Legislator Case Law & Legislation
1449/2021 AI generated

Supreme Court allows appeal against excessive compensation for mental distress, remanding case for new trial.

Case Number 1449/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court declared the appeal admissible regarding the second defendant and allowed the first ground of appeal concerning excessive compensation for mental distress. The court found the appellate court violated the principle of proportionality by awarding amounts that were disproportionately high compared to the plaintiffs' suffering and inconsistent with judicial practice. Consequently, the decision was annulled in part, and the case was remanded to a different judge at the Court of First Instance for a new trial to determine appropriate damages.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576, 559, 580, 495, 176, 183 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine ex officio if a party fails to appear and may annul a decision if the awarded compensation for mental distress violates the principle of proportionality and exceeds reasonable limits.

Keywords

AI generated
mental distress compensation principle of proportionality excessive damages appeal admissibility remittal for retrial judicial discretion limits civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 25(1) of the Constitution
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1449 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1449/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:

1) Σ. Κ. του Χ. (S. K. του H.),

2) Τ. Κ. του Μ. (C. K. του B.),

3) Λ. Κ. του Σ. (L. K. του S.),

κατοίκων ... Αλβανίας,

4) Ε. Τ. του Σ. (E. X. του S.),

5) Ε. Π. του Σ. (E. P. του S.) και

6) Α. Κ. του Σ. (A. K. του S.),

κατοίκων ... Αλβανίας,

οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Μπαλαφούτη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων:

1) Χ. Χ. του Η., κατοίκου ... Αττικής, ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και

2) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «Αmerican Ιnternational Group (AIG) ΑΕ» και ήδη «AIG EUROPE S.A.», που εδρεύει στο Λουξεμβούργο και εκπροσωπείται νόμιμα, διατηρεί δε Υποκατάστημα στην Ελλάδα με κεντρικά γραφεία στο Μαρούσι Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Βρεττό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος, στην ως άνω από 28.09.2021 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18.03.2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 415/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 761/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18.07.2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 576 του ίδιου Κώδικα, εάν, κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολιπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση, σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο παριστάμενος ομόδικος του απολιπομένου διαδίκου ή ο αντίδικος αυτού, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήση, αν δε στη δίκη μετέχουν περισσότεροι διάδικοι και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εκτός αν συνδέονται με απλή ομοδικία, οπότε η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση χωρεί νόμιμα ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κληθεί νόμιμα και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (Ολ.Α.Π. 14/15, Α.Π. 234/20, Α.Π. 362/20).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει, αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων, που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο, που ορίστηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η αναβολή της υποθέσεως και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου.

Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής, συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής της στο πινάκιο είναι, ότι ο απολιπόμενος, κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος, είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και, επομένως, με τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλητεύσεώς του κατά την αρχική δικάσιμο.

Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο, ο απολιπόμενος κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί, κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως, και επομένως, δεν καλύφθηκε η έλλειψη ή η ακυρότητα της επισπεύσεως της συζητήσεως ή η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της κλητεύσεώς του για την αρχική δικάσιμο, η αναβολή της υποθέσεως από το πινάκιο και η αναγραφή αυτή για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του, για τη νέα δικάσιμο (Α.Π. 184/2020, Α.Π. 1601/2017, Α.Π. 1973/2008).

Τέλος, με το άρθρο 83 παρ. 2 του ν. 4790/2021 «Κατεπείγουσες ρυθμίσεις για την προστασία της δημόσιας υγείας από τις συνεχιζόμενες συνέπειες της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, την ανάπτυξη, την κοινωνική προστασία και την επαναλειτουργία των δικαστηρίων και άλλα ζητήματα» ορίζεται ότι «2. Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και οποιασδήποτε διαδικασίας ματαιώθηκε, διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του προϊσταμένου του δικαστηρίου, νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο στη συντομότερη διαθέσιμη δικάσιμο.

Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου.

Στις υποθέσεις με διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο, ο γραμματέας του δικαστηρίου γνωστοποιεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους τη νέα δικάσιμο με το οικείο πινάκιο ή έκθεμα. Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα».

Με την προαναφερόμενη διάταξη προβλέπεται μεν ο αυτεπάγγελτος επαναπροσδιορισμός της συζήτησης των υποθέσεων που ματαιώθηκαν κατά το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, πλην όμως, σε περίπτωση ερημοδικίας κατά την ορισθείσα νέα δικάσιμο κάποιου διαδίκου, προκειμένου να ισχύσει η με επιμέλεια του γραμματέα εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, ως κλήτευση κατ' αυτή του απολειπόμενου διαδίκου, απαιτείται ως προϋπόθεση ο εν λόγω διάδικος, είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε, λόγω της αναστολής.

Σε αντίθετη περίπτωση, η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο για τη νέα δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του κατ' αυτήν και απαιτείται η νόμιμη κλήτευσή του.

Στη προκειμένη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει, ότι, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης (01.10.2021), δεν εμφανίσθηκε, εκπροσωπούμενος από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ο πρώτος αναιρεσίβλητος Χ.

Χ. του Η.. Ωστόσο, οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση (σχετ. και τα υπ’ αριθμ. .../26-9-2018 και .../29-9-2018 ειδικά πληρεξούσια του Συμβολαιογράφου Αργυροκάστρου Μπουγιάρ Τζάτζο και της Συμβολαιογράφου Τιράνων Σάνιας Α. Τελχαλλάρι, αντίστοιχα, προς τους δικηγόρους Αθηνών Αναστάσιο Πρίφτη και Βασίλειο Μπαλαφούτη), δεν επικαλούνται, ούτε από το φάκελο της δικογραφίας, που παραδεκτά επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης, από 18.07.2018 και με αριθμ.

καταθέσεως .../19-7-2018, αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 24.01.2020, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτησή της για τη δικάσιμο της 5-3-2021, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον ως άνω πρώτο αναιρεσίβλητο. Η συζήτησή της αιτήσεως αναιρέσεως, όμως, για τη δικάσιμο της 05.03.2021, ματαιώθηκε λόγω της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων στο πλαίσιο λήψης μέτρων για την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19 και επαναπροσδιορίστηκε αυτεπαγγέλτως για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, με πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 83 παρ. 3 του ν. 4790/2021.

Επομένως, πρέπει, υφισταμένης απλής, εν προκειμένω, ομοδικίας μεταξύ των αναιρεσιβλήτων, ενόψει του αντικειμένου της δίκης, όπως αυτό αναφέρεται ειδικότερα παρακάτω και εφ’ όσον δεν αποδεικνύεται νόμιμη κλήτευση του πρώτου αναιρεσιβλήτου, κατά την ορισθείσα δικάσιμο να χωριστεί η υπόθεση και αφού κηρυχθεί η συζήτηση απαράδεκτη ως προς αυτόν (απολειπόμενο πρώτο αναιρεσίβλητο), να προχωρήσει νομίμως μεταξύ των παρόντων διαδίκων.

[II] Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι «οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας».

Με την νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.

Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, και πριν από τη ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.

Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και «στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει», και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Συγκεκριμένα, πρέπει τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο, σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.

Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στο δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κλπ).

Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.

Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ.

το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.

Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια, όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν εύλογης χρηματικής ικανοποίησης. Από το άρθρο 932 του ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διατάξεως είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος της προσβολής, η έκταση της βλάβης, οι συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, η βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και η οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 142/2019).

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 του ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις), αλλά κατ’ εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.

Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 του ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης δεν υπόκειται, κατ’ αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του «ευλόγου» και συνακόλουθα το «εύλογο» εμπεριέχεται αναγκαίως στο «ανάλογο». Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.

Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 642/2020, ΑΠ 827/2019, ΑΠ 1232/2019).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 3/2020, Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 59/2020).

[III] Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της, από 18.07.2018, αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η πλημμέλεια από τον αριθμό 1α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, με το να επιδικάσει στους αναιρεσείοντες - ενάγοντες, πατέρα, μητέρα και αδελφούς της θανούσας ως χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, τα ποσά: α) των 15.000 ευρώ στον καθένα, από τους πρώτο και δεύτερη και β) των 5.000 ευρώ στον καθένα από τους τρίτο, τέταρτη, πέμπτη και έκτη τούτων (αναιρεσειόντων), παραβίασε ευθέως, κατά τον προσδιορισμό τους, τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος και την αρχή της αναλογικότητας, ως και του άρθρου 932 του ΑΚ, καθόσον, τα επιδικασθέντα ποσά είναι δυσανάλογα μικρά σε σχέση με τα αιτηθέντα και τα συνήθως επιδικαζόμενα, κατά παράβαση της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας και καθ’ υπέρβαση των ορίων της διακριτικής ευχέρειας του ως άνω Δικαστηρίου.

[IV] Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη υπ’ αριθμ. 761/2018 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητα και από τη σύμβαση ασφαλίσεώς του, αφού προηγουμένως έκρινε, κατά το μη προσβαλλόμενο με την αναίρεση μέρος, ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου αυτοκινητικού ατυχήματος, που έλαβε χώρα στις 30.08.2014 και περί ώρα 22.05, στην 61,800 χιλιομετρική θέση της Νέας Εθνικής Οδού Αθηνών Κορίνθου, στο ρεύμα κυκλοφορίας από Κόρινθο προς Αθήνα, κατά το οποίο τραυματίστηκε θανάσιμα η K.

L. του S., κόρη των πρώτου και δεύτερης και αδελφή των λοιπών εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, ηλικίας 46 ετών κατά τον χρόνο του ατυχήματος, ήταν ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, οδηγός της με αρ. κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, ιδιοκτησίας του, η οποία ήταν ασφαλισμένη, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία της, στην δεύτερη εναγομένη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία «American International Group (AIG) AE», στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας υπεισήλθε η ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία «AIG EUROPE S.A.», ως διάδοχος, από 01.12.2018, της ασφαλιστικής εταιρείας, με την επωνυμία «AIG EUROPE LTD», κατόπιν της μεταβίβασης του χαρτοφυλακίου της τελευταίας στην ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία «AIG EUROPE S.A.» και την επακολουθήσασα συγχώνευσή τους και απορρόφηση της πρώτης από τη δεύτερη (σχετ.

και το υπ’ αριθμ. .../28-1-2021 ειδικό πληρεξούσιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Κωνσταντίνου), σχετικά με το κεφάλαιο, που ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη, χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης κατ' άρθρα 932 του ΑΚ, που επιδικάστηκε στους αναιρεσείοντες, δέχθηκε, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπησή της, τα εξής:

«| [...] Με βάση τα προαναφερθέντα για το ένδικο ατύχημα και τον θανάσιμο τραυματισμό της συγγενούς των εναγόντων ευθύνεται ο πρώτος εναγόμενος γιατί δεν οδηγούσε με σύνεση και προσοχή, δεν ασκούσε τον απαραίτητο έλεγχο και εποπτεία στην μοτοσικλέτα του, δεν έλεγξε πριν από την αναχώρησή του την κατάσταση των ελαστικών της, ώστε να έχουν την κατάλληλη προς τούτο πίεση και οδηγούσε με αυξημένη, με βάση τις προαναφερθείσες περιστάσεις, ταχύτητα, την οποία δεν μείωσε, όταν εισήλθε στο προαναφερθέν τμήμα της εθνικής οδού, όπου το οδόστρωμα παρουσίαζε σε σημεία του ρηγματώσεις και βυθίσματα, ώστε να αποφύγει αυτά με την πραγματοποίηση αποφευκτικού ελιγμού ή να διέλθει από αυτά με μικρότερη ταχύτητα, με αποτέλεσμα, λόγω της ως άνω οδηγικής του συμπεριφοράς και σε συνδυασμό και με την προεκτεθείσα κατάσταση του οδοστρώματος της εθνικής οδού, να χάσει τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του, οδική συμπεριφορά που συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ατυχήματος, αφού η οδήγηση της μοτοσικλέτας με αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα και χωρίς το οπίσθιο ελαστικό της μοτοσικλέτας να έχει την κατάλληλη πίεση αέρα που να επιτρέπει την ασφαλή μεταφορά των επιβαινόντων σ' αυτή, συνετέλεσαν στην απώλεια του ελέγχου της από τον πρώτο εναγόμενο, με αποτέλεσμα να ανατραπεί αυτή και να τραυματισθεί θανάσιμα η συγγενής των εναγόντων. [...].

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η θανούσα, υπήκοος Αλβανίας, είχε γεννηθεί το έτος 1968, εργαζόταν ως ιδιωτική υπάλληλος, τελούσε σε διάσταση από το έτος 2013 με το σύζυγό της Κ. Π. (που εξετάσθηκε προανακριτικά ως μάρτυρας) και κατοικούσε μόνιμα στο ... Αττικής. Από τα προσκομιζόμενα σε επίσημη μετάφραση πιστοποιητικά του Δήμου Αργυροκάστρου Αλβανίας αποδείχθηκε ότι ο πρώτος ενάγων, που γεννήθηκε το έτος 1938, είναι πατέρας της θανούσας, η δεύτερη ενάγουσα, που γεννήθηκε το έτος 1941, είναι μητέρα της, ο τρίτος ενάγων, που γεννήθηκε το έτος 1967, είναι αδελφός της, η τέταρτη ενάγουσα, που γεννήθηκε το έτος 1970, είναι αδελφή της, η πέμπτη ενάγουσα, που γεννήθηκε το έτος 1976, είναι αδελφή της και η έκτη ενάγουσα, που γεννήθηκε το έτος 1981, είναι αδελφή της και ότι όλοι οι ενάγοντες είναι υπήκοοι και μόνιμοι κάτοικοι Αλβανίας.

Αυτοί, συνδέονταν με τη θανούσα, με ψυχικούς δεσμούς αγάπης και στοργής και συνακόλουθα υπέστησαν ψυχική οδύνη από τον απροσδόκητο και υπό τις περιγραφείσες συνθήκες θανάσιμο τραυματισμό της. Για την ανακούφιση της οδύνης τους, οι ενάγοντες δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης, την οποία το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία της θανούσας, την υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου στην επέλευση του θανάσιμου τραυματισμού της, το βαθμό συγγένειας της θανούσας με καθένα από τους ενάγοντες, το ψυχικό πόνο που δοκίμασαν, τη φιλική σχέση που συνέδεε τη θανούσα με τον πρώτο εναγόμενο, λόγω της οποίας είχε επιβιβασθεί στη μοτοσικλέτα του προκειμένου να μεταβούν από την Αθήνα στη Νεμέα για να συμμετάσχουν σε αθλητικό αγώνα δρόμου στη Νεμέα και να επιστρέφουν στην Αθήνα και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, πλην της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, κρίνει ότι ανέρχεται για τους δύο πρώτους ενάγοντες, γονείς της, στο ποσό των 15.000 ευρώ στο καθένα και για τους λοιπούς ενάγοντες, αδελφούς της, στο ποσό των 5.000 ευρώ στον καθένα, ποσά που μετά στάθμιση των, κατά νόμω, στοιχείων κρίνονται εύλογα [...]|».

[V] Με αυτά που έκρινε το Εφετείο και καθόρισε τη χρηματική ικανοποίηση των αναιρεσειόντων, λόγω ψυχικής οδύνης τους στα προαναφερθέντα ποσά των 15.000 ευρώ για καθένα των πρώτου και δεύτερης και των 5.000 ευρώ σε καθένα των λοιπών αναιρεσειόντων, παραβίασε, με το να μην εφαρμόσει, την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, καθόσον τα επιδικασθέντα ως άνω ποσά, δεν τελούν σε σχέση ανεκτής αναλογίας με την ψυχική οδύνη, που δέχθηκε αυτό ότι υπέστησαν οι αναιρεσείοντες-ενάγοντες, υπό τις περιστάσεις που προαναφέρθηκαν και κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, υπολείπονται δε και μάλιστα καταφανώς των συνήθως επιδικαζομένων σε παρόμοιες περιπτώσεις, ποσών. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης μετά τα παραπάνω, της έρευνας του δεύτερου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ο οποίος αναφέρεται στο ίδιο κεφάλαιο και καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου που έγινε δεκτός.

[VII] Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιο αυτής στο οποίο αναφέρεται ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, όσον αφορά στο ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης, να παραπεμφθεί δε αντιστοίχως η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον, εκείνου που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, προκειμένου να ερευνηθεί ως προς το προεκτεθέν κεφάλαιο, εκ νέου (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει και να καταδικασθεί η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, οι οποίοι παραστάθηκαν διά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους και δεν κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της ένδικης, από 18.07.2018, αιτήσεως αναιρέσεως κατά το μέρος της που αφορά τον πρώτο αναιρεσίβλητο Χ. Χ. του Η..

Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 761/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος από αυτούς παραβόλου. Και

Καταδικάζει την δεύτερη των αναιρεσιβλήτων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2021.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ