Legislator Case Law & Legislation
1449/2017 AI generated

1449/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1449/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 18 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1449/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα ανέγνωσε την από 3-2-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1449 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1449/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 18 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Γ. του Δ., κατοίκου ..., 2) Κ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 3) Γ. Σ. του Β., κατοίκου ..., 4) Α. Β. του Κ., κατοίκου ..., 5) Ζ. Χ. του Γ., κατοίκου ..., 6) Χ. Δ. του Α., κατοίκου ..., 7) Α. Κ. του Α., κατοίκου ..., 8) Ε. Μ. του Δ., κατοίκου ... 9) Ε. Γ. του Χ., κατοίκου ..., 10) Γ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 11) Μ. Φ. του Ν., κατοίκου ..., 12) Ε. Κ. του Λ., κατοίκου ... και 13) Σ. Ξ. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Παυλάτο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Καϊτανίδου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων τριών ήδη μη διαδίκων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 931/2013 του ίδιου δικαστηρίου και 1184/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-7-2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα ανέγνωσε την από 3-2-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. είναι δυνατόν να έχει ως περιεχόμενο: α) την αιτίαση ότι η αγωγή επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου ή β) την αιτίαση ότι παραβιάστηκε ορισμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου με αποτέλεσμα η ένδικη αγωγή να γίνει δεκτή και ως κατ’ ουσίαν βάσιμη ή να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη.

Και στις δύο αυτές περιπτώσεις, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως και συνεπώς να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει να αναφέρονται με πληρότητα στην πρώτη περίπτωση η ιστορική βάση της αγωγής που απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη και στη δεύτερη περίπτωση οι επί της ουσίας κρίσιμες παραδοχές του δικάσαντος δικαστηρίου με βάση τις οποίες εκείνο κατέληξε στην αποδοχή ή απόρριψη της αγωγής ως κατ’ ουσίαν βάσιμης ή αβάσιμης (Ολ.

Α.Π. 28/1998, Α.Π. 1909/2007). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 ν. 2112/1920 έκρινε ότι οι συμβάσεις εργασίας τους αποτελούν συμβάσεις έργου και συνεπώς δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην περίπτωσή τους οι διατάξεις περί υποχρεωτικής καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, για τη θεμελίωση δε του λόγου αυτού παραθέτουν τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 1 και 3 ν. 2112/1920, 103 παρ. 8 του Συντάγματος, 5 της Οδηγίας 1999/1970/ΕΚ του Συμβουλίου της Ε.Ε., καθώς και ερμηνεία αυτών.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας αφού οι αναιρεσείοντες δεν εκθέτουν σ’ αυτόν αν η αγωγή τους απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή ουσιαστικά αβάσιμη ούτε παραθέτουν, στην περίπτωση που η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, το περιεχόμενο αυτής (εκτός από τη συνοπτική παράθεση του αιτητικού της στο εισαγωγικό μέρος του αναιρετήριου), στην περίπτωση δε που απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, τις παραδοχές της προσβαλλομένης.

Αλλά και αν ακόμα θεωρηθεί ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι παραδεκτός, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι με αυτήν, κατά παραδοχή της από 10-6-2013 εφέσεως του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη 931/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, αφού κρατήθηκε η υπόθεση και δικάσθηκε η από 20-7-2010 και με αριθμό καταθέσεως .../2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων τριών ήδη μη διαδίκων κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου, απορρίφθηκε αυτή ως νόμω αβάσιμη.

Όμως στο παρόν δικαστήριο δεν προσκομίζεται η ανωτέρω αγωγή αλλά η από 10-5-2010 και με αριθμό καταθέσεως .../2010 αγωγή με τους ίδιους διαδίκους, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατόν να ερευνηθεί η βασιμότητα ή μη του ανωτέρω (πρώτου) λόγου αναιρέσεως.

Συνεπώς σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλά απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, αόριστη ή μη νόμιμη (Ολ.

Α.Π. 3/1997). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο κατά τα πρώτο και δεύτερο σκέλη του λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα τα οποία αυτοί επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν για την απόδειξη της βασιμότητας της αγωγής τους, ήτοι:

α) τις ad hoc 18/2006 και 7/2011 αποφάσεις της Ολομελείας του Αρείου Πάγου με τις οποίες επιλύθηκαν τα σχετικά νομικά ζητήματα (πρώτο σκέλος) και β) υπηρεσιακά έγγραφα και παραστατικά στα οποία αυτοί υπέγραφαν κατά την εκτέλεση της εργασίας τους καθ’ όμοιο τρόπο με τους μονίμους υπαλλήλους του αναιρεσιβλήτου (δεύτερο σκέλος).

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος προεχόντως διότι ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, προϋπόθεση που δεν συντρέχει εν προκειμένω, αφού κατά τα προεκτεθέντα η αγωγή των αναιρεσειόντων απορρίφθηκε ως μη νόμιμη. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και διότι τα αναφερόμενα στο πρώτο σκέλος έγγραφα (νομολογία) δεν είναι αποδεικτικά κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.

γ Κ.Πολ.Δ., τα δε αναφερόμενα στο δεύτερο σκέλος δεν εξειδικεύονται αλλά αναφέρονται όλως αορίστως.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, μη νόμιμη ή απαράδεκτη (Α.Π. 684/2017).

Συνεπώς ο δεύτερος κατά το τρίτο σκέλος του λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος προεχόντως διότι στην προκειμένη περίπτωση η αγωγή των αναιρεσειόντων απορρίφθηκε στο σύνολό της ως μη νόμιμη. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ. Α.Π. 25/2003).

Συνεπώς δεν είναι πράγματα με την ανωτέρω έννοια τα νομικά επιχειρήματα που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου (Ολ. Α.Π. 3/1997). Στην προκειμένη περίπτωση με τους τρίτο και τέταρτο λόγους αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη, όπως κατά λέξη αναγράφεται στο αναιρετήριο: α) "τους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλαμε πρωτοδίκως αλλά και στην κατ’ έφεση δίκη, αναφορικά με το εν τοις πράγμασι εργασιακό μας καθεστώς το οποίο ουδόλως προσιδίαζε σε συμβάσεις μίσθωσης έργου, αλλά επρόκειτο για κατ’ ουσίαν και εν τοις πράγμασι σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου" (τρίτος λόγος) και β) "τους ισχυρισμούς μας αναφορικά με την εφαρμογή των διατάξεων της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ στην περίπτωσή μας, αλλά και τα όσα υποστηρίξαμε σχετικά με την συμμόρφωση της Ελλάδας στα οριζόμενα στην Ευρωπαϊκή αυτή Οδηγία με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004" (τέταρτος λόγος). Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι διότι τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη συνιστούν νομικά επιχειρήματα και συνακόλουθα δεν είναι πράγματα κατά την προεκτεθείσα έννοια.

Τα διδάγματα κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν το αντικείμενο της αποδείξεως είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (Ολ.

Α.Π. 10/2005). Περαιτέρω για τη θεμελίωση του λόγου αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β Κ.Πολ.Δ. για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει η παραβίαση να αφορά την ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα δικαίου, δηλαδή εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ’ αυτόν, ενώ ο ως άνω λόγος δεν θεμελιώνεται όταν η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αφορά την εκτίμηση αποδείξεων (Ολ.

Α.Π. 2/2008, Α.Π. 115/2010). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι, όπως κατά λέξη αναγράφεται στο αναιρετήριο "κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής δεν νοείται εκτέλεση έργου για 5 και 6 συνεχόμενα έτη".

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος προεχόντως λόγω αοριστίας διότι δεν αναφέρεται ο κανόνας δικαίου κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση, σε κάθε δε περίπτωση διότι οι αιτιάσεις που αποδίδονται με αυτόν στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν συνιστούν παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας με την προεκτεθείσα έννοια.

Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένη όμως σύμφωνα με το άρθρο 281 παρ. 2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο ν. 3463/2006.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-7-2015 αίτηση για αναίρεση της 1184/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Αυγούστου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ