Legislator Case Law & Legislation
1448/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as abuse of right under Article 281 of the Civil Code due to 26-year delay.

Case Number 1448/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Thessaloniki Court of Appeals' decision regarding a property dispute. The State sought to overturn a 26-year-old judgment after unilaterally revoking a land concession, arguing the lower court erred in law. The court held that exercising the right of appeal 26 years after the original sale and 21 years after the revocation constituted an abuse of right under Article 281 of the Civil Code, violating good faith and social purpose.

Legislator headnote

AI generated

Article 281 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The right of appeal is considered an abuse of right when exercised after a significant delay that creates a legitimate expectation of stability in the legal situation, thereby violating good faith and the social purpose of the right.

Keywords

AI generated
abuse of right Article 281 Civil Code good faith principle excessive delay legal certainty property dispute appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court of Greece, Civil and Criminal Section, Judgment 5/2011
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1448 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1448/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος-καλούντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Νικολέτα Παπαρούνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσίβλητων-καθ’ ων η κλήση: 1)Α. χας Ν. Τ., 2)Μ. Τ. του Ν., 3)Δ. Τ. του Ν., απάντων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Απόστολο Φωτιάδη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/12/1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 20/9/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 116/2006 του ιδίου Δικαστηρίου και 74/2009 του Εφετείου Θράκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 12/10/2010 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 189/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη την συζήτηση. Με την από 8-6-2015 κλήση του αναιρεσείοντος επανήλθε προς συζήτηση η υπόθεση.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 12-12-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή το ορθό όνομα της πρώτης αναιρεσίβλητης είναι Α. χήρα Ν. Τ. και όχι χήρα Σ. Τ. που αναγράφεται στο αναιρετήριο, όπως αυτό έγινε δεκτό με την προεκδοθείσα υπ’ αριθμ. 189/2013 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, αλλά και αναγράφεται στην ένδικη προς συζήτηση κλήση. Περαιτέρω κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικώς και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως, που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (Ολ ΑΠ 5/2011).

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου (Ολ ΑΠ 91/2011).

Το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματος του, γιατί η υπέρβαση των ορίων που θέτει ο νόμος στην άσκηση των δικαιωμάτων, είναι προφανής όταν προκαλεί την εντύπωση έντονης αδικίας σε σχέση με το όφελος του δικαιούχου από την ικανοποίηση του δικαιώματός του.

Σε κάθε περίπτωση τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου αν συνιστούν ή όχι κατάχρηση δικαιώματος με την προαναφερόμενη έννοια. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.

Τούτο συμβαίνει αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία, από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που, ανελέγκτως, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ’ αριθμ. 74/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης (άρθρ. 562 παρ 2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο μετά από επικύρωση της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης απέρριψε την αναγνωριστική αγωγή κυριότητας επί ακινήτου των αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος, καθώς και την συνεκδικασθείσα αντίθετη για το ίδιο ακίνητο, αγωγή του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου λόγω αποδοχής, ως βάσιμης της κατ’ αυτού ασκηθείσας από τους αναιρεσίβλητους, ενστάσεως περί καταχρηστικής ασκήσεως, του καταχθέντος, από αυτό, σε δίκη, δικαιώματος.

Η προσβαλλομένη σχετικά με την αποδοχή της ενστάσεως αυτής, που αποτελεί και το αντικείμενο της αναίρεσης, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

"Στην προκειμένη περίπτωση, όπως έχει ήδη εκτεθεί, ο δικαιοπάροχος των εφεσιβλήτων Ν. Τ., ο οποίος είχε εγκατασταθεί στο επίδικο ακίνητο ήδη από τη δεκαετία του 1960, μετά την πώλησή του προς αυτόν από το εκκαλούν-ενάγον, αντί τιμήματος 44.536 δρχ. και την έκδοση επ’ ονόματί του, του ως άνω παραχωρητηρίου στις 22-8-1972, πιστεύοντας καλόπιστα ότι είχε αποκτήσει την κυριότητά του, ανήγειρε σ’ αυτό οικία στην οποία εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του, προέβη δε και σε επιπλέον δαπάνες για την περίφραξη αυτού και εν γένει για εργασίες εξωραϊσμού του, νεμόμενος ο ίδιος αδιατάρακτα μέχρι το θάνατό του (29-12-1974) και έκτοτε οι εφεσίβλητοι, ως εξ’ αδιαθέτου κληρονόμοι του, συνεχώς μέχρι τις 29-5-1978, οπότε επιδόθηκε στην πρώτη εξ’ αυτών το από 12-4-1978 πρωτόκολλο καθορισμού αποζημιώσεως αυθαιρέτου χρήσεως του Οικονομικού Εφόρου Αλεξανδρούπολης που είχε εκδοθεί εις βάρος του ήδη θανόντος συζύγου της, οπότε πληροφορήθηκαν αυτοί για πρώτη φορά την ανάκληση του παραχωρητηρίου(δεν αποδείχθηκε προηγούμενη επίδοση προς αυτούς της ανακλητικής του παραχωρητηρίου υπουργικής απόφασης).

Με τα δεδομένα αυτά η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος του εκκαλούντος-ενάγοντος και η διεκδίκηση του επιδίκου, είκοσι έξι χρόνια μετά την πώλησή του προς τον δικαιοπάροχο των εφεσιβλήτων με τίμημα που όρισε το ίδιο και είκοσι ένα έτη, μετά τη μονομερή εκ μέρους του ανάκληση του παραχωρητηρίου, για λόγους αναγόμενους όχι στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου των εφεσιβλήτων, αλλά στα όργανα του εκκαλούντος που δεν τήρησαν την προβλεπόμενη διαδικασία για την εκποίηση του επιδίκου, προφανώς υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η δε ένδικη αγωγή, του εκκαλούντος, ως καταχρηστική είναι απορριπτέα, ως αβάσιμη".

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την προδιαληφθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ενόψει του ότι υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτό και υπήχθησαν στην παραπάνω διάταξη, όπως η έννοια αυτής αναλύθηκε στη νομική σκέψη και του συμπεράσματος του νομικού του συλλογισμού.

Ειδικότερα τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά συνιστούν κατάχρηση, αφού η εκτιθέμενη συμπεριφορά του δικαιούχου αναιρεσείοντος Δημοσίου που δημιούργησε στους υποχρέους την εύλογη πεποίθηση ότι δε θα διεκδικηθεί το επίδικο που τους παραχωρήθηκε με παραχωρητήριο, που στη συνέχεια, χωρίς δική τους υπαιτιότητα ανακλήθηκε και η ανατροπή της καταστάσεως που είχε δημιουργηθεί και που είχε επαχθείς συνέπειες για τους υπόχρεους, ο δικαιοπάροχος των οποίων εξόφλησε το ορισθέν για την παραχώρηση τίμημα και με δαπάνες του ανήγειρε οικία στο επίδικο, το οποίο προσέτι περιέφραξε και εξωράισε, καθιστά την επιδιωκόμενη με την ένδικη αγωγή ανατροπή της καταστάσεως που είχε δημιουργηθεί και που διατηρήθηκε για διάστημα είκοσι έξι ετών και που δεν αναιρέθηκε από τα εκδοθέντα και ακυρωθέντα πρωτόκολλα αποζημιώσεως για αυθαίρετη χρήση, αντίθετη προς τα τασσόμενα από το άρθρο 281 ΑΚ όρια.

Ενόψει τούτων ο υποστηρίζων τα αντίθετα και από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ μοναδικός λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12 Οκτωβρίου 2010 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά των Α. χήρας Ν. Τ., Μ. Τ. του Ν. και Δ. Τ. του Ν., για αναίρεση της υπ’ αριθμ 74/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2015 .

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Δεκεμβρίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ