Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring court ruling due to lack of legal grounds and no court costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn a final judgment regarding debt restructuring proceedings. The appellant argued that the lower court erred in assessing income and health-related pension reductions, but the court found these claims based on evidence evaluation rather than legal interpretation. Consequently, the appeal was dismissed without awarding court costs because the specific debt restructuring law explicitly prohibits such fees.
Legislator headnote
AI generatedArticles 739-741 of the Code of Civil Procedure; Article 15 of Law 3869/2010: An appeal against a final decision in voluntary debt restructuring proceedings is inadmissible if the decision does not fall under the scope of the law's specific provisions regarding the exhaustion of remedies and the prohibition of court costs.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1448 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Γ.Β
Αριθμός 1448/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Αθανάσιο Τσουλό, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Κ. του Γ., κατοίκου … Κρήτης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μύρωνα Φιλιππάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Α. Τ. ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Τ. Τ. Ε. ΑΕ", 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Τ. Τ. Ε. AΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Π. ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) εδρεύουσας στο … Ε.Π.Ε. με την επωνυμία "B. A. B. G.mb.H", που εκπροσωπείται νόμιμα από το εδρεύον στην … Υποκατάστημα Ελλάδος, 5) Μ. Π. του Ν. και 6) Ε. Α. του Α., κατοίκων …, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Μπαρδάκο, ενώ οι 2η, 3η, 4η, 5ος και 6ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2015 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 700/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 385/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-9-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αθανάσιο Τσουλό, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 1η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 1ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 26.9.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του Κ.Πολ.Δικ., σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), υπ` αριθμ. 385/2019 απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, ερήμην της δεύτερης, τρίτης και τέταρτης των εφεσιβλήτων και ήδη των αναιρεσιβλήτων.
Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλομένη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται παραδεκτά εναντίον αυτών, διότι, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακολούθως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 153/2017).
Από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα εκθέσεις επίδοσης υπ` αριθμ. 10609Β/7-4-21 και 10606Β/6-4-2021 της δικαστικής επιμελητρίας στο Εφετείο Αθηνών Χ. Μπανιά, 2460 Γ/111-4-21 του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Η. Μπανιά, 4537 και 4536/9-3-21 του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Ανατολικής Κρήτης Ε.
Σπάρτη προκύπτει ότι ακριβή επικυρωμένα αντίγραφα της υπό κρίση αίτησης για αναίρεση της προαναφερόμενης απόφασης του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την προκείμενη δικάσιμο επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον αναιρεσείοντα, που επισπεύδει την συζήτηση, στους δεύτερη, τρίτη, τέταρτη, πέμπτο και έκτο των αναιρεσιβλήτων.
Οι εν λόγω όμως αναιρεσίβλητοι, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίστηκαν, ούτε έλαβαν μέρος με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο στην συζήτηση αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το οικείο πινάκιο.
Συνεπώς, παρά την απουσία τους, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στην συζήτηση της υπόθεσης (άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.).
Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί, συμφώνως και με τα προεκτεθέντα, νομότυπα (άρθρ. 552, 553 παρ. 1, 556, 558, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ. σε συνδ. 741 και 769 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, προ πάσης επιδόσεως και εντός της προβλεπόμενης εκ του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση της απόφασης, επισημαινόμενου περαιτέρω και του ότι στη θέση της αρχικώς αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "A. Τ. Α. Ε." με αριθμό Γ.Ε.Μ.Η 223701000 και ΑΦΜ … υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος της η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, με την επωνυμία "A. Τ. Α. Ε." με αριθμό Γ.Ε.Μ.Η … και ΑΦΜ …, λόγω διασπάσεως της πρώτης με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητας της και σύσταση της δεύτερης τραπεζικής εταιρείας (άρθρο 16 ν. 2515/1997 και άρθρα 57 παρ.3 και 59-74 του ν. 4601/2019).
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων...") ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση, που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.
Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".
Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 ΠΚ, που ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".
Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται". Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή.
Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφ. α του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην περιέλευση του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη αυτής.
Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο είτε είναι αρχικός είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017).
Η τελευταία περίπτωση συντρέχει και όταν ο οφειλέτης, εν γνώσει του, χειροτερεύει την οικονομική του θέση με τρόπο που δεν συνάδει με την περιουσία του, το εισόδημά του και τη γενικότερη θέση του και, συγκεκριμένα, όταν δεν φροντίζει για τη διατήρηση του ενεργητικού της περιουσίας του και τη σωστή διαχείρισή του ή όταν προβαίνει σε κατασπατάληση του εισοδήματός του ή των περιουσιακών του στοιχείων, με αποτέλεσμα να μειώνει τη δυνητική ροή ρευστότητας που διαθέτει.
Εξάλλου, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο δόλος του οφειλέτη πρέπει να συνδέεται με την πρόκληση της μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας να εξοφλήσει τα χρέη του, δηλαδή η πρόκληση της μόνιμης αδυναμίας πρέπει να οφείλεται σε δόλο του. Ειδικά, η μεταβίβαση περιουσιακού του στοιχείου δεν συνδέεται πάντοτε με τη μόνιμη αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη και δεν μπορεί, χωρίς άλλο, να στηρίξει ένσταση δολιότητας, αλλά θα πρέπει να ερευνώνται και άλλοι παράγοντες και, συγκεκριμένα, πρωταρχικά η άμεση ή έμμεση επίδραση και συμβολή της εκποίησης στην περιέλευση του οφειλέτη σε μόνιμη αδυναμία, καθώς και η πρόθεσή του να προκαλέσει την έλλειψη ρευστότητας, ακόμη οι λόγοι που ώθησαν τον οφειλέτη στην ενέργεια της εκποίησης, η αξία του ακινήτου σε σχέση με το ύψος των χρεών, το ρευστοποιήσιμο ή μη του περιουσιακού στοιχείου, η χαριστική ή μη μεταβίβαση και η διάθεση του προϊόντος της εκποίησης, η ύπαρξη άλλων αξιόλογων περιουσιακών στοιχείων που δεν μεταβιβάστηκαν και μπορούν να αξιοποιηθούν για την εξυπηρέτηση των χρεών, ο χρόνος που έλαβε χώρα η μεταβίβαση, ιδίως σε σχέση με τη δυνατότητα ένταξης του οφειλέτη στο νόμο και την εξυπηρέτηση ή μη κατά το χρονικό αυτό σημείο των χρεών του κ.λπ.
Όπως, εξάλλου, προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (πρβλ.
άρθρ. 262 παρ. 1 ΚΠολΔ), και να τον αποδείξει (ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ' αυτό υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 1299/2015), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ΚΠολΔ.
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Έτσι, κατά το άρθρο 560 αριθμ. 1 εδάφ. α του Κώδικα αυτού, "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...".
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007). Ενώ, κατά την έννοια του ίδιου άρθρου 560 αριθμ. 1 εδάφ. β ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, ήτοι τις αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 385/2015, ΑΠ 266/ 2015, ΑΠ 1591/2014).
Πρέπει, συναφώς, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση (ΑΠ 704/2017, ΑΠ 951/2015, ΑΠ 222/2015). Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει απ' αυτά που το δικαστήριο, εσφαλμένα, χρησιμοποίησε.
Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, όπως είναι και η ένδικη αίτηση αναίρεσης, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου, που δίκασε ως Εφετείο, με την πληττόμενη υπ'αριθμ.385/2019 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β ν. 3869/2010, 741 επ. ΚΠολΔ), δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο αιτών στερείται πτωχευτικής ικανότητας αφού δεν έχει την εμπορική ιδιότητα και έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του.
Είναι έγγαμος με την Ε. Κ. και από το γάμο αυτό έχουν αποκτήσει δύο τέκνα τον Μ. ηλικίας 35 ετών και την Ρ. ηλικίας 25 ετών. Διαμένει με την οικογένεια του σε ιδιόκτητη οικία στο … και δεν επιβαρύνεται με την καταβολή μισθώματος. Η σύζυγος του είναι άνεργη και δεν έχει εισοδήματα, ενώ ο υιός του εργάζεται κάθε τουριστική περίοδο ως μάγειρας με μηνιαίες αποδοχές 600 €.
Η θυγατέρα του αιτούντος, σπουδάζει σε πανεπιστήμιο της Αγγλίας και οι δαπάνες για τις σπουδές της ανέρχονται σε 1.000 € μηνιαίως. Ο αιτών είναι ηλικίας 59 ετών και μέχρι την 21-6-2011 εργαζόταν στην ανώνυμη ναυτιλιακή εταιρεία με την επωνυμία "Μ. Γ. Α." με την ειδικότητα του θαλαμηπόλου. Την 1-8-2011, κατόπιν αιτήσεώς του, απονεμήθηκε σύνταξη γήρατος από το Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο, η οποία ανέρχεται σε 1.080 € μηνιαίως.
Επίσης ο αιτών εργάζεται ως σερβιτόρος στα "Κ. Γ.", με μηνιαίες αποδοχές 920€ και, συνεπώς, το οικογενειακό εισόδημά του ανέρχεται σε 2.000 € μηνιαίως. Ο αιτών είναι συγκύριος, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, της με στοιχ. Γάμα (Γ) διηρημένης ανεξάρτητης και αυτοτελούς οριζόντιας κατ' έκταση ιδιοκτησίας (κάθετη), η οποία αποτελείται από ένα οικόπεδο εμβαδού 281,58 τ.μ., το οποίο βρίσκεται εντός του οικισμού … του Δήμου … Π.Ε.
…, στην ειδικότερη θέση "Σ." και συνορεύει βόρεια με την με στοιχείο Δ διαιρεμένη ιδιοκτησία των Α. και Δ. Σ., νότια με την με στοιχείο Β' διαιρεμένη ιδιοκτησία του Μ. Δ., ανατολικά με δημοτικό δρόμο πλάτους 4,00 μέτρων και δυτικά με ιδιοκτησία Δ. Ρ. και με την με στοιχείο Δ' διαιρεμένη ιδιοκτησία των Α. και Δ. Σ..
Το ανωτέρω οικόπεδο αποτελεί τμήμα ενός ενιαίου οικοπέδου, εμβαδού 1.147,68 τ.μ., το οποίο συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία κληρονόμων Π. Τ., νότια με δημοτική οδό πλάτους 7,00 - 9,00 μέτρων, ανατολικά με δημοτική οδό πλάτους 4,00 μέτρων και δυτικά με ιδιοκτησία Δ. Ρ. και έχει ποσοστό συγκυριότητας 243/1000 εξ αδιαιρέτου επ'αυτού.
Στην συνέχεια δυνάμει της υπ' αριθμόν 9/10-1-2008 άδειας οικοδομής της Δ/νσης Πολεοδομίας της Νομαρχίας …, επί του ανωτέρω οικοπέδου-κάθετης ιδιοκτησίας εμβαδού 281,58 τ.μ. έχει ανεγερθεί μια διώροφη οικοδομή- μονοκατοικία με την αέρινη στήλη αυτής, η οποία αποτελείται από υπόγειο όροφο, εμβαδού 85,66 τ.μ ισόγειο όροφο συνολικού εμβαδού 85,58 τ.μ.
και πρώτο όροφο συνολικού εμβαδού 54,02 τ.μ. και σοφίτα, εμβαδού 23,10 τ.μ. Η αντικειμενική αξία του δικαιώματος συγκυριότητας του αιτούντα (ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου) στο παραπάνω ακίνητο, ανέρχεται στο ποσό των 28.709,55 ευρώ. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αιτήσεως ο απών είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη προς τους καθών η αίτηση, τα οποία θεωρούνται, κατά πλάσμα του νόμου, σύμφωνα με το άρθρο 6 §3 Ν. 3869/2010, με την κοινοποίηση της αίτησης, ληξιπρόθεσμα, υπολογίζονται δε με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο αυτό:
Α) Στην Α. Τ. Α.Ε από τη με αριθμ. …. σύμβαση στεγαστικού δανείου, το ποσό των 216.050,28 ευρώ. Η παραπάνω απαίτηση είναι εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης, Β) Στην "Ε. Τ. Τ. Ε. Α.Ε" από τη με αριθμ. … σύμβαση καταναλωτικού δανείου το ποσό των 36.972,69 ευρώ. Η παραπάνω απαίτηση είναι εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης.
Γ) Στην Τ. Π. Α.Ε. από τη με αριθμ. … σύμβαση παροχής πίστης το ποσό των 2.041,89 ευρώ, Δ) Στην B. A. B. GmbH από τη με αριθμ. … σύμβαση καταναλωτικού δανείου το ποσό των 6.252,07 ευρώ, Ε) Στο Μ. Π.: α) από τη με αριθμ. … τραπεζική επιταγή το ποσό των 3.921,26 ευρώ, β) από τη με αριθμ. … τραπεζική επιταγή το ποσό των 8.899,54 ευρώ, γ) από τη με αριθμ.
… τραπεζική επιταγή το ποσό των 7.693 ευρώ και, επομένως, όφειλε σ'αυτόν το ποσό των 20.513,80 ευρώ. Ο αιτών έχει καταβάλει στον Μ. Π. το ποσό των 5.400 ευρώ και εξακολουθεί να οφείλει σ' αυτόν το ποσό των 15.113,80 ευρώ. ΣΤ) Στον Ε. Α.: α) από τη με αριθμ. … τραπεζική επιταγή το ποσό των 4.072,60 ευρώ, β) από τη με αριθμ. … τραπεζική επιταγή το ποσό των 8.641,58 ευρώ,γ) από τη με αριθμ.
… τραπεζική επιταγή το ποσό των 7.470 ευρώ και, επομένως, όφειλε σ' αυτόν το ποσό των 20.184,18 ευρώ. Ο αιτών έχει καταβάλει στον Ε. Α. το ποσό των 5.400 ευρώ και εξακολουθεί να οφείλει σ' αυτόν το ποσό των 14.784,18 ευρώ. Κατά συνέπεια το σύνολο των ληξιπροθέσμων οφειλών του αιτούντος ανέρχονται στο ποσό των 291.214,51 ευρώ.
Συνεπώς, αποδείχτηκε ότι ο αιτών οφείλει συνολικά στους πιστωτές του το ποσό των 291.214,91 ευρώ, το οποίο προέρχεται από ένα στεγαστικό δάνειο, τρία καταναλωτικά δάνεια και οφειλές από ακάλυπτες επιταγές. Αντίθετα το οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος δεν ήταν υψηλό, όπως προκύπτει από τα εκκαθαριστικά σημειώματα που προσκομίζει ο τελευταίος και συγκεκριμένα:
το έτος 2008 (οικον. έτος 2009) το οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος ανήλθε στο ποσό των 30.695,40 ευρώ, το έτος 2009 (οικον. έτος 2010) το οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος ανήλθε στο ποσό των 34.011,70 ευρώ, το έτος 2010 (οικον. έτος 2011) το οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος ανήλθε στο ποσό των 37.789,64 ευρώ, το έτος 2011 (οικον.
έτος 2012) το οικογενειακό εισόδημα του αιτούντα ανήλθε στο ποσό των 20.890 ευρώ, το έτος 2012 (οικον. έτος 2013) το οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος ανήλθε στο ποσό των 14.353,44 ευρώ, το έτος 2013 (οικον. έτος 2014) το οικογενειακό εισόδημα του αιτούντα ανήλθε στο ποσό των 21.697,02 ευρώ, το φορολογικό έτος 2014 το οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος ανήλθε στο ποσό των 16.777,90 ευρώ, και προερχόταν μέχρι το έτος 2011 αποκλειστικά από το μηνιαίο μισθό του ως ναυτικού και στη συνέχεια από το ποσό της σύνταξης του που ελάμβανε από το ΝΑΤ.
Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι το μεγαλύτερο μέρος των οφειλών του αιτούντος δημιουργήθηκε από την αγορά πολυτελούς κατοικίας στην περιοχή …, η οποία περιγράφεται ανωτέρω, αντί του ποσού των 270.000 ευρώ, ποσό το οποίο υπερέβαινε τις οικονομικές του δυνατότητες και είχε σαν αποτέλεσμα τον υπέρμετρο δανεισμό του.
Παράλληλα δεν φρόντισε ο αιτών με τη σωστή διαχείριση των εισοδημάτων του να καλύψει τις δανειακές του υποχρεώσεις προς τους πιστωτές του. Συγκεκριμένα, το έτος 2014 ο αιτών εισέπραξε από το Ταμείο Πρόνοιας Κατωτέρων Πληρωμάτων Εμπορικού Ναυτικού το ποσό των 19.473,75 € ως εφ' άπαξ παροχή. Επίσης τον Νοέμβριο 2014, δυνάμει της 626/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά εισέπραξε το ποσό των 15.018,22 € νομιμοτόκως από 21- 6-2011 και το ποσό των 395,18 € νομιμοτόκως από 27-12-2011, με το οποίο μπορούσε να καλύψει μέρος των δανειακών του υποχρεώσεων, το οποίο και δεν έπραξε.
Ο ισχυρισμός του αιτούντος ότι τα ποσά αυτά δαπανήθηκαν σε συνεδρίες ψυχολόγων και ψυχιάτρων που παρακολουθούσαν την θυγατέρα του είναι ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα προκύπτει ότι για την ανωτέρω αιτία δαπάνησε από Ιανουάριο 2014 έως Αύγουστο 2014, συνολικά το ποσό των 365€.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το έτος 2009 ο αιτών με τη σύζυγό του, δυνάμει του με αριθμ. … συμβολαίου αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Πειραιά Αγγελικής Παπαγεωργαντά, πώλησαν ένα ακίνητο συνιδιοκτησίας τους, που βρισκόταν στο …, αντί του ποσού των 140.000 ευρώ. Με το ποσό αυτό, ο αιτών εξόφλησε την οφειλή από τρία δάνεια που είχε συνάψει τον Μάρτιο 2003, ύψους 44.020 €, τον Απρίλιο 2006, ύψους 15.000 € και τον Μάιο 2008, ύψους 80.000€, με την Τ.
Π. Α.Ε. Η οφειλή του από τα δάνεια αυτά ανερχόταν στο ποσό των 123.638,13€, ενώ με το υπόλοιπο ποσό των 16.361,87 € μπορούσε να καλύψει μέρος των δανειακών του υποχρεώσεων, το οποίο και δεν έπραξε. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο αιτών ήδη από το έτος 2008 αδυνατούσε να εξυπηρετήσει τα δάνεια που είχε λάβει από την τράπεζα Π., συνολικού ύψους 140.000 € περίπου.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τον ίδιο από 2-3-2010 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού του Β. Νοσοκομείου Λ. Π., ο αιτών νοσηλεύθηκε στο ανωτέρω νοσοκομείο από 1- 3-2010 έως 2-3-2010 ως πάσχων από κολπική μαρμαρυγή αναταχθείσα φαρμακευτικά, εκρίθη δε ότι είναι ικανός για εργασία μετά το πέρας της αναρρωτικής άδειας τριών (3) ημερών που του χορηγήθηκε.
Στη συνέχεια εργάσθηκε στην ίδια εργασία στις "Μ. Γ. Α." μέχρι την 21-6-2011, οπότε και λύθηκε η σύμβαση εργασίας του "αμοιβαία συναινέσει" και υπέβαλε ως προελέχθη αίτηση συνταξιοδότησης, λόγω γήρατος.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός του αιτούντος ότι η συνταξιοδότησή του το έτος 2011 και η εξαιτίας αυτής μείωση των εισοδημάτων του, έγινε λόγω προβλημάτων υγείας που αντιμετώπισε και δη λόγω εμφάνισης κολπικής μαρμαρυγής, είναι ουσιαστικά αβάσιμος. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο αιτών υπερέβη καταφανώς τον συνήθως αναλαμβανόμενο από το μέσο συνετό άνθρωπο κίνδυνο μελλοντικής εξυπηρέτησης των δανειακών του υποχρεώσεων, ενώ σε καμία περίπτωση η σημερινή δυσμενής θέση, στην οποία ο ίδιος έχει περιέλθει, δεν δύναται να αποδοθεί απλώς και μόνο σε εσφαλμένους υπολογισμούς του, σε συνδυασμό και με την κατάσταση της υγείας του, αλλά, αντιθέτως, σε συνειδητές επιλογές του προς δημιουργία και διατήρηση ενός δυσανάλογα υψηλού βιοτικού επιπέδου του.
Το εύρος του δανεισμού του εκτάθηκε πολύ πέραν των οικονομικών δυνάμεών του, και δη σε τέτοιο σημείο που δεν θα μπορούσε ποτέ αυτός να εξυπηρετήσει αυτοδυνάμως τα αναληφθέντα χρέη, γεγονός που γνώριζε ήδη από το έτος 2008, οπότε αναγκάσθηκε να πωλήσει το ακίνητο συνιδιοκτησίας του, που βρισκόταν στο … για να αποπληρώσει τα δάνεια που είχε λάβει από την Τράπεζα Π., αφού δεν μπορούσε να εξυπηρετήσει τις δόσεις με τα εισοδήματά του.
Ο αιτών, δανείστηκε υπέρμετρα κυρίως από την τράπεζα A. B., γνωρίζοντας, όμως ότι το εισόδημά του δεν επαρκεί για την εξόφληση των δανείων και μη προσδοκώντας βάσιμα σε βελτίωση της γενικότερης οικονομικής του θέσης ή της προσωπικής του κατάστασης, έτσι ώστε να ανταποκριθεί στα χρέη του. Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι ο αιτών κατά την ανάληψη των επίδικων οφειλών ανέμενε ή ήλπιζε σε μεταγενέστερη βελτίωση των οικονομικών του, ώστε να υπάρχει δυνατότητα αποπληρωμής των χρεών του, αλλά ούτε από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού προέκυψε, κατά τον ίδιο παραπάνω χρόνο, πιθανή βελτίωση του οικογενειακού του εισοδήματος στο μέλλον, ώστε να προσδοκά ο αιτών δικαιολογημένα και με βεβαιότητα ότι με την αύξηση των εισοδημάτων του θα δύνανται να αποπληρώνει προσηκόντως τις δανειακές του υποχρεώσεις.
Τέλος, επίσης δεν προέκυψε ότι συνέβησαν απρόοπτα γεγονότα αναφορικά με την κατάσταση της υγείας του αιτούντος, καθώς, όπως προαναφέρθηκε, μετά την διάγνωση ότι πάσχει από κολπική μαρμαρυγή, εκρίθη ικανός για εργασία και συνέχισε να εργάζεται στην ίδια εργασία μέχρι την συνταξιοδότησή του, μετά από αίτησή του, λόγω γήρατος, ενώ μέχρι σήμερα εξακολουθεί να εργάζεται σε άλλη εργασία.
Κατ' ακολουθίαν, ο αιτών δημιούργησε τα ανωτέρω χρέη, υπερβαίνοντας το μέτρο και την σύνεση του μέσου καταναλωτή με τον αλόγιστο δανεισμό του, μολονότι γνώριζε ότι στο μέλλον θα αδυνατούσε να τα καλύψει και σε κάθε περίπτωση προχωρούσε στην λήψη των δανείων, αποδεχόμενος πλήρως ως πιθανό αποτέλεσμα την αδυναμία πληρωμής τους και αψηφώντας τις συνέπειες.
Υπό τα περιστατικά αυτά η υπαιτιότητα του αιτούντος είχε τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, καθόσον προέβλεψε το αποτέλεσμα της αδυναμίας πληρωμής των χρεών του ως πιθανό και το αποδέχθηκε. Δηλαδή γνώριζε ότι η αδυναμία πληρωμής των χρεών του αποτελούσε ένα ενδεχόμενο, που η πραγμάτωσή του παρουσίαζε αυξημένη πιθανότητα, κρίνεται δε ότι ένας τόσο υψηλός βαθμός πιθανότητας δεν δικαιολογεί την πίστη ότι το αποτέλεσμα αυτό μπορεί να αποφευχθεί, γεγονός που ερμηνεύεται ως αποδοχή του.
Ειδικότερα ο αιτών έλαβε υπόψη του το ενδεχόμενο της μη εξυπηρέτησης των χρεών του και αφού το στάθμισε, αποφάσισε να προχωρήσει στη λήψη δανείων, αψηφώντας τις συνέπειες. Με βάση τα παραπάνω, ο αιτών δεν δικαιούται να υπαχθεί στις ευνοϊκές διατάξεις του Ν. 3869/2010, κατά παραδοχή της ένστασης περί δόλιας περιέλευσής του σε καθεστώς γενικής και μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του, που υπέβαλαν νομότυπα οι παριστάμενοι πιστωτές, και συνεπώς η κρινόμενη αίτηση είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την από 13-9-2016 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος οφειλέτη κατά της πρωτόδικης υπ'αριθμ. 700/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου, που κρίνοντας όμοια, είχε απορρίψει την από 10-12-2015 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά παραδοχή της προβληθείσας περί ύπαρξης δόλου ένστασης των παρασταθέντων καθών και ήδη αναιρεσιβλήτων.
Ήδη, ο αναιρεσείων, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, προσάπτει στο παραπάνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο τις αιτιάσεις ότι, με την πληττόμενη απόφασή του, παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τη διάταξη, ουσιαστικού δικαίου, του άρθρου 1 παρ. 1 του νόμου 3869/2010, μη λαμβάνοντας υπόψη και τα διδάγματα της κοινής πείρας, αλλά και εκ πλαγίου, αφού διέλαβε σ' αυτήν ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για το αν εφαρμόστηκε ορθά ή όχι η διάταξη αυτή, αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι του δόλου του στην πρόκληση της μόνιμης αδυναμίας του για την πληρωμή των χρεών του, στερώντας την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, οι αποδιδόμενες αιτιάσεις συνίστανται στο ότι το εν λόγω δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα δέχθηκε ότι η από τον αιτούντα ανάλωση και μη καταβολή στους πιστωτές των εισπραχθέντων ποσών των 19.473,75, 15.018,22, 395,18 και 16.361,87 και συνολικά 51.249,02 ευρώ, στοιχειοθετεί από μόνη της την δόλια περιέλευση σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών του συνολικά οφειλόμενου ποσού των 291.214,91 ευρώ, όπως επίσης ότι δόλια ενέργεια προς περιέλευση σε αδυναμία πληρωμών αποτελεί και η εκ μέρους του λήψη σύνταξης γήρατος, ενώ παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας σχετικά αφενός με την σοβαρότητα της καρδιακής ασθένειας της κολπικής μαρμαρυγής και αφετέρου την επίδρασή της στην ικανότητα του ατόμου προς εργασία και ειδικά ως ναυτικού (πρώτος λόγος εκ του άρθρ. 560 αρ. 1 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω δε ότι είναι ανεπαρκείς και ασαφείς οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με το θέμα της δόλιας περιέλευσής του σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, επειδή δεν διαλαμβάνεται αντιπαραβολή αφενός των μηνιαίων εισοδημάτων του και αφετέρου των βιοτικών δαπανών διαβίωσής του σε συνάρτηση με το ποσό της μηνιαίας τοκοχρεωλυτικής δόσης, ενώ εκ παραλλήλου δεν διασαφηνίζεται ο τρόπος σύνδεσης της ανάλωσης των εισπραχθέντων ποσών των 19.473,75, 15.018,22, 395,18 και 16.361,87 και συνολικά 51.249,02 ευρώ με την δόλια περιέλευσή του σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών (δεύτερος λόγος εκ του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ).
Ωστόσο το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατέληξε στη κρίση του περί της ύπαρξης ενδεχόμενου δόλου στο πρόσωπο του αιτούντος, αναφορικά με την περιέλευσή του σε γενική και μόνιμη αδυναμία πληρωμών, με βάση τις ακόλουθες πραγματικές παραδοχές: α) ότι ενώ αυτός βαρύνονταν ήδη με ένα δάνειο σημαντικού ύψους (140.000), για την εξόφληση του οποίου αναγκάσθηκε να εκποιήσει ένα ακίνητο του, στη συνέχεια δανείσθηκε και πάλι για να αγοράσει άμεσα άλλο ακίνητο και να ανεγείρει επ'αυτού κτίσμα μεγάλου εμβαδού 280 τ.μ περίπου, β) ότι τα εισοδήματά του ήταν περιορισμένα (2000 ευρώ) σε σχέση με τις βιοτικές ανάγκες των μελών της τετραμελούς οικογενείας του, εκ των οποίων (μελών) μόνο, ο γιός του εργαζόταν κατά τη διάρκεια της τουριστικής περιόδου με μηνιαίο μισθό 600 ευρώ, ενώ μόνο για τις σπουδές της θυγατέρας του στην αλλοδαπή, χρειάζονταν το ποσό των 1000 ευρώ μηνιαίως, γ) ότι ήταν προχωρημένης ηλικίας και έλαβε σύνταξη γήρατος, πράγμα που σήμαινε ότι δεν υπήρχαν μελλοντικές προοπτικές για καλυτέρευση της οικονομικής του κατάστασης και δ) ότι είχε εκ διαφόρων πηγών (εκποίηση του ακινήτου, εφάπαξ παροχή λόγω συνταξιοδότησης και εκ δικαστικής απόφασης) εισροές (σημαντικού) συνολικού ύψους 51.249,02 ευρώ, που ωστόσο δεν διέθεσε για την ελάφρυνση του εκ των δανειακών του υποχρεώσεων συνολικά οφειλόμενου ποσού των 291.214,91 ευρώ.
Εν όψει αυτών είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, αφού, παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα, κατά τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η δόλια περιέλευσή του σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών δεν στοιχειοθετείται απλώς και μόνο από την ανάλωση των προαναφερόμενων εισροών του, αλλά και τα άλλα ως άνω διαλαμβανόμενα στοιχεία.
Επίσης αβάσιμος είναι και ο δεύτερος λόγος, καθ'αμφότερα τα σκέλη του, αφού και πάλι, παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα, διαλαμβάνονται στη προσβαλλόμενη απόφαση τόσον το ύψος των μηνιαίων εισοδημάτων, όσον και των βιοτικών δαπανών διαβίωσης του, αλλά και αυτό των οφειλών του, ενώ συνδέεται η ανάλωση των εισροών του με την δόλια περιέλευσή του σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, λόγω της μη διάθεσης του συνολικού ποσού τους προς εξόφληση ικανού μέρους των οφειλομένων.
Τέλος, καθόσον αφορά τον εκ του άρθρου 560 αρ. 1 πρώτο λόγο, κατά τα λοιπά σκέλη του, ως ανωτέρω εκτίθενται, αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον οι επικαλούμενες πλημμέλειες δεν αναφέρονται στην ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτόν πραγματικών περιστατικών, αλλά στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), με βάση τις οποίες έγινε δεκτό ότι, ανεξαρτήτως της ασθενείας του και της σοβαρότητάς της, ο αιτών συνταξιοδοτήθηκε, λόγω γήρατος, κρινόμενου, εντεύθεν, αβασίμου του ισχυρισμού του περί του ότι η συνταξιοδότησή του, το έτος 2011, και η εξαιτίας αυτή μείωση των εισοδημάτων του, έγινε λόγω προβλημάτων υγείας που αντιμετώπισε, όπως και ότι η περιέλευση του σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών οφείλονταν σε απρόοπτα γεγονότα αναφορικά με την κατάσταση της υγείας του.
Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, εφ` όσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε` του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ` άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δικ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδάφ.
β` του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β` του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "... Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 951/2015).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26.9.2019 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 315/2019 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 385/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Νοεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ