Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for failure to restate claims per Article 240 of Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Court of First Instance's judgment in a traffic accident case involving a pedestrian and a motorcyclist. The appellants argued that the lower court erred by failing to declare certain claims inadmissible due to vagueness, but the Court found they had not properly restated these arguments before the appellate court. The Court ruled that the appellants failed to comply with Article 240 of the Civil Procedure Code, which requires a concise summary of previously submitted claims with page references, rendering their third ground of appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArt. 240 ΚΠολΔ; Art. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ: Claims not restated with a concise summary and page references in the appellate petition are deemed inadmissible, and the entire appeal must be dismissed if such procedural defects exist.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1448 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1448/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Κ. Γ. του Γ., κατοίκου ... και 2. Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕRGO A.A.E.Z." (πρώην "VICTORIA Α.Α.Ε.Ζ.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, αμφότεροι οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Δημήτρη Κρεμεζή και κατάθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ι. Π. του Η., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ανδρέα Ξενικάκη, αφού ανακάλεσε την παράσταση του βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-10-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:3964/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3258/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί οι αναιρεσείοντες με την από 27-10-2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Σακκάς, ανέγνωσε την από 10-10-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 38 παρ. 4 ν.2696/1999 (ΚΟΚ), οι πεζοί προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα, υποχρεούνται: α) αν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να τις χρησιμοποιούν, ... γ)αν στη διάβαση δεν υπάρχουν φωτεινοί σηματοδότες πεζών, αλλά η κυκλοφορία ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες οχημάτων ή από τροχονόμους και δίνεται σήμα για να προχωρήσουν τα οχήματα, να μην κατέρχονται στο οδόστρωμα, δ)σε διαβάσεις που η κυκλοφορία τόσο των πεζών όσο και των οχημάτων δεν ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες, να μην κατεβαίνουν στο οδόστρωμα πριν λάβουν υπόψη τους την απόσταση και την ταχύτητα των οχημάτων τα οποία πλησιάζουν, ε)αν δεν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να μην κατεβαίνουν σ' αυτό αν δεν βεβαιωθούν ότι δεν ια παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων, στη συνέχεια δε να διασχίζουν το οδόστρωμα κάθετα προς τον άξονά του και στ)σε ισόπεδους οδικούς κόμβους, στους οποίους η κυκλοφορία ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες οχημάτων ή τροχονόμους, να διασχίζουν το οδόστρωμα βαδίζοντας παράλληλα με τα κινούμενα οχήματα.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 50 του ίδιου νόμου, τεκμαίρεται υπαιτιότητα του τρίτου που ζημιώθηκε από την κυκλοφορία οδικού οχήματος, το οποίο οδηγείται κατά τις περί κυκλοφορίας διατάξεις, αν αυτός παραβίασε κατά την επέλευση της ζημίας, τις διατάξεις αυτές. Με την τελευταία διάταξη εισάγεται τεκμήριο υπαιτιότητας του ζημιωθέντος.
Άρα οι εναγόμενοι (κύριος κάτοχος οδηγός και ασφαλιστής) βάσει αγωγής στηριζομένης στο ν. ΓπΝ/1911, πρέπει να προτείνουν κατ' ένσταση και να αποδείξουν τις προϋποθέσεις του τεκμηρίου και ειδικότερα τα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η από τον οδηγό τήρηση και τον παθόντα παράβαση των διατάξεων του ΚΟΚ.
Το τεκμήριο αυτό είναι μαχητό και συνεπώς επιτρέπεται η ανταπόδειξη. Κατά συνέπεια ο ενάγων θα ισχυρισθεί και αποδείξει, είτε πταίσμα του οδηγού, προβάλλοντας ότι αυτός, μολονότι δεν παρέβη τις διατάξεις του ΚΟΚ, θα μπορούσε καταβάλλοντας την επιμέλεια συνετού οδηγού να αποφύγει το ατύχημα, ή με τη διενέργεια κατάλληλου ελιγμού, ή με έγκαιρη τροχοπέδηση, είτε έλλειψη αιτιώδους συναφείας μεταξύ της παραβάσεως των διατάξεων του ΚΟΚ από τον ίδιο (ενάγοντα)και του ατυχήματος.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 562 παρ. 2ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α)για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β)για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ)για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη,.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο αναιρετικός λόγος είναι αόριστος, όταν δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο αναιρεσείων πρότεινε στο Εφετείο τον πιο πάνω ισχυρισμό ή ότι συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από τις αναφερόμενες στο ανωτέρω άρθρο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθ. 1.ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρέλειψε να εφαρμόσει το ανωτέρω άρθρο 50 του ΚΟΚ, που καθιερώνει τεκμήριο υπαιτιότητα σε βάρος του παθόντος. Στο αναιρετήριο όμως δεν γίνεται επίκληση ότι προβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η ανωτέρω ένσταση. Επομένως ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι προεχόντως αόριστος και πρέπει να απορριφθεί.
2. Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ν. ΓπΝ/1911, 297, 298, 300, 330 και 914 Α.Κ. συνάγεται, ότι αναγκαία προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση σε σύγκρουση αυτοκινήτων είναι η υπαιτιότητα του οδηγού που προκάλεσε τη ζημία καθώς και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του οδηγού αυτού και της σύγκρουσης από την οποία προκλήθηκαν οι ζημίες.
Τέτοιος σύνδεσμος πρόσφορος για την επέλευση του αποτελέσματος υπάρχει όταν η σχετική πράξη η παράλειψη του ζημιώσαντος ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να προκαλέσει τη ζημία. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.
Όμως η κρίση για το αν τα πραγματικά περιστατικά που κυριαρχικά διαπίστωσε το δικαστήριο της ουσίας επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του αποτελέσματος που επήλθε υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Περαιτέρω, η ύπαρξη της υπαιτιότητας ή της συνυπαιτιότητας, καθώς και ο βαθμός πταίσματος των υπαίτιων οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, δεν αναιρούνται από μόνο το γεγονός ότι ένας από τους οδηγούς αυτούς παραβίασε τις διατάξεις του ΚΟΚ αφού μονή η παραβίαση των διατάξεων αυτού από τους οδηγούς δεν θεμελιώνει αυτή καθαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος.
Αποτελεί απλά στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παράβασης και του αποτελέσματος που επήλθε. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (απαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης.
Ο λόγος άρα δεν ιδρύεται, όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στην αιτιολόγηση απλά του αποδεικτικού πορίσματος , εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια. Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., μπορεί να εξεταστεί και ως λόγος από το εδάφιο 19 του ίδιου άρθρου και κώδικα γιατί περιέχει σιωπηρά και παράπονο για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 823/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 17-7-2006 και περί ώρα 10:30 ο πρώτος εναγόμενος Κ. Γ. οδηγούσε την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέττα ιδιοκτησίας του, η οποία ήταν ασφαλισμένη για τις προς τρίτους ζημίες στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "VICTORIA AAEZ" και εκινείτο επί της λεωφόρου Κατεχάκη, στην αριστερή λωρίδα αυτής, με κατεύθυνση από Ηλιούπολη προς τη λεωφόρο Μεσογείων.
Πρέπει να σημειωθεί, ότι η λεωφόρος Κατεχάκη έχει τρεις λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, είχε συνεχή ροή οχημάτων και στο σημείο της Πολυτεχνειούπολης δεν υπάρχουν διαβάσεις πεζών ούτε σηματοδοτούμενες ούτε με διαγράμμιση, οι δε σηματοδότες αφορούν αποκλειστικά την έξοδο των οχημάτων από την Πολυτεχνειούπολη.
Τη στιγμή κατά την οποία, ο πρώτος εναγόμενος είχε περάσει τους σηματοδότες, οι οποίοι είχαν πράσινο φως ως προς την πορεία του, (βλ. την από 17-7-2006 προανακριτική κατάθεση της αυτόπτου μάρτυρος Χ. Μ.), η ενάγουσα είχε κατέλθει πεζή και εκινείτο κάθετα στο οδόστρωμα της οδού από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του και αφού διέσχισε τη δεξιά και τη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας και πέρασε μπροστά από κινούμενο στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας αυτοκίνητο, βρέθηκε έμπροσθεν της πορείας του πρώτου εναγομένου και παρά την τροχοπέδηση που ενήργησε, την παρέσυρε με το εμπρόσθιο μέρος της μοτοσικλέττας σε απόσταση 33 μέτρων (βλ.
μήκος αποξέσεων στην έκθεση αυτοψίας και σχεδιάγραμμα), τραυματίζοντας την. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι καταθέσεις των γονέων της, από το αυτοκίνητο των οποίων κατήλθε η ενάγουσα και συγκεκριμένα ότι οι σηματοδότες είχαν ερυθρό φως και δεν υπήρχε ροή αυτοκινήτων, έρχονται σε αντίθεση με την κατάθεση της αυτόπτου μάρτυρος, η οποία είναι τρίτη ως προς τα διάδικα μέρη και η κατάθεση της είναι αντικειμενική και σαφής, δεν κρίνονται πειστικές ως προς το σημείο αυτό.
Υπό τα περιστατικά αυτά το ένδικο ατύχημα και ο εντεύθεν τραυματισμός της ενάγουσας οφείλεται κατά κύριον λόγο στην κατά τα ανωτέρω αμελή οδική συμπεριφορά της πεζής, η οποία επεχείρησε να διασχίσει τη λεωφόρο Κατεχάκη χωρίς να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων επί της λεωφόρου και χωρίς να αντιληφθεί έτσι την κίνηση της μοτοσυκλέττας, η οποία ήταν άλλως ορατή και να αναμείνει τη διέλευση αυτής, παρεμβλήθηκε στην πορεία της μοτοσυκλέττας, ο οδηγός της οποίας, παρά την τροχοπέδηση που ενήργησε δεν μπόρεσε να την αποφύγει και την παρέσυρε τραυματίζοντας την.
Συνυπαίτιος όμως του ενδίκου ατυχήματος και μάλιστα κατά ποσοστόν 20% είναι και ο οδηγός της μοτοσυκλέττας, πρώτος εναγόμενος, ο οποίος λόγω μη καταβολής της απαιτουμένης επιμελείας, δεν είχε τον έλεγχο και την εποπτεία επί του οχήματος που οδηγούσε και δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα την ενάγουσα, η οποία πεζή είχε διασχίσει ήδη δύο λωρίδες κυκλοφορίας της λεωφόρου Κατεχάκη, κινούμενη από δεξιά προς τα αριστερά ως προς την πορεία του, ούτε ρύθμισε κατάλληλα την ταχύτητα του και δεν μπόρεσε να την αποφύγει αλλά την παρέσυρε όπως προαναφέρθηκε, τραυματίζοντας την".
Με αυτές τις παραδοχές το Εφετείο δεν παραβίασε της ανωτέρω διατάξεις, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αναφορικά με την αιτιώδη συνάφεια της παραπάνω υπαίτιας συμπεριφοράς του οδηγού της ζημιογόνου μοτοσυκλέτας και του τραυματισμού της αναιρεσίβλητης. Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν. Επομένως, ο πρώτος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του και ο δεύτερος λόφος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθούν.
3. Κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τους περιέχουν οι προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης προσκομίζοντας απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προς τους μη προταθέντες ισχυρισμούς εξομοιώνονται και οι ισχυρισμοί που προτάθηκαν απαραδέκτως, όπως όταν η επαναφορά τους στην κατ' έφεση δίκη δεν γίνεται κατά τρόπο που ορίζει η ανωτέρω διάταξη. Επομένως, η συρραφή και ενσωμάτωση ολόκληρου του κειμένου των προτάσεων που είχαν υποβληθεί στο πρωτόδικο δικαστήριο, στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, χωρίς ειδική μνεία στις τελευταίες των ισχυρισμών που επαναφέρονται σε σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των πρώτων, που τους περιέχουν, δεν συνιστά νόμιμο τρόπο επαναφοράς των ισχυρισμών (ΑΠ 1018/2008, 1917/2008, 824/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην αναιρεσιβαλλόμενη την αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 144 ΚΠολΔ, διότι παρέλειψε να κηρύξει απαράδεκτο της αγωγής λόγω αοριστίας των αιτημάτων της δαπάνης για νοσηλεία, για υπηρεσίες της μητέρας της αναιρεσίβλητης και της αποζημιώσεως κατ' άρθρο 931 ΑΚ. Όπως προκύπτει από τις προτάσεις των αναιρεσειόντων ενώπιον του Εφετείου, οι οποίες παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, ως διαδικαστικό έγγραφο (άρθρ. 561 παρ. 2ΚΠολΔ), αυτοί ενσωμάτωσαν τις πρωτόδικες προτάσεις στις προτάσεις τους ενώπιων του Εφετείου, χωρίς όμως να επαναφέρουν τον παραπάνω ισχυρισμό τους με αναφορά σύντομης περίληψης αυτού και τω σελίδων που τον περιέχουν. Δηλαδή δεν επανέφεραν αυτόν νομίμως, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ. Κατ' ακολουθίαν, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, προεχόντως απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε και προτάσεις (αρθρ. 176 και 183ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-10-2011 αίτηση των Κ. Γ. κ.λ.π. για αναίρεση της 3258/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 1 Ιουλίου 2013
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ