Supreme Court annuls appeal decision due to procedural defects regarding lawyer contract termination and lack of evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Second Instance Court's decision on appeal grounds related to the termination of a municipal lawyer's contract. The appellant argued that the lower court failed to verify if the lawyer's refusal to handle non-administrative cases was accepted by the municipality, constituting a violation of the Code of Lawyers. The court found these allegations unsubstantiated and remanded the case for further examination by a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559, 562, 580, 176, 183 of the Code of Civil Procedure; The appeal court must verify factual premises regarding contractual termination and lawyer conduct before annulling a decision, and failure to do so warrants remittal for further investigation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1448 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1448/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δήμος Καλαμάτας", το οποίο εκπροσωπήθηκε από τις πληρεξούσιες δικηγόρους του Βασιλική Κορμπή και Γεωργία Παπαγεωργίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, που κατέθεσαν προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Α. Μ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Ευθυμιάδη, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/8/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 26/2016 του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων Δήμος με την από 6/12/2016 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1895/2017 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, η οποία παρέπεμψε στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου το αναφερόμενο στο σκεπτικό ζήτημα του παραδεκτού ή μη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Κατόπιν της 13/2018 απόφασης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου που ανέπεμψε την υπόθεση στο Β2' τμήμα του Αρείου Πάγου και της από 26/11/2018 κλήσης του καλούντος, η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 26.11.2018 κλήση του αναιρεσείοντος Δήμου Καλαμάτας νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση η από αυτόν ασκηθείσα από 6.12.2016 και με αριθ. κατάθ. 34/7.12.2016 αίτηση αναίρεσης της με αριθ. 26/17.3.2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, μετά την αναπομπή αυτής με την με αριθ. 13/2018 απόφαση της Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου στο παρόν αναιρετικό τμήμα για ν' αποφανθεί αυτό επί της ως άνω αίτησης αναίρεσης. Με την πιο πάνω απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου κρίθηκε κατά πλειοψηφία ότι τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 67 του ΚΠολΔ, στην περίπτωση που δεν έχει προσκομισθεί απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής Δήμου για την άσκηση αίτησης αναίρεσης από αυτόν, ούτως ώστε με τη συμπλήρωση της σχετικής έλλειψης να καταστεί δυνατή η κατ' ουσία έρευνα της αίτησης αναίρεσης, καθότι επί του ζητήματος αυτού είχε αποφανθεί αρνητικά το παρόν αναιρετικό τμήμα με την με αριθ. 1895/2017 απόφασή του, η οποία είχε ληφθεί με πλειοψηφία μίας (1) ψήφου.
Με την κρινόμενη από 6.12.2016 και με αριθ. κατάθεσης 34/7.12.2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 26/17.3.2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας επί των από 30.12.2013 (αριθ. κατάθ. 139/2013) και 23.12.2013 (αριθ. κατάθ. 137/2013) αντιθέτων εφέσεων των διαδίκων.
Με την προσβαλλομένη απόφασή του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά τις εφέσεις και: α) κατά μερική παραδοχή της από 30.12.2013 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, ως βάσιμης κατ' ουσία, εξαφάνισε την υπ' αριθ. 35/19.4.2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας ως προς όλες της τις διατάξεις για το ενιαίο της εκτέλεσης και, δικάζοντας την από 5.8. 2009 και υπ' αριθ.
κατάθ. 152/5.8.2009 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή αυτού ως βάσιμη κατ' ουσία, αναγνώρισε την ακυρότητα της από 25.2.2009 καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής αυτού ως δικηγόρου εκ μέρους του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου Καλαμάτας και υποχρέωσε τον τελευταίο να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 32.256 ευρώ για μισθούς υπερημερίας από 6.3.2009 έως 6.3.2010, περιλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας [όπως είχε κρίνει και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως προς τα κεφάλαια αυτά], και επί πλέον το ποσό των 3.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του ενάγοντος, λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του, ως εκ των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα η άνω καταγγελία [κεφάλαιο που είχε απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμο με την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου], με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, β) απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 23.12.2013 αντίθετη έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου Καλαμάτας.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφόσον η επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης προς τον αναιρεσείοντα Δήμο Καλαμάτας έλαβε χώρα στις 13 Ιουλίου 2017, όπως προκύπτει από σχετική επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας Γ. Κ. - Μ. επί αντιγράφου αυτής, ενώ η κατάθεση της ένδικης αίτησης αναίρεσης στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου έλαβε χώρα στις 7 Δεκεμβρίου 2016, ήτοι σε χρόνο προγενέστερο της ως άνω επίδοσης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).
Εφόσον δε προσκομίζονται με επίκληση και οι με αριθ. 449/22.11.2016 και 471/5.12.2016 αποφάσεις της Οικονομικής Επιτροπής του αναιρεσείοντος Δήμου για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 72 παρ. 1 στοιχ. (ιγ) του Ν. 3852/2010, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε παραδεκτά (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις του άρθρου 63 παρ. 4 και 5 του κατά τον επίδικο χρόνο (25 Φεβρουαρίου 2009) ισχύοντος Κώδικος περί Δικηγόρων (Ν.Δ/μα 3026/1954), όπως η περίπτωση 4 της παρ. 5 του ίδιου άρθρου αντικαταστάθηκε με το άρθρο 22 του Ν. 723/1977, προκύπτει ότι η σχέση παροχής από δικηγόρο νομικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή (αντιμισθία), που θεωρείται και είναι σχέση απόλυτης προσωπικής εμπιστοσύνης μεταξύ αυτού και του εντολέα του, καταρτίζεται με σύμβαση ιδιόμορφης έμμισθης εντολής, η οποία λογίζεται πάντοτε ως σύμβαση αορίστου χρόνου και λύνεται, εκτός άλλων, και με καταγγελία του εντολέα, που είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία.
Όταν όμως για το προσωπικό του εντολέα ισχύει κανονισμός που προβλέπει μόνιμη υπηρεσία τούτου, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του αναιρεσείοντος Δήμου Καλαμάτας, η καταγγελία εκ μέρους του εντολέα δεν μπορεί να γίνει οποτεδήποτε, αλλά μόνο όταν υπάρχει σπουδαίος λόγος. Σπουδαίο λόγο αποτελούν εκείνα τα γεγονότα ή και ένα ακόμη μεμονωμένο γεγονός ή ορισμένη συμπεριφορά, εξαιτίας των οποίων δεν είναι δυνατόν, κατ` αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, να αξιωθεί η συνέχιση της σύμβασης από ένα των συμβαλλομένων, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή ανυπαρξία πταίσματος και γενικότερα υπαιτιότητας του αντισυμβαλλόμενου (ΑΠ 908/2017, ΑΠ 935/2013, ΑΠ 1573/2009 ΑΠ 1360/2009, ΑΠ 1047/2008).
Τέτοιος σπουδαίος λόγος συντρέχει και όταν λόγω κλονισμού της εμπιστοσύνης του εντολέα προς το πρόσωπο του εντολοδόχου, έχει επέλθει τόσο σοβαρή διαταραχή στη συνεργασία τους, ώστε, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, η συνέχιση της μεταξύ τους συμβάσεως να παρίσταται για τον εντολέα, κατ` αντικειμενική κρίση αδύνατη ή εξαιρετικά δυσχερής (ΟλΑΠ 21/2004, ΟλΑΠ 10/1995).
Εξ άλλου με τη διάταξη του άρθρου 165 του Ν. 3584/2007 "Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων" (ΦΕΚ Α 143) προβλέπεται η δυνατότητα πρόσληψης δικηγόρων από δήμους κλπ με σχέση έμμισθης εντολής σε θέσεις δικηγόρων που συνιστώνται κατά τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας αυτών, ενώ με την παρ. 5 του ιδίου άρθρου ορίζεται ειδικότερα ότι "οι απασχολούμενοι σύμφωνα με τα παραπάνω δικηγόροι υποχρεούνται σε παροχή υπηρεσίας στο κατάστημα του οικείου ΟΤΑ για χρόνο που ανταποκρίνεται στις εκάστοτε υπάρχουσες υπηρεσιακές συνθήκες, εφόσον δεν παρίσταται ανάγκη παράστασης ενώπιον δικαστηρίων ή διοικητικών αρχών".
Η τελευταία αυτή διάταξη δεν επιβάλλει την υποχρεωτική τήρηση ωραρίου εκ μέρους των δικηγόρων, οι οποίοι συνδέονται με τον Ο.Τ.Α. με σχέση έμμισθης εντολής. Η παροχή υπηρεσιών υπό καθεστώς ελεγχομένου ωραρίου, υποχρεωτικού και εκ των προτέρων καθορισμένου, προσιδιάζει σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η οποία σύμφωνα με το άρθρο 63 του Κώδικα περί Δικηγόρων είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του δικηγόρου.
Ωστόσο, παρά την έλλειψη της υποχρέωσης αυτής, ο δικηγόρος οφείλει να παρέχει τις υπηρεσίες του στα γραφεία του καταστήματος του οικείου Ο.Τ.Α., όχι μεν σε ωράριο υποχρεωτικό κατά τις ώρες εργασίας των υπαλλήλων του ως άνω Ο.Τ.Α. και εκ των προτέρων καθορισμένο από τον τελευταίο, αλλά σε χρόνο εύλογο και απαραίτητο, αναλόγως των υπαρχουσών αναγκών για την καταλληλότερη εξυπηρέτηση και διεκπεραίωση των δικαστικών και εξωδίκων υποθέσεων του εντολέα του.
Κατά συνέπεια δεν είναι επιτρεπτή η τυχόν άρνηση του δικηγόρου να παρέχει για κάποιες ώρες ημερησίως ή για κάποιες ημέρες την εβδομάδα τις υπηρεσίες του στο κατάστημα του Ο.Τ.Α. με τον οποίο συνδέεται με σύμβαση εντολής, με το αιτιολογικό ότι οι ανάγκες για την διεκπεραίωση των δικαστικών ή εξωδίκων υποθέσεων του Ο.Τ.Α.
εξυπηρετούνται επαρκώς και χωρίς να επισκέπτεται αυτός ή να επισκέπτεται περιστασιακά και μόνο το κατάστημα του εντολέα του.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: "Την 23.04.2007 καταρτίσθηκε εγγράφως μεταξύ του ενάγοντος, ως δικηγόρου [ήδη αναιρεσίβλητου] και του εναγομένου Δήμου [ήδη αναιρεσείοντος], για τον οποίο ισχύει Κανονισμός που προβλέπει μόνιμη υπηρεσία, σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου, με την οποία ο ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει τις νομικές του υπηρεσίες με πάγια αντιμισθία και με τους ειδικότερους όρους που αναφέρονται σ' αυτήν.
Στη συνέχεια, τον Αύγουστο του 2007, ο εναγόμενος συνήψε σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία με δύο ακόμη δικηγόρους. Με την υπ' αριθ. 17953/06.08.2007 απόφασή του ο Δήμαρχος Καλαμάτας όρισε τετράωρο καθημερινό ωράριο παρουσίας για τους τρεις δικηγόρους αυτούς. Όμως, επειδή αυτοί δεν ακολούθησαν το ωράριο αυτό, ο Δήμαρχος συναντήθηκε δύο φορές μαζί τους και τους ζήτησε την απαρέγκλιτη εφαρμογή της απόφασής του αυτής, τους κάλεσε δε να προσδιορίσουν οι ίδιοι ποίες ώρες επιλέγουν να βρίσκονται στο κατάστημα του Δήμου, διαφορετικά το πρόγραμμα παρουσίας τους θα το προσδιόριζε ο Γενικός Γραμματέας του Δήμου.
Οι άλλοι δύο δικηγόροι δεν υπέβαλλαν κάποια πρόταση, ο ενάγων όμως κατέθεσε τις δικές του προτάσεις, χωρίς όμως αυτές να γίνουν δεκτές από το Δήμαρχο και γι' αυτό εν τέλει το πρόγραμμα καθορίσθηκε από το Γενικό Γραμματέα του Δήμου. Σύμφωνα με αυτό προβλεπόταν συγκεκριμένη χρονικά κάθε μέρα υπηρεσία για τους δύο από τους τρεις δικηγόρους, ενώ για τον τρίτο δικηγόρο προβλεπόταν ότι αυτός θα προσδιόριζε ελεύθερα το ωράριό του, με υποχρεωτική σε κάθε περίπτωση τετράωρη παρουσία του στο δημοτικό κατάστημα του εναγομένου.
Όμως ο ενάγων αρνήθηκε να ακολουθήσει το ως άνω πρόγραμμα και κατόπιν αυτού ο Δήμαρχος εξέδωσε την με αριθμό πρωτ. ...08/03.06.2008 πράξη περικοπής των αποδοχών του. Ακολούθησε η 082/2009 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του εναγομένου στη συνεδρίαση της 20.02.2009, με την οποία αποφασίσθηκε η λύση της έμμισθης εντολής με τον ενάγοντα με καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσής του, για το λόγο ότι ο ενάγων δεν παρείχε τις υπηρεσίες του στο κατάστημα του εναγομένου Δήμου σε χρόνο που ν' ανταποκρίνεται στις υπάρχουσες υπηρεσιακές συνθήκες και ανάγκες αυτού.
Σύμφωνα με το άρθρο 165 του Ν. 3584/2007, οι δικηγόροι που προσλαμβάνονται από τους Δήμους με σχέση έμμισθης εντολής υποχρεούνται σε παροχή υπηρεσιών στο κατάστημα του οικείου ΟΤΑ για χρόνο που ανταποκρίνεται στις υπάρχουσες υπηρεσιακές συνθήκες, εφόσον δεν παρίσταται ανάγκη παράστασης ενώπιον δικαστηρίων ή διοικητικών αρχών.
Η διάταξη αυτή δεν επιβάλλει την υποχρεωτική τήρηση ωραρίου εκ μέρους των δικηγόρων, οι οποίοι συνδέονται με τον ΟΤΑ με σχέση έμμισθης εντολής. Η παροχή υπηρεσιών υπό καθεστώς ελεγχόμενου ωραρίου, υποχρεωτικού και εκ των προτέρων καθορισμένου, προσιδιάζει σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η οποία σύμφωνα με το άρθρο 63 του Κώδικα περί Δικηγόρων είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του δικηγόρου.
Ωστόσο, παρά την έλλειψη της υποχρέωσης αυτής, ο δικηγόρος οφείλει να παρέχει τις υπηρεσίες του στα γραφεία του εντολέα του, όχι μεν σε ωράριο υποχρεωτικό κατά τις ώρες εργασίας των υπαλλήλων αυτού (του εντολέα του) και εκ των προτέρων καθορισμένο, αλλά σε χρόνο εύλογο και απαραίτητο, αναλόγως των υπαρχουσών αναγκών για την καταλληλότερη εξυπηρέτηση και διεκπεραίωση των δικαστικών και εξωδίκων υποθέσεων του εντολέα του.
Εν προκειμένω, ο ενάγων κατά το χρονικό διάστημα της θητείας του στον εναγόμενο Δήμο εξέδιδε γνωμοδοτήσεις, συμμετείχε σε συσκέψεις υπηρεσιακών παραγόντων εκείνου, πραγματοποιούσε παραστάσεις στα αρμόδια Δικαστήρια για υποθέσεις του Δήμου και υπεράσπιζε τα συμφέροντα εκείνου με υπευθυνότητα, επάρκεια και ευσυνειδησία.
Γι' αυτό απολάμβανε και της εμπιστοσύνης του εναγομένου Δήμου προς το πρόσωπό του, παρά δε την άρνησή του να τηρήσει το καθημερινό ωράριο, ανταποκρινόταν στις υποχρεώσεις του Δήμου και παρείχε τις υπηρεσίες του ακόμη και εκτός του ωραρίου, που του είχε επιβληθεί από τον εναγόμενο, καθώς αυτός εργαζόταν για τις υποθέσεις του Δήμου και στο ιδιωτικό του γραφείο.
Όσον δε αφορά την απόφαση του Δημάρχου για καθημερινή τετράωρη παρουσία του κατά τις πρωινές ώρες στο κατάστημα του Δήμου, η τήρησή της, πέραν των όσων ήδη αναφέρθηκαν, θα καθιστούσε αδύνατη στον ενάγοντα τόσο την άσκηση του δικηγορικού του λειτουργήματος ως αυτοαπασχολούμενου, όσο και την παροχή του διδακτικού του έργου στα εκπαιδευτικά ιδρύματα με τα οποία συνεργάζεται.
Εξ άλλου δεν αποδείχθηκε ότι είχε επέλθει σοβαρή διαταραχή στη συνεργασία ενάγοντος και εναγομένου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος, ώστε, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, η συνέχιση της μεταξύ τους συμβατικής σχέσης να παρίσταται κατ' αντικειμενική κρίση, αδύνατη ή εξαιρετικά δυσχερής και να δικαιολογείται η καταγγελία της σχέσης τους αυτής.
Οι ισχυρισμοί του εναγομένου ότι α) ο ενάγων ζητούσε να ορίζεται ως δικηγόρος μόνο σε διοικητικά δικαστήρια, β) ότι είχε ζητήσει την απαλλαγή του από χειρισμό υποθέσεων, γ) ότι είχε ζητήσει την απαλλαγή του από όποιες υποθέσεις εκδικάζονταν ημέρα Πέμπτη, δεν συνιστούν άρνηση στην εκτέλεση των καθηκόντων του, αλλά πρόταση προς τον εντολέα του, αφενός μεν για την καλύτερη διεκπεραίωση των υποθέσεων του Δήμου λόγω της εξειδίκευσης που έχει αυτός (ενάγων) στο Διοικητικό Δίκαιο, αφετέρου δε προς θεμιτή διευκόλυνσή του για την εκτέλεση των ακαδημαϊκών του καθηκόντων, ως καθηγητή σε ΑΕΙ.
Ο εναγόμενος ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ο ενάγων ασκεί καταχρηστικά το δικαίωμά του, αφού, εξαιτίας της μη τήρησης του ωραρίου που του επιβλήθηκε, κατά τα άνω, ανάγκασε τα αρμόδια όργανα του Δήμου Καλαμάτας να καταγγείλουν τη σύμβασή του. Όμως ο ισχυρισμός αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως μη νόμιμος, διότι [...].
Η μόνη αιτία, επομένως, της καταγγελίας της έμμισθης εντολής εκ μέρους του εναγομένου Δήμου ήταν η άρνηση του ενάγοντος στην τήρηση ωραρίου, η οποία δεν συνιστά σπουδαίο λόγο, αφού η επιβολή του ωραρίου αντίκειται στον Κώδικα Δικηγόρων, γι' αυτό και η καταγγελία αυτή είναι, κατά τα ως άνω, άκυρη. Αποδείχθηκε ακόμη, ότι ο εναγόμενος οφείλει και δεν έχει καταβάλει τις αντιμισθίες του ενάγοντος του διαστήματος από 06.03.2009 έως 06.03.2010, συμπεριλαμβανο-μένου και του δώρου Χριστουγέννων, Πάσχα και του επιδόματος αδείας, ήτοι 2.304 ευρώ Χ 14 μήνες = 32.256 ευρώ.
Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε κατά τον ίδιο τρόπο, δεν έσφαλε αλλά ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο εφάρμοσε, ώστε πρέπει ν' απορριφθούν όλοι οι λόγοι της υπό στοιχείο Α' έφεσης του εναγομένου ως αβάσιμοι κατ' ουσία και συνακόλουθα να απορριφθεί η έφεση αυτή ως αβάσιμη κατ' ουσία [...].
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από τον τρόπο που μεθοδεύθηκε και έλαβε χώρα η ως άνω άκυρη απόλυση του ενάγοντος, σε συνδυασμό με την έως τότε άψογη εκτέλεση των εργασιακών καθηκόντων του και της εμπιστοσύνης και εκτίμησης που απολάμβανε ως ενεργό μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου …… και μάλιστα σε πολυετή βάση, προσβλήθηκε αυτός στην προσωπικότητά του παράνομα και υπαίτια και υπέστη μείωση της επαγγελματικής του αξίας και τιμής, αφού δημιουργήθηκαν δυσμενή σχόλια γι' αυτόν, και δοκίμασε άγχος και στενοχώρια και, συνεπώς, δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης, για την οποία, αν ληφθούν υπόψη οι συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η άκυρη καταγγελία, το είδος της προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος, οι συνέπειες αυτής στην επαγγελματική και προσωπική ζωή του, η ηλικία του και οι συγκεκριμένες βιοτικές του συνθήκες, όπως προκύπτουν από το αποδεικτικό υλικό και τέλος η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, εύλογο κρίνεται το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε το σχετικό αίτημα ως αβάσιμο κατ' ουσία, έσφαλε στην ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και θα πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος της υπό στοιχείο Β' έφεσης του ενάγοντος". Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού εξαφάνισε την υπ' αριθ. 35/19.4.2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας ως προς όλες της τις διατάξεις για το ενιαίο της εκτέλεσης, κράτησε την υπόθεση και, δικάζοντας την αγωγή, δέχθηκε κατά ένα μέρος αυτή ως βάσιμη κατ' ουσία, αναγνώρισε την ακυρότητα της από 25.2.2009 καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής του ενάγοντος, ως δικηγόρου, εκ μέρους του εναγομένου Δήμου και υποχρέωσε τον τελευταίο να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 32.256 ευρώ για μισθούς υπερημερίας από 6.3.2009 έως 6.3.2010, περιλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας και, επί πλέον, το ποσό των 3.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 165 παρ. 5 του Ν. 3584/2007 και 63 παρ. 5 του Κώδικα περί Δικηγόρων (Ν.Δ/μα 3026/1954), την οποία (τελευταία διάταξη) παραβίασε και ευθέως με τη μη εφαρμογή της, αναφορικά με τη συνδρομή ή μη σπουδαίου λόγου για την εκ μέρους του αναιρεσείοντος Δήμου καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής με τον αναιρεσίβλητο δικηγόρο, υποπίπτοντας έτσι στις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες.
Ειδικότερα: Α) ενώ δέχεται ότι, παρά τη (νόμιμη) άρνηση του αναιρεσίβλητου δικηγόρου ν' αποδεχθεί συγκεκριμένο καθημερινό ωράριο παρουσίας του στο κατάστημα του αναιρεσείοντος Δήμου, αυτός (αναιρεσίβλητος) ανταποκρινόταν στις υποχρεώσεις του έναντι του αναιρεσείοντος Δήμου, παρέχοντας τις υπηρεσίες του ακόμη και εκτός ωραρίου, καθώς απασχολείτο με τις υποθέσεις του Δήμου και στο ιδιωτικό του γραφείο, δεν διευκρινίζει τις ημέρες και ώρες, έστω και κατά προσέγγιση ή κατά μέσο όρο, που ο αναιρεσίβλητος παρείχε τις υπηρεσίες του στο κατάστημα του αναιρεσείοντος Δήμου, ούτε άλλωστε διαλαμβάνει παραδοχή για το περιεχόμενο της πρότασης του αναιρεσίβλητου σχετικά με την παρουσία του στο εν λόγω κατάστημα σε αντίκρουση της απαίτησης του Δήμαρχου για υποχρεωτικό τετράωρο παρουσίας αυτού επί καθημερινής βάσης στο δημοτικό κατάστημα, υποπίπτοντας έτσι στην από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης του άρθρου 165 παρ. 5 του Ν. 3584/2007, Β) οι απαιτήσεις του αναιρεσίβλητου να ορίζεται ως δικηγόρος του αναιρεσείοντος Δήμου μόνο σε διοικητικά δικαστήρια, να τύχει απαλλαγής από τον χειρισμό υποθέσεων και επί πλέον να τύχει απαλλαγής σε όποιες υποθέσεις εκδικάζονταν καθ' ημέρα Πέμπτη και η συνακόλουθη άρνηση παροχής των υπηρεσιών του ως δικηγόρου στις υποθέσεις αυτές, εάν μάλιστα ήταν επαναλαμβανόμενη, συνιστούν σπουδαίο λόγο για την καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής του αναιρεσίβλητου από τον αναιρεσείοντα Δήμο, σύμφωνα με το άρθρο 63 παρ. 5 του Κώδικα περί Δικηγόρων.
Και ναι μεν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι οι ενέργειες αυτές δεν συνιστούσαν άρνηση του αναιρεσίβλητου στην εκτέλεση των καθηκόντων του, αλλά πρόταση προς τον εντολέα του Δήμο για την καλύτερη διεκπεραίωση των υποθέσεων του τελευταίου, λόγω εξειδίκευσης του αναιρεσίβλητου στο Διοικητικό Δίκαιο και προκειμένου να διευκολυνθεί στην άσκηση των ακαδημαϊκών του καθηκόντων, πλην όμως η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνει περαιτέρω παραδοχές περί του εάν η "πρόταση" αυτή του αναιρεσίβλητου έγινε αποδεκτή ή όχι από τον αναιρεσείοντα Δήμο, περί του εάν ο αναιρεσίβλητος αρνήθηκε τελικά να χειρισθεί υποθέσεις υπαγόμενες σε άλλα δικαστήρια, πλην των διοικητικών, ή άλλες υποθέσεις ή υποθέσεις που εκδικάζονταν ημέρα Πέμπτη, οι οποίες του είχαν ανατεθεί αρμοδίως προς χειρισμό από τον αναιρεσείοντα Δήμο, ενώ άλλωστε δεν διαλαμβάνει περαιτέρω παραδοχή περί του εάν οι πιο πάνω περιορισμοί ως προς την ευχέρεια χειρισμού υποθέσεων εκ μέρους του αναιρεσίβλητου είχαν τεθεί υπόψη της αρμοδίας επιτροπής προσλήψεων δικηγόρου με σχέση έμμισθης εντολής (Ν. 1649/1986) ή των αρμοδίων οργάνων του Δήμου, πριν την κατάρτιση της από 23.4.2007 σύμβασης έμμισθης εντολής μεταξύ των διαδίκων, υποπίπτοντας έτσι στις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες.
Επομένως κατά παραδοχή ως βάσιμων των περί τούτου από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτου και δευτέρου λόγων αναίρεσης, όπως ο δεύτερος λόγος συμπληρώνεται αυτεπαγγέλτως ως προς την εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 63 παρ. 5 του Κώδικα περί Δικηγόρων με την παρούσα απόφαση (άρθ. 562 παρ. 4 του ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται στην ένδικη αίτηση αναίρεσης, ως εκ του χρόνου άσκησης αυτής μετά την 1.1.2016), παρελκούσης της έρευνας του από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τρίτου λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή (άρθ. 580 παρ.3 του ΚΠολΔ).
Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Δήμου που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας αυτού (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 281 του Ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων".
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 26/17.3.2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Δήμου για την παρούσα δίκη, τα οποία ορίζει συνολικά στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ