Legislator Case Law & Legislation
1449/2011 AI generated

1449/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1449/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1449/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ειδικότερα χρησιμοποιούσε αυτό είτε για καλλιέργειες με δημητριακά ή κηπευτικά, εκμίσθωνε προς κτηνοτρόφους της περιοχής τη χορτονομή, καλλιεργούσε το αμπέλι εκτάσεως τεσσάρων (4) στρεμμάτων περίπου στο νότιο μέρος του εν λόγω ακινήτου, και επέβλεπε και επιτηρούσε αυτό, απαγορεύοντας κάθε διαταρακτική ενέργεια τρίτων.

Keywords

AI generated
public domain sea level rise water policy coastal pollution action for exclusion from co-ownership territorial waters
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1449 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1449/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Κωνσταντίνα Χριστοπούλου, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Δ. Δ. του Α., 2. Ο., συζ. Α. Δ. και 3. Χ. Α. Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Αδαμόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-6-1996 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αιγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 112/1997,μη οριστική 31/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 828/2009 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 4-1-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 19-4-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι.

δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε. Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων ( άρθρο 561 παρ. ΙΚΠολΔ) και , ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ.ΑΠ 24/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης ο οποίος προτάσσεται, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο διέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά τόσο με την παραδοχή του, ότι οι αναιρεσίβλητοι-ενάγοντες έγιναν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας από αυτούς αντίστοιχα, με παράγωγο τρόπο κτήσης της εν λόγω κυριότητάς τους '' επί τη βάσει τίτλων των οποίων δεν αναφέρονται τα κρίσιμα στοιχεία ως προς την έκταση που αφορούν και το εμβαδόν αυτής που κατά περίπτωση μεταβιβάζεται'', όσο και με την παραδοχή του, ότι αυτοί έγιναν συγκύριοι του επιδίκου και με πρωτότυπο τρόπο, επειδή δεν αναφέρονται οι συγκεκριμένες πράξεις νομής που άσκησαν αυτοί στο επίδικο ακίνητο, καθώς και ο χρόνος τέλεσής τους.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά τα κρίσιμα σημεία της, τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στη θέση "..." ή "..." ή "..." της κτηματικής περιφέρειας της πρώην Κοινότητας ..., έχει έκταση 22.350 τ.μ. και συνορεύει βόρεια με αιγιαλό, νότια με ιδιοκτησία κληρονόμων Β. Δ., δυτικά εν μέρει με αντιπλημμυρικό τοίχο και εν μέρει με προστατευτικό ανάχωμα του ...

ποταμού και ανατολικά με ιδιοκτησίες I. Π., Μ. Α., Β. συζ. Μ. Α. και Ι. Θ.. Tο παραπάνω ακίνητο μέχρι το έτος 1940, οπότε το πρώτον κατακλύσθηκε παροδικώς από έκτακτη πλησμονή των υδάτων του ... ποταμού, ήταν καλλιεργήσιμο, έκτοτε όμως, λόγω της εναποθέσεως στρώματος αμμοχάλικου κατά την ως άνω κατάκλυσή του από τα ύδατα του παραπάνω ποταμού και την επισυμβάσα κατά το έτος 1960 όμοια, κατέστη κατά το μεγαλύτερο τμήμα του μη γόνιμο και παρέμεινε ακαλλιέργητο και ως εκ τούτου καλυπτόταν από υψηλή και χαμηλή βλάστηση παραποτάμιας μορφής (πλατάνια, πικροδάφνες, καλάμια, σαφάκια κτλ).

Το εν λόγω ακίνητο είχε περιέλθει προ του έτους 1880 στον απώτατο δικαιοπάροχο των εναγόντων Γ. Α. με άτυπη παραχώρηση από τον πατέρα του. Ο Γ. Α. παρέλαβε το ακίνητο αυτό στη νομή και κατοχή του και το νεμήθηκε συνεχώς με διάνοια κυρίου, ήτοι με τη θέληση να έχει αυτό όπως αρμόζει στον κύριο, και με καλή πίστη μέχρι το χρόνο του θανάτου του το έτος 1926, ενεργώντας όλες τις εμφανείς υλικές πράξεις που προσιδίαζαν στη φύση και θέση του, με τις οποίες εκδηλωνόταν η περί εξουσιάσεως αυτού (επιδίκου) βούληση του.

Ειδικότερα χρησιμοποιούσε αυτό είτε για καλλιέργειες με δημητριακά ή κηπευτικά, εκμίσθωνε προς κτηνοτρόφους της περιοχής τη χορτονομή, καλλιεργούσε το αμπέλι εκτάσεως τεσσάρων (4) στρεμμάτων περίπου στο νότιο μέρος του εν λόγω ακινήτου, και επέβλεπε και επιτηρούσε αυτό, απαγορεύοντας κάθε διαταρακτική ενέργεια τρίτων.

Μετά το θάνατο του το ακίνητο αυτό περιήλθε στη σύζυγο του Ε. Α., ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμο του, η οποία υπεισήλθε και αναμείχθηκε στην κληρονομιαΐα περιουσία του, στην οποία περιλαμβανόταν και το επίδικο ακίνητο, η οποία συνέχισε να κατέχει και νέμεται με διάνοια κυρίας και καλή πίστη το ακίνητο αυτό, ενεργώντας επ' αυτού τις ίδιες πιο πάνω διακατοχικές πράξεις του δικαιοπαρόχου της.

Με το .../1927 συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Αιγίου Γ. Κοττά, νομίμως μεταγραμμένου, η Ε. χήρα Γ. Α. μεταβίβασε, αιτία πωλήσεως, το επίδικο ακίνητο στο Δ. Π., ο οποίος από τον παραπάνω χρόνο κατείχε και νεμόταν αυτό με καλή πίστη και με βάση τον προαναφερόμενο τίτλο, ενεργώντας επ' αυτού τις ίδιες πιο πάνω διακατοχικές πράξεις της δικαιοπαρόχου του, μέχρι το έτος 1929, οπότε με το .../1929 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή του τότε συμβολαιογράφου Αιγίου Γ.

Κοττά, νόμιμα μεταγραμμένου, μεταβίβασε το ακίνητο αυτό στον Κ. Σ. του Α.. Από τον παραπάνω χρόνο (1929) ο τελευταίος κατείχε και νεμόταν το επίδικο ακίνητο με καλή πίστη και με βάση τον προαναφερόμενο τίτλο, ενεργώντας όλες τις διακατοχικές πράξεις που προσιδίαζαν στη φύση και θέση του και συγκεκριμένα καλλιεργούσε το αμπέλι εκτάσεως τεσσάρων (4) στρεμμάτων περίπου στο νότιο μέρος του επιδίκου, καλλιεργούσε καρπούζι και κηπευτικά την άνοιξη και το καλοκαίρι στο υπόλοιπο τμήμα του εκτάσεως δεκαοκτώ (18) στρεμμάτων περίπου, ενώ το χειμώνα επέτρεπε στον κτηνοτρόφο Σ.

να βόσκει σ' αυτό τα ζώα του. Η κατάσταση αυτή συνεχίσθηκε μέχρι το έτος 1940, οπότε, όπως προαναφέρθηκε, το επίδικο ακίνητο κατακλύσθηκε παροδικώς από έκτακτη πλησμονή των υδάτων του ... ποταμού. Έκτοτε λόγω της εναποθέσεως στρώματος αμμοχάλικου κατά την ως άνω κατάκλυσή του από τα ύδατα του παραπάνω ποταμού και την κατά το έτος 1960 επισυμβάσα όμοια, μειώθηκε η καλλιεργούμενη έκταση της αμπέλου σε δύο (2) περίπου στρέμματα, ενώ η υπόλοιπη έκταση κατέστη μη γόνιμη και παρέμεινε ακαλλιέργητη, καλυπτόμενη από χαμηλή κυρίως υδρόφιλη βλάστηση.

Ο Κ. Σ. αποβίωσε στις 22-10-1942 και με την .../17-8-1942 δημόσια διαθήκη του, που συντάχθηκε ενώπιον του τότε συμβολαιογράφου Αιγίου Χρήστου Κεφαλόπουλου και δημοσιεύθηκε με το 270/23-12-1942 πρακτικό του Πρωτοδικείου Πατρών, εγκατέστησε κληρονόμους του κατά ίσο μέρος επί της κληρονομιαίας περιουσίας του, στην οποία περιλαμβανόταν και το επίδικο ακίνητο, τα δύο τέκνα του, Α.

και Γ. Σ., οι οποίοι υπεισήλθαν και αναμείχθηκαν στην ως άνω κληρονομιαία περιουσία του πατέρα τους και έκτοτε αμφότεροι από κοινού και ο καθένας κατά ποσοστό 1/2 αδιαιρέτως κατείχαν και νέμονταν το επίδικο ακίνητο με καλή πίστη, ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις και συγκεκριμένα επέβλεπαν και καλλιεργούσαν το δεκτικό καλλιέργειας τμήμα του και χρησιμοποιούσαν ως βοσκότοπο το ακαλλιέργητο τμήμα του μέχρι το έτος 1974, οπότε με το .../30-11-1974 συμβόλαιο ανταλλαγής του τότε συμβολαιογράφου Αθηνών Αλκιβιάδη Ζωγρομαλίδη, νόμιμα μεταγραμμένου, ο Γ.

Σ. μεταβίβασε αιτία ανταλλαγής, το ιδανικό του μερίδιο επί του επίδικου ακινήτου στο αδελφό του Α. Σ.. Από τον παραπάνω χρόνο ο τελευταίος κατείχε και νεμόταν το επίδικο ακίνητο με καλή πίστη και με βάση τον προαναφερόμενο τίτλο ενεργώντας επ' αυτού τις ίδιες πιο πάνω διακατοχικές πράξεις. Μάλιστα αυτός μετά την πλημμύρα του έτους 1940, προέβη στη φύτευση κατά μήκος της δυτικής πλευράς του επιδίκου, που συνορεύει με τον ...

ποταμό 10-15 πλατανιών προκειμένου να προστατεύσει αυτό από τα ύδατα του άνω ποταμού, ενώ το έτος 1974 προέβη στην τοποθέτηση περίφραξης από σιδερένιους πασσάλους και αγκαθωτό σύρμα κατά μήκος της νότιας και ανατολικής πλευράς αυτού, αναθέτοντας την επίβλεψη και επιτήρηση του στον μάρτυρα αποδείξεως Σ. Δ.

λόγω της μόνιμης κατοικίας του στην Αθήνα. Η κατάσταση αυτή συνεχίσθηκε μέχρι το έτος 1989, οπότε με το .../27-5-1989 συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Αιγίου Ευσταθίου Μακαρίτη, νόμιμα μεταγραμμένου, ο Α. Σ. μεταβίβασε, αιτία πωλήσεως, το επίδικο ακίνητο στους ενάγοντες κατά ποσοστό 1/3 αδιαιρέτως στον καθένα.

Από τον παραπάνω χρόνο οι ενάγοντες από κοινού και ο καθένας κατά ποσοστό 1/3 αδιαιρέτως κατείχαν και νέμονταν το επίδικο ακίνητο με καλή πίστη και με βάση τον προαναφερόμενο τίτλο και συνέχισαν τις διακατοχικές πράξεις του ανωτέρω δικαιοπαρόχου τους μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής (17-6-1996). Η διενέργεια διακατοχικών πράξεων από τους ανωτέρω δικαιοπαρόχους των εναγόντων (άμεσο και απώτερους) επί του επίδικου ακινήτου αποδεικνύεται από τις σαφείς και κατηγορηματικές καταθέσεις των μαρτύρων.....Τουναντίον οι καταθέσεις των με πρόταση των εναγόντων εξετασθέντων μαρτύρων επιρρωνύονται από:

α) την 256/438-238/1993 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, με την οποία έγινε δεκτή η ασκηθείσα έφεση των τότε εκκαλούντων και ήδη εναγόντων και μετά από εξαφάνιση της 3/1992 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αιγιαλείας, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή των τελευταίων κατά του 11/20-6-1990 πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής του Δασάρχη Αιγίου, έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η πιο πάνω ανακοπή και ακυρώθηκε το προαναφερόμενο πρωτόκολλο, με το οποίο αποβλήθηκαν οι ενάγοντες από την επίδικη έκταση, β) την από μηνός Φεβρουαρίου 1995 γνωμοδότηση του Α.

Α., δασολόγου, που προσκομίζουν οι ενάγοντες, με την οποία αυτός, μετά από αυτοψία του επιδίκου και στερεοσκοπική παρατήρηση και φωτοερμηνεία των αεροφωτογραφιών της περιοχής του έτους 1945 αλλά και μεταγενέστερων λήψεως μέχρι το έτος 1971, αποφαίνεται ότι "Η ιδιοκτησία των Αφών Δ., Ο. και Χ. Α. Δ. είναι από ανέκαθεν έκταση γεωργική της παρ. 6α του άρθρου 3 Ν. 998/1979, φέρουσα σήμερα τη μορφή κατεστραμμένου από πλημμύρες και εγκαταλειμένου της αγροτικής φροντίδας παλαιού αγρού" και γ) την 240/1995 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Αιγίου, με την οποία οι ενάγοντες κηρύχθηκαν αθώοι της πράξης της επιχείρησης καταπάτησης δημόσιας δασικής εκτάσεως, εμβαδού 24.167 τ.

μ., συντάσσοντας το .../1989 συμβόλαιο αγοραπωλησίας (παραβ. άρθρου 280 παρ. 1 του Ν.Δ. 86/69), καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι η επίδικη έκταση βρισκόταν στην αναμφισβήτητη νομή και κατοχή του Δημοσίου".Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε στη συγκυριότητα των εναγόντων κατά ποσοστό 1/3 εξαδιαιρέτου στον καθένα με παράγωγο τρόπο (αγοραπωλησία), αλλά και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία), ακολούθως δε, αφού έκανε δεκτή την έφεση των εναγόντων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί εν μέρει την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή τους (για τμήμα του επιδίκου) και στη συνέχεια, δέχθηκε εν όλω την αγωγή αυτή, αναγνωρίζοντας τους ενάγοντες συγκυρίους, κατά το ως άνω ποσοστό, του επίδικου ακινήτου.

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες τόσο ως προς τον παράγωγο, όσο και ως προς τον πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας, των αναιρεσιβλήτων, δηλαδή με τακτική και με έκτακτη χρησικτησία, αφού, όπως δέχεται, αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων, και συγκεκριμένες πράξεις νομής που ασκήθηκαν επί του επιδίκου ακινήτου από τους τελευταίους.

Ο ερευνώμενος, συνεπώς, αναιρετικός λόγος, αναφορικά με τη δεύτερη από τις πιο πάνω αιτιάσεις, που αφορά τον πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος αναιρετικός λόγος, εξάλλου, αναφορικά με την πρώτη από τις πιο πάνω αιτιάσεις που αφορά τον παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η αιτίαση αυτή ανάγεται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων, δηλαδή του περιεχομένου των επικαλουμένων από τους ενάγοντες τίτλων (συμβολαίων), το από τις οποίες πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1072 παρ. 1 εδ.α ΑΚ η κοίτη ποταμού μη πλεύσιμου που εγκαταλείφθηκε ανήκει στους κυρίους των παραποτάμιων κτημάτων. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 966, 967 και 968 του ιδίου Κώδικα σαφώς συνάγεται ότι το έδαφος που καταλαμβάνεται από την κοίτη του ποταμού, που ρέει με ελεύθερη και αέναη ροή, δεν είναι όμως πλεύσιμος, είναι κοινής χρήσεως και εκτός συναλλαγής πράγμα και ανήκει στο Δημόσιο, εφόσον δεν ανήκει σε δήμο ή κοινότητα και ότι προϋπόθεση της εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 1072 του Α.Κ. είναι η ύπαρξη παραποτάμιου κτήματος ή κτημάτων, τα οποία βρίσκονται σε επαφή με τον ποταμό, του οποίου η κοίτη εγκαταλείφθηκε. Η κυριότητα επί της εγκαταλειφθείσας κοίτης αποκτάται από τον κύριο του παραποτάμιου κτήματος πρωτοτύπως και αυτοδικαίως, μόλις πληρωθούν οι προϋποθέσεις του νόμου. Ως εγκατάλειψη της παλαιάς κοίτης νοείται η πλήρης, με το σχηματισμό νέας κοίτης, η οποία αποτελεί φυσικό φαινόμενο με προοπτική σταθερότητας και διάρκειας.

Συνεπώς, αν η κοίτη μη πλεύσιμου ποταμού, η οποία ανήκει στο Δημόσιο, περιορίστηκε κατά τρόπο, ώστε μεταξύ της ιδιοκτησίας τρίτου και της περιορισθείσης κοίτης ποταμού να παρεμβάλλεται έκταση, αυτή εξακολουθεί να ανήκει στο Δημόσιο και δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 1072 &1 Α.Κ. (Ολ.ΑΠ 24/2001), χωρίς μάλιστα να γίνεται διάκριση ως προς την αιτία της εγκαταλείψεως.

Είναι δηλαδή αδιάφορο αν η τελευταία οφείλεται σε φυσικά αίτια ή σε τεχνικά έργα νομίμως εκτελούμενα (Ολ ΑΠ 46/1990).Περαιτέρω σύμφωνα ,με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασης τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής (ΟλΑΠ 469/1984).

Εξάλλου ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη και να απαντήσει σε ισχυρισμό μη νόμιμο ή αόριστο ή αλυσιτελή, αφού οι ισχυρισμοί αυτοί ως μη έχοντες επίδραση στο διατακτικό της απόφασης, είναι επουσιώδεις και δεν συνιστούν πράγματα. Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 8 περ.

β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή των αναιρεσιβλήτων και να αναγνωρίσει αυτούς συγκύριους κατά το πιο πάνω ποσοστό, του επιδίκου ακινήτου, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της προκείμενης δίκης.

Ειδικότερα, το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα τόσο με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όσο και στο Εφετείο, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυρισμό του ο οποίος έχει ως εξής : "Σε κάθε περίπτωση όμως η επίδικη έκταση περιήλθε στο δημόσιο ως εγκαταληφθείσα (συνεπεία εκτελέσεως τεχνικών έργων υπό του Δημοσίου) κοίτη του μη πλεύσιμου ποταμού ..., αφού σύμφωνα με την πλέον πρόσφατη νομολογία της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου , με πλειοψηφία 20 προς 3, (24/2001 προσαγόμενη ) αν η κοίτη ποταμού μη πλεύσιμου, η οποία ανήκει στο Δημόσιο , περιορίστηκε κατά τρόπον ώστε, μεταξύ της ιδιοκτησίας τρίτου και της περιορισθείσης κοίτης του ποταμού να παρεμβάλλεται έκταση , αυτή εξακολουθεί να ανήκει στο Δημόσιο και δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 1072 παρ. 1 Α.Κ.

Εν προκειμένω από τις μαρτυρικές καταθέσεις και τα δημόσια έγγραφα που επικαλέστηκα προέκυψε αναντίρρητα ότι η επίδικη έκταση ήταν μέρος της ενεργού κοίτης του ... ποταμού και μάλιστα στο δέλτα αυτού και σε επαφή με τη θάλασσα. Η κοίτη αυτή περιορίσθηκε και εγκιβωτίσθηκε με έργα του Δημοσίου όπως συνομολογούν και οι μάρτυρες του αντιδίκου με αποτέλεσμα το επίδικο να αποτελεί εγκαταληψθέν τμήμα της κοίτης του ποταμού.

Σε κάθε περίπτωση και αν δηλ. κάποιος είχε αντίθετη άποψη από αυτήν της πρόσφατης Ολομέλειας του Α.Π και πάλι στην προκειμένη περίπτωση δεν θα μπορούσε να τύχει εφαρμογής υπέρ των αντιδίκων η διάταξη του άρθρου 1072 παρ. 1 του Α.Κ δεδομένου ότι η επίδικη έκταση δεν είναι μεταξύ του ποταμού και ιδιοκτησίας τρίτου (των εναγόντων- εκκαλούντων ) αφού αυτοί στην περιοχή δεν διέθεταν, όπως προκύπτει από όλα τα στοιχεία, παρά ένα αμπέλι έκτασης μισού έως 2 στρεμμάτων, σύμφωνα με τα συμβόλαια και τις μαρτυρικές καταθέσεις και μάλιστα νοτίως αυτού δηλ. προς το βουνό και όχι παράλληλα με το ποτάμι". Όμως ο προταθείς αυτός ισχυρισμός, με τον οποίο το αναιρεσείον επιχειρεί να θεμελιώσει ένσταση ιδίας αυτού κυριότητας στο επίδικο ακίνητο δεν προτάθηκε νόμιμα, επειδή είναι παντελώς αόριστος, αφού δεν υπάρχει καμμία περιγραφή (στις προτάσεις του αναιρεσείοντος στο Εφετείο, ενώ δεν προσκομίζονται οι προτάσεις στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο) της εκτάσεως και των ορίων του παρεμβληθέντος ακινήτου μεταξύ της ιδιοκτησίας των αναιρεσιβλήτων και της περιορισθείσης κοίτης του ποταμού ..., πότε έλαβε χώραν το τελευταίο αυτό γεγονός, και εξαιτίας ποίων έργων του Δημοσίου έλαβε χώραν η εγκατάλειψη της κοίτης του μη πλεύσιμου ποταμού .... Ενόψει, συνεπώς, του ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι αόριστος, ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

ΙΙΙ Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί, στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της .../17-8-1942 δημόσιας διαθήκης, της από 15-3-1951 δήλωσης των Γ. και Α. Σ. στην Οικονομική Εφορία Αιγίου και του .../30-11-1974 συμβολαίου ανταλλαγής ιδανικών μεριδίων του επιδίκου των αναιρεσιβλήτων "προκειμένου να αιτιολογήσει αφενός την απαιτούμενη για τον παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας ακολουθία και αφετέρου προκειμένου να τεκμηριώσει την συνεχή και αδιάκοπη άσκηση νομής εκ μέρους των ''δικαιοπαρόχων'' των αντιδίκων, ούσα αναγκαία για τη θεμελίωση του πρωτότυπου τρόπου κτήσεως κυριότητας".Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην δικανική του κρίση, στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων και σε όλα τα λοιπά έγγραφα, που με επίκληση, προσκόμισαν ενώπιον του οι διάδικοι, χωρίς να στηρίξει το επί της ουσίας πόρισμα του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα προμνημονευόμενα έγγραφα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-1-2010 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αρ. 828/2009 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιουνίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 21 Σεπτεμβρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ