών της που θα ήθελαν να συμμετάσχουν σε μία νόμιμη διαδικασία πρόσληψης σε κενή οργανική θέση.

Εργάστηκε κατά τη σύμβασή της για διάστημα μόλις ενός έτους (έως στις 30-9-2006), συμφώνησε, δε, με τη σύμβαση αυτή, να φέρει η τελευταία το χαρακτήρα σύμβασης έργου και άρα να μην δικαιούται και να μην λαμβάνει δώρα εορτών, αποδοχές και επιδόματα αδείας. Λίγο πριν η σύμβασή της λήξει, η ενάγουσα άσκησε την από 26-9-2006 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνης , με προσωρινή, δε, διαταγή και στη συνέχεια με βάση την υπ' αριθ. 1731/2006 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, συνέχισε να εργάζεται μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της κύριας αγωγής που άσκησε, γιατί το ως άνω Δικαστήριο εσφαλμένα (κατά τα προαναφερθέντα) πιθανολόγησε ότι η ενάγουσα συνδεόταν με (έγκυρη) σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου με την εναγόμενη, εξ ου και υποχρεωνόταν η τελευταία να την απασχολεί (ως γνωστόν στις άκυρες συμβάσεις δεν γεννάται υποχρέωση του εργοδότη για απασχόληση, σε περίπτωση, δε, μη αποδοχής της εργασίας δεν γεννάται και υπερημερία του.

Στη συνέχεια, επί της κυρίας αγωγής, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 12/2007 απόφαση του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η κυρία αγωγή, διότι δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις, ώστε να μετατραπεί η σύμβαση της ενάγουσας, σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, πλην όμως, η ενάγουσα παρά ταύτα εξακολούθησε να απασχολείται, διότι, αν και υπήρχε οριστική απόφαση, απορριπτική των αξιώσεών της, προσέφυγε εκ νέου στη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων και πέτυχε την έκδοση της υπ' αριθμ. 485/2007 απόφασης του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία το ως άνω Δικαστήριο εσφαλμένα (κατά τα προαναφερθέντα) πιθανολόγησε και πάλι ότι η ενάγουσα συνδεόταν με (έγκυρη) σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου με την εναγομένη.

Εργάστηκε ως τις 11-8-2010 που η εναγομένη, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 218/2010 απόφασης αυτού του Δικαστηρίου, μ ε την οποία απορρίφθηκε η έφεση της ενάγουσας κατά της προαναφερθείσας υπ' αριθμ. 12/2007 απόφασης, ζήτησε να αποχωρήσει από την εργασία, διότι με την προαναφερθείσα τελεσίδικη απόφαση κρίθηκε και πάλι ότι οι διάδικοι δεν συνδέονταν με έγκυρη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.

Καθ' όλο το προαναφερθέν διάστημα, από 3-10-2005 ως 11-8-2010, η ενάγουσα λάμβανε μηνιαίως ως αμοιβή της το ποσό των 1.100 € σύμφωνα με τη σύμβασή της, ουδέποτε, δε, αξίωσε αμοιβή για διαφορές αποδοχών, δώρα εορτών, αποδοχές και επιδόματα αδείας, προερχόμενες από σύμβαση εργασίας. Το πρώτον έπραξε τούτο με την ένδικη από 7-2-2011 αγωγή της, η, δε, αδράνεια της δεν οφειλόταν σε πρόθεσή της να μην διαταράξει την εργασιακή της σχέση, αφού ήδη από τις 26-9-2006, λίγο πριν τη λήξη της σύμβασής της προσέφυγε δικαστικά με την προαναφερθείσα αίτηση ασφαλιστικών μέτρων διαταράσσοντας από τότε την εργασιακή της σχέση με την εργοδότριά της, χωρίς όμως και τότε, να προβάλλει τις προαναφερόμενες αξιώσεις.

Πλην όμως, η αδράνειά της αυτή, εύλογα δημιούργησε την πεποίθηση στη εναγομένη, ότι η ενάγουσα δεν επρόκειτο να ασκήσει τις ως άνω αξιώσεις της, πεποίθηση που ενισχύθηκε έτι περαιτέρω με την έκδοση της υπ' αριθμ. 12/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης, με την οποία απορρίφθηκε η κυρία αγωγή, διότι δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις, ώστε να μετατραπεί η σύμβαση της ενάγουσας, σε έγκυρη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς και πάλι να προβεί σε άσκηση των ως άνω αξιώσεών της.

Η ως άνω, όμως, μεταγενέστερη άσκηση των αξιώσεών της, που γεννήθηκαν από την ως άνω παράνομη πρακτική, ενόψει και των λοιπών ως άνω περιστάσεων, κρίνεται ότι έχει, αν όχι αφόρητες, τουλάχιστον δυσμενείς για την εναγομένη συνέπειες και δεν δικαιολογείται επαρκώς και υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος της.

Ειδικότερα, από την άσκηση αυτή προκαλούνται στην εναγομένη, που αποτελεί κοινωφελή επιχείρηση ύδρευσης και αποχέτευσης του Ρεθύμνου, δυσμενείς επιπτώσεις, που δεν θέτουν βέβαια σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση της επιχείρησης αυτής, πλην όμως, επιδεινώνουν σε σημαντικό βαθμό την ήδη προβληματική οικονομική της κατάσταση και την εκτέλεση του προϋπολογισμού της, δεδομένου ότι επιβαρύνουν υπέρμετρα τον προϋπολογισμό της με απρόβλεπτες αξιώσεις προηγουμένων ετών και αυξάνουν το παθητικό της.

Αρκεί να ληφθεί υπόψη ότι τα χρηματικά διαθέσιμα της επιχείρησης αυτής (κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης της υπόθεσης) ανέρχονταν στο ποσό των 376.414,66 ευρώ ενώ οι μηνιαίες δαπάνες της (μισθοδοσία προσωπικού, δάνεια, συντηρήσεις κλπ) στο ποσό των 805.000 €, ώστε να αναγκάζεται συνεχώς να προβαίνει σε αυξανόμενο δανεισμό για να καλύπτει τις υποχρεώσεις της αυτές με δυσμενείς επιπτώσεις στη λειτουργία της και στο κόστος των παρεχόμενων υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης στο κοινό....".

Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, κατ' αποδοχή σχετικού λόγου της εφέσεως της εναγομένης-εκκαλούσας-αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί αντιθέτως, και απέρριψε την αγωγή κατά το κεφάλαιο αυτό, ως αβάσιμη κατ' ουσία. Ήδη η αναιρεσείουσα παραπονούμενη μόνο για την κρίση αυτή του Εφετείου, προβάλει τους ακόλουθους δύο λόγους αναιρέσεως:

Α. Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1β ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι εσφαλμένα το Εφετείο δέχτηκε ως βάσιμη κατ' ουσία την εκ του άρθρου 281 ΑΚ προβληθείσα υπό της εναγομένης-αναιρεσιβλήτου ένσταση και ακολούθως απέρριψε την αγωγή της ως αβάσιμη κατ' ουσία, κατά παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ειδικότερα, α) ότι ο εργαζόμενος αποτελεί το ασθενέστερο διαπραγματευτικά μέρος μιας εργασιακής σχέσης, με τον εργοδότη να επιβάλει τους δικούς του όρους και έτσι θεώρησε την ίδια ως υπεύθυνη για την απασχόλησή της με το σχήμα της συμβάσεως έργου και όχι της συμβάσεως εργασίας, β) ότι δεν διέγνωσε το αιωνίως αληθές ότι ένας εργαζόμενος ασκεί τα εργασιακά του δικαιώματα μετά την λύση της εργασιακής του σχέσεως και γ) ότι η συμπεριφορά της να αξιώσει τα αναφερόμενα και αξιούμενα κονδύλια είναι καταχρηστική καθόσον συνδέεται με την απασχόλησή της επί τη βάσει αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων και θα εκθέσει την αντίδικο σε ανεπανόρθωτο κίνδυνο και έτσι δεν διέλαβε το επιτασσόμενο για κάθε μέσο κοινωνικό άνθρωπο ότι δηλαδή η εργασία που παρείχε στην αντίδικο υπό το σχήμα που η ίδια της επέβαλλε, συνεχίστηκε και μετά τη λήψη των ασφαλιστικών μέτρων, με την αμοιβή που εκείνη ουδέποτε διαπραγματεύτηκε, αλλά απαίτησε να συνυπογράψω ως υποδεέστερο συμβαλλόμενο μέρος.

Έτσι διατυπούμενος ο λόγος αυτός, είναι απαράδεκτος, διότι οι επικαλούμενες αιτιάσεις αναφέρονται ευθέως στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, δηλαδή την ουσία της υποθέσεως, αναφορικά με το ουσιαστικό ζήτημα της εκ μέρους της ενάγουσας καταχρηστικής άσκησης των αγωγικών δικαιωμάτων της και όχι στην ερμηνεία του κανόνα δικαίου του άρθρου 218 ΑΚ ή την υπαγωγή σ' αυτόν πραγματικών γεγονότων, που όμως δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Β. Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα, αν και είχε προβάλλει παραδεκτώς στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επανέφερε παραδεκτώς ενώπιον του Εφετείου, αμυνόμενη κατά της κατ' αυτής εφέσεως της αναιρεσιβλήτου, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ως άνω υπό της εναγομένης-αναιρεσιβλήτου προβληθείσης ενστάσεως, τον ισχυρισμό ότι η αντίδικος ήταν εκείνη που την ώθησε στην άσκηση της ένδικης από 7/2/2011 αγωγής της, με την χορήγηση σ' αυτή αντιγράφου της με αρ.

πρωτ. 941/21-3-2008 γνωμοδότησης του Νομικού της Συμβούλου, σύμφωνα με την οποία έπρεπε να αμείβεται με βάση τις προβλέψεις των συλλογικών συμβάσεων εργασίας λόγω της ιδιότητάς της ως εργαζομένης που είχε αναγνωριστεί με την με αρ. 485/2007 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, ενώ η εναγομένη-αναιρεσίβλητη αδιαφόρησε στις παραινέσεις του Συμβούλου της εξαναγκάζοντας την ουσιαστικά στην άσκηση της ανωτέρω αγωγής και τη διεκδίκηση των δεδουλευμένων αποδοχών της, που μέχρι τότε δεν της είχαν καταβληθεί.

Η προσβαλλομένη απόφαση κατά την αναιρεσείουσα δεν έλαβε υπόψη της τον ισχυρισμό αυτό, που είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έτσι διατυπούμενος ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, καθόσον ο προβαλλόμενος ως μη ληφθείς υπόψη ισχυρισμός, συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της επικαλούμενης υπό της αναιρεσιβλήτου-εναγομένης ενστάσεως περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσείουσας-ενάγουσας και συνεπώς, κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη, δεν συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ώστε να θεμελιώνεται η από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενη πλημμέλεια.

Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναιρέσεως. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης δημοτικής επιχείρησης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας της (άρθ. 176, 183 του KΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-10-2017 αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 56/6-7-2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης δημοτικής επιχείρησης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2023.

Η ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Οκτωβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ