1448/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1448/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, οι μη ασφαλισμένοι με υποθήκη, ενέχυρο ή ειδικό προνόμιο πτωχευτικοί πιστωτές στερούνται του δικαιώματος να εγείρουν αγωγή κατά του συνδίκου της πτωχεύσεως των απαιτήσεών τους εις βάρος του πτωχού, γεγενημένων και απαιτητών κατά το χρόνο της δημοσιεύσεως της αποφάσεως της κηρυττούσης την πτώχευση.
Full text
Απόφαση 1448 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1448/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Γεώργιο Αποστολάκη και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Α. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σακελλαρίου. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και ήδη "...", που ..., εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-5-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1056/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 2883/2015 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-11-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Κυριάκος Οικονόμου ανέγνωσε την από 12-4-2018 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 του ΚΠολΔ. προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος. ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Εξ άλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 1 εδ. 3 και 4 ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος, αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά την ορισθείσα δικάσιμο. Κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (ΑΠ 38/2017).
Εν προκειμένω, από την υπ' αριθ.11278Β της 28-11-2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ν. Α., που υπάρχει στο φάκελλο δικογραφίας, προκύπτει ότι με επίσπευση της αναιρεσίβλητης επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση προς συζήτηση κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 30-1-2017, κατά την οποία παρέστησαν οι διάδικοι με τους προς τούτο εξουσιοδοτηθέντες πληρεξουσίους δικηγόρους τους και η συζήτηση της υποθέσεως ανεβλήθη για την 23-10-2017, κατά την οποία παρέστη μόνο ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος και η συζήτηση ανεβλήθη εκ του πινακίου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, Η αναιρεσίβλητη όμως δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της προκειμένης υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου στην ως άνω δικάσιμο. Επομένως, πρέπει, συμφώνως προς την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, να δικασθεί ερήμην και να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της, χωρίς να απαιτείται νέα κλήτευση αυτής, αφού η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο επέχει θέση κλητεύσεως προς όλους τους διαδίκους (αρθρ. 226 παρ. 4 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 534, 637,644-652 και 666 του ΕμπΝ - οι οποίες εφαρμόζονται στην επίδικη περίπτωση, που δεν καταλαμβάνεται από τις ρυθμίσεις του Πτωχευτικού Κώδικα (Ν. 3588/2007) - προκύπτει ότι από της δημοσιεύσεως της κηρυττούσης την πτώχευση αποφάσεως οι πτωχευτικοί πιστωτές δηλαδή οι κατά τον χρόνο της δημοσιεύσεως της κηρυττούσης την πτώχευση αποφάσεως έχοντες ενοχικές αξιώσεις προς παροχή χρηματική ή χρηματικώς αποτιμητή, από την περιουσία του πτωχεύσαντος, στερούνται του δικαιώματός των κατά τις κοινές διατάξεις ατομικών διώξεων προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων εναντίον του πτωχεύσαντος, υποχρεούμενοι να αναγνωρίζουν τις απαιτήσεις τους κατά τη διαδικασία της επαληθεύσεως (582 ΕμπΝ), εξαιρουμένων μόνο των δι` υποθήκης, ενεχύρου ή ειδικού προνομίου ασφαλισμένων πιστωτών.
Επομένως, οι μη ασφαλισμένοι με υποθήκη, ενέχυρο ή ειδικό προνόμιο πτωχευτικοί πιστωτές στερούνται του δικαιώματος να εγείρουν αγωγή κατά του συνδίκου της πτωχεύσεως των απαιτήσεών τους εις βάρος του πτωχού, γεγενημένων και απαιτητών κατά το χρόνο της δημοσιεύσεως της αποφάσεως της κηρυττούσης την πτώχευση.
Εξ άλλου, οι ως άνω διατάξεις, που επιβάλλουν την αναστολή των ατομικών διώξεων των πιστωτών από το χρόνο της δημοσιεύσεως της κηρυττούσης την πτώχευση και την υποχρέωσή τους να ακολουθήσουν τη διαδικασία της επαληθεύσεως, είναι αναγκαστικού δικαίου λόγω του γενικοτέρου σκοπού που υπαγόρευσε τη θέσπισή τους, εγκειμένου στην ικανοποίηση των πτωχευτικών πιστωτών κατά τρόπο εξασφαλίζοντα την τήρηση της αρχής της μεταξύ αυτών ισότητας (ΑΠ 808/1990).
Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 16 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, πρέπει δε, για να είναι ο λόγος αυτός ορισμένος, να καθορίζεται στο αναιρετήριο με σαφήνεια το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ` αυτή με δύναμη δεδικασμένου εν όψει του αντικειμένου της νέας δίκης και οι παραδοχές του δικαστηρίου κατά τη νέα δίκη με τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά κατ` αυτή και προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να κριθεί αν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις του ΚΠολΔ για το δεδικασμένο με ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή αυτών (ΑΠ 1343/2013,1509/2002, 1098/2011).
Εξ άλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 562 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη.
Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπ' όψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον προβαλλόμενο λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται τόσο το περιεχόμενο του, όσο και ο νόμιμος τρόπος που προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο δικαστήριο της ουσίας. Το γεγονός δε ότι ο σχετικός ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπ' όψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν σημαίνει και ότι ο κανόνας είναι δημοσίας τάξεως, διότι ναι μεν η εφαρμογή του νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως, εφ' όσον στην έννοια της δημοσίας τάξεως περιλαμβάνονται οι κανόνες με τους οποίους η πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του εννόμου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές και κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα γενική περί δικαίου συνείδηση.
Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι παραδεκτοί το πρώτο στον Άρειο Πάγο εφ' όσον τα πραγματικά περιστατικά που τους στηρίζουν προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και αυτό προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του (ΟλΑΠ 15/2000,ΑΠ1147/2017, 966/2017, 201/2017). Ειδικότερα, μολονότι κατά το άρθρ. 332 ΚΠολΔ το δεδικασμένο λαμβάνεται υπ' όψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, δεν αφορά, ωστόσο, στη δημόσια τάξη, αφού οι σχετικές μ` αυτό διατάξεις εξυπηρετούν τα ιδιωτικά πρωτίστως συμφέροντα και όχι άλλα ανώτερα κοινωνικά συμφέροντα.
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αμφότερα τα τμήματα αυτού, προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 534, 634, 637, 644-652, 665 και 666 ΕμπΝ και παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη αγωγή, εντεύθεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 και 14 ΚΠολΔ, δοθέντος ότι παραβιάσθηκαν κανόνες δημοσίας τάξεως που αφορούν στην αναστολή των ατομικών διώξεων, λόγω της κηρύξεως τούτου τελεσιδίκως σε κατάσταση πτωχεύσεως και η ένδικη αξίωση αποζημιώσεως της αναιρεσίβλητης, ως πτωχευτικής πιστώτριας, αφορά αποκλειστικώς στην πτωχευτική περιουσία.
Εξ άλλου, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, καθ' όσον το Εφετείο, υποχρεώνοντας τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη από κοινού και εις ολόκληρον με την τρίτη εναγομένη το ποσό των 313.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο παρέβη το δεδικασμένο που δημιουργήθηκε από την απόρριψη των ιδίων ακριβώς απαιτήσεών της κατά τη διαδικασία της επαληθεύσεως των πιστωτών στην εις βάρος του διαδικασία πτωχεύσεως.
Τέλος, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων επικουρικώς ισχυρίζεται ότι η αναιρεσιβαλλομένη υπέπεσε και στην πλημμέλεια της του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, καθώς παρεβίασε τις δημοσίας τάξεως διατάξεις του ΕμπΝ περί πτωχευτικού συμβιβασμού και δεν έλαβε υπ' όψη του τον επιτευχθέντα πτωχευτικό συμβιβασμό, επικυρωθέντα με την υπ' αριθ.493/2008 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και τον περιορισμό των απαιτήσεων όλων των πιστωτών, επομένως και των ενδίκων, στο 15%.
Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως προβαλλόμενοι το πρώτο ενώπιον του Αρείου Πάγου, είναι απαράδεκτοι, καθ' όσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα πρόταση, ο περί αναστολής των ατομικών διώξεων λόγω πτωχεύσεως του οφειλέτη ισχυρισμός, ο περί δεδικασμένου και ο περί επικυρώσεως του πτωχευτικού συμβιβασμού, ως αφορώντες στη δημόσια τάξη, δύνανται μεν να προταθούν για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου εφ' όσον, όμως, τα προς θεμελίωση αυτών επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά είχαν προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και γίνεται επίκληση (στο αναιρετήριο δικόγραφο) από τον αναιρεσείοντα της εν λόγω προβολής, ή προκύπτουν από την προσβαλλομένη απόφαση, δηλαδή αποτελούν παραδοχές αυτής (πρβλ.
ΑΠ 808/1990), προϋποθέσεις, οι οποίες, όμως, δεν συντρέχουν εν προκειμένω. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη, και να διαταχθεί η εισαγωγή των κατατεθέντων από τον αναιρεσείοντα παραβόλων, λόγω της ήττας του, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Σημειωτέον ότι δεν τίθεται ζήτημα δικαστικής δαπάνης, εφ' όσον η αναιρεσίβλητη απολείπεται και δεν υπάρχει σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16-11-2015 αίτηση του Ι. Α. για αναίρεση της υπ' αριθ. 2883/2015 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή των κατατεθέντων από τον αναιρεσείοντα παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ