1448/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1448/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε, κατ' εκτίμηση, να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να καταβάλουν σ' αυτόν με την ως άνω ιδιότητά του, το ανωτέρω ποσό ως αποζημίωση για την ζημία την οποία υπέστη η εταιρεία εκ της παράνομης και υπαίτιας απόκρυψης των εταιρικών βιβλίων και επιπλέον το χρηματικό ποσό των 10.388,85 ευρώ που είχε καταβάλει σ' αυτές "προκειμένου να προβούν στην λύση της εταιρίας και την διακοπή των εργασιών αυτής ...
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1448 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1448/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ε. Γ. του Χ., και 2. Μ. Γ. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Κυριακή Τζωρτζίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Δ. Δ. του Α., κατοίκου ..., ως διαχειριστή της παρακάτω εταιρείας, 2. υπό εκκαθάριση εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΧΡΥΣΑΛΛΙΣ ΕΙΣΑΓΩΓΑΙ ΕΞΑΓΩΓΑΙ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ιωάννα Λαγουμίδου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-5-2006 αγωγή του ήδη α' αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4726/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 1309/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-6-2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 23-5-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 1309/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κατ' αποδοχή της εφέσεως της ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας εξαφανίσθηκε η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και ακολούθως έγινε δεκτή η αγωγή της τελευταίας και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενες και ήδη αναιρεσείουσες να της καταβάλουν εις ολόκληρον καθεμία το ποσό των 37.198,84 ευρώ ως αποζημίωση για αντισυμβατική και αδικοπρακτική συμπεριφορά τους. Με το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ που ορίζει ότι η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, δεν εισάγεται νέος ειδικός λόγος αναίρεσης πέρα από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 559 (ή στο άρθρο 560) του ίδιου Κώδικα. Ο δε κατά το εν λόγω άρθρο αναιρετικός έλεγχος, ανάγεται στην έρευνα, αν η λανθασμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, οδηγεί σε σφάλμα που ιδρύει έναν από τους περιοριστικά αναφερόμενους στα ως άνω άρθρα 559 ή 560 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου αυτής, ιστορείται ότι η νομίμως εκπροσωπούμενη από τον διαχειριστή αυτής Δ. Δ. εταιρεία με την επωνυμία "Χρυσαλλίς Εισαγωγαί-Εξαγωγαί-Εταιρεία Περιωρισμένης ευθύνης", η οποία τελεί ήδη σε εκκαθάριση, κατόπιν συμβάσεως καταρτισθείσης αρχικά με την πρώτη εναγομένη και από το έτος 1992 και με την δεύτερη εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσες), ανέθεσε σ' αυτές, δια του ως άνω διαχειριστή της, την τήρηση όλων των βιβλίων για την εφορία και την εκτέλεση των σχετικών εργασιών που ήταν αναγκαίες για την ευόδωση του σκοπού της, έναντι αμοιβής καταβαλλομένης σε τραπεζικό λογαριασμό τους, ότι μετά το τέλος του έτους 2000 λόγω της παύσης οιασδήποτε δραστηριότητας της εταιρείας αποφασίσθηκε η λύση της και ο ανωτέρω, ενεργώντας με την ως άνω ιδιότητά του, ζήτησε από τις αναιρεσείουσες να προβούν στις απαραίτητες ενέργειες για το κλείσιμο αυτής, ότι το έτος 2005, οπότε οχλήθηκε από την ΔΟΥ Ζωγράφου για την διενέργεια ελεγκτικών επαληθεύσεων της εταιρείας για τα έτη 1998, 1999 και 2000, ζήτησε από τις εναγόμενες να του παραδώσουν τα βιβλία και στοιχεία της εταιρείας, πλην όμως οι τελευταίες δεν του τα παρέδωσαν, φοβούμενες προφανώς ότι θα αποκαλυπτόταν η μη τήρηση εκ μέρους τους των συμβατικών υποχρεώσεών τους, όπως εκ των υστέρων διαπιστώθηκε πράγματι, διατεινόμενες αναληθώς ότι τα είχαν παραδώσει στον αδελφό του ότι εξαιτίας της μη παραδόσεως των βιβλίων, επιβλήθηκαν στην εταιρεία τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά πρόστιμα, ύψους μετά τον γενόμενο συμβιβασμό 27.709,99 ευρώ, το οποίο είναι υποχρεωμένος υπό την ως άνω ιδιότητά του να καταβάλει στην εφορία.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε, κατ' εκτίμηση, να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να καταβάλουν σ' αυτόν με την ως άνω ιδιότητά του, το ανωτέρω ποσό ως αποζημίωση για την ζημία την οποία υπέστη η εταιρεία εκ της παράνομης και υπαίτιας απόκρυψης των εταιρικών βιβλίων και επιπλέον το χρηματικό ποσό των 10.388,85 ευρώ που είχε καταβάλει σ' αυτές "προκειμένου να προβούν στην λύση της εταιρίας και την διακοπή των εργασιών αυτής ...
εργασίες που δεν έκαναν". Υπό τα ως άνω εκτιθέμενα περιστατικά, είναι αρκούντως σαφές, ότι η αγωγή εγείρεται από την υπό εκκαθάριση τελούσα εταιρεία, εκπροσωπούμενη από το διαχειριστή και εκκαθαριστή αυτής και όχι από τον τελευταίο ατομικά και για δικό του λογαριασμό, όπως ορθά έκρινε σχετικά και το Εφετείο, κατ' αποδοχή της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου και εξαφάνιση της αντιθέτως κρίνασας απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Επομένως, οι πρώτος, τέταρτος (κατ' ορθή υπαγωγή) και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείουσες ψέγουν το Εφετείο για την παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου της ένδικης αγωγής, λόγω έλλειψης επίκλησης των στοιχείων νομιμοποίησης της ενάγουσας είναι αβάσιμος.
Συνακόλουθα και ο τρίτος αναιρετικός λόγος, κατ' επίκληση από το άρθρο 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες μέμφονται το Εφετείο ότι επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, με το να υποχρεώσει αυτές να καταβάλουν εις ολόκληρον κάθε μία στην ως άνω ενάγουσα εταιρεία, νομίμως εκπροσωπούμενη από τον ενάγοντα διαχειριστή αυτής το επιδικασθέν ποσό, αν και με την ένδικη αγωγή ο τελευταίος ζήτησε την καταβολή του ποσού αυτού ατομικά στον ίδιο, είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος από την ανωτέρω διάταξη αναιρετικός λόγος, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως, προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Α.Π. 41/2010). Εξάλλου, ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Δυνάμει της υπ' αριθμ. .../24-2-1987 πράξεως της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαγδαληνής Βαϊοπούλου, νομίμως καταχωρηθείσης στα βιβλία του Πρωτοδικείου Αθηνών ... και δημοσιευθείσης στο υπ' αριθμ. 173/27-2-1987 ΦΕΚ συνεστήθη η εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΧΡΥΣΑΛΛΙΣ ΕΙΣΑΓΩΓΑΙ - ΕΞΑΓΩΓΑΙ - ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΩΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" με διάρκεια είκοσι ετών κεφάλαιο το ποσό των 200.000 δραχμών με εταίρους τους α) Α.
Χ. ... και β) Ε. συζ. Α. Χ. ..., ... µε ποσοστό συμμετοχής 50% έκαστος και διαχειριστή ως και εκπρόσωπο αυτής τον ενάγοντα (ήδη αναιρεσίβλητο). Η έδρα της ορίσθηκε επί της οδού ..., όπου ευρίσκετο και η κατοικία του ενάγοντος. Δια της υπ' αριθµ. .../14-2-2000 πράξεως της συμβολαιογράφου Βόλου Κερασιάς Καλογεροπούλου Καλτσογιάννη, νοµίµως καταχωρηθείσης στα οικεία βιβλία του Πρωτοδικείου Αθηνών ...
και δηµοσιευθείσης, τροποποιήθηκε το καταστατικό της εταιρείας και αυξήθηκε το κεφάλαιό της στο ποσό των 6.000.000 δραχµών, µετεβλήθη δε και ο τόπος της έδρας αυτής, ορισθέντος του επί της οδού ... γραφείου. Από της συστάσεως της εταιρείας η πρώτη των εναγομένων (ήδη πρώτη αναιρεσείουσα), δυνάμει συμβάσεως καταρτισθείσης μεταξύ αυτής και της εταιρείας, εκπροσωπούμενης από τον ενάγοντα, ανέλαβε την υποχρέωση τηρήσεως βιβλίων και λοιπών φορολογικών υποχρεώσεων αυτής αντί αμοιβής, από δε του έτους 1992 και εντεύθεν, την ίδια υποχρέωση ανέλαβε δυνάμει συμβάσεως μεταξύ αυτής και της εταιρείας εκπροσωπούμενης ως άνω, η δεύτερη των εναγομένων (ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα) βοηθούμενη από την πρώτη εξ αυτών.
Ο ενάγων, υπό την ιδιότητα του εκπροσώπου της εταιρείας, καθόλο αυτό το χρονικό διάστημα κατέβαλε την αμοιβή τους για τις υπ' αυτών εκτελούμενες, όπως του εδήλωναν, εργασίες σε τραπεζικό τους λογαριασμό. Περί τα τέλη του έτους 2000, επειδή η ανωτέρω εταιρεία έπαυσε να έχει οιαδήποτε εξαγωγική δραστηριότητα προς το Ισραήλ, ο ενάγων ζήτησε από τις εναγόμενες να προβούν στις απαιτούμενες νόμιμες ενέργειες προκειμένου να λυθεί η εταιρεία.
Έκτοτε και μέχρι τις 25-10-2005, όταν του επιδόθηκε από την ΔΟΥ Ζωγράφου, μέσω της ΔΟΥ Βόλου, όπου διέμενε μόνιμα από το 1990, πρόσκληση, με την οποία του εζητούντο, προς διενέργεια ελεγκτικών επαληθεύσεων, τα βιβλία και στοιχεία της ως άνω εταιρείας για τα έτη 1998, 1999 και 2000, ήταν πεπεισμένος ότι είχαν γίνει όλες οι νόμιμες ενέργειες για την λύση της εταιρείας από πλευράς εναγομένων.
Μετά την επίδοση της προσκλήσεως, επικοινώνησε αμέσως με τις εναγόμενες και τους ζήτησε τα βιβλία και τα ανωτέρω στοιχεία της εταιρείας για να τα προσκομίσει στη ΔΟΥ Ζωγράφου, πλην όμως οι τελευταίες τα απέκρυψαν και δεν του τα παρέδωσαν. Ακολούθως, από τον έλεγχο της ΔΟΥ Ζωγράφου, προέκυψε ότι οι εναγόμενες δεν είχαν δηλώσει το έτος 2000 την μεταβολή της έδρας της εταιρείας, στην οδό ..., ως άνω, δεν είχαν καταθέσει δηλώσεις ΦΠΑ και συγκεντρωτικές καταστάσεις προμηθευτών-πελατών για τα έτη 1998, 1999 και 2000, δεν είχαν διαφυλάξει τα βιβλία και στελέχη στοιχείων χρήσεως των ιδίων ετών, δεν είχαν υποβάλει την δήλωση του ΦΜΑΠ του έτους 1999 και δεν είχαν προβεί στη λύση της εταιρείας και την παύση των εργασιών της από το τέλος του έτους 2000, όπως τους είχε ζητηθεί.
Οι εναγόμενες ισχυρίζονται ότι τα βιβλία και τα ανωτέρω στοιχεία της εταιρείας παραδόθηκαν στον αδελφό του ενάγοντος, Μ. Δ., ισχυρισμός όμως που διαψεύδεται από τον τελευταίο ... . Τελικώς η ανωτέρω εταιρεία λύθηκε, με επιμέλεια του ενάγοντος δια της υπ' αριθμ. πράξεως της συμβολαιογράφου Βόλου Μαρίνας Κοζακίδη-Χρυσοχού, νομίμως κατατεθείσης στα οικεία βιβλία του Πρωτοδικείου Αθηνών ... .
Από το ίδιο, ως άνω, αποδεικτικό υλικό αποδεικνύεται ότι, επειδή απεκρύβησαν, ως άνω, από τις εναγόµενες και δεν υπήρχαν τα βιβλία της εταιρείας κατά την διάρκεια του ελέγχου και οι δηλώσεις φορολογίας εισοδήµατος των ετών 1998, 1999 και 2000 θεωρήθηκαν ανακριβείς από τη ΔΟΥ Ζωγράφου, συντάχθηκαν από αυτήν [ΔΟΥ Ζωγράφου] πράξεις προσδιορισµού φόρου µε µεγαλύτερα ποσά.
παρά τα στοιχεία που προσκόµισε ο ενάγων και επιβλήθηκαν χρηµατικά πρόστιµα εις βάρος της εταιρείας, ως ακολούθως ... συνολικώς δε ... 62.269,00 ευρώ, μετά δε από συμβιβασμό το ποσό μειώθηκε σε 26.809,99 ευρώ ..., το οποίο υποχρεούνται να του καταβάλουν οι εναγόµενες, υπό την άνω ιδιότητά του, ως αποζηµίωση λόγω αδικοπραξίας ... .
Αποδεικνύεται περαιτέρω ότι ο ενάγων, ενεργώντας υπό την ιδιότητα του διαχειριστού και εκπροσώπου της εταιρείας, κατέβαλε στις εναγόµενες για τα έτη 1998, 1999, 2000 και 2001, κατά τα οποία δεν ενήργησαν καµία εργασία σε σχέση µε τις φορολογικές υποχρεώσεις της εταιρείας, το ποσό των ... 3.540.000 δραχµών ή 10.388,85 ευρώ συνολικώς, το οποίο υποχρεούνται να του καταβάλουν οι εναγόµενες υπό την άνω ιδιότητά του, ως αποζηµίωση για τη µη εκπλήρωση της συµβάσεως, µη απαιτουµένου να ταχθεί προθεσµία για την εκπλήρωση της παροχής τους, διότι εξαιτίας της υπερηµερίας τους η εταιρεία, ήδη λυθείσα, δεν έχει συµφέρον στην εκτέλεση της συµβάσεως".
Με βάση δε τις ανωτέρω εκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο δέχθηκε ακολούθως την αγωγή της αναιρεσίβλητης και υποχρέωσε τις αναιρεσείουσες να καταβάλουν, εις ολόκληρον καθεμία στην τελευταία, νομίμως εκπροσωπούμενη από τον ενάγοντα διαχειριστή αυτής, το προαναφερθέν ποσό με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Έτσι που έκρινε το δικαστήριο της ουσίας, δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, δεχόμενο αδικοπρακτική συμπεριφορά των αναιρεσειουσών, συνιστάμενη στην παράνομη και υπαίτια απόκρυψη εκ μέρους τους των βιβλίων και στοιχείων της αναιρεσίβλητης εταιρείας, συνεπεία της οποίας ζημιώθηκε η τελευταία κατά το ποσό που αναγκάσθηκε να καταβάλει ως χρηματικά πρόστιμα για την παράβαση των σχετικών φορολογικών υποχρεώσεών της αλλά ούτε και την μη εφαρμοστέα εν προκειμένω διάταξη του άρθρου 334 ΑΚ την οποία ορθά δεν εφάρμοσε, δεχόμενο ατομική ευθύνη αμφοτέρων των αναιρεσειουσών και συνεπώς οι περί του αντιθέτου ένατος και ενδέκατος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
Επίσης το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξ αιτίας ελλείψεως αιτιολογίας ή ελαττώματος σ'αυτήν, αφού εξέθεσε στην προσβαλλόμενη, με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις, το από τις αποδείξεις πόρισμα, στο οποίο κατέληξε, οι αιτιολογίες δε αυτές στηρίζουν πλήρως και επαρκώς το διατακτικό της και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχό της.
Ειδικότερα, δεν ήταν αναγκαία για την επάρκεια της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης, η ειδικότερη αναφορά του περιεχομένου της συμβάσεως την οποία κατάρτισαν οι διάδικοι και η περαιτέρω εξειδίκευση των εξ αυτής απορρεουσών υποχρεώσεων των αναιρεσειουσών, πλέον της αναφερόμενης στην προσβαλλόμενη, ότι αυτές ανέλαβαν την τήρηση των βιβλίων και λοιπών φορολογικών υποχρεώσεων της εταιρείας και ότι σιωπηρά αποδέχθηκαν την πρόταση του αναιρεσιβλήτου να προβούν στις απαιτούμενες για τη λύση της εταιρείας ενέργειες, ούτε η ειδικότερη αναφορά των φορολογικών υποχρεώσεων της αναιρεσίβλητης εταιρείας και το καταβληθέν για κάθε μια εξ αυτών ποσό.
Εξάλλου, εφόσον κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, η ζημία της αναιρεσίβλητης εταιρείας επήλθε από την κοινή αδικοπρακτική (και αντισυμβατική) συμπεριφορά αμφοτέρων των αναιρεσειουσών, δεν ήταν αναγκαία η ειδικότερη αιτιολόγηση της εκ του νόμου (άρθρο 926 ΑΚ) απορρέουσας εις ολόκληρον ευθύνης αυτών.
Τέλος, σαφής είναι η παραδοχή της προσβαλλόμενης, ότι τα βιβλία της αναιρεσίβλητης απεκρύβησαν παρανόμως και υπαιτίως από τις αναιρεσείουσες, η δε επικαλούμενη υπ' αυτών παραδοχή περί καταστροφής ή απωλείας αυτών, αφορά το εκτιθέμενο από το Εφετείο ιστορικό της αγωγής, χωρίς ως εκ τούτου να υφίσταται αντίφαση στις παραδοχές της ελάσσονος πρότασης του εφετείου.
Συνακόλουθα των ανωτέρω οι πέμπτος, έκτος, έβδομος, όγδοος και δέκατος αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους κατ' επίκληση πλημμελειών από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ προβάλλονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης με παράλληλη καταδίκη των αναιρεσειουσών στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3 Ιουνίου 2011 αίτηση των Ε. Γ. και Μ. Γ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1309/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Σεπτεμβρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ