Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to failure to raise public order claim in lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appeal as inadmissible because the appellants failed to raise the public order argument before the court of first instance. The appellants argued that the lower court's decision lacked legal basis regarding whether a specific benefit had been withdrawn or lapsed after 35 years of continuous payment. The court ruled that this specific claim must have been presented in the lower court to be admissible in the appeal, and since it was not, the entire appeal was rejected.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560(6) and 562(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may only examine public order claims raised in the appeal if they were also properly raised before the court of first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1449 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1449/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα- Εισηγητή, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Π. Α. του Π., κατοίκου ..., 2)Θ. Α. του Γ., κατοίκου ..., 3)Χ. Α. του Σ., κατοίκου ..., 4)Δ. Α. του Ν., κατοίκου ..., 5)Π. Β. του Ν., κατοίκου ..., 6)Χ. Β. του Λ., κατοίκου ..., 7)Γ. Β. του Α., κατοίκου ..., 8)Γ. Γ. του Κ., κατοίκου ..., 9)Δ. Γ. του Ν. κατοίκου ..., 10)Π. Γ. του Γ., κατοίκου ..., 11)Γ. Δ. του Ν., κατοίκου ..., 12)Τ. Ε. του Α., κατοίκου ..., 13)Σ.
Ζ. του Γ., κατοίκου ..., 14)Φ. Ζ. του Κ., κατοίκου ..., 15)Δ. Η. του Χ., κατοίκου ..., 16)Χ. Θ. του Δ., κατοίκου ..., 17)Δ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., 18)Χ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 19)Κ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 20)Ι. Κ. του Ν., κατοίκου ... 21)Κ. Κ. του Β., κατοίκου ..., 22)Κ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., 23)Ι. Κ. του Φ., κατοίκου ..., 24)Θ. Κ. του Β., κατοίκου ..., 25)Π. Κ. του Π., κατοίκου ..., 26)Δ.
Κ. του Ι., κατοίκου ..., 27)Α. Κ. του Γ. κατοίκου ..., 28)Α. Κ. του Β., κατοίκου ..., 29)Γ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., 30)Θ. Κ. του Τ., κατοίκου ..., 31)Η. Μ. του Α., κατοίκου ..., 32)Ι. Μ. του Π., κατοίκου ..., 33)Ι. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 34)Γ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 35)Μ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 36)Χ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 37)Σ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 38)Σ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 39)Κ.
Μ. του Α., κατοίκου ..., 40)Κ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 41)Α Μ. του Κ., κατοίκου ..., 42)Ε. Μ. του Κ. κατοίκου ..., 43)Κ. Μ. του Δ. κατοίκου ..., 44)Δ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 45)Π. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 46)Δ. Ν. του Ν., κατοίκου ..., 47)Α. Ν. του Π., κατοίκου ..., 48)Ε. Ν. του Γ., κατοίκου ..., 49)Ε. Ν. του Π., κατοίκου ..., 50)Θ. Ν. του Ζ., κατοίκου ..., 51)Δ. Ο. του Γ., κατοίκου ..., 52)Π.
Π. του Σ., κατοίκου ..., 53)Σ. Π. του Π., κατοίκου ..., 54)Ε. Π. του Θ. κατοίκου ..., 55)Κ. Π. του Ε., κατοίκου ..., 56)Ν. Π. του Γ., κατοίκου ..., 57)Α. Π. του Μ., κατοίκου ..., 58)Γ. Π. του Π., κατοίκου ..., 59)Μ. Ρ. του Α., κατοίκου ..., 60)Κ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., 61 )Κ. Σ. του Ν., κατοίκου ..., 62)Μ. Σ. του Ν., κατοίκου ..., 63)Ν. Σ. του Μ. κατοίκου ..., 64)Κ. Σ. του Π., κατοίκου ..., 65)Σ.
Σ. του Κ., κατοίκου ..., 66)Β. Τ. του Μ., κατοίκου ..., 67)Μ. Τ. του Β., κατοίκου ..., 68)Δ. Τ. του Κ., κατοίκου ..., 69)Μ. Τ. του Α., κατοίκου ..., 70)Γ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., 71)Κ. Φ. του Π., κατοίκου ..., 72)Μ. Φ. του Π., κατοίκου ..., 73)Ε. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 74)Κ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ατομικά για τον εαυτό της και για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της Ά.
Α. του Γ., κατοίκου ... (κληρονόμων 3ου εφεσίβλητου Α. Γ.), 75)Ι. Λ. του Σ., κατοίκου ..., 76)Α. Ρ. του Ν., κατοίκου ..., και 77)Σ. Ρ. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευαγγελία - Κωνσταντίνα Αποστολοπούλου, που κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαιωάννου, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20/05/2013 και 30/09/2013 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείου Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1718/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 9216/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15/10/2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 15 Οκτωβρίου 2018 και με αριθ. κατάθ. 96222/149/16.10.2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 9216/28.8.2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία με αριθ. 1718/2.12.2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία η από 13.1.2015 και με αριθ. κατάθ. 3430/60/13.1.2015 έφεση της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας και εξαφανίσθηκε η ως άνω απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία, κατά παραδοχή στο σύνολό τους ως ουσιαστικά βάσιμων των από 20.5.2013 και με αριθ.
κατάθ. 816/29.5.2013 και από 30.9.2013 και με αριθ. κατάθ. 1564/8.10.2013 δύο αγωγών των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων [επί συνόλου 80 αρχικά εναγόντων] που συνεκδικάσθηκαν, είχε επιδικάσει σε αυτούς για τα έτη 2011 και 2012 τ' αναγραφόμενα εκεί επί μέρους χρηματικά ποσά, που καταβάλλονταν σε αυτούς μέχρι τη διακοπή της καταβολής τους το καλοκαίρι του έτους 2011 από την εναγομένη εταιρεία στο πλαίσιο επιχειρησιακής συνήθειας και είχαν αποκτήσει συμβατικό χαρακτήρα, με το νόμιμο τόκο.
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού κράτησε και ερεύνησε την υπόθεση, απέρριψε με την προσβαλλομένη απόφαση του ως ουσιαστικά αβάσιμες τις αγωγές. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 του ΑΚ, 3 παρ. 2 του Ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 και 1 της υπ' αριθ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με τον Ν. 3248/1955, συνάγεται ότι ως μισθός στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, την οποία με βάση το νόμο ή τη συμφωνία καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας.
Επομένως, δεν έχουν τον χαρακτήρα μισθού οι πρόσθετες παροχές, που δίδονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο εκουσίως από ελευθεριότητα και όχι από νόμιμη υποχρέωση ή από πρόθεση, εκδηλούμενη και από τα δύο μέρη, να αποτελέσουν αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία και ως εκ τούτου δεν ιδρύονται υποχρέωση και αντίστοιχο δικαίωμα αναφορικά με τις παροχές αυτές, με αποτέλεσμα ο εργοδότης να έχει τη δυνατότητα να τις ανακαλέσει οποτεδήποτε και να παύσει τη χορήγηση τους.
Οι οικειοθελείς αυτές παροχές δεν είναι δυνατόν να μετατραπούν σε συμβατικές υποχρεώσεις του εργοδότη, ανεξαρτήτως του μακροχρονίου, του αδιάλειπτου ή του γενικευμένου της καταβολής τους, εάν ο εργοδότης κατά την έναρξη της χορήγησής τους ή, έστω και αργότερα, πριν δημιουργηθούν οι συνθήκες της δεσμευτικότητάς τους, επιφύλαξε για τον εαυτό του το δικαίωμα να τις ανακαλέσει ελευθέρως και μονομερώς οποτεδήποτε (ΑΠ 869/2018, ΑΠ 603/2017, ΑΠ 1292/2015, ΑΠ 13/2015, ΑΠ 1681/2010, ΑΠ 1082/2010).
Τέτοιες παροχές είναι και εκείνες που χορηγούνται από τον εργοδότη στους εργαζομένους, όχι ως αντάλλαγμα της εργασίας τους, αλλά με αφορμή κάποιο γεγονός, όπως παροχές σε είδος ή σε χρήμα με αφορμή τις εορτές των Χριστουγέννων ή του Πάσχα (επί πλέον των εκ του νόμου καθοριζομένων επιδομάτων εορτών) ή με αφορμή άλλη εορτή ή επέτειο.
Η επιχειρησιακή, συνεπώς, συνήθεια, δηλαδή η πρακτική που έχει διαμορφωθεί από μακροχρόνιο, ομοιόμορφο χειρισμό ζητημάτων που ανάγονται στις σχέσεις εργοδότη και μισθωτού μέσα στο χώρο μιας επιχείρησης δεν αποτελεί από μόνη της πηγή γένεσης αξιώσεων, αλλά μπορεί, να αποτελέσει βάση σιωπηρής συμφωνίας.
Αυτό συμβαίνει όταν ο εργοδότης, είτε ρητώς με ανακοίνωσή του υπόσχεται στους εργαζομένους τη χορήγηση μελλοντικών παροχών υπό ορισμένες προϋποθέσεις, είτε χωρίς θετική υπόσχεση, χορηγεί συνεχώς τέτοιες, οπότε η αποδοχή των παροχών αυτών από τους εργαζομένους παρέχει τη βάση συμβατικής δέσμευσης (άρθ. 361 του ΑΚ) και αφαιρεί από την πράξη το χαρακτήρα της μονομερούς και, συνεπώς, ελευθέρως ανακλητής παροχής.
Κύριο επομένως αντικείμενο της επιχειρησιακής συνήθειας είναι οι οικειοθελείς παροχές του εργοδότη, δηλαδή οι πέραν του μισθού παροχές, στις οποίες αυτός προβαίνει προς τους εργαζομένους, χωρίς να έχει νομική δέσμευση. Οι παροχές αυτές, και αν ακόμη καταβάλλονται τακτικά και αδιάλειπτα επί μακρό χρονικό διάστημα, διατηρούν το χαρακτήρα τους ως οικειοθελών, αν αυτή είναι η βούληση των μερών και ιδίως όταν ο εργοδότης έχει επιφυλάξει σ' αυτόν το δικαίωμα για ανάκλησή τους.
Στην περίπτωση αυτή από την ούτω δημιουργηθείσα επιχειρησιακή συνήθεια δεν μπορεί να ανακύψει σιωπηρή συμφωνία και κατ' επέκταση συμβατική δέσμευση του εργοδότη για τη συνέχιση καταβολής των εν λόγω παροχών. Μάλιστα, εφόσον ο εργοδότης έχει επιφυλάξει σε αυτόν το δικαίωμα ανάκλησης οικειοθελούς παροχής, δεν απαιτείται κατά νόμο η επιφύλαξη αυτή να επαναλαμβάνεται κάθε φορά που ο εργοδότης χορηγεί την άνω παροχή, αλλά αρκεί ο σχετικός όρος να υπάρχει στην ατομική σύμβαση εργασίας που κατάρτισε ο εργαζόμενος κατά την πρόσληψή του.
Κατά συνέπεια, η από αυτόν (εργοδότη), κατ' ενάσκηση του πηγάζοντος από τα άρθρα 648 και 652 του ΑΚ, διευθυντικού δικαιώματός του, διακοπή ή τροποποίηση μιας τέτοιας παροχής, δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής σχέσης και εντεύθεν δεν θεμελιώνει τα εκ του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920 δικαιώματα του εργαζομένου (ΑΠ 603/2017, ΑΠ 1402/2017, ΑΠ 48/2015, ΑΠ 1277/2010, ΑΠ 91/2008), ενώ επί πλέον δεν απαιτείται να δικαιολογήσει ο εργοδότης την ενέργειά του αυτή.
Αντίθετα μπορεί να δημιουργηθεί συμβατική δέσμευση για την υποχρέωση καταβολής μιας τέτοιας παροχής (οικειοθελούς αρχικά) από επιχειρησιακή συνήθεια, με βάση σιωπηρή συμφωνία, υπό τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις, με αποτέλεσμα την αδυναμία του εργοδότη να διακόψει μονομερώς την καταβολή της, εάν ο εργοδότης δεν έχει επιφυλάξει στον εαυτό του το ως άνω δικαίωμα ανάκλησης, αφού στην περίπτωση αυτή η παροχή παύει πλέον να είναι οικειοθελής (ΑΠ 48/2015, ΑΠ 258/2012, ΑΠ 1082/2010).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης (μετά την 1.1.2016) της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, ορίζεται ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και επομένως προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος από το δικαστήριο της ουσίας. Η διάταξη αυτή, η οποία είναι κατά λέξη ταυτόσημη εκείνης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει δε από αυτήν ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης [από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ] ιδρύονται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή η έλλειψη νόμιμης βάσης ως προς την εφαρμογή του αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βούλησης των μερών.
Ειδικότερα παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 1098/2011, ΑΠ 426/2010, ΑΠ 832/2009, ΑΠ 254/2003, ΑΠ 416/1993).
Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία ναι μεν μπορεί να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αρκεί όμως να προκύπτει και έμμεσα από αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 220/2016).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου.
Λόγος δε αναίρεσης ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει, όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 1611/2008), ενώ λόγος αναίρεσης με τον οποίο βασίμως πλήττεται κάποιο από τα επάλληλα ερείσματα που στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, εφόσον τα λοιπά ερείσματα αυτής επαρκούν για τη στήριξη του διατακτικού της (σχετ.
ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 25/1994, ΑΠ 10/2016, ΑΠ 1652/2010, ΑΠ 406/2010, ΑΠ 318/2009) Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: "Οι εφεσίβλητοι [ήδη αναιρεσείοντες] εργάζονταν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα των ετών 2011 - 2012 στην εκκαλούσα [ήδη αναιρεσίβλητη] που διατηρεί εργοστάσιο παραγωγής σκυροδέματος στην ..., με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Από το έτος 1975 η εκκαλούσα ξεκίνησε να χορηγεί δύο φορές κάθε έτος (την περίοδο του Πάσχα και την περίοδο των Χριστουγέννων) οικειοθελώς παροχές σε είδος (κρέας, ποτά, τρόφιμα) στους εργαζομένους του εργοστασίου της, ενώ από το 1991 οι παροχές σε είδος αντικαταστάθηκαν από διατακτικές συγκεκριμένου χρηματικού ποσού για αγορά τροφίμων σε συμβαλλόμενα με την εκκαλούσα καταστήματα (σούπερ μάρκετ, κρεοπωλεία κλπ).
Από [το] 1998 και εφεξής η αναπροσαρμογή των ποσών της διατακτικής αποτυπωνόταν σε συμφωνητικά που συνάπτονταν μεταξύ του επιχειρησιακού σωματείου και της διοίκησης της εφεσίβλητης [ενν. εκκαλούσας], ενώ από το 2010 το ποσό της διατακτικής Χριστουγέννων και Πάσχα προσδιορίσθηκε σε 185 ευρώ με την από 3.11.2010 συμφωνία του επιχειρησιακού σωματείου και της εκκαλούσας.
Επίσης από το έτος 1975 η εκκαλούσα ξεκίνησε να χορηγεί για την 15η Αυγούστου κάθε έτους οικειοθελή χρηματική παροχή που αντιστοιχούσε σε 7 ημερομίσθια για όσους εργάζονται σε αυτή άνω του έτους και την αναλογία [επί] 7 ημερομισθίων σε όσους εργάζονται σε αυτή για χρόνο μικρότερο του έτους, η οποία προκαταβαλλόταν με τη μισθοδοσία στις αρχές Αυγούστου.
Η χορήγηση των ως άνω διατακτικών, αλλά και της χρηματικής παροχής της 15ης Αυγούστου, έχουν καταγραφεί και στο από Οκτωβρίου 1991 μνημόνιο διαφόρων χορηγήσεων, αργιών κλπ., που εφαρμόζονται στο εργοστάσιο της εκκαλούσας. Τις παραπάνω παροχές απολάμβαναν και οι εφεσίβλητοι, ωστόσο το 2011 η εκκαλούσα τις ανακάλεσε και έπαυσε έκτοτε να τις χορηγεί, στο πλαίσιο σχεδίου αντιμετώπισης των αρνητικών οικονομικών μεγεθών της επιχείρησής της, λόγω της μείωσης του κύκλου των εργασιών της, που την οδήγησε στη συνέχεια (το έτος 2013) και στην επιβολή του μέτρου της εκ περιτροπής εργασίας του προσωπικού της.
Οι παροχές αυτές, που δεν σχετίζονταν με την απόδοση των εργαζομένων και το χρόνο της παροχής εργασίας τους, δεν συνυπολογίζονταν από την εκκαλούσα στα δώρα εορτών και στο επίδομα αδείας (μόνο η καταβολή των 7 ημερομισθίων της 15ης Αυγούστου εντασσόταν στη μισθοδοσία ως παροχή εξαιρετέας ημέρας, ενώ οι διατακτικές δεν περιλαμβάνονταν στις μισθοδοτικές καταστάσεις) ήταν οικειοθελείς και παρά το ότι καταβάλλονταν τακτικά και ομοιόμορφα επί μεγάλο χρονικό διάστημα διατηρούσαν τον παραπάνω χαρακτήρα τους ως οικειοθελών, καθώς η εκκαλούσα είχε επιφυλάξει στην ίδια το δικαίωμα ανάκλησής τους (διακοπής).
Ειδικότερα η επιφύλαξη του δικαιώματος ανάκλησης των παραπάνω παροχών, που δεν οφείλονταν κατ' εφαρμογή διάταξης νόμου ή ΣΣΕ, προκύπτει από το περιεχόμενον των εγγράφων ατομικών συμβάσεων εργασίας, που είχε συνάψει η εκκαλούσα με τους εφεσίβλητους, στις οποίες προβλεπόταν ρητώς ότι κάθε ποσό που καταβάλλεται από τον εργοδότη, πέραν των νόμιμων αποδοχών (τέτοιο ποσό αποτελούσαν και οι ένδικες παροχές, χωρίς να απαιτείται ρητή αναφορά της στις επί μέρους συμβάσεις εργασίας) αποτελεί από χαριστική διάθεση οικειοθελή παροχή, που μπορεί ν' ανακληθεί ελεύθερα, όπως αναφέρεται και στο άρθρο 13 παρ.
γ' του Κανονισμού Εργασίας. Επισημαίνεται ότι στο άρθρο 13 παρ. γ' του Κανονισμού Εργασίας της εκκαλούσας ορίζεται ότι στην περίπτωση που ο καταβαλλόμενος μισθός είναι υπέρτερος του νομίμου, στο υπέρτερο του νομίμου μισθού τμήμα καταλογίζεται κάθε αξίωση του μισθωτού από προσαύξηση ή επίδομα οικογενειακών βαρών, προϋπηρεσίας, ανθυγιεινής εργασίας, νυχτερινής εργασίας και εργασίας κατά τις αργίες και Κυριακές, ενώ στο άρθρο 13 παρ.
δ' του Κανονισμού Εργασίας ορίζεται ότι η χορήγηση έκτακτων αποδοχών προς κάποιο μισθωτό ή το σύνολό τους αποτελεί δικαίωμα της εταιρίας και ουδέποτε δημιουργεί υποχρέωση προς καταβολή.
Συνεπώς, δεδομένου ότι ήδη με τις ατομικές συμβάσεις εργασίας, που είχε συνάψει με τους εφεσίβλητους, η εκκαλούσα είχε διατηρήσει το δικαίωμα ανάκλησης και των παραπάνω παροχών, δεν επιβαλλόταν αυτή να επαναδιατυπώνει την επιφύλαξή της σε κάθε χορήγησή τους, είτε ανά έτος, είτε ανά μήνα (...). Ακολούθως το γεγονός ότι από το 1992 και εφεξής η αναπροσαρμογή του ύψους των διατακτικών συμπεριλαμβανόταν στα καταρτιζόμενα πρακτικά συμφωνίας της εφεσίβλητης [ενν. εκκαλούσας] με το επιχειρησιακό σωματείο δεν μεταβάλλει το χαρακτήρα της παραπάνω παροχής ως οικιοθελούς, καθότι ουδέποτε περιλήφθηκε σε αυτά άρση της επιφύλαξης, που είχε διατυπωθεί τόσο σε καθεμία ατομική σύμβαση εργασίας, όσο και εν γένει στον Κανονισμό Εργασίας της εκκαλούσας (στον οποίο δεν γίνεται χρήση του όρου "οικειοθελείς παροχές", αλλά του όρου "έκτακτες αποδοχές"), που είχε γνωστοποιηθεί στο σύνολο των εργαζομένων της (βλ. και την σχετική κατάσταση του μήνα Δεκεμβρίου 2009, στην οποία οι εργαζόμενοι της εκκαλούσας βεβαιώνουν ενυπογράφως την παραλαβή του Κανονισμού Εργασίας) και είχε γίνει αποδεκτός από αυτούς.
Συνεπώς η περιεχομένη στις έγγραφες ατομικές συμβάσεις εργασίας ρητή επιφύλαξη της εκκαλούσας να ανακαλεί ελεύθερα τις πέραν των νομίμων αποδοχών οικειοθελείς παροχές της και ανεξάρτητα από το αν ο σχετικός όρος των ατομικών συμβάσεων εργασίας παρέπεμπε στις διατάξεις του άρθρου 13 παρ. γ' και όχι στις συναφείς διατάξεις του άρθρου 13 παρ.
δ' του Κανονισμού Εργασίας, είχε ως αποτέλεσμα οι ένδικες παροχές (διατακτικές και παροχή της 15ης Αυγούστου) ακόμη και μετά την μακρόχρονη και τακτική χορήγησή τους να μην απολέσουν το χαρακτήρα τους, ως οικειοθελών παροχών, παρά τα όσα αβάσιμα ισχυρίζονται οι εφεσίβλητοι. Ακολούθως, η ως άνω επιφύλαξη για όλες τις επιπλέον των συμβατικών και των νομίμων αποδοχών παροχές ήταν αρκούντως ορισμένη ως προς το ότι καταλαμβάνει κάθε είδους οικειοθελή παροχή (βλ.
και ΑΠ 158/2012), χωρίς ν' απαιτείται στις ατομικές συμβάσεις Εργασίας (ή στον Κανονισμό Εργασίας) να γίνεται ειδική αναφορά στις ένδικες παροχές. Τέλος, όπως ήδη προαναφέρθηκε, μόνη η μακρόχρονη χορήγηση των παροχών ή η συμπερίληψή τους σε γραπτά κείμενα ("Μνημόνια"), στα οποία καταγράφονταν οι παροχές της εκκαλούσας προς τους εργαζομένους της ή ο αναπροσδιορισμός της αξίας των διατακτικών μετά από συμφωνίες του επιχειρησιακού σωματείου και της εκκαλούσας, δεν είχε ως αποτέλεσμα να ατονήσει η τεθείσα στις ατομικές συμβάσεις εργασίας των εφεσίβλητων, αλλά και του συνόλου των εργαζομένων, επιφύλαξη ανάκλησής τους, καθώς μάλιστα η εν λόγω επιφύλαξη για κάθε είδους οικειοθελή παροχή αποτελούσε περιεχόμενο όλων των ατομικών συμβάσεων εργασίας, που συνάπτονταν σε διαφορετικούς χρόνους (1979,1984, 1985, 1986, 1988, 1989, 1990, 1995, 1997, 1998, 2000, 2001, 2002, 2003, 2005, 2007, 2008, 2010, 2011 κλπ).
Αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί ούτε και από την από 22-10-2010 έγγραφη πρόταση της εκκαλούσας προς το προσωπικό της, με την οποία μεταξύ άλλων πρότεινε στο σωματείο των εργαζομένων και την αναπροσαρμογή της μιας από τις επίδικες παροχές (διατακτικές), που οδήγησε στην από 2-11-2010 συμφωνία μεταξύ της διεύθυνσης της εκκαλούσας και του σωματείου των εργαζομένων και περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, και την αναδιαμόρφωση του ποσού της ένδικης παροχής (185 ευρώ).
Και τούτο διότι, όπως προκύπτει και από το περιεχόμενο της από 22-10-2010 πρότασης της εκκαλούσας, αυτή εντασσόταν στο πλαίσιο διαπραγματεύσεων για λήξη απεργιακών κινητοποιήσεων στο εργοστάσιό της και όχι επειδή η εξακολούθηση χορήγησής της εν λόγω παροχής - και πολύ περισσότερο η αύξησή της - δεν παρέμενε στη διακριτική ευχέρειά της.
Συνεπώς ο ισχυρισμός των εφεσίβλητων ότι λόγω της μακρόχρονης καταβολής των ένδικων παροχών, αλλά και της συμπερίληψής τους στα μνημόνια των χορηγήσεων, αργιών κλπ., όπως και της αναπροσαρμογής των ποσών των διατακτικών στις καταρτισθείσες συμφωνίες μεταξύ της εκκαλούσας και του επιχειρησιακού σωματείου είχε ατονήσει το επιφυλασσόμενο από αυτή δικαίωμα ανάκλησης της, είναι αβάσιμος, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι αρκούσε η αναφορά της επιφύλαξης ανάκλησης στις ατομικές συμβάσεις εργασίας της εκκαλούσας με τους εκκαλούντες [ενν. εφεσίβλητους]. Με τα παραπάνω δεδομένα η προπεριγραφόμενη επιχειρησιακή συνήθεια δεν οδήγησε σε σιωπηρή συμφωνία και κατ' επέκταση συμβατική δέσμευση της εκκαλούσας για συνέχιση καταβολής των ένδικων παροχών και, κατά συνέπεια, παρά τη διακοπή χορήγησής τους στους εργαζομένους της, μεταξύ των οποίων και στους εφεσίβλητους, κατ' ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματός της, δεν γεννάται αξίωση των τελευταίων για τη συνέχιση της καταβολής τους και, ως εκ τούτου οι κρινόμενες από 20-5-2013 και 30-9-2013 αγωγές τους τυγχάνουν ουσιαστικά αβάσιμες.
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε ότι οι ένδικες παροχές χορηγούνταν βάσει διαμορφωμένης επιχειρησιακής συνήθειας, ως αντάλλαγμα της εργασίας των εφεσίβλητων, αποτελώντας σιωπηρό όρο των συμβάσεων εργασίας τους και προσλαμβάνοντας μισθολογικό χαρακτήρα, ενόψει της μακρόχρονης χορήγησής τους, χωρίς η εκκαλούσα να επιφυλάξει για τον εαυτό της ρητώς (είτε με τον Κανονισμό Εργασίας, είτε με τις ατομικές συμβάσεις εργασίας που σύναπτε με τους εργαζομένους) ή σιωπηρώς δικαίωμα ανάκλησής τους, και, ακολούθως έκανε δεκτές τις κρινόμενες από 20.5.2013 και 30-9-2013 αγωγές ως ουσιαστικά βάσιμες, επιδικάζοντας στους εφεσίβλητους τα αιτούμενα με αυτές ποσά, όπως αναλυτικά αναφέρεται παραπάνω, αντί να τις απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμες, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα με τους δύο πρώτους λόγους της έφεσής της". Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού κατά παραδοχή ως βάσιμης της από 13.1.2015 έφεσης της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, εξαφάνισε την αντιθέτως αποφανθείσα απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας τις αγωγές απέρριψε αυτές ως αβάσιμες κατ' ουσία.
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με τη μη εφαρμογή τους τις διατάξεις των άρθρων 648, 653, 361 του ΑΚ, της κυρωθείσας με το Ν. 3248/1955 με αριθ. 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης "περί προστασίας του ημερομισθίου" και του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920, τις οποίες αντιθέτως ορθώς ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, παραλλήλως δε διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, σχετικά με το δικαίωμα της αναιρεσίβλητης εταιρείας να προβεί μονομερώς το έτος 2011 στη διακοπή καταβολής των ένδικων παροχών (επτά ημερομισθίων σε κάθε εργαζόμενο για την 15η Αυγούστου κάθε έτους και διατακτικών ύψους 185 ευρώ για τις εορτές των Χριστουγέννων και του Πάσχα), εφόσον αυτές ουδέποτε απώλεσαν τον εξ υπαρχής οικειοθελή χαρακτήρα τους, παρά την τακτική, μακροχρόνια και αδιάλειπτη καταβολή τους από το έτος 1975, καθότι, σύμφωνα με τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία τόσο με σχετικό όρο των ατομικών συμβάσεων εργασίας των εργαζομένων σε αυτήν (περιλαμβανομένων και των αναιρεσειόντων), όσο και με όρο (άρθ. 13 παρ.
δ) του Κανονισμού Εργασίας που είχε γνωστοποιηθεί στους εργαζόμενους, είχε επιφυλάξει για τον εαυτό της το δικαίωμα ελεύθερης ανάκλησης των καταβαλλομένων από αυτήν, πέραν των νομίμων, παροχών, τις οποίες κατέβαλε οικειοθελώς από χαριστική διάθεση, με συνέπεια να μην μπορεί να γίνει λόγος περί κατάρτισης σιωπηράς συμφωνίας μεταξύ των μερών για την καταβολή των παροχών αυτών στο πλαίσιο επιχειρησιακής συνήθειας, και συνακόλουθα οι εν λόγω διατάξεις της κείμενης εργατικής νομοθεσίας για την έννοια του μισθού στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας να μην ευρίσκουν έδαφος εφαρμογής στην ένδικη υπόθεση, λόγω του μη μισθολογικού χαρακτήρα των πιο πάνω οικειοθελών παροχών.
Δεν συνιστά δε ευθεία παράβαση των πιο πάνω διατάξεων της κείμενης εργατικής νομοθεσίας ως προς την έννοια του μισθού στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ούτε δημιουργείται αντίφαση μεταξύ της ανωτέρω αποφατικής κρίσης της προσβαλλομένης απόφασης [ως προς τη μη κατάρτιση (δεσμευτικής) σιωπηράς συμφωνίας μεταξύ των μερών για την καταβολή των παροχών αυτών] και των παραδοχών αυτής ότι από το έτος 1998 η αναπροσαρμογή των ποσών των διατακτικών αποτυπωνόταν σε συμφωνητικά που συνάπτονταν μεταξύ της διοίκησης της αναιρεσίβλητης εταιρείας και του επιχειρησιακού σωματείου των εργαζομένων σε αυτήν και ότι ειδικότερα στις 22.10.2010 η αναιρεσίβλητη υπέβαλε πρόταση αναπροσαρμογής του εν λόγω ποσού των διατακτικών σε 185 ευρώ, στο πλαίσιο διαπραγματεύσεων με το ως άνω σωματείο ενόψει απεργιακών κινητοποιήσεων, που οδήγησε στην κατάρτιση της από 2.11.2010 συμφωνίας για την αναπροσαρμογή αυτή, όπως αβασίμως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τους πρώτο και δεύτερο από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ αντίστοιχα λόγους αναίρεσης.
Και τούτο διότι οι παραδοχές αυτές δεν διαφοροποιούν κατά νόμο την ανωτέρω κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την διατήρηση της παροχής αυτής ως οικειοθελούς, διότι διαφορετικό είναι το ζήτημα της τυχόν συμφωνίας μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου για το ύψος της αναπροσαρμογής της καταβαλλομένης από τον πρώτο οικειοθελούς παροχής και διαφορετικό το ζήτημα του χαρακτήρα της παροχής, ως οικειοθελούς, όπου η κατάργηση της ευχέρειας ανάκλησης της παροχής και κατά συνέπεια του χαρακτήρα της παροχής ως οικειοθελούς πρέπει να συνάγεται με σαφήνεια από την περί τούτου τροποποιητική σύμβαση των μερών.
Σύμφωνα όμως με τις περί τούτου αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, η από 22.10.2010 πρόταση περί αναπροσαρμογής του ύψους των διατακτικών εκ μέρους της διεύθυνσης της αναιρεσίβλητης εταιρείας δεν είχε ως περιεχόμενό της (και) την κατάργηση της διακριτικής ευχέρειας της αναιρεσίβλητης για την εξακολούθηση της χορήγησης των πιο πάνω παροχών.
Κατά συνέπεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθώς δέχθηκε ότι δεν είχε συμφωνηθεί με τα συμφωνητικά αυτά η κατάργησή της επιφύλαξης ανάκλησης των πιο πάνω παροχών και ότι δεν είχε ατονήσει το δικαίωμα ανάκλησης αυτών. Κατά το μέρος δε που με τους λόγους αυτούς πλήττεται η περί του αντιθέτου αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι (άρθ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθούν. Με τον τρίτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι εκ νέου τις πιο πάνω διατάξεις της κείμενης εργατικής νομοθεσίας, ως και εκείνες των άρθρων 3 παρ. 1 και 3 του ΑΝ 539/1945, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1996, 2 της από 26.2.1975 ε.γ.σ.σ.ε που κυρώθηκε με το Ν. 133/1975, 1 παρ. 2 του Ν. 1082/1980, 1 - 3 της 19040/1981 Κ.Υ.Α.
των Υπουργών Εργασίας και Οικονομικών, για την έννοια των τακτικών αποδοχών, του άρθρου 25 παρ. 4 του ΑΝ 1846/1951 και 17 παρ. 1 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του ΙΚΑ (που αφορούν τον μισθό επί των οποίων υπολογίζονται ασφαλιστικές εισφορές) και των κανονιστικού περιεχομένου (ΟλΑΠ 5/2011) διατάξεων του άρθρου 13 παρ. γ' και δ' του καταρτισθέντος κατά το Ν.Δ/μα 3789/1957 Κανονισμού Εργασίας της αναιρεσίβλητης που εγκρίθηκε με την με αριθ. 8051/693/27.3.1969 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, προσάπτουν περαιτέρω στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι:
α) εσφαλμένως έκρινε τις ένδικες παροχές ως μη τακτικές μισθολογικές αποδοχές, με το αιτιολογικό ότι αυτές δεν συνυπολογίζονταν στα επιδόματα εορτών και αδείας, β) παραβίασε την κανονιστικού περιεχομένου διάταξη του άρθρου 13 παρ. δ του Κανονισμού Εργασίας της αναιρεσίβλητης, η οποία κατά περιεχόμενό της προβλέπει ότι η χορήγηση έκτακτων αποδοχών [ήτοι κατά νόμο αποδοχών που δεν χορηγούνται τακτικά και σταθερά αλλά είτε εφάπαξ, είτε σε άτακτα χρονικά διαστήματα] αποτελεί δικαίωμα της εταιρίας και ουδέποτε δημιουργεί υποχρέωση αυτής προς καταβολή και κατά συνέπεια η ρύθμιση αυτή του Κανονισμού Εργασίας δεν αφορά τις ένδικες παροχές, οι οποίες καταβάλλονταν τακτικά και αδιάλειπτα στους εργαζομένους της επιχείρησης από μακρού χρόνου και ως εκ τούτου έφεραν μισθολογικό χαρακτήρα και γ) παραβίασε την κανονιστικού περιεχομένου διάταξη του άρθρου 13 παρ.
γ του ως άνω Κανονισμού Εργασίας, στο οποίο παρέπεμπε ο σχετικός όρος των ατομικών συμβάσεων εργασίας των εργαζομένων στην αναιρεσίβλητη, η οποία κατά το περιεχόμενό της αφορά μόνο την δυνατότητα καταλογισμού των εκεί αναγραφομένων αξιώσεων (από επιδόματα οικογενειακών βαρών, προϋπηρεσίας, ανθυγιεινής εργασίας, εργασίας κατά τη νύκτα ή κατά τη διάρκεια αργιών ή Κυριακών) στις καταβαλλόμενες, υπέρτερες των νομίμων, αποδοχές και, κατά συνέπεια, δεν προβλέπει δυνατότητα ανάκλησης των πέραν των νομίμων παροχών.
Ο λόγος αυτός κατά μεν το υπό στοιχείο (α) σκέλος του στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και ως εκ τούτου είναι αβάσιμος, κατά δε τα υπό στοιχεία (β) και (γ) σκέλη του είναι αλυσιτελής. Και τούτο διότι:
1) το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν στήριξε την κρίση του για τον οικειοθελή χαρακτήρα των ένδικων παροχών και τη διατήρηση του χαρακτήρα αυτού μέχρι τη διακοπή της χορήγησής τους από την αναιρεσίβλητη στο ότι αυτές δεν συνυπολογίζονταν στα επιδόματα εορτών και αδείας, το οποίο ανέφερε διηγηματικά και ως εκ του περισσού στην προσβαλλομένη απόφαση, αλλά στο ότι η αναιρεσίβλητη είχε επιφυλάξει για τον εαυτό της το δικαίωμα ανάκλησης όλων των καταβαλλομένων από αυτήν, πέραν των νομίμων, παροχών, περιλαμβανομένων επομένως και των ένδικων παροχών, οι οποίες δεν οφείλονταν στο προσωπικό της κατ' εφαρμογή διάταξης νόμου ή συλλογικής σύμβασης εργασίας,
2) η παραδοχή της προσβαλλομένης απόφασης ότι με όρο των ατομικών συμβάσεων εργασίας των απασχολουμένων στην αναιρεσίβλητη εταιρεία μισθωτών (περιλαμβανομένων των αναιρεσειόντων) και μάλιστα ανεξαρτήτως του χρόνου κατάρτισης αυτών, η τελευταία είχε επιφυλάξει για τον εαυτό της το δικαίωμα ανάκλησης όλων των καταβαλλομένων από αυτήν, πέραν των νομίμων, παροχών, που κατά τον ίδιο όρο συνιστούσαν οικειοθελή παροχή από χαριστική διάθεση, αρκεί για τη στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ότι οι ένδικες παροχές ουδέποτε απέκτησαν συμβατικό χαρακτήρα μισθού, διατηρήσασες τον οικειοθελή τους χαρακτήρα, ανεξάρτητα δηλαδή από το εάν αντίστοιχη ρύθμιση περιλαμβάνονταν ή όχι στο ρυθμιστικό πεδίο του άρθρου 13 παρ.
δ του Κανονισμού Εργασίας ή από το εάν η ρύθμιση του άρθρου 13 παρ. γ του Κανονισμού Εργασίας, στον οποίο περαιτέρω παρέπεμπε ο πιο πάνω όρος των ατομικών συμβάσεων εργασίας, αφορούσε κατά περιεχόμενό του το δικαίωμα καταλογισμού των εκεί αναφερομένων μισθολογικών παροχών στις τυχόν καταβαλλόμενες υπέρτερες των νομίμων αποδοχές (και όχι δικαίωμα ανάκλησης).
Επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό του. Περαιτέρω είναι αβάσιμοι οι από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της μη προσφυγής της στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν δέχθηκε, ούτε και εμμέσως, τη συνδρομή κενού ή ασάφειας τόσο κατά την ερμηνεία του σχετικού όρου των ατομικών συμβάσεων εργασίας των απασχολουμένων στην αναιρεσίβλητη μισθωτών, περιλαμβανομένων και των αναιρεσειόντων, σχετικά με την επιφύλαξη του δικαιώματος ανάκλησης των πιο πάνω παροχών (τέταρτος λόγος αναίρεσης), όσο και κατά την ερμηνεία των πρακτικών συμφωνίας της διοίκησης της αναιρεσίβλητης με το επιχειρησιακό σωματείο και ιδίως της από 2.11.2010 συμφωνίας που καταρτίσθηκε μετά την υποβολή της από 22.10.2010 πρότασης αυτής για την αναπροσαρμογή των παροχών των διατακτικών, σχετικά με τη μη συνδρομή συμβατικής δέσμευσης της αναιρεσίβλητης για την καταβολή των πιο πάνω παροχών με την κατάργηση της επιφύλαξης ανάκλησης (πέμπτος λόγος αναίρεσης), ούτως ώστε να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ.
Αντιθέτως με σαφήνεια και πλήρεις αιτιολογίες δέχθηκε ότι υπήρξε ρητός όρος στις καταρτισθείσες ατομικές συμβάσεις εργασίας του προσωπικού της αναιρεσίβλητης, περιλαμβανομένων των αναιρεσειόντων, και μάλιστα ανεξαρτήτως του χρόνου κατάρτισής αυτών, που παρείχε στην αναιρεσίβλητη το δικαίωμα της ελεύθερης ανάκλησης των καταβαλλομένων από την ίδια, επί πλέον των νομίμων, παροχών (όπως οι επίδικες), οι οποίες (παροχές) χαρακτηρίζονταν ρητά στον όρο αυτό ως οικειοθελείς και από χαριστική διάθεση, τούτο δε αρκεί για τη στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, ανεξαρτήτως δηλαδή της περαιτέρω παραπομπής με τον όρο αυτό σε ρυθμίσεις του Κανονισμού Εργασίας.
Επισημαίνεται μάλιστα ότι με βάση το περιεχόμενο του όρου αυτού, όπως διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η περαιτέρω παραπομπή σε διάταξη του Κανονισμού Εργασίας, έχει απλώς την έννοια αναφοράς σε παράλληλη ρύθμιση "..., όπως αναφέρεται και στο άρθρο...". Επίσης δέχθηκε με σαφήνεια και πλήρεις αιτιολογίες ότι με την από 2.11.2010 συμφωνία της διεύθυνσης της αναιρεσίβλητης με το επιχειρησιακό σωματείο των εργαζομένων σε αυτήν περί αναπροσαρμογής του ύψους των διατακτικών για τις εορτές Χριστουγέννων και Πάσχα στο ποσό των 185 ευρώ το μήνα (για την οποία μάλιστα δεν υπάρχει παραδοχή ότι έλαβε τη μορφή συλλογικής σύμβασης εργασίας) δεν συμφωνήθηκε περαιτέρω η κατάργηση του όρου για την επιφύλαξη του δικαιώματος ανάκλησης, ο οποίος παρέμεινε στη διακριτική ευχέρεια της αναιρεσίβλητης.
Επομένως, οι τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθούν. Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο αυτό, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό, που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο και στη συνέχεια ν' αποδεικνύεται από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως (ΑΠ 199/2017, ΑΠ 183/2014, ΑΠ 2319/2014, ΑΠ 114/2009).
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο τρόπος επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 1254/2010, ΑΠ 114/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης (άρθ. 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ), προβάλλοντας την αιτίαση ότι διαλαμβάνει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα στο ζήτημα περί του εάν η αναιρεσίβλητη είχε παραιτηθεί σιωπηρά της ως άνω επιφύλαξης ανάκλησης ή έστω αυτή είχε ατονήσει εκ των πραγμάτων, ως αντίθετη με τη διαμορφωθείσα συνείδηση των μερών για την καταβολή των ένδικων παροχών ως συμφωνημένων, ενόψει της μακροχρόνιας και αδιάλειπτης καταβολής των παροχών αυτών για 35 έτη, της μη επανάληψης της επιφύλαξης ανάκλησης πέραν της αρχικής αναφοράς της στις ατομικές συμβάσεις εργασίας των εργαζομένων σε αυτήν, της συμπερίληψης των παροχών αυτών σε γραπτά κείμενα (μνημόνια) και της διαμόρφωσης του ύψους αυτών από το έτος 1998 δια της υπογραφής πρακτικών συμφωνίας, περιλαμβανομένης και της από 22.10.2010 συμφωνίας.
Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, κατ' εφαρμογή του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, διότι δεν διαλαμβάνεται στον οικείο αναιρετικό λόγο, εάν ο σχετικός ισχυρισμός προβλήθηκε ή όχι από τους αναιρεσείοντες - εφεσίβλητους ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, προς υπεράσπιση κατά της έφεσης, ούτε ο τρόπος προβολής του.
Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας των (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15.10.2018 και με αριθ. κατάθ. 96222/149/2018 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 9216/28.8.2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Δεκεμβρίου 2019 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ