Legislator Case Law & Legislation
1448/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court decision due to lack of evidence and procedural representation issues.

Case Number 1448/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a mental health rehabilitation company against a labor court judgment. The appellant failed to appear with a lawyer and could not provide documents proving the validity of its representation, while the court found the lower court's factual findings on the employee's dismissal supported by witness testimonies and documents. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94(1), 96(1) & 3, 104(1) of the Code of Civil Procedure; Appeals must be presented by a lawyer, and factual findings based on evidence are not subject to re-examination absent new evidence.

Keywords

AI generated
appeal dismissal legal representation labor dispute evidence standard court costs procedural defect Supreme Court

Cited Legislation

AI generated
Articles 94(1), 96(1) & 3, 104(1) of the Code of Civil Procedure
Article 63 of Law 4509/2017
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure
Article 242(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(10) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1448 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1448/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Mαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καλούσας: αστικής μη κερδοσκοπικής Εταιρείας με την επωνυμία "Κέντρο Αποκατάστασης Ψυχικής Υγείας" και τον διακριτικό τίτλο "ΑΝΑΣΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Της αναιρεσίβλητης - καθής η κλήση: Μ. (M.) Σ. (S.) του Τ. (J.), κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Κολιούση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις στις 16-2-2021.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-3-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1372/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 6560/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 16-6-2020 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 242/2022 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης προκειμένου να προσκομισθούν με επιμέλεια της αναιρεσείουσας αστικής εταιρείας τα αναφερόμενα στο σκεπτικό έγγραφα. Κατόπιν της απόφασης αυτής και της από 30-5-2022 κλήσης της καλούσας, η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 30.5.2022 και με αριθμό κατάθεσης 123/2022 κλήση της καλούσας - αναιρεσείουσας αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας με την επωνυμία "Κέντρο Αποκατάστασης Ψυχικής Υγείας "Ανάσα"" νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση η από 16.6.2020 και με αριθμό κατάθεσης 3296/391/2020 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 6560/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείο Αθηνών, μετά την έκδοση της με αριθμό 242/2022 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να προσκομισθούν τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της ως άνω απόφασης έγγραφα σχετικά με την εγκυρότητα: α) της εκπροσώπησης της αναιρεσείουσας και β) της χορηγηθείσας προς τον παρασταθέντα ως πληρεξούσιο Δικηγόρο αυτής πληρεξουσιότητας, τα οποία (έγγραφα) και προσκομίζονται.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3 και 104 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως η παρ. 3 του άρθρου 96 συμπληρώθηκε με το άρθρο 63 του ν. 4509/2017, προκύπτει ότι ενώπιον του Αρείου Πάγου οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται δια πληρεξουσίου δικηγόρου, ότι ως προς τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υφίσταται πληρεξουσιότητα, ενώ ως προς τη συζήτηση απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα, η οποία δίδεται μόνον με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση του διαδίκου, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση και προκειμένου περί υποθέσεων εργατικών διαφορών και με ιδιωτικό έγγραφο που φέρει βεβαίωση του γνήσιου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή και ότι ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την ύπαρξη πληρεξουσιότητας (ΑΠ 242/2022). Περαιτέρω, στο άρθρο 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως ήδη αναφέρθηκε, με την από 30.5.2022 κλήση της καλούσας- αναιρεσείουσας αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας επαναφέρεται η συζήτηση της από 16.6.2020 και με αριθμό κατάθεσης 3296/391/2020 αίτησης για αναίρεση της με αριθμό 6560/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η από 30.5.2022 κλήση υπογράφεται από τον Δικηγόρο Γιάννη Αλεξάκη, ο οποίος υπογράφει και την ένδικη αίτηση αναίρεσης και ο οποίος, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, είναι νόμιμα διορισμένος πληρεξούσιος Δικηγόρος της αναιρεσείουσας. Περαιτέρω, η ως άνω κλήση ορίστηκε με επιμέλεια της αναιρεσείουσας να εκδικασθεί στη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της απόφασης (δηλαδή στις 31.1.2023). Κατά τη δικάσιμο αυτή, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, η αναιρεσείουσα δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο Δικηγόρο. Εφόσον, όμως, αποδεικνύεται ότι η απολειπόμενη αναιρεσείουσα επέσπευσε νόμιμα τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρούσες όλες οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β, 309 εδ. α', 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (Ολ. ΑΠ 5/2001 και 9/1996). Εξάλλου κατά το άρθρο 503 παρ. 1, 2 και 3 του ΚΠολΔ η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας είναι δέκα πέντε ημέρες, αν ο διάδικος, που δικάσθηκε ερήμην, διαμένει στην Ελλάδα και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης, ενώ όταν ο διάδικος, που δικάσθηκε ερήμην, διαμένει στο εξωτερικό, η προθεσμία της ανακοπής είναι εξήντα ημέρες και αρχίζει από την τελευταία κατά το άρθρο 135 παρ.1 του ΚΠολΔ δημοσίευση της περίληψης της έκθεσης για την επίδοση της απόφασης.

Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε διότι, κατά περίπτωση, παρήλθε η δεκαπενθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, ή (όταν ο ερήμην δικασθείς διάδικος διαμένει στο εξωτερικό) η εξηκονθήμερη προθεσμία από την τελευταία κατά το άρθρο 135 παρ. 1 του ΚΠολΔ δημοσίευση της περίληψης της έκθεσης για την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού.

Τούτο, διότι έκτοτε η ερήμην εκδοθείσα απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 εδαφ. β ΚΠολΔ. Περαιτέρω η δήλωση για παραίτηση από το δικαίωμα προς άσκηση ενδίκου μέσου είναι έγκυρη και χωρίς να τηρηθεί ο διαδικαστικός τύπος του άρθρου 297 ΚΠολΔ, διότι ο τύπος αυτός αφορά αποκλειστικά την παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα ασκηθέντος ήδη ενδίκου μέσου (ΑΕΔ 42/1980, ΟλΑΠ 17/2013, Ολ.ΑΠ 626/1980).

Ενόψει τούτου, η παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας μπορεί να συνάγεται και σιωπηρά από το ότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος άσκησε αναίρεση χωρίς να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας. Για το κύρος μιας τέτοιας παραίτησης απαιτείται ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα του υπογράφοντος την αίτηση αναίρεσης δικηγόρου (άρθρο 98 περ.β ΚΠολΔ), η έλλειψη της οποίας μπορεί να καλυφθεί με την εκ των υστέρων έγκριση του ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου, με συνέπεια, λόγω της αναδρομικής ενέργειας της έγκρισης που αφορά την παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, να ισχυροποιείται αναδρομικά η παραίτηση από το χρόνο άσκησης της αναίρεσης και να θεωρείται η απόφαση τελεσίδικη από τότε και ως εκ τούτου να υπόκειται σε αναίρεση από το ίδιο χρονικό σημείο (ΟλΑΠ 17/2013, Ολ.ΑΠ. 9/1996 και 626/1980, ΑΠ 78/2022, ΑΠ 845/2018).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 524 παρ.3 ΚΠολΔ, σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται. Η απόρριψη της έφεσης λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους, διότι, αν και στην πραγματικότητα οι λόγοι της έφεσης δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για το λόγο αυτό πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η δυνατότητα έκδοσης αντίθετης απόφασης περί παραδοχής τους.

Επομένως, αν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, με το ένδικο μέσο της αναίρεσης προσβάλλεται μόνον η μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας απόφαση του εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Με τον τρόπο αυτό τα τυχόν σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης, θεωρούμενα ως επικυρωθέντα από το εφετείο, μπορούν να προσβληθούν με την αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφ' όσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτώς προβαλλόμενους (ΟλΑΠ 16/90, ΑΠ 8/2022, ΑΠ 1253/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται προς κρίση η από 16.6.2020 και με αριθμό κατάθεσης 3296/391/2020 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 6560/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (και της ενσωματωμένης σε αυτήν με αριθμό 1372/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και με την οποία, λόγω της μη συμμετοχής της εναγομένης- εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας στην κατ' έφεση δίκη, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο τη δίκασε ερήμην και απέρριψε την από 28.9.2017 και με αριθμό κατάθεσης στο Πρωτοδικείο Αθηνών 578798/504908/2017 έφεση, που αυτή είχε ασκήσει κατά της με αριθμό 1372/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων: α) παρέπεμψε την από 6.11.2015 και με αριθμό κατάθεσης 104481/3770/2015 (μη ένδικη) αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης προκειμένου αυτή να εκδικασθεί κατά την προσήκουσα τακτική διαδικασία και β) δέχθηκε κατά ένα μέρος την από 29.3.2015 και με αριθμό κατάθεσης 3852/1308/2015 (ένδικη) αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και ειδικότερα: 1) αναγνώρισε την ακυρότητα της από 8.12.2014 ατύπως χωρήσας εκ μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και 2) υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 3.892,74 ευρώ με το νόμιμο τόκο κατά της διακρίσεις της απόφασής του, για δεδουλευμένες και μη καταβληθείσες αποδοχές της που αφορούσαν στο χρονικό διάστημα από 1.11.2014 μέχρι 8.12.2014, για αμοιβή της παρασχεθείσας σε νυκτερινές ώρες εργασίας της κατά το ίδιο χρονικό διάστημα και για μισθούς υπερημερίας της χρονικής περιόδου από 8.12.2014 μέχρι 28.2.2015.

Κατά της προσβαλλόμενης με αριθμό 6560/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει να έχει επιδοθεί σε οποιανδήποτε διάδικο με επιμέλεια της αντιδίκου της, δεν έχει ασκηθεί ανακοπή ερημοδικίας. Σύμφωνα, όμως, με το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από την αναιρεσείουσα με αριθμό 4524/5.6.2020 ειδικό πληρεξούσιο, που συνέταξε η Συμβολαιογράφος Κ.

Α. Τ.. Σ., η αναιρεσείουσα δια του προέδρου του Διοικητικού της Συμβουλίου και νομίμου εκπροσώπου της Α. Β., χορήγησε στο Δικηγόρο Αθηνών Γιάννη Αλεξάκη, που υπογράφει την ένδικη αίτηση αναίρεσης, την ειδική πληρεξουσιότητα να ζητήσει την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης και της ενσωματωμένης σε αυτήν απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, να παρασταθεί και να εκπροσωπήσει αυτήν ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, καθώς και να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο της ανακοπής ερημοδικίας.

Υπό τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, κατά την 16.6.2020, οπότε κατατέθηκε η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο Εφετείο Αθηνών, υφίσταται η από 5.6.2020 έγκυρη σιωπηρή παραίτηση της ερημοδικασθείσας στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας εκκαλούσας - αναιρεσείουσας από το ένδικο μέσο της ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, η παραίτησή της δε αυτή κατέστησε την ως άνω εφετειακή απόφαση τελεσίδικη και υποκείμενη σε αναίρεση από τον ως άνω χρόνο κατάθεσης της ένδικης αίτησης.

Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η (άτακτη) καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.

Από τις παρατεθείσες διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 167, 168, 648 Α.Κ., 3 ν. 2112/1920, 1, 3 παρ. 1 και 5 του β.δ. της 16-7-1920 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου θεωρείται έγκυρη όταν γίνει εγγράφως και καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση. Επομένως είναι άκυρη η καταγγελία αν δεν είναι έγγραφη και ο εργοδότης δεν καταβάλει στον απολυόμενο μισθωτό την αποζημίωση απόλυσης (που κατά τα προαναφερθέντα άρθρα 3 παρ. 2 ν. 2112/1920 και 5 παρ. 1 ν. 3198/55 υπολογίζεται βάσει των τακτικών αποδοχών του απολυομένου κατά τον τελευταίο μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης) ή αν καταβάλει σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές μειωμένη αποζημίωση.

Η ανωτέρω ακυρότητα της καταγγελίας είναι σχετική υπέρ του εργαζομένου, ο οποίος έχει την ευχέρεια είτε να θεωρήσει άκυρη την καταγγελία και να αξιώσει την καταβολή των αποδοχών του από τον υπερήμερο πλέον εργοδότη, προσφέροντας σ` αυτόν προσηκόντως τις υπηρεσίες του είτε, παραιτούμενος ρητώς ή σιωπηρώς από το δικαίωμά του προσβολής του κύρους της καταγγελίας, να θεωρήσει αυτή έγκυρη και να απαιτήσει τη νόμιμη αποζημίωση.

Συνεπώς οι ανωτέρω ελλείψεις κατά την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας δεν καθιστούν αυτήν ανυπόστατη, αλλά αποτελούν λόγους ακυρότητας της καταγγελίας, η επίκληση της οποίας (ακυρότητας) πρέπει να γίνει από τον εργαζόμενο με αγωγή. Ειδικότερα στην περίπτωση που ο μισθωτός θεωρήσει άκυρη την καταγγελία της εργασιακής σύμβασης και εμμείνει στη σύμβαση αυτή, η αξίωσή του για μισθούς υπερημερίας λόγω της άρνησης του εργοδότη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του δεν στηρίζεται στην ακυρότητα της καταγγελίας, αλλά θεμελιώνεται στη σύμβαση εργασίας, η οποία αποτελεί και τη βάση της σχετικής αγωγής.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του εδαφίου Α της παρ. 2 άρθρου 74 παρ. 2 του Ν. 3863/2010 "Νέο ασφαλιστικό σύστημα και συναφείς διατάξεις, ρυθμίσεις στις εργασιακές σχέσεις" (ΦΕΚ Α 115), το οποίο (εδάφιο Α) προστέθηκε με την διάταξη του άρθρου 17 παρ. 5 περ. α του Ν. 3899/2010 "Επείγοντα μέτρα εφαρμογής του προγράμματος στήριξης της ελληνικής οικονομίας" (ΦΕΚ Α 212), -η οποία έχει εφαρμογή εν προκειμένω λόγω του κατά την ένδικη αγωγή χρόνου κατάρτισης της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης (1.11.2014)- ορίσθηκε ότι η απασχόληση με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου λογίζεται ως απασχόληση δοκιμαστικής περιόδου για τους πρώτους δώδεκα (12) μήνες από την ημέρα ισχύος της και η οποία μπορεί να καταγγελθεί χωρίς προειδοποίηση και χωρίς αποζημίωση απόλυσης, εκτός κι αν άλλο συμφωνήσουν τα μέρη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποσκοπεί στο να καταστήσει περισσότερο ευέλικτη την αγορά εργασίας με στόχο την αύξηση της κινητικότητας των εργαζομένων και την συνακόλουθη μείωση της ανεργίας σε σχέση με το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, δεν αρκείται στο να επεκτείνει σε ένα έτος από τους δύο μήνες, που προέβλεπε το άρθρο 1 του Ν. 2112/1920, το χρονικό διάστημα από την πρόσληψη του μισθωτού, κατά το οποίο είναι δυνατή η από τον εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου χωρίς προειδοποίηση και χωρίς καταβολή αποζημίωσης, εκτός τυχόν αντίθετης συμφωνίας των μερών, αλλά σε αντίθεση με το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς (άρθρο 1 του Ν. 2112/1920) που δεν προέβλεπε κάτι σχετικό, καθιερώνει νομικό πλάσμα χαρακτηρίζοντας για πρώτη φορά νομοθετικά την ως άνω αρχική δωδεκάμηνη περίοδο της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως απασχόληση δοκιμαστικής περιόδου, ήτοι περιόδου κατά την οποία ο εργοδότης έχει την δυνατότητα να διαπιστώνει τις ικανότητες και την καταλληλότητα του εργαζομένου και σε περίπτωση που κρίνει, κατ` αντικειμενική και δίκαιη κρίση, ότι δεν είναι κατάλληλος για την θέση στην οποία προσλήφθηκε, να καταγγείλει την σύμβαση, χωρίς προειδοποίηση και χωρίς την καταβολή αποζημίωσης απόλυσης (ΑΠ 617/2022, ΑΠ 259/2019).

Αφετηρία της ως άνω δοκιμαστικής περιόδου απασχόλησης αποτελεί η ημέρα πρόσληψης του εργαζόμενου. Δηλαδή αρχίζει από την ημέρα που έλαβε χώρα η πρόσληψη του εργαζόμενου και λήγει με την παρέλευση ολόκληρης της ημέρας του δωδέκατου μήνα, η οποία αντιστοιχεί σε αριθμό με την ημέρα που άρχισε, δηλαδή την ημέρα της πρόσληψης, σύμφωνα με τα άρθρα 242 και 243 εδαφ.

β` ΑΚ (ΑΠ 617/2022, ΑΠ 1003/2017, ΑΠ 429/2016, ΑΠ 1387/2015). Η κατά τα ανωτέρω ευχέρεια του εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου εντός της ανωτέρω προθεσμίας χωρίς την τήρηση των ανωτέρω διατυπώσεων δεν αποκλείει τον έλεγχο της καταγγελίας ως καταχρηστικής, κατά την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ (ΑΠ 617/2020, ΑΠ 258/2019, ΑΠ 438/2015 ΝΟΜΟΣ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 613/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση της με αριθμό 1372/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που, κατά τα προεκτεθέντα, ενσωματώθηκε στην προσβαλλόμενη με αριθμό 6560/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της έγιναν δεκτά κατά λέξη τα ακόλουθα: "Το εναγόμενο "Κέντρο Αποκατάστασης Ψυχικής Υγείας" αποτελεί Αστική μη Κερδοσκοπική Εταιρία, η οποία ιδρύθηκε και λειτουργεί, κατ' άρθρα 9 και 11 του ν. 2716/1999, με το διακριτικό τίτλο "ΑΝΑΣΑ", ως Μονάδα Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης (Οικοτροφείο), παρέχοντας αυξημένη φροντίδα στα δεκαπέντε ενήλικα άτομα που φιλοξενεί και τα οποία πάσχουν από αυτισμό και δευτερογενείς ψυχικές διαταραχές. [...].

Στα πλαίσια της εν λόγω δραστηριότητάς του το εναγόμενο Κέντρο προσέλαβε στις 1.11.2014 προφορικώς (ατύπως) την ενάγουσα, η οποία είναι Αλβανή υπήκοος, κάτοχος νόμιμης άδειας διαμονής και εργασίας στην ελληνική επικράτεια, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να απασχοληθεί ως υπάλληλος γενικών καθηκόντων (ήτοι απασχολούμενη με τη σίτιση, υγιεινή κλπ των πασχόντων) με καθεστώς πενθήμερης εργασίας, με κυλιόμενο ωράριο και αντί μηνιαίου μισθού εκ ποσού 924 ευρώ.

Ειδικότερα η εν λόγω επίμαχη σύμβαση καταρτίσθηκε ως προαναφέρθηκε ατύπως, ήτοι χωρίς την τήρηση ορισμένου τύπου, με μόνη τη σύμπτωση βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών, με την προοπτική όμως της άμεσης κατάρτισης έγγραφης συμβάσεως εργασίας και αναγγελίας της προσλήψεώς της (της ενάγουσας) στο ΙΚΑ, προκειμένου η ενάγουσα να τύχει τόσο ασφαλιστικής καλύψεως, όσο και εν γένει κατοχυρώσεως των εργασιακών δικαιωμάτων της.

Ωστόσο, ως αποδείχθηκε, η ενάγουσα εργαζόταν, αντί των συμφωνημένων, σε μόνιμη βάση σε νυκτερινή βάρδια, ήτοι καθημερινώς από 23:00 μμ έως 7:00 μμ (εννοεί π.μ.), και παρά τις συνεχείς οχλήσεις της ενάγουσας για την τήρηση της εργατικής νομοθεσίας ως προς τη διαδικασία πρόσληψής της, το εναγόμενο Κέντρο αδρανούσε να πράξει τα δέοντα.

Ακριβώς δε λόγω των επίμονων οχλήσεων της ενάγουσας για κατάρτιση έγγραφης συμβάσεως εργασίας, το εναγόμενο Κέντρο την απέλυσε προφορικώς στις 8.12.2014, χωρίς επιπλέον να της καταβάλει τις δεδουλευμένες αποδοχές της για την παρασχεθείσα εργασία της καθ' όλο το ως άνω χρονικό διάστημα (ήτοι από 1.11.2014 έως 8.12.2014).

Ωστόσο η εν λόγω καταγγελία είναι άκυρη, πρωτίστως ένεκα του ότι για την εγκυρότητα αυτής απαιτείτο να γίνει εγγράφως, επιπροσθέτως δε καθώς έγινε καταχρηστικά λόγω της διεκδίκησης εκ μέρους της ενάγουσας της τηρήσεως της νόμιμης διαδικασίας πρόσληψης της κατά τα ανωτέρω. Ως εκ τούτου τόσο η μη τήρηση του έγγραφου τύπου αυτής (καταγγελίας) κατ' άρθρο 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955, ο οποίος (τύπος) απαιτείται ως συστατικό στοιχείο του κύρους της καταγγελίας, όσο και ο λόγος για τον οποίο έγινε, καθιστά (εννοεί καθιστούν) άκυρη τη γενομένη απόλυση, η δε συναφθείσα ως άνω έγκυρη σύμβαση εργασίας εξακολουθεί να παράγει τις έννομες συνέπειές της.

Επομένως, το εναγόμενο Κέντρο, το οποίο ως εργοδότης, δεν αποδέχεται έκτοτε τις υπηρεσίες της ενάγουσας, καθίσταται υπερήμερο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 349 και 350 ΑΚ και υποχρεούται στην πληρωμή των αποδοχών της ενάγουσας -εργαζόμενης από την ημερομηνία της άκυρης απολύσεως μέχρι τυχόν έγκυρης καταγγελίας ή οικειοθελούς αποχωρήσεως της ενάγουσας -εργαζόμενης ή μέχρι την ημέρα κατά την οποία ο εργοδότης (το εναγόμενο) θα αποδεχθεί εκ νέου τις υπηρεσίες της απολυθείσας ενάγουσας -εργαζόμενης [...].

Έτσι, με βάση τα ανωτέρω το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα για δεδουλευμένες αποδοχές και μισθούς υπερημερίας [...]. τα εξής ποσά: α) το ποσόν των 1.108 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε δεδουλευμένες αποδοχές για την παροχή εργασίας κατά το χρονικό διάστημα από 1.11.2014 ως 8.12.2014 (ήτοι από 1.11.2014 έως 30.11.2014 το ποσό των 924 ευρώ και από 1.12.2014 έως 8.12.2014 το ποσό των 184,20 ευρώ [...], β) το ποσό των 271,46 ευρώ το οποίο αντιστοιχεί στην αμοιβή της για την παρασχεθείσα ως ανωτέρω εργασία κατά τις νυκτερινές ώρες (δεδομένου ότι ο μηνιαίος μισθός της ανερχόταν σε 924 ευρώ [...] γ) το ποσό των 2.513,28 ευρώ το οποίο αντιστοιχεί σε μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 8.12.2014 έως 31.12.2015 [...]".

Με βάση, λοιπόν, τα ως άνω πραγματικά περιστατικά το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δέχθηκε εν μέρει την ένδικη, από 29.3.2015 αγωγή και α) αναγνώρισε την ακυρότητα της από 8.12.2014 ατύπως χωρήσασας καταγγελίας της ατομικής σύμβασης εργασίας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και β) υποχρέωσε την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία να καταβάλει στην αντίδικό της για τις προαναφερθείσες αιτίες το συνολικό ποσό των 3.892,74 ευρώ, με το νόμιμο τόκο κατά τις στην απόφασή του διακρίσεις.

Εν προκειμένω με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Δικαστήριο της ουσίας παραβίασε με τη μη εφαρμογή τους τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3 και 4 της Υ5α,β/Γ.Π.οικ.39321/30.3.2010 (ΦΕΚ Β 453/2010) Υπουργικής Απόφασης, που φέρει τον τίτλο "Σύστημα Διοικητικής και Οικονομικής Διαχείρισης, ελέγχου και παρακολούθησης της ποιότητας σε Μονάδες Ψυχικής Υγείας", οι οποίες αναλυτικά παρατίθενται στο αναιρετήριο και σύμφωνα με τις οποίες, κατά την αιρεσείουσα, :

α) το Δικαστήριο θα μπορούσε με ευχέρεια και κατά απόλυτη αυτού απόδειξη να συναγάγει ότι σε Μονάδες Ψυχικής Υγείας, όπως αυτή της αναιρεσείουσας, δεν είναι δυνατόν να υπάρξει προφορική σύμβαση εργασίας, αφού το σύνολο των εξόδων της μισθοδοσίας της και τα συναφή έξοδα (κοινωνικοασφαλιστικά κ.α.) καλύπτονται πλήρως από την επιχορήγηση του Υπουργείου Υγείας μόνον αν ακολουθηθούν οι αυστηρές διατάξεις της ως άνω Υπουργικής Απόφασης και ελεγχθούν οι σχετικές συμβάσεις στα πλαίσια των εν λόγω διατάξεων.

β) Σε καμία περίπτωση δεν θα ηδύνατο η αναιρεσείουσα να συνομολογήσει μισθό 1.108 ευρώ, αφού το προσωπικό της εντάχθηκε στις δεσμεύσεις και προβλέψεις του ενιαίου μισθολογίου και γ) Ουδένα λόγο είχε η αναιρεσείουσα να διακινδυνεύσει αδήλωτη εργασία, αφού το σύνολο του απαιτούμενου προσωπικού της, καθώς και οι αμοιβές τους είναι απολύτως προβλεπόμενα και υπό τους όρους και προϋποθέσεις λειτουργίας των Μονάδων Ψυχικής Υγείας και χρηματοδοτούνται πλήρως από το Ελληνικό Δημόσιο δια των αρμοδίων οργάνων και υπηρεσιών του Υπουργείου Υγείας.

Έχοντας το ως άνω περιεχόμενο ο πρώτος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν προσβάλλεται η εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας των παρατεθέντων πραγματικών περιστατικών, η οποία (εκτίμηση), κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Ειδικότερα, υπό την επίφαση της μη εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 3 και 4 της Υ5α,β/Γ.Π.οικ.39321/30.3.2010 (ΦΕΚ Β 453/2010) Υπουργικής Απόφασης που φέρει τον τίτλο "Σύστημα Διοικητικής και Οικονομικής Διαχείρισης, ελέγχου και παρακολούθησης της ποιότητας σε Μονάδες Ψυχικής Υγείας", προσβάλλεται η ουσιαστική κρίση της ενσωματωθείσας στην προσβαλλόμενη απόφαση με αριθμό 1372/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επί των ακόλουθων πραγματικών περιστατικών, τα οποία, μετά από την εκτίμηση των με επίκληση προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ως αποδειχθέντα:

α) ότι η αναιρεσείουσα αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία, διεπόμενη ως προς τη σύσταση και τη λειτουργία της από τα άρθρα 9 και 11 του ν. 2716/1999, την 1.11.2014 προσέλαβε την αναιρεσίβλητη με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως υπάλληλο γενικών καθηκόντων με μηνιαίο μισθό 924 ευρώ (και όχι με μηνιαίο μισθό ύψους 1.1.08 ευρώ όπως αβάσιμα η αναιρεσείουσα υποστηρίζει) με την προοπτική της άμεσης κατάρτισης έγγραφης σύμβασης εργασίας και αναγγελίας της πρόσληψης της αναιρεσίβλητης στο ΙΚΑ και β) ότι η αναιρεσείουσα απασχόλησε την αναιρεσίβλητη σε μόνιμη βάση σε νυκτερινή βάρδια μέχρι τις 8.12.2014, οπότε την απέλυσε προφορικά, χωρίς να της καταβάλει τις μέχρι τότε δεδουλευμένες της αποδοχές, λόγω των συνεχών οχλήσεων της αναιρεσίβλητης για την τήρηση της εργατικής νομοθεσίας ως προς τη διαδικασία πρόσληψής της.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, με βάση τα ως άνω εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν, εφαρμοστέοι κανόνες ουσιαστικού δικαίου είναι μόνο οι διατάξεις των άρθρων 167, 168, 174, 180, 281, 349, 359 ΑΚ, 1 και 3 ν. 2112/1920, 1, 3 και 5 του ν. 3198/1955 και 74 Α παρ. 2 του ν. 3863/2010, οι οποίες αναφέρονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη και τις οποίες ορθά εφάρμοσε το Δικαστήριο της ουσίας, ενώ δεν τυγχάνει εφαρμογής η Υ5α,β/Γ.Π.οικ.39321/30.3.2010 Υπουργική Απόφαση, διότι η τελευταία θέτει τους όρους διοίκησης, οικονομικής διαχείρισης, ελέγχου και παρακολούθησης της ποιότητας των χρηματοδοτούμενων από το Ελληνικό Δημόσιο Μονάδων Ψυχικής Υγείας.

Επομένως ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος.

Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώληση δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι' αυτά. Δεν απαιτείται, όμως, η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη και μάλιστα σε σχέση με συγκεκριμένο ισχυρισμό, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 630/2020, ΑΠ 237/2016, ΑΠ 360/2016, ΑΠ 1935/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 273/1011, ΑΠ 1700/2009, ΑΠ 259/2007, ΑΠ 223/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο (και τελευταίο), από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε χωρίς απόδειξη ως αληθή τα πραγματικά περιστατικά που διέλαβε στην αιτιολογία του και συγκεκριμένα δέχθηκε ως αληθή τα εξής γεγονότα:

α)ότι η αναιρεσείουσα την 1.11.2014 προσέλαβε με προφορική σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου την αναιρεσίβλητη ως υπάλληλο γενικών καθηκόντων με μηνιαίο μισθό και β) ότι την απασχόλησε σε μόνιμη βάση στη νυκτερινή βάρδια, ήτοι με ωράριο από την 23:00 ώρα έως την 07:00 ώρα, μέχρι τις 8.12.2014, οπότε προέβη σε προφορική καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης εργασίας εξαιτίας των συνεχών οχλήσεων της αναιρεσίβλητης να τηρηθεί η εργατική νομοθεσία ως προς τη διαδικασία πρόσληψής της.

Ο ως άνω δεύτερος (και τελευταίος) λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, (του οποίου, όπως ήδη εκτέθηκε, η απόφαση ενσωματώθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, καθότι το τελευταίο απέρριψε την έφεση της εναγομένης -εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας λόγω της ερημοδικίας της), προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα σχετικά με τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, έλαβε υπόψη του τα αναγραφόμενα στη σελίδα 11 της με αριθμό 1372/2017 απόφασής του αποδεικτικά μέσα.

Συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριό του και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την ως άνω απόφασή του πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης τούτου, όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τη με αριθμό … ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα Χ. - Φ.

Λ. του Α., που λήφθηκε με επιμέλεια της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης μετά από νομότυπη κλήτευση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, τις με αριθμούς …ένορκες βεβαιώσεις αντιστοίχως των μαρτύρων Π. Α. και Μ. Κ., που λήφθηκαν με επιμέλεια της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας μετά από νομότυπη κλήτευση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και τις ομολογίες των διαδίκων.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο της ουσίας δεν δέχθηκε "πράγματα" και συγκεκριμένα τους ως άνω πραγματικούς ισχυρισμούς, που διαλαμβάνονται στην ένδικη, από 29.3.2015, αγωγή χωρίς αποδειξη. Επομένως, και ο δεύτερος (και τελευταίος) από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί.

Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη, από 16.6.2020 και με αριθμό κατάθεσης 3296/391/2020 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 6560/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, στην οποία ενσωματώνεται η με αριθμό 1372/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Τέλος η αναιρεσείουσα, που νικήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, που έγινε μετ'αναβολήν στη δικάσιμο της 26.10.2021, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 242/2022 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 176, 183 του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16.6.2020 και με αριθμό κατάθεσης 3296/391/2020 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 6560/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, στην οποία ενσωματώνεται η με αριθμό 1372/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Και ταύτης καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών, ο αμέσως αρχαιότερος Αρεοπαγίτης της σύνθεσης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ