Supreme Court dismisses appeal for failure to specify substantive law violated and procedural defects in appeal grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding an inheritance claim. The appellant argued the lower court distorted evidence and failed to address abuse of right, but the appeal lacked specific citations of violated substantive laws and failed to prove procedural defects. The court ruled that vague appeal grounds and the absence of specific legal provisions cited render the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 118(4), 562(2), 577(3), 559(14) of the Code of Civil Procedure; An appeal must cite specific substantive laws violated and cannot rely on vague assertions of evidence distortion without proving procedural defects.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1449 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1449/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαΐου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:Χ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γκολφίνο Γκολφινόπουλο.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1, 2. Ψ2 και 3. Ψ3, ατομικά και ως κληρονόμων και καθολικών διαδόχων της Ψ, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπήλιο Πουλακίδα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-5-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 707/1999 του ίδιου Δικαστηρίου το οποίο παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών λόγω αρμοδιότητας, 789/2000 προδικαστική, 129/2003 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών και 967/2004 προδικαστική, 762/2005 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-4-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 7-5-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ, για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου(άρθρο 559 αριθ.1α ΚΠολΔ),πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων, οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο. Στην υπόθεση που κρίνεται, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, πρώτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.1α ΚΠολΔ ,αποδίδεται στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, που, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ως αβάσιμη την ένδικη περί κλήρου αγωγή του αναιρεσείοντος, κατά παραδοχή ως βάσιμης ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος, η πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, χωρίς να καθορίζονται οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν καθώς και η νομική πλημμέλεια του δικαστηρίου, δηλαδή σε τι συνίσταται ακριβώς το σφάλμα που αποδίδεται στο Εφετείο. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος.
Επειδή, με τους λόγους αναίρεσης, πρώτο, πέμπτο μέρος, δεύτερο, τέταρτο μέρος και τρίτο, τρίτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.19ΚΠολΔ, ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, διότι με αυτή, α) ενώ έγινε δεκτή η ...... ληξιαρχική πράξη γέννησης του αναιρεσείοντος, περαιτέρω δεν έγινε δεκτό ότι ο πατέρας του ενάγοντος γνώριζε την ύπαρξη αυτού.
Επίσης, έγινε δεκτό, β) ότι οι γονείς του ενάγοντος χώρισαν στις 26-12-1947, ενώ αποδείχθηκε από την κατάθεση της μητέρας του ενάγοντος, ότι, παρά τη λήψη διαζυγίου, αυτοί εξακολούθησαν να συζούν, σε μισθωμένη οικία, τουλάχιστον μέχρι την 20-8-1949, γ) ότι ο εικονιζόμενος άνδρας στη φωτογραφία, που προσκομίσθηκε από τον ενάγοντα, δεν είναι ο πατέρας του ενάγοντος Γ1, ενώ η μητέρα του, που ήταν η μόνη που τον γνώριζε τότε , ήτοι κατά τα έτη 1947-1949, βεβαίωσε ότι πρόκειται περί αυτού, δ) ότι από το ......
πιστοποιητικό του Δήμου Πατρέων, που προσκόμισε ο ενάγων, δεν μπορούν να εξαχθούν συμπεράσματα, ενώ από το μεταγενέστερο ....... πιστοποιητικό, που προσκόμισαν οι εναγόμενοι, εξάγονται συμπεράσματα, ε) έγινε δεκτό ότι την ύπαρξη του ενάγοντος δεν γνώριζαν ο πατέρας του και οι εναγόμενοι, ενώ από τις καταθέσεις της μητέρας αυτού, Γ πρώην συζύγου Γ1, της μάρτυρος των εναγομένων, Ζ1, της .......
ληξιαρχικής πράξης γέννησής του, αποδείχθηκε, ότι τόσο ο πατέρας του ενάγοντος, όσο και οι εναγόμενοι γνώριζαν την ύπαρξη αυτού, μάλιστα ο πρώτος, και μετά την λήψη του διαζυγίου, βοηθούσε την μητέρα του ενάγοντος και τον ίδιο, με την μίσθωση οικίας, την καταβολή προς τον ενάγοντα 200.000 δραχμών, η Ψ έραβε τα ρούχα του ενάγοντος κατά τα πρώτα επτά έτη της ζωής του, ο ίδιος δε, που έμενε μαζί με την μητέρα του μέχρι την ηλικία των τριών ετών, απεικονίζεται μαζί με την μητέρα και τον πατέρα του Γ1στην ανωτέρω φωτογραφία που προσκόμισε, στ) έγινε δεκτό, ότι η μητέρα του ενάγοντος εμφανίσθηκε στο βρεφοκομείο και δήλωσε ότι ήταν τέκνο της ο ενάγων στις 19-1-1957, ενώ αποδείχθηκε ότι εκείνη, μετά την είσοδό του στο βρεφοκομείο, στις 20-8-1949, τον επισκεπτόταν καθημερινώς και το έτος 1957 υπέβαλε αίτηση αναγνώρισής του.
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι, προεχόντως ως απαράδεκτοι, διότι, υπό την επίκληση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, ως προς τα ανωτέρω θεμελιωτικά στοιχεία της ένδικης αγωγής και της ένστασης του άρθρου 281ΑΚ(άρθρ.561 παρ.1ΚΠολΔ).
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 περ. β' Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης. Αντίθετα, δεν αποτελούν πράγματα, με την έννοια της παραπάνω διάταξης, τα αποδεικτικά μέσα και η εκτίμηση των καταθέσεων μαρτύρων, γιατί ανήκει στην κυριαρχική και επομένως ανέλεγκτη αναιρετικώς εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας. Συνακόλουθα, οι λόγοι αναίρεσης πρώτος, δεύτερο μέρος, δεύτερος, πρώτο μέρος, τρίτος, πρώτο μέρος, με τους οποίους προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ.8 περ. β' του άρθρου 559ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη την κατάθεση της μάρτυρος του ενάγοντος, Γ πρώην συζύγου Γ1, και δεν εκτίμησε την κατάθεση της μάρτυρος των εναγομένων, Ζ1, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι τα ανωτέρω δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια που προεκτέθηκε, αλλά αποδεικτικά μέσα και εκτίμηση κατάθεσης μάρτυρα, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο δεν ιδρύει τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης.
Επειδή, για την ίδρυση του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. β' του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 17 παρ.2 του ν.2915/2001,λόγου αναίρεσης, πρέπει το δικαστήριο παρά το νόμο να μη διέταξε αποδείξεις για πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως τέτοια δε νοούνται, όπως και στο λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα από την εκτίμηση αποδείξεων.
Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, τρίτο μέρος, από το άρθρ. 559 αριθ.10 περ. β' ΚΠολΔ, όπως εκτιμήθηκε, αποδίδεται στο Εφετείο, ότι δεν διέταξε αποδείξεις για το αν η ..... ληξιαρχική πράξη γέννησης του αναιρεσείοντος αποτελεί μέρος της οικογενειακής μερίδας του Γ1 και ότι, επομένως, ο τελευταίος και οι αναιρεσίβλητοι γνώριζαν την ύπαρξή του(ενάγοντος).
Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι τα ανωτέρω, για τα οποία το Δικαστήριο της ουσίας δεν έταξε αποδείξεις, δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια που εκτέθηκε, αλλά επιχειρήματα από την εκτίμηση των αποδείξεων. Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, δεύτερο μέρος, με τον οποίο γίνεται απλή επίκληση της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.10 ΚΠολΔ, χωρίς να αποδίδεται συγκεκριμένη νομική πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να κριθεί αν παραβιάσθηκαν από το Εφετείο οι ορισμοί των διατάξεων αυτών, είναι απορριπτέος ως αόριστος.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335,338,339 και 340ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.
Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν ενώπιον του Εισηγητή -Δικαστή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στην προσκομιζόμενη 104/2000 εισηγητική έκθεση και από τα έγγραφα που προσκομίζονται με επίκληση, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε και τις καταθέσεις των μαρτύρων, του ενάγοντος, Γ πρώην συζύγου Γ1, των εναγομένων, Ζ1, οι οποίες μάλιστα ρητώς αναφέρονται στην πληττόμενη απόφαση, καθώς και τα έγγραφα που προσκόμισε ο ενάγων, ήτοι τα πιστοποιητικά .... ,....,.......
του Δήμου Πατρέων, αντίγραφο της αστυνομικής του ταυτότητας, την από 1-7-1996 δήλωση αυτού φόρου κληρονομίας του πατέρα του της Γ' Δ.Ο.Υ. Πατρών. Επομένως, οι λόγοι αναίρεσης, πρώτος, τέταρτο μέρος, δεύτερος, τρίτο μέρος, τρίτος, δεύτερο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ(και όχι από το άρθρ.559 αριθ. 11 περ.
β' ΚΠολΔ, όπως εσφαλμένα αναφέρεται στο αναιρετήριο), με τους οποίους αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Επειδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, από το αρθρ. 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπράττει διαγνωστικό λάθος και αποδίδει σε ορισμένο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό με αποτέλεσμα, εξαιτίας του σφάλματος αυτού, να καταλήγει σε συμπέρασμα τελείως διαφορετικό από αυτό που προκύπτει από το έγγραφο ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του πραγματικού γεγονότος για την απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε το έγγραφο.
Αντίθετα, δεν ιδρύεται ο από την διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο και όπως πραγματικά είναι το αληθινό περιεχόμενό του, έστω και κατά πλημμελή τρόπο, πείθεται για την ύπαρξη όλου ή μέρους των πραγματικών γεγονότων προς απόδειξη των οποίων προσκομίζεται το έγγραφο, διότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση του περιεχομένου εγγράφου, η οποία, σύμφωνα με τον κανόνα που διατυπώνεται στο αρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Επίσης, ο ίδιος λόγος αναίρεσης από το ως άνω άρθρ. 559 αρ. 20 ΚΠολΔ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο φερόμενο ως παραμορφωθέν κατά το περιεχόμενό του έγγραφο, όχι δε και όταν συνεκτίμησε το έγγραφο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα χωρίς να εξαίρεται το έγγραφο αναφορικώς ως προς το πόρισμα για την ύπαρξη ή ανυπαρξία του αποδεικτέου γεγονότος, διότι στην περίπτωση αυτή είναι ανέφικτη η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, αν δεν εκτιμηθούν και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που συνεκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας, αλλά αυτό δεν επιτρέπεται στον Άρειο Πάγο.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, πέμπτο μέρος, προσάπτεται στο Δικαστήριο της ουσίας η από την ανωτέρω διάταξη πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου της φωτογραφίας ,που προσκόμισε ο αναιρεσείων, διότι, ενώ αποδείχθηκε, από την κατάθεση της μητέρας του αναιρεσείοντος, ότι σ' αυτήν απεικονίζονταν η ίδια, ο αναιρεσείων και ο πατέρας αυτού Γ1, το Εφετείο δέχθηκε, ότι ο εικονιζόμενος άνδρας δεν είναι ο Γ1 και πιθανώς ούτε ο αναιρεσείων και η μητέρα του.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι η παραδοχή του Εφετείου, ως προς το περιεχόμενο της ανωτέρω φωτογραφίας, δεν οφείλεται σε διαγνωστικό λάθος του Δικαστηρίου της ουσίας, αλλά αποτελεί εκτίμηση τούτου, η οποία μάλιστα συνάχθηκε από την συνεκτίμηση τόσο της ανωτέρω φωτογραφίας , όσο και άλλων αποδεικτικών στοιχείων, όπως της κατάθεσης της μητέρας του ενάγοντος και του γεγονότος ότι η εκτενής χειρόγραφη σημείωση που υπήρχε στο πίσω μέρος της φωτογραφίας είχε επιμελώς σβηστεί.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτός των αναφερομένων σε αυτή εξαιρέσεων, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και συνεπώς για να είναι ορισμένος ο, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14, λόγος αναίρεσης, πρέπει να ιστορείται στο αναιρετήριο, εκτός άλλων, και ότι το σχετικό απαράδεκτο προβλήθηκε και στο δικαστήριο της ουσίας. Εξάλλου, η αοριστία της αγωγής και της ένστασης ερευνάται μεν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν αφορά, όμως, τη δημοσία τάξη, και επομένως, για να ιδρύσει λόγο αναίρεσης ο σχετικός ισχυρισμός πρέπει να έχει προταθεί στο εφετείο και να αναγράφεται στο αναιρετήριο, ότι έγινε η αντίστοιχη πρόταση. Συνακόλουθα, ο, από την προαναφερομένη διάταξη (αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ),τρίτος, τέταρτο μέρος, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο έπρεπε να απορρίψει ως απαράδεκτη την ένσταση των εναγομένων περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος, διότι δεν περιείχε συγκεκριμένα περιστατικά που συγκροτούσαν αυτήν, ούτε αίτημα απόρριψης της αγωγής, χωρίς να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι προτάθηκε στο Εφετείο η αοριστία αυτή, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-4-2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 762/2005 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Ιουνίου 2008.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ