Legislator Case Law & Legislation
1449/2014 AI generated

Appeal partially allowed where lower court erred in binding itself on first-instance default interest ruling regarding client fee damages.

Case Number 1449/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of First Instance's final judgment. The appellant argued that the lower court incorrectly bound itself to the first-instance ruling on default interest when assessing client fee damages, despite the first instance having dismissed that claim as indefinite. The court found the lower court erred in law by failing to examine the specific conditions for default interest under Articles 340 and 341 of the Civil Code, which were not met for the new claim amount. Consequently, the decision was annulled in part regarding the default interest calculation and remanded for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 340 and 341 of the Civil Code; A lower court cannot bind itself to a first-instance ruling on default interest when assessing client fee damages if the first instance dismissed the claim as indefinite, requiring a fresh examination of the statutory conditions for default.

Keywords

AI generated
client fee damages default interest indefinite claim dismissal Civil Code provisions partial annulment remand for retrial binding precedent error

Cited Legislation

AI generated
Article 562 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 340 of the Civil Code
Article 341 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1449 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1449/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΦΑΓΕ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΓΑΛΑΚΤΟΣ Α.Ε", η οποία εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Πετρόπουλο.

Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΟΣΥΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΣΠΑΡΤΗΣ Ε.&Π. Π. Ο.Ε ΒΙΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΦΕΔΩΝ - ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΕΣ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βικτωρία Μουτζουρίδου, η οποία, προηγουμένως, ανακάλεσε την από 17.3.2014 δήλωσή της για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Απριλίου 2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 438/2012 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 4673/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16 Σεπτεμβρίου 2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την από 13 Μαρτίου 2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και με τις από 20-3-2014 προτάσεις του την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης, πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται να είχε προταθεί νομίμως ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της προτάσεως αυτής.

Συνεπώς, οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος που είχαν προταθεί στον πρώτο βαθμό, αλλά δεν επαναφέρθηκαν στο εφετείο και έτσι δεν κατέστησαν αντικείμενο της κατ' έφεση δίκης, δεν μπορούν να θεμελιώσουν λόγους αναίρεσης εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την Ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Και στις περιπτώσεις όμως αυτές για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημοσία τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής. Εξάλλου, στα σφάλματα που προκύπτουν από την ίδια την απόφαση υπάγονται κυρίως λόγοι αναιρέσεως που θεμελιώνονται σε έλλειψη τυπικών στοιχείων της απόφασης ή σε διαδικαστικά σφάλματα, που αποδεικνύονται αμέσως από την απόφαση, χωρίς ανάγκη προσφυγής σε άλλα έγγραφα καθώς και οι λόγοι των αριθ. 1, 17 και 19 του άρθρου 559 (ΑΠ 1620/2005, ΑΠ 455/2014).

Κατ'ακολουθίαν αυτών ο πρώτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο, δέχθηκε, όπως και η πρωτόδικη απόφαση, την οποία κατά το μέρος αυτό επικύρωσε, πράγματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς σχετική επίκληση αυτών από την αναιρεσίβλητη-ενάγουσα και ειδικότερα τα αναφερόμενα για τη θεμελίωση αυτού (λόγου) πραγματικά περιστατικά που αποδεικνύουν ομοιότητα της δραστηριότητας αυτής (ενάγουσας-αναιρεσεβίλητης) ως διανομέα μ'αυτήν του εμπορικού αντιπροσώπου σε βαθμό ταυτιζόμενο, κατά τα ουσιώδη στοιχεία, και επιτρέποντα την αναλογική εφαρμογή επί της ένδικης σύμβασης αποκλειστικής διανομής των περί εμπορικών αντιπροσώπων διατάξεων του ΠΔ 219/91 διατάξεων, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού τα χωρίς επίκληση φερόμενα ως ληφθέντα υπόψη πράγματα, στα οποία επιχειρείται να θεμελιωθεί η προβαλλομένη αιτίαση, δεν είχαν προταθεί με την ασκηθείσα έφεσή της ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, όπως τούτο ρητώς συνομολογείται από την αναιρεσείουσα, η οποία, για το παραδεκτό της προβολής αυτής (αιτίασης) επικαλείται τη συνδρομή της προβλεπομένης από το άρθρο 562 παρ.2β ΚΠολΔ εξαίρεσης, η οποία όμως δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση ενόψει του ότι η προβαλλομένη αιτίαση δεν προκύπτει από την ίδια την προσβαλλομένη απόφαση, όπως εσφαλμένως επικαλείται η αναιρεσείουσα, αλλά για την απόδειξή της παρίσταται αναγκαία η προσφυγή στα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (εφετήριο), η οποία αναιρεί την επικαλουμένη εξαίρεση.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361 ΑΚ, 1 παρ.2 του ΠΔ 219/1991 και 14 παρ.4 ν.3577/2007 προκύπτει ότι, ναι μεν δεν είναι δυνατή η ευθεία εφαρμογή στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής και εμπορικής παραγγελίας των διατάξεων του Π.Δ.219/1991 περί εμπορικών αντιπροσώπων, όμως, με βάση τις αρχές της ισότητας και της καλής πίστης είναι δυνατή η αναλογική, ολική ή μερική, εφαρμογή των διατάξεων του ως άνω Π.Δ/τος και στις συμβάσεις αυτές, εφόσον όμως η διαμεσολαβητική λειτουργία και των επαγγελματιών αυτών δηλαδή του διανομέα και του παραγγελιοδοχικού αντιπροσώπου, προσομοιάζει μ' αυτήν του εμπορικού αντιπροσώπου σε τέτοιο βαθμό ώστε να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, πράγμα που συμβαίνει όταν οι εν λόγω επαγγελματίες αναλαμβάνουν με τη σύμβαση υποχρεώσεις ανάλογες μ' αυτές του εμπορικού αντιπροσώπου (4 παρ.1 Π.Δ.219/91) και ειδικότερα α)να παραλείπουν ανταγωνιστικές σε βάρος του εντολέα τους πράξεις κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά τη λήξη της σύμβασής τους, β) να τηρούν το επαγγελματικό απόρρητο, γ) να προωθούν διαρκώς και αποκλειστικά τα προϊόντα του εντολέα τους στη συμβατική περιοχή ευθύνης τους, υποκείμενοι μάλιστα στον έλεγχό του ως προς την εξέλιξη των πωλήσεων ή, αναλόγως, των αγορών, δ) να διαφημίζουν τα πωλούμενα προϊόντα ακόμη και με δικές τους δαπάνες και ε) να γνωστοποιούν στον εντολέα τους το πελατολόγιό τους.

Η συνομολόγηση ακριβώς των υποχρεώσεων αυτών, που δεν είναι πάντως αναγκαίο να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά μπορούν και να παραλλάσσουν, έτσι ώστε η έλλειψη μιας από αυτές να καλύπτεται από την ιδιαίτερη ένταση των λοιπών, καθιστά τους παραπάνω επαγγελματίες αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εντολέα τους, αφού η εμπορική τους δραστηριότητα, μολονότι αναπτύσσεται με δικό τους κίνδυνο, συνεπάγεται, εντούτοις, οφέλη αμέσως και για τον εντολέα τους, δηλαδή αυτός δεν αντλεί οικονομικά οφέλη μόνον από την εκπλήρωση της κύριας συμβατικής τους υποχρέωσης, αλλά και από τις ως άνω ιδιαίτερες υποχρεώσεις τους, με σπουδαιότερο γ' αυτόν (εντολέα) όφελος το ότι λαμβάνει γνώση του πελατολογίου τους, οπότε και μπορεί, μετά τη λύση της σύμβασης τους, να το χρησιμοποιήσει, μέσω άλλων επαγγελματιών, και να συνεχίσει έτσι να αποκομίζει οικονομικά οφέλη. (Ολ.ΑΠ 15 και 16/2013).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 13 της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ, σε συμμόρφωση προς την οποία εκδόθηκε το π.δ. 219/1991, "κάθε συμβαλλόμενο μέρος έχει το δικαίωμα να λάβει από το άλλο μέρος, αφού το ζητήσει, ενυπόγραφο έγγραφο που θα αναφέρει το περιεχόμενο της συμβάσεως, καθώς και τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις της. Δεν επιτρέπεται παραίτηση από αυτό το δικαίωμα (§1).

Η παράγραφος 1 δεν παρεμποδίζει κράτος μέλος να ορίσει ότι η σύμβαση είναι έγκυρη μόνο αν καταρτισθεί εγγράφως" (§ 2). Με βάση την παρεχόμενη από τις διατάξεις αυτές της οδηγίας ευχέρεια ο έλληνας νομοθέτης, με το άρθρο 8 παρ. 1α του π.δ. 219/1991, κατά την αρχική διατύπωσή του, όρισε τον έγγραφο τύπο ως προϋπόθεση για την εφαρμογή του εν λόγω διατάγματος.

Με τη διάταξη του άρθρου 6 του Π.Δ. 312/1995, αντικαταστάθηκε η παρ. 1 του άρθρου 8 του Π.Δ. 219/1992, στην οποία ορίζεται πλέον ότι "1.α)Δια την εφαρμογή του παρόντος Προεδρικού Διατάγματος η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας πρέπει να συνομολογηθεί εγγράφως, β) Κάθε συμβαλλόμενο μέρος έχει το δικαίωμα να λάβει από το άλλο, αφού το ζητήσει, ενυπόγραφο έγγραφο που θα αναφέρει το περιεχόμενο της σύμβασης καθώς και τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις της.

Δεν επιτρέπεται παραίτηση από αυτό το δικαίωμα". Οι ρυθμίσεις αυτές ως προς τον τύπο της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αντιφατικές, αφού με την πρώτη απαιτείται έγγραφος τύπος και με τη δεύτερη παρέχεται το δικαίωμα, από το οποίο μάλιστα τα συμβαλλόμενα μέρη δεν μπορούν να παραιτηθούν, να ζητήσει κάθε μέρος ενυπόγραφο έγγραφο με το περιεχόμενο της συμβάσεως και τις τροποποιήσεις της.

Ενόψει των ρυθμίσεων αυτών, ορθότερη είναι η άποψη ότι ή σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας καταρτίζεται ατύπως, το δε "ενυπόγραφο έγγραφο" που αναφέρει το άρθρο 8 παρ. 1 περ. β' του Π.Δ. 219/1991, δεν συνιστά συστατικό τύπο αλλά προβλέπεται για λόγους αποδεικτικής διευκολύνσεως των μερών, αναφορικά με το περιεχόμενο της σύμβασεως (ΑΠ 455/14, ΑΠ 1301/2006, 635/2004).

Ο ως άνω άτυπος χαρακτήρας της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας συνεπάγεται επομένως, χωρίς αμφιβολία, ότι η μη εγγράφως καταρτισθείσα σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας και έγκυρη είναι και εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του προαναφερθέντος π.δ 219/1991 περί εμπορικών αντιπροσώπων, το ίδιο δε ισχύει και επί της συμβάσεως διανομής κατά την ανάλογη εφαρμογή επ'αυτής του εν λόγω π.δ/τος.

Η τυχόν μη έγγραφη κατάρτιση της οικείας σύμβασης, ως μόνη συνέπεια μπορεί να έχει απλώς την πρόκληση αποδεικτικών δυσχερειών σε σχέση με το περιεχόμενο της συναφθείσας συμφωνίας και όχι την ακυρότητά της ή το ανεφάρμοστο των προστατευτικών υπέρ του εμπορικού αντιπροσώπου διατάξεων του π.δ 219/1991. Η άποψη αυτή ενισχύεται άλλωστε και από τη νέα νομοθετική ρύθμιση της παρ. 3 στοιχ.

α' του άρθρου 14 του ν. 3557/2007, με την οποία αντικαταστάθηκε η περίπτωση α της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του Π.Δ 219/1991 (που προέβλεπε τον έγγραφο τύπο της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας για την εφαρμογή του ως άνω π.δ/τος), που ρητώς ορίζει πλέον ότι "για την εφαρμογή του παρόντος προεδρικού διατάγματος δεν απαιτείται η τήρηση εγγράφου τύπου", με παράλληλη διαγραφή από τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 β' του π.δ. 219/1991 της φράσεως "δεν επιτρέπεται παραίτηση από αυτό το δικαίωμα" (άρθρο 14 παρ:3β' του ν. 3555/2007) (ΑΠ 1670/2008, ΑΠ 455/14 αντιθ.

ΑΠ 1739/2009). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ.1 του ως άνω π.δ. 219/1991 ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται, μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, αποζημίωση, εάν κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς, εφόσον, με βάση όλες τις περιστάσεις και ιδιαίτερα τις προμήθειες που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος από τις υποθέσεις με τους ίδιους πελάτες, σε συνδυασμό και με την τυχόν ρήτρα μη ανταγωνισμού, παρίσταται ως δίκαιη η καταβολή της αποζημίωσης, η οποία, (κατά ποσό) δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου.

Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι, η αποζημίωση πελατείας είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής που κινείται μεταξύ δύο ισοδύνάμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιεικείας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της ως ένα είδος εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, που προσομοιάζει με την αποζημίωση για διαφυγόν κέρδος με στοιχεία παράλληλα και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Η αξίωση αυτή γεννιέται όταν συντρέξουν σωρευτικά όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί με τη σχετική αγωγή του και να αποδείξει ο εμπορικός αντιπρόσωπος, δηλαδή απαιτείται α) η εισφορά νέων πελατών ή η σημαντική προαγωγή των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, β) η διατήρηση και μετά την λύση της σύμβασης ουσιαστικών ωφελειών για τον αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και γ) η καταβολή της αποζημίωσης να είναι δίκαιη με βάση όλες τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης.

Τις προαναφερόμενες ουσιαστικές προϋποθέσεις γέννεσης της απαίτησής του πρέπει να επικαλεσθεί, για το ορισμένο της αγωγής του, και να αποδείξει ο εμπορικός αντιπρόσωπος - διανομέας (ΑΠ 139/0..) χωρίς να είναι αναγκαία για την πληρότητα του σχετικού αιτήματος ούτε η ονομαστική αναφορά των νέων πελατών που έφερε αυτός καθώς και των παλαιών (πελατών) των οποίων οι υποθέσεις παρουσίασαν σημαντική προαγωγή, ούτε η διάκριση αυτών σε νέους και παλαιούς ούτε τέλος το ποσό που εισέπραξε από καθένα από αυτούς (ΑΠ 176/2010,).

Ως εισφορά νέων πελατών νοείται η προσέλκυση από τη δραστηριότητα του εμπορικού αντιπροσώπου νέων πελατών, δηλαδή πελατών που δεν υπήρχαν προηγουμένως, ως σημαντική δε προαγωγή των υποθέσεων με υπάρχοντες πελάτες νοείται η ασυνήθιστη αύξηση του κύκλου των εμπορικών συναλλαγών μ' αυτούς. Αντίστοιχα διατήρηση των ουσιαστικών ωφελειών για τον παραγωγό από υποθέσεις με τους νέους ή παλαιούς πελάτες του εμπορικού αντιπροσώπου υπάρχει όχι μόνο όταν επιβιώνουν τυχόν διαρκείς συμβάσεις, που είχε καταρτίσει με τρίτους ο εμπορικός αντιπρόσωπος, αλλά και όταν από την εκμετάλλευση του γνωστού στον παραγωγό πελατολογίου του αντιπροσώπου, υπάρχει, για την ίδια περιοχή, εν δυνάμει πελατεία με την προοπτική κέρδους γι' αυτόν, έστω και αν τα συμβατικά προϊόντα είναι επώνυμα και συνεπώς γνωστά στο καταναλωτικό κοινό, λόγω και των διαφημιστικών ενεργειών του ίδιου του παραγωγού.

Κριτήρια, τέλος, για τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης πελατείας συνιστούν το μέγεθος της πελατείας που παραμένει στον παραγωγό μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, η αντίστοιχη ωφέλειά του και η δημιουργία κέρδους για τον αντιπρόσωπο, αν συνεχιζόταν η σύμβαση, η σχετική δε κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ποσό της δίκαιης αποζημίωσης πελατείας ανήκει στη διακριτική ευχέρειά του και δεν ελέγχεται αναιρετικά, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, οπότε και δεν νοείται εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου (Ολ.

ΑΠ 16/2013, ΑΠ 246/14).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αρ.1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.

με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005). Εξάλλου, από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Εξάλλου το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 179/2013, ΑΠ 495/2013, ΑΠ 467/2013, ΑΠ 568/2013, ΑΠ 1258/2013).

Με τους δεύτερο, πέμπτο και έκτο λόγους της αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, κατά παράβαση των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 14 παρ.4 ν.3557/07, 8 και 9 ΠΔ 219/1991 έκανε δεκτή, ως και ουσιαστικά βάσιμη, την κατ'αυτής, από τα άρθρα 8 και 9 του ΠΔ 219/91, περί επιδίκασης αποζημίωσης πελατείας και διαφυγόντων κερδών (προμηθειών) αγωγή της αναιρεσίβλητης δεχθείσα, κατ'εσφαλμένη ερμηνεία των παραπάνω διατάξεων, και με ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία ότι, χωρεί αναλογική εφαρμογή των διατάξεων αυτών του ΠΔ 219/91 στην ατύπως, κατά το έτος 1994, καταρτισθείσα ένδικη σύμβαση αποκλειστικής διανομής α) παρά την ακυρότητα αυτής που απέρρεε από τη μη υποβολή της στον απαιτούμενο από τη διάταξη του άρθρ.8 παρ.1 ΠΔ 219/91, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρ.6 παρ.1 ΠΔ 312/95, έγγραφο τύπο και συνακόλουθα παρά το, για το λόγο αυτό, ανεφάρμοστο των διατάξεων του ΠΔ 219/91 (5ος λόγος) και β) ( για την περίπτωση της εγκυρότητας της σύμβασης αυτής) παρά τη μη συνδρομή της απαραίτητης για την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων των αριθ. 8 και 9 ΠΔ 219/91 προϋπόθεσης της ομοιότητας αυτής (σύμβασης διανομής) με τη ρυθμιζομένη από τις διατάξεις του ΠΔ 219/91 σύμβασης της εμπορικής αντιπροσωπείας, η οποία (μη συνδρομή της ομοιότητας) απέκλειε την εφαρμογή, πλην άλλων, και της προβλέπουσας την επιδίκαση αποζημίωση πελατείας διάταξης του άρθρ. 9 παρ.2 ΠΔ 219/91 (2ος λόγος), την οποία, κατ'εσφαλμένη ερμηνεία αυτής, προσδιόριζε στο ανώτατο προβλεπόμενο σ'αυτήν όριο (6ος λόγος) .

Οι λόγοι αυτοί κρίνονται απορριπτέοι ο μεν πέμπτος ως αβάσιμος νομικά καθόσον, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη σχετική μείζονα σκέψη, η μη υποβολή της ένδικης σύμβασης αποκλειστικής διανομής στον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 ΠΔ 219/91,όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ.1 ΠΔ 312/95, έγγραφο τύπο δεν συνεπάγεται την ακυρότητα αυτής, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, ενόψει του ότι ο έγγραφος τύπος, στον οποίο έπρεπε να υποβληθούν οι συμβάσεις που είχαν καταρτισθεί υπό την ισχύ του ΠΔ 219/91 μέχρι και το έτος 2007, οπότε και καταργήθηκε με τη διάταξη του άρθρ. 14 παρ.3 ν. 3557/2007, η προβλέπουσα την τήρηση του εγγράφου τύπου ρύθμιση του άρθρ. 8 παρ.1 ΠΔ 219/91, δεν ήταν συστατικός αλλά αποδεικτικός της κατάρτισης αυτών (συμβάσεων) με αποτέλεσμα οι εν λόγω συμβάσεις, μεταξύ των οποίων και η ένδικη, να μη πάσχουν ακυρότητα, ο δε δεύτερος ως αβάσιμος ουσιαστικά αφού, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι, αυτή, μετ'εκτίμηση του συνόλου των από τους διαδίκους νομίμως προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ως προς την ουσία των κρίσιμων ως άνω ζητημάτων, τα ακόλουθα: "...

Η ενάγουσα, στις 14-3-1994, σύναψε ατύπως με την εναγομένη, η οποία δραστηριοποιείται στην παραγωγή και διάθεση γαλακτοκομικών προϊόντων, σύμβαση με αντικείμενο την πώληση και διακίνηση προϊόντων και εμπορευμάτων της εναγομένης, στην περιοχή του νομού Λακωνίας. Μάλιστα για την ένταξη της ενάγουσας στο δίκτυο διανομής της εναγομένης, η πρώτη κατέβαλε στη δεύτερη, ως δικαίωμα εισόδου, το ποσό των 8.600.000 δρχ.

ποσό που αντιπροσώπευε στο 3% του τζίρου του προηγούμενου απ' αυτή αντιπροσώπου της εναγομένης. Δυνάμει της ανωτέρω συμβάσεως, η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να προμηθεύεται από την εναγομένη, προϊόντα, τα οποία η τελευταία παρήγαγε ή αντιπροσώπευε. Τα προϊόντα αυτά η ενάγουσα θα διατηρούσε σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο-ψυγείο και θα" διέθετε περαιτέρω προς πώληση σε όλους τους κατά τόπο εμπόρους, υπερκαταστήματα και επιχειρήσεις του νομού Λακωνίας, εκδίδοντας για το σκοπό αυτό σχετικό τιμολόγιο, στο οποίο αναγραφόταν η επωνυμία και τα στοιχεία της ενάγουσας, αλλά και η επωνυμία της εναγομένης.

Για την εκπλήρωση των ανωτέρω υποχρεώσεών της, η ενάγουσα, κατόπιν σχετικών υποδείξεων της εναγομένης, προέβη σε ιδιαίτερα μεγάλου οικονομικού κόστους επενδύσεις για την οργάνωση των εγκαταστάσεων της, όπως διαμόρφωση κτιριακών εγκαταστάσεων, προμήθεια και τοποθέτηση κατάλληλου ηλεκτρολογικού εξοπλισμού μεγάλης ισχύος, κατασκευή ειδικής ράμπας φόρτωσης-εκφόρτωσης, αγορά με το σύστημα της χρηματοδοτικής μίσθωσης τεσσάρων φορτηγών-ψυγείων, τοποθέτηση φορητών τερματικών και εκτυπωτών σ' αυτά, διαμόρφωση ιδιαίτερων χώρων για γραφεία και πρόσληψη τεσσάρων οδηγών και ενός υπαλλήλου γραφείου.

Η διακίνηση των προϊόντων της εναγομένης, η εκτέλεση των παραγγελιών τρίτων για την προμήθεια των προϊόντων αυτής, μέσω της ενάγουσας και η εκκαθάριση των μεταξύ των διαδίκων λογαριασμών, ελάμβανε χώρα ως εξής: η εναγομένη εταιρία, εκδιδομένου του αντιστοίχου τιμολογίου, παρέδιδε στην ενάγουσα τα προϊόντα της, με δικά της φορτηγά.

Τα εν λόγω εμπορεύματα παραδίδονταν στις εγκαταστάσεις της ενάγουσας και τοποθετούνταν στην ειδικώς διαμορφωθείσα αποθήκη-ψυγείο. Στη συνέχεια, υπάλληλοι της ενάγουσας, φόρτωναν τα προϊόντα της εναγομένης στα φορτηγά-ψυγεία της ενάγουσας, με τα οποία αυτά μεταφέρονταν και παραδίδονταν στους κατά τόπους εμπόρους, εκδιδομένου από την ενάγουσα του αντίστοιχου τιμολογίου.

Με την παράδοση των εμπορευμάτων η ενάγουσα εισέπραττε το τίμημα, το οποίο υποχρεούτο στη συνέχεια να καταθέσει με έμβασμα σε τραπεζικό λογαριασμό, που της είχε υποδείξει η εναγόμενη, κάθε Τρίτη και Παρασκευή. Σε περίπτωση δε κατά την οποία, για την αγορά των προϊόντων της εναγομένης, οι κατά τόπο έμποροι, παρέδιδαν στην ενάγουσα επιταγές, η τελευταία τις παρέδιδε στον οδηγό της εναγομένης, λαμβάνοντας τη σχετική απόδειξη παράδοσης.

Περαιτέρω και προκειμένου να διασφαλιστεί η εναγομένη, αναφορικά με την ικανοποίηση των απαιτήσεων της, από τις πωλήσεις των προϊόντων της, υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων στις 21-3-1997, σύμβαση, δυνάμει της οποίας η ενάγουσα εκχώρησε στην εναγομένη, όλες τις απαιτήσεις της κατά των πελατών της, που προέρχονταν από την πώληση των προϊόντων και εμπορευμάτων της εναγομένης.

Από το προηγούμενο έτος δε, ήτοι το 1996, και πάλι προς διασφάλιση της εναγομένης, από την μεταξύ αυτής και της ενάγουσας, λειτουργούσης ανωτέρω συμβάσεως και για την εξυπηρέτηση της οποίας είχε πιστωθεί η ενάγουσα με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό ενεγράφη υποθήκη, σε ακίνητο των ομορρύθμων εταίρων της ενάγουσας, με την υπ'αρ. 42/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης.

Η αμοιβή της ενάγουσας για την προώθηση, διάθεση, διανομή και πώληση των προϊόντων της εναγομένης, συμφωνήθηκε σε ποσοστό επί των αγορών, Συγκεκριμένα συμφωνήθηκε να λαμβάνει η ενάγουσα, συνολική προμήθεια ύψους 12% επί των πραγματοποιηθεισών αγορών, η οποία θα της απεδίδετο κάθε μήνα, με την έκδοση αντίστοιχου πιστωτικού σημειώματος.

Η απόδοση της εν λόγω προμήθειας γινόταν ειδικότερα με τον ακόλουθο τρόπο: με την παραλαβή των παραγγελθέντων από την ενάγουσα προϊόντων της εναγομένης, η τελευταία παρείχε στην πρώτη, κατά μέσο όρο ποσοστό 6,70% της άνω συνολικής συμφωνηθείσης προμήθειας, υπό την μορφή "έκπτωσης επί του τιμολογίου". Στη συνέχεια, ανά μήνα ή τρίμηνο, η εναγομένη προέβαινε σε εκκαθάριση του υπολοίπου ποσοστού, υπό τη μορφή "έκπτωσης λόγω τζίρου", μέχρι τη συμπλήρωση του συμφωνηθέντος ποσοστού του 12%.

Η εν λόγοι προμήθεια του 12% επί των πραγματοποιηθεισών αγορών, ίσχυσε από το πρώτο έτος συνεργασίας των διαδίκων μέχρι την καταγγελία της επιδίκου συμβάσεως για την οποία θα γίνει λόγος παρακάτω. Επιπλέον προβλέπονταν και η παροχή πρόσθετου bonus από την εναγομένη, το οποίο υπολογιζόταν ομοίως σε ποσοστό επί των πραγματοποιηθεισών πωλήσεων.

Τόσο το ποσοστό" της πιο πάνω προμήθειας. Όσο και οι λοιποί όροι της συμφωνίας των διαδίκων είχαν παραμείνει αμετάβλητοι καθόλη τη διάρκεια της συνεργασίας αυτών: Έτσι, χαρακτηριστικά γνωρίσματα της μεταξύ των διαδίκων συνεργασίας, ήταν ία εξής" α) η ενάγουσα προμηθεύονταν κατ' αποκλειστικότητα τα προϊόντα της εναγομένης, τα οποία στη συνέχεια μεταπωλούσε σε τρίτους πελάτες, στο όνομα της και για δικό της λογαριασμό, β) η ίδια ήταν σε σχέση με την εναγομένη ανεξάρτητος επαγγελματίας με δική της υποδομή, φέροντας το βάρος των λειτουργικών εξόδων της επιχειρήσεως της, ενταγμένη στο δίκτυο της εμπορικής οργάνωσης της εναγομένης για την προώθηση των προϊόντων της, γ) συνέβαλε στην επέκταση της πελατείας της εναγομένης, μεριμνώντας για την καλή εμφάνιση των σημείων λιανικής πώλησης των προϊόντων της, δ) είχε αναλάβει την υποχρέωση να μην ανταγωνίζονται την εναγομένη, ε) το πελατολόγιο της ήταν σε γνώση της εναγομένης, αφού η τελευταία είχε πρόσβαση σ' αυτό, με τα τερματικά που είχαν εγκατασταθεί στα φορτηγά της ενάγουσας, μετά δε τη λύση της σύμβασης παρέμεινε επ' ωφελεία αυτής και στ) η αμοιβή της καθοριζόταν σε ποσοστό επί των πωλήσεων και επιπλέον λάμβανε πρόσθετη αμοιβή υπό την μορφή bonus.

Με βάση τα παραπάνω, η ένδικη σύμβαση φέρει το χαρακτήρα της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, της οποίας αποδείχθηκε, ότι συντρέχουν τα κύρια χαρακτηριστικά, που αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη. Παράλληλα η ενάγουσα (διανομέας) ενεργούσε ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης της εναγομένης, έχοντας την ίδια ασθενή θέση και έντονη εξάρτηση από την τελευταία, αλλά και τον αυτό βαθμό ένταξης στο δίκτυο διανομής, με τον τύπο του εμπορικού αντιπροσώπου, συνέβαλε στην επέκταση της πελατείας της αντισυμβαλλομένης της κατά τα προαναφερθέντα, επιτελώντας σε σημαντική έκταση καθήκοντα συγκρίσιμα με εκείνα του εμπορικού αντιπροσώπου, συνδεόμενη με το δίκτυο πωλήσεων της εναγομένης, ανέλαβε την υποχρέωση να μην ανταγωνίζεται την αντισυμβαλλόμενη της εναγομένη, το πελατολόγιο της, ήταν σε γνώση της τελευταίας και μάλιστα, μετά τη λύση της σύμβασης διανομής, περιέρχονταν οι πελάτες της σ' αυτή, ενώ τα οικονομικά της οφέλη (προμήθειες και bonus) ήταν όμοια με εκείνα του αντιπροσώπου.

Ενόψει αυτών στην επίδικη σύμβαση αποκλειστικής διανομής εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του π.δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", σύμφωνα με τα όσα αναπτύχθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε... Τέλος αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, σε εκτέλεση της πιο πάνω συμβάσεως, καθόλη τη διάρκεια της μακρόχρονης συνεργασίας των διαδίκων, προέβη σε πωλήσεις προϊόντων της εναγομένης και σε νέους πελάτες στο νομό Λακωνίας, όπου δραστηριοποιείτο, τους οποίους ανεύρε η ίδια και προηγουμένως δεν ήταν πελάτες της εναγομένης, ενώ προήγαγε σημαντικά τις πωλήσεις με τους ήδη υπάρχοντες πελάτες στην ίδια περιοχή, αφού, όπως προαναφέρθηκε από την αρχή της συνεργασίας των διαδίκων οι πωλήσεις των προϊόντων της εναγομένης είχαν σταθερή ανοδική πορεία, από την οποία και ωφελήθηκε η τελευταία.

Όλη αυτή η νέα πελατεία περιήλθε μετά την λύση της επιδίκου συμβάσεως στο νέο αντιπρόσωπο της εναγομένης στην ίδια περιοχή και έτσι η τελευταία διατηρεί όλα τα οφέλη που της προσπόρισε με τη διαμεσολάβηση της η ενάγουσα κατά την διάρκεια της λειτουργίας της επιδίκου συμβάσεως αφού έχει τη δυνατότητα πώλησης των προϊόντων της σε αυτούς και αποκόμισης επιχειρηματικού κέρδους.

Υπό το πρίσμα αυτό η ενάγουσα δικαιούται να λάβει κατ'ανάλογη εφαρμογή, την προβλεπόμενη από το άρθρο 9 παρ. 1α του π.δ. 219/1991, αποζημίωση πελατείας, η οποία θα προσδιοριστεί κατά δίκαιη κρίση, με βάση το μέσο ετήσιο όριο αμοιβών (μικτού κέρδους), που εισέπραξε η ενάγουσα κατά τα πέντε τελευταία έτη της σύμβασης, εφόσον η επίδικη σύμβαση είχε διάρκεια περισσότερη από πέντε έτη.

Αποδείχτηκε επίσης ότι η προμήθεια που εισέπραξε η ενάγουσα τα πέντε τελευταία έτη της λειτουργίας της επιδίκου συμβάσεως ανερχόταν στο ποσό των 312.487,32 ευρώ"" γιο το έτος 2002, στο ποσό των 316.310,36 ευρώ για το έτος 2003, στο ποσό των 321.228,42 ευρώ για το έτος 2004, στο ποσό των 284.713,21 ευρώ για το έτος 2005, και τέλος στο ποσό των 276.946,44 ευρώ για το έτος 2006.

Επομένως το μέσο ετήσιο όριο αμοιβών της ενάγουσας το ανωτέρω χρονικό διάστημα ανέρχεται στο ποσό των 302.337,15 ευρώ (312.487,32 + 316.310,36 + 321.228,42 + 284.713,21 + 276.946,44=1.511.685,75:5), το οποίο και πρέπει να της επιδικαστεί ως αποζημίωση πελατείας κατά τα προαναφερόμενα. Επομένως η κρινομένη αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 362.324,12 ευρώ (302.337,15+59.986), με το νόμιμο τόκο από τις 18-4-2007, όπως έγινε δεκτό το αίτημα τοκογονίας με την εκκαλουμένη απόφαση και για την κρίση της αυτή δεν βάλλεται η τελευταία.".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμένη απόφαση ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, τις, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 14 παρ.4 ν.3577/2007 8 και 9 Π.Δ.219/ 1991, αναφορικά με τα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ζητήματα αφενός της αναλογικής εφαρμογής των περί εμπορικής αντιπροσωπείας διατάξεων και ιδίως αυτών του αρθρ.8 παρ.3 και 9 παρ.2 Π.Δ.219/1991 επί της μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσας ένδικης σύμβασης και αφετέρου της επιδίκασης της προβλεπομένης από την ως άνω διάταξη του άρθρ.9 παρ.2 ΠΔ 219/91 αποζημίωσης πελατείας δεχθείσα ως προς μεν το πρώτο ζήτημα τη συνδρομή της απαραίτητης για την εν λόγω αναλογική εφαρμογή προϋπόθεσης, της λειτουργίας, δηλαδή, της αναιρεσίβλητης διανομέως στο πλαίσιο της ένδικης σύμβασης ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης της προμηθεύτριας αναιρεσείουσας με την υποστηρίζουσα την παραδοχή αυτή ορθή και πλήρη αιτιολογία της αποδειχθείσας συνδρομής χαρακτηριστικών τέτοιας λειτουργίας υπό την έννοια της ταύτισης, κατά τα ουσιώδη σημεία, της διαμεσολαβητικής δραστηριότητας της αναιρεσίβλητης μ'αυτήν του εμπορικού αντιπροσώπου, αφού κατά τις σχετικές παραδοχές της προσβαλομένης " η αναιρεσίβλητη - διαμονέας α) είχε αναλάβει την υποχρέωση να μην ανταγωνίζεται την αναιρεσείουσα, β) το πελατολόγιό της ήταν σε γνώση της τελευταίας, η οποία είχε πρόσβαση σ'αυτό γ) ήταν ενταγμένη στο δίκτυο της εμπορικής οργάνωσης της αναιρεσεόυσας για την προώθηση των προϊόντων της, και δ) συνέβαλε στην επέκταση της πελατείας της αναιρεσείουσας μεριμνώντας για την καλή εμφάνιση των σημείων λιανικής πώλησης των προϊόντων της, η συνδρομή των οποίων (χαρακτηριστικών) αποτελεί την απαραίτητη προϋπόθεση, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη σχετική μείζονα σκέψη, της επικαλουμένης από την αναιρεσίβλητη αναλογικής εφαρμογής, ως προς δε το δεύτερο ζήτημα (δεχθείσα) τη συνδρομή των αναγκαίων για την εν λόγω επιδίκαση προϋποθέσεων με την υποστηρίζουσα την παραδοχή αυτή ορθή και πλήρη αιτιολογία της αποδειχθείσής αφενός εισφοράς από την αναιρεσίβλητη νέων πελατών και της προώθησης σε σημαντικό βαθμό των υποθέσεων των παλαιών (πελατών) και αφετέρου της διατήρησης από την αναιρεσείουσα των, από τη συνεργασία της με την αναιρεσίβλητη ωφελημάτων, οι οποίες δικαιολογούν την επιδίκαση αποζημίωσης (πελατείας), στην οποία (επιδίκαση) και προέβη, καθορίζοντας αυτή με βάση τα κριτήρια του μεγέθους της πελατείας, που παρέμεινε στην αναιρεσείουσας και της αντίστοιχης ωφέλειας αυτής, στο ανώτατο προβλεπόμενο όριο εκ του μέσου ετησίου όρου των εισπραχθεισών κατά τα πέντε τελευταία έτη της σύμβασης αμοιβών με την παράλληλη αιτιολόγηση ότι η καταβολή αυτής είναι δίκαιη, κρίση η οποία, αναγομένη σε εκτίμηση πραγμάτων, διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΑΠ 176/2010), απορριπτομένης, συνακολούθως, της περαιτέρω (6ος λόγος) προβαλλομένης, από το άρθρ. 559 αρ.1 ΚΠολΔ αιτίασης περί ευθείας άλλως εκ πλαγίου παράβασης της διάταξης αυτής (9 παρ. 1 ΠΔ 219/91) αναφορικά με το ύψος της επιδικασθείσας αποζημίωσης ως απαράδεκτης (ΑΠ 246/14).

Με τους τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο, δεν απέρριψε (κήρυξε) ως απαράδεκτο το περί επιδίκασης αποζημίωσης πελατείας από το άρθρο 9 παρ.1 ΠΔ 219/91 αίτημα της αγωγής λόγω αοριστίας του απορρέουσας αφενός μεν από τη μη επίκληση από την ενάγουσα-αναιρεσίβλητη της απαραίτητης για την αιτουμένη επιδίκαση ένταξης αυτής και ενσωμάτωσής της στο δίκτυο διανομής της αναιρεσειούσας (τρίτος λόγος) και αφετέρου από το μη προσδιορισμό ποίοι από τους διαλαμβανομένους στον ενσωματωμένο στο αγωγικό δικόγραφο κατάλογο 199 πελάτες είναι νέοι (πελάτες), εισελθόντες για πρώτη φορά μετά την έναρξη της μεταξύ τους συνεργασίας και ποίοι (απ'αυτούς (τους 199) παλαιοί (πελάτες) με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη η κρίση αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι και σε ποία έκταση σημαντικής προαγωγής των υποθέσεων με τους υπάρχοντες (παλαιούς) πελάτες (τέταρτος λόγος).

Οι λόγοι αυτοί κρίνονται απορριπτέοι ο μεν τέταρτος ως αβάσιμος νομικά, αφού, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, δεν απαιτείται, για την πληρότητα του σχετικού αιτήματος, ούτε η διάκριση των πελατών σε νέους και παλαιούς ούτε ο ονομαστικός προσδιορισμός των εισφερθέντων νέων ή των διατηρηθέντων παλαιών πελατών καθώς και το ποσό που εισέπραξε και διατήρησε ως όφελος ο αντιπροσωπευόμενος την εναγομένη από ένα έκαστο εξ αυτών, ενόψει του ότι η διάκριση στην οποία αναφέρεται η προβαλλομένη αιτίαση μπορεί να προκύψει από τις αποδείξεις που θα προσκομισθούν εκατέρωθεν, ο δε τρίτος ως αβάσιμος ουσιαστικά αφού από την παραδεκτή επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει η από την ενάγουσα- αναιρεσίβλητη επίκληση όλων εκείνων των πραγματικών περιστατικών που αποδεικνύουν τη λειτουργία αυτής, στο πλαίσιο, της ένδικης σύμβασης, ως αναποσπάστου μέρους του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας της αναιρεσείουσας (γνωστοποίηση του πελατολογίου της από την αναιρεσείουσα, υποχρέωση μη ανταγωνισμού, διαρκής και αποκλειστική προώθηση των προϊόντων της αναιρεσείουσας) και επιτρέπουν την αναλογική εφαρμογή στην ένδικη σύμβαση και της επικαλουμένης από την αναιρεσίβλητη διάταξη του άρθρ. 9 παρ.2 ΠΔ 219/91.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 522 του Κ.Πολ.Δ., με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Εξάλλου, κατά το άρθρο 536 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και την εκδίκαση της υπόθεσης κατ' ουσίας μπορεί να εκδώσει απόφαση δυσμενέστερη για τον εκκαλουντα και χωρίς την άσκηση από τον εφεσίβλητο (αντίθετης) δικής του έφεσης ή αντέφεσης.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μόνο κατά τα προσβαλλόμενα "κεφάλαια" και ότι ως προς τα "κεφάλαια" αυτά μπορεί το Εφετείο να εκδώσει, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, και δυσμενέστερη για τον εκκαλουντα απόφαση, χωρίς την άσκηση αντίθετης έφεσης ή αντέφεσης και χωρίς η απόφαση του να προσκρούει στην εκ του άρθρου 536 του Κ.Πολ.Δ.

αρχή της "μη χειροτερεύσεως της θέσεως του εκκαλούντος". "Κεφάλαιο" θεωρείται η αυτοτελής αίτηση δικαστικής προστασίας, που δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης (στο πλαίσιο της ίδιας διαφοράς) και εκκρεμοδικίας και για την οποία (αίτηση) εκδόθηκε χωριστή διάταξη της απόφασης. Ως εκ τούτου, οι τόκοι, που αποτελούν "παρεπόμενη" της κύριας απαίτησης αξίωσης και δεν είναι επιτρεπτή η επιδίκαση τους, χωρίς σχετική αίτηση, αποτελούν χωριστό "κεφάλαιο" και είναι ζήτημα εκτιμήσεως του δικογράφου της εφέσεως, υποκείμενης, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ,Δ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αν με αυτή προσβάλλεται και το περί τόκων κεφάλαιο.

Και ναι μεν το κεφάλαιο των τόκων συνέχεται αναγκαστικά με το κεφάλαιο για την κύρια απαίτηση, η έννοια όμως του "αναγκαστικά συνεχόμενου κεφαλαίου" (που προβλέπεται μόνο επί πρόσθετων λόγων εφέσεως - άρθ. 520 παρ. 2 και αντεφέσεως - άρθ. 523), δεν αφορά, κατά το άρθρο 522 του Κ.Πολ.Δ., και το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως. (ΑΠ 174/2010, ΑΠ 842/2010).

Με τον έβδομο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προβαλλομένη απόφαση, κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 340 και 341 ΑΚ προέβη, όπως και η πρωτόδικη (απόφαση) στην επιδίκαση σε βάρος της τόκων από την επομένη της γενομένης από την ίδια καταγγελίας της ένδικης σύμβασης αποκλειστικής διανομής, δεχθείσα εσφαλμένως υπερημερία αυτής περί την καταβολή τόσο του (και) πρωτοδίκως επιδικασθέντος ποσού των 59986 Ευρώ όσο και αυτού των 302337,15 Ευρώ, που επιδικάστηκε ως αποζημίωση πελατείας για πρώτη φορά από το Εφετείο κατ' αποδοχή σχετικού λόγου της έφεσης της αναιρεσίβλητης κατά της απορριπτικής του κονδυλίου αυτού πρωτόδικης απόφασης (υπερημερίας) χωρήσασα χωρίς να έχει προηγηθεί δικαστική ή εξώδικη όχληση αυτής ή χωρίς να έχει συμφωνηθεί δήλη ημέρα εκπλήρωσης της παροχής ή να συντρέχει άλλο νόμιμος για την κρίση αυτή λόγος.

Ο λόγος αυτός πρέπει, κατά το μέρος μεν που αφορά στην υπερημερία (και συνακόλουθα την υποχρέωση τοκοδοσίας) της αναιρεσείουσας περί την καταβολή του (και) πρωτοδίκως επιδικασθέντος ποσού των 59986 Ευρώ, ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού από την, κατ' αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (πρωτοβάθμια απόφαση - δικόγραφο έφεσης) προκύπτει η μη προσβολή με το εφετήριο δικόγραφο της αναιρεσείουσας της σχετικής με την υπερημερία αυτής (αναιρεσείουσας) κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και συνακόλουθα η μη μεταβίβαση του κεφαλαίου αυτού στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο το οποίο δεν είχε την εξουσία να επανεξετάσει το προς αυτήν συναρτώμενο θέμα της επί του εν λόγω ποσού τοκοδοσίας, και κυρίως, να προβεί σε διαφορετική από την πρωτόδικη ρύθμιση, όπως αυτό σαφώς προκύπτει από τη σχετική παραδοχή της προσβαλλομένης απόφασης κατά την οποία " πρέπει να υποχρεωθεί η εναγόμενη αναοιρεσείουσα) να καταβάλλει στην ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) το ποσό των 362.324,12 ευρώ (59986+302337) με το νόμιμο τόκο από 18-4-2007 (ημεροχρονολόγια καταγγελίας) όπως το αίτημα αυτό έγινε δεκτό από την εκκαλουμένη απόφαση και για την κρίση της αυτή δεν βάλλεται η τελευταία", κατά το μέρος δε που αφορά στην υπερημερία της αναιρεσείουσας περί την καταβολή του επιδικασθέντος ως αποζημίωση πελατείας (αρ. 9 παρ. 1 ΠΔ 219/91) ποσού των 302.337,15 ευρώ, να γίνει δεκτός ως και ουσιαστικά βάσιμος αφού από την επισκόπηση των ιδίων ως άνω διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει η βασιμότητα της προβαλλομένης, ως προς το ποσό αυτό, αιτίασης καθόσον, κρίνασα εσφαλμένως η προσβαλλομένη απόφαση, ότι το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της ασκηθείσας από την αναιρεσίβλητη (αντίθετης) έφεσης, αναφορικά με την απόρριψη ως αορίστου από την πρωτόδικη απόφαση του αναφερόμενου στην επιδίκαση αποζημίωση πελατείας κονδυλίου δεν καταλαμβάνει και το παρεπόμενο ζήτημα της επ' αυτού τοκοδοσίας, δέχθηκε (εσφαλμένως) ότι δεσμεύεται από την πρωτόδικη αναφορικά με το ζήτημα αυτό (της τοκοδοσίας) κρίση την οποία επικύρωσε, κατ' εσφαλμένη όμως ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 340 και 341 ΑΚ, αφού αυτή, ως αφορώσα μόνο στην υπερημερία της αναιρεσείουσας περί την καταβολή του ως άνω επιδικασθέντος ποσού των 59986 Ευρώ, δεν καταλάμβανε και το ζήτημα της υπηρημερίας ως προς το κατ' έφεση επιδικασθέν για πρώτη φορά ποσό των 302337,15 ευρώ, που αναφέρεται στο απορριφθέν πρωτοδίκως κεφάλαιο της αποζημίωσης πελατείας, το οποίο με την έφεση μεταβιβάστηκε ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου όχι αυτοτελώς αλλά μαζί με το παρεπόμενο περί τοκοδοσίας κεφάλαιο το οποίο, ενόψει της απόρριψης του πρωτοδίκως αορίστου, έπρεπε αυτεπαγγέλτως να εξετάσει η προσβαλλομένη απόφαση ερευνώντας ειδικότερα τη συνδρομή ή μη των από τις διατάξεις των άρθρων 340 και 341 ΑΚ τασσομένων για την περιέλευση της οφειλέτριας αναιρεσείουσας σε κατάσταση υπερημερίας, προϋποθέσεων και όχι να προβεί, στην και πρωτοδίκως γενομένη επιδίκαση τόκων από το χρόνο της καταγγελίας χωρίς αντίστοιχη περί υπερημερίας της αναιρεσείουσας παραδοχή, αφού, μόνη η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας χωρίς την παράλληλη συνδρομή των από τις διατάξεις των άρθρων 340 και 341 ΑΚ οριζομένων προϋποθέσεων δεν καθιστά υπερήμερη την αναιρεσείουσα περί την καταβολή του ως αποζημίωση πελατείας, μεταγενεστέρως αιτηθέντος με την ένδικη αγωγή χρηματικού ποσού, όπως, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων αυτών έπραξε η προβαλλομένη, υποπίπτωντας στην προβαλλομένη αιτίαση γι' αυτό και πρέπει, απορριπτομένων των λοιπών λόγων της αναίρεσης να αναιρεθεί (εν μέρει) η προσβαλλομένη απόφαση κατά το κεφάλαιο που αναφέρεται στην υπερημερία της αναιρεσείουσας και συνακολούθως στο χρόνο έναρξης της τοκογονίας του ποσού της επιδικασθείσας αποζημίωσης πελατείας, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (αρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), διατασσομένης της επιστροφής του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης (αρθ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ (εν μέρει) την 4673/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το κεφάλαιο που αναφέρεται στην υπερημερία της αναιρεσείουσας και στον μ' αυτήν συναρτώμενο χρόνο έναρξης της τοκοδοσίας του ως αποζημίωση πελατείας επιδικασθέντος ποσού των 302337,15 ευρώ.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω, κατά το παραπάνω κεφάλαιο, εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από διαφορετικούς, από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, δικαστές.

ΔΙΑΤΑΖΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας από τρείς χιλιάδες (3000) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ