Supreme Court annuls appeal decision, upholds dismissal of plaintiff's claim as legally inadmissible.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the First Instance Court's decision to dismiss the plaintiff's claim, ruling the dismissal was legally inadmissible. The plaintiff argued the dismissal violated constitutional equality principles and specific health protection laws. The Court found the dismissal correct because the plaintiff's claim was procedurally invalid, meaning the lower court had no jurisdiction to examine the merits.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577, 580 of the Code of Civil Procedure; Article 4 of the Constitution: The Supreme Court may annul a decision if it finds the lower court lacked jurisdiction or violated procedural rules, even if the substantive claim is valid, thereby preventing the lower court from re-examining the merits.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1447 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1447/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Γεώργιο Αυγέρη και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Διοίκηση 4ης Υγειονομικής Περιφέρειας Μακεδονίας και Θράκης", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γκουτσίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Π. Β. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ματθαίο Παπαδάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-8-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2692/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 2773/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 10-10-2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπόκειται προς κρίση η από 10-10-2019 με αριθ. καταθ. 9416/901/10-10-2019 αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών υπ` αριθ. 2773/11-5-2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, δικάζοντας την από 14-12-2017 με αριθμ. καταθ. 9910/8069/21-12-2017 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσιβλήτου, αφού δέχθηκε τυπικά και κατ` ουσία αυτή, εξαφάνισε την υπ` αριθ. 2692/15-12-2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί αντιμωλία των εδώ διαδίκων και είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την από 20-8-2014 και με αριθ.
κατάθ. 95890/2014 αγωγή, έκρινε ότι η αγωγή είναι νόμιμη και ακολούθως εξαφανίζοντας την εκκαλουμένη απόφαση, ερεύνησε κατ` ουσία αυτή (αγωγή) και την δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσία. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 144 του KΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του KΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 του KΠολΔ).
Με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι: "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου". Η αρχή της ισότητας, η οποία καθιερώνεται με το άρθρο αυτό του Συντάγματος, αποτελεί συνταγματικό κανόνα που επιβάλλει στον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοιες καταστάσεις ή σχέσεις ή κατηγορίες προσώπων να μην τις μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο, είτε με τη μορφή ενός χαριστικού μέτρου ή προνομίου που δεν συνδέεται με αξιολογικά κριτήρια, είτε με την επιβολή μιας αδικαιολόγητης επιβάρυνσης ή της αφαίρεσης δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από γενικότερο κανόνα, εκτός εάν η ιδιαίτερη ρύθμιση υπαγορεύεται από ειδικές περιστάσεις που τη δικαιολογούν ή επιβάλλεται από λόγους γενικότερου, κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, δημιουργουμένης διαφορετικά ανισότητας στη νομοθετική μεταχείριση της αυτής κατηγορίας (ΟλΑΠ 17/2015, Ολ ΑΠ 24/2006).
Η παραβίαση της συνταγματικής αυτής αρχής ελέγχεται από τα δικαστήρια, ώστε να διασφαλίζεται η πραγμάτωση του κράτους δικαίου και η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας εκάστου με ίσους όρους. Κατά τον δικαστικό αυτό έλεγχο, ο οποίος είναι έλεγχος ορίων και όχι έλεγχος της ορθότητας των νομοθετικών επιλογών, αναγνωρίζεται στον κοινό νομοθέτη η ευχέρεια να ρυθμίζει με ενιαίο ή με διαφορετικό τρόπο τις ποικίλες προσωπικές ή πραγματικές καταστάσεις και σχέσεις, λαμβάνοντας υπόψη τις υφιστάμενες κοινωνικές, οικονομικές, επαγγελματικές ή άλλες συνθήκες, που συνδέονται με κάθε μια από τις καταστάσεις ή σχέσεις αυτές, με βάση γενικά και αντικειμενικά κριτήρια, που βρίσκονται σε συνάφεια προς το αντικείμενο της ρύθμισης.
Πρέπει, όμως, η επιλεγόμενη ρύθμιση να κινείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αρχή της ισότητας και τα οποία αποκλείουν την εκδήλως άνιση μεταχείριση προσώπων που τελούν υπό τις αυτές ή παρόμοιες συνθήκες ή την αυθαίρετη εξομοίωση προσώπων που τελούν υπό ουσιωδώς διαφορετικές συνθήκες. Και μπορεί μεν, σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, ο νομοθέτης να θεσπίζει αποκλίσεις από τη συνταγματική αρχή της ισότητας, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι σχετικές ρυθμίσεις δικαιολογούνται από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, είναι πρόσφορες για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και τηρείται η αρχή της αναλογικότητας (ΟλΑΠ 24/2006, ΑΠ 1313/2020, ΑΠ 1504/2018, ΟλΣτΕ 1286/2012).
Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος "καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη". Με τη διάταξη αυτή, ανάγεται σε ατομικό δικαίωμα η συμμετοχή στην εν γένει οικονομική δραστηριότητα και κατοχυρώνεται η οικονομική ελευθερία.
Ιδιαίτερη εκδήλωση της οικονομικής ελευθερίας είναι η ελευθερία στην εργασία, δηλαδή το δικαίωμα καθενός να εργάζεται, χωρίς να παρεμποδίζεται σχετικώς και να επιλέγει ο ίδιος, χωρίς περιορισμό, το είδος, τον τόπο και τη διάρκεια της απασχόλησής του (άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματος). Η ελευθερία αυτή περιλαμβάνει την ελευθερία των συμβάσεων (ελευθερία σύναψης και καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, ελευθερία επιλογής του αντισυμβαλλομένου, ελευθερία διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης κ.λπ.), όπως ορίζεται και στη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ.
Με την ελευθερία των συμβάσεων, ως εκδήλωση του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας, δεν συνάδει, κατ' αρχήν, οποιαδήποτε μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, περιοριστική της ελευθερίας αυτής, εκτός εάν μια τέτοια επέμβαση δικαιολογείται από το ότι η άσκηση της ελευθερίας προσβάλλει δικαιώματα τρίτων ή προσκρούει σε άλλες διατάξεις του Συντάγματος ή ενέχει προσβολή των χρηστών ηθών ή, τέλος, αποβαίνει σε βάρος της εθνικής οικονομίας (ΟλΑΠ 33/2002, ΟλΑΠ4/1998, ΑΠ 1464/2021, ΑΠ 410/2017).
Η συνδρομή περιστατικών, τα οποία, κατ` εξαίρεση, καθιστούν δικαιολογημένη μια επέμβαση του νομοθέτη, περιοριστική του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας, ερευνάται από τα δικαστήρια και κρίνεται αυτοτελώς σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ύστερα από στάθμιση των συνθηκών, υπό τις οποίες αφενός καταρτίσθηκε και λειτούργησε ο επίμαχος συμβατικός δεσμός και αφετέρου εκδηλώθηκε η συνταγματικώς αμφισβητούμενη νομοθετική παρέμβαση (Ολ.
ΑΠ 6/2015, ΑΠ 1464/2021, ΑΠ 1056/2020, ΑΠ 1504/2018). Κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος "τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους....
Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Η εν λόγω αρχή, η οποία κατατείνει στην εκλογίκευση των επαχθών παρεμβάσεων της κρατικής εξουσίας στα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα του ανθρώπου και πολίτη, παραβιάζεται όταν η συγκεκριμένη κρατική παρέμβαση δεν είναι:
α) πρόσφορη για την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκεται με αυτήν, β) αναγκαία για την επίτευξη τούτου, με την έννοια ότι το αυτό αποτέλεσμα δεν μπορεί να επιτευχθεί με ένα ανώδυνο ή ηπιότερο μέσο και γ) αναλογική "εν στενή εννοία", δηλαδή να τελεί σε εσωτερική αλληλουχία προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην είναι ποιοτικά και ποσοτικά κατώτερη από τη βλάβη που προκαλείται (ΟλΑΠ 6/2018, ΟλΑΠ 27/2008).
Με βάση τα ανωτέρω, ο έλεγχος της αναλογικότητας υπό στενή έννοια απαιτεί συσχετισμό δυο συγκρίσιμων μεγεθών, αφενός του περιοριστικού μέτρου και αφετέρου του επιδιωκόμενου σκοπού. Η εξειδίκευση των μεγεθών αυτών πρέπει να γίνεται με βάση τα προστατευόμενα συμφέροντα, η διαδικασία δε ελέγχου της αναλογικότητας απαιτεί τον προσδιορισμό της προσβολής καθενός από τα αντίρροπα συμφέροντα, σε συνδυασμό με την ανάγκη της προστασίας τους στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 6/2018, ΟλΑΠ 6/2013).
Ένα νομοθετικό μέτρο προσκρούει στην αρχή της αναλογικότητας μόνο αν είναι από τη φύση του προφανώς ακατάλληλο για τον σκοπό που επιδιώκει ο νόμος ή υπερακοντίζει προφανώς τον σκοπό του (ΣτΕ 857/2019, Σ.τ.Ε. 4212/2013, ΣτΕ 4171/2012). Εξάλλου, η μακρόχρονη διατήρηση της ισχύος ενός ευνοϊκού για ορισμένη κατηγορία προσώπων καθεστώτος δεν αποτελεί, κατά το Σύνταγμα, πρόσκομμα για τη μεταβολή του, δεδομένου ότι ένας γενικός περιορισμός της νομοθετικής λειτουργίας, στηριζόμενος σε μόνο το επισφαλές κριτήριο του ευνοϊκού για ορισμένη κατηγορία προσώπων χαρακτήρα μιας υφισταμένης ρύθμισης θα κατέληγε, ενόψει της ευρύτητάς του, στη διαιώνισή της και θα οδηγούσε, περαιτέρω, στην παράλυση της δράσης του νομοθέτη και στη ματαίωση της, κατά το Σύνταγμα, αποστολής του να ρυθμίζει τις έννομες σχέσεις, σύμφωνα με τις επιταγές του δημοσίου συμφέροντος, όπως αυτές διαμορφώνονται από τις διαρκώς μεταβαλλόμενες συνθήκες, και, ειδικότερα, να ασκεί την παρεχομένη σε αυτόν ευχέρεια κατά την εφαρμογή του κρατικού οικονομικού προγραμματισμού (ΑΠ 264/2020).
Κατ' ακολουθίαν όλων των παραπάνω συνάγεται ότι, σε περίπτωση συνδρομής σοβαρού λόγου δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος, είναι επιτρεπτός ο περιορισμός των πάσης φύσης δικαιωμάτων, εάν υπό τις δεδομένες συνθήκες κρίνεται αναγκαίος και πρόσφορος για την εξυπηρέτηση του δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος και συμβατός με την αρχή της αναλογικότητας (ΑΠ 1464/2021, ΑΠ 264/2020,ΣτΕ 493/2015).
Ακόμη, η αρχή της ασφάλειας του δικαίου η οποία απορρέει από την αρχή του κράτους δικαίου και ιδίως από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ. α` του Συντάγματος (πρβλ. Α.Ε.Δ. 14/2013, ΑΠ 1464/2021) και ειδικότερη εκδήλωση της οποίας αποτελεί η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου (πρβλ.
Α.Ε.Δ. 11/2003), επιβάλλει σαφήνεια και προβλέψιμη εφαρμογή των εκάστοτε θεσπιζόμενων κανονιστικών ρυθμίσεων. Με άλλους λόγους, η ασφάλεια δικαίου αποσκοπεί στην συνεχή, συνεπή και σταθερή εξέλιξη του δικαίου, αποκλείοντας τις αιφνίδιες μεταβολές. Η προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, εξεταζόμενη από την σκοπιά του πολίτη, επιβάλλει την προστασία της εμπιστοσύνης του τελευταίου στην διατήρηση και στην αξιοπιστία της κρατικής δράσεως, βάσει της οποίας προέβη σε κάποιες ενέργειες ή στην οποία στήριξε προσδοκίες.
Περαιτέρω, ο νομοθέτης έχει την ευχέρεια να θεσπίζει μεταβατικές διατάξεις, εφόσον κατά την κρίση του αυτό επιβάλλεται για την ομαλή μετάβαση στην εφαρμογή νέου καθεστώτος, ιδίως μάλιστα όταν επέρχεται μεταβολή των ρυθμίσεων, που παγίως ισχύουν από μακρού χρόνου και αφορούν πλήθος επαγγελμάτων, η άσκηση των οποίων επί αρκετές δεκαετίες έχει οργανωθεί με βάση αυτές και, συνεπώς, επηρεάζουν σημαντικά την οικονομική δραστηριότητα της Χώρας (ΟλΑΠ 6/2018).
Οι αρχές, όμως της ασφάλειας δικαίου, της προστατευόμενης εμπιστοσύνης και της χρηστής διοίκησης δεν εμποδίζουν τον κοινό νομοθέτη, να λαμβάνει μέτρα εντός του πλαισίου της συνταγματικής τάξης για έννομες σχέσεις ή καταστάσεις, για το μέλλον ακόμα και για το παρελθόν εφόσον οι ανάγκες το επιβάλλουν (ΑΠ 1464/2021, ΟλΣτΕ 734/2016, ΣτΕ 2429/2018, ΣτΕ 1554/2018).
Ειδικότερα το Σύνταγμα δεν αποκλείει στον κοινό νομοθέτη, εκτός των ειδικώς σε αυτό προβλεπομένων περιπτώσεων (άρθρα 7 παρ. 1, 77 παρ. 2 και 78 παρ. 2 του Συντάγματος), εφόσον τηρείται η αρχή της αναλογικότητας, να ρυθμίζει αναδρομικώς έννομες σχέσεις και δικαιώματα που έχουν αποκτηθεί με την έκδοση γενικών κανόνων (ΟλΑΠ 3/2016, ΟλΣτΕ 734/2016, ΣτΕ 3613/2013) ακόμα και κατά τρόπο διαφορετικό βάσει διατάξεων προϊσχυσάντων κανόνων δικαίου, έστω και αν οι έννομες σχέσεις ή τα δικαιώματα κρίνονται ενώπιον των δικαστηρίων ή έχουν αναγνωρισθεί με τελεσίδικες ή αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις, εφόσον οι ρυθμίσεις αυτές είναι γενικής εφαρμογής και δεν ρυθμίζουν μεμονωμένη σχέση, υπαγορεύονται από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος και δεν προσβάλλουν τον πυρήνα και την ουσία του δικαιώματος της δικαστικής προστασίας, σεβόμενες την αρχή της αναλογικότητας (ΑΕΔ 14/2013, ΣτΕ 1773/2020).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, ορίζεται "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους, υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους.
Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέση εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας.
Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως" και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα" και ειδικότερα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (ΟλομΑΠ 40/1998, ΑΠ 1464/2021, ΑΠ 1504/2018).
Όμως, όπως συνάγεται από την παράγραφο 2 του ως άνω άρθρου του παραπάνω πρόσθετου πρωτοκόλλου, ο κοινός νομοθέτης δεν εμποδίζεται να προβεί στη λύση/κατάργηση ενοχικής συμβάσεως, τροποποιώντας την υπάρχουσα νομοθετική ρύθμιση, υπό το κράτος της οποίας η σύμβαση εκείνη καταρτίσθηκε και να καθορίσει τις συνέπειες της λύσεως αυτής.
Τούτο διότι, η λύση της ενοχικής συμβάσεως δια του νόμου και η εντεύθεν απώλεια των εξ αυτής ενοχικών δικαιωμάτων τινός των συμβαλλόμενων δεν προσκρούει στη διάταξη του παραπάνω πρωτοκόλλου, δεδομένου ότι δεν θίγεται το δικαίωμα του κράτους να θέσει σε ισχύ νόμους τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίο προς ρύθμιση της χρήσεως αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον (ΑΠ 1464/2021, ΑΠ 410/2017).
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 και 2 του ν. 3918/2011 (ΦΕΚ A 31), όπως η πρώτη παράγραφος τροποποιήθηκε με τα άρθρα 72 παρ. 2 ν. 3984/2011 (ΦΕΚ Α` 150), 10 παρ. 1 και 13 παρ. 1 ν. 4052/2012, ΦΕΚ Α` 41), συστάθηκε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ)", που τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Ασφάλισης, στο οποίο ορίστηκε ότι μεταφέρονται και εντάσσονται, ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό, ο κλάδος υγείας του Ι.Κ.Α -Ε.Τ.Α.Μ με τις μονάδες υγείας του, το κέντρο διάγνωσης ιατρικής της εργασίας του Ι.Κ.Α με το σύνολο του εξοπλισμού του, οι κλάδοι υγείας του Ο.Γ.Α και του Ο.Α.Ε.Ε και ο Ο.Π.Α.Δ, ως προς τις παροχές σε είδος.
Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 26 του ιδίου νόμου, το διοικητικό, ιατρικό, νοσηλευτικό, παραϊατρικό και λοιπό προσωπικό, καθώς και οι δικηγόροι με έμμισθη εντολή, που υπηρετούν στις περιφερειακές υπηρεσίες του Ι.Κ.Α -Ε.Τ.Α.Μ που εντάσσονται στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ, μεταφέρεται στον τελευταίο από την ημερομηνία ένταξής τους σε αυτόν.
Το ανωτέρω ιατρικό προσωπικό μεταφέρεται με την ίδια εργασιακή σχέση, την οργανική θέση, βαθμό, κλάδο και ειδικότητά που κατέχει. Κατ' εφαρμογή των διατάξεων του ως άνω νόμου εκδόθηκε η Φ.80000/3211 5/2009/28.12.2011 κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης, Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΦΕΚ Β 3010/29.12.2011), με την οποία ορίζεται ότι από 1.1.2012 μεταφέρονται στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ από το Ι.Κ.Α -Ε.ΤΑ.Μ οι Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας, οι Τοπικές Μονάδες Υγείας, τα Τοπικά Ιατρεία, τα Διαγνωστικά Κέντρα, οι Υγειονομικές Υπηρεσίες που δεν αποτελούν οργανικές μονάδες και λειτουργούν μέχρι τότε ενταγμένες στις υπηρεσίες ασφάλισης του Ιδρύματος κλπ, που αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 3 του π.δ 266/1989 (όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του π.δ. 363/1992) μαζί με τις λοιπές αναφερόμενες εκεί υπηρεσίες, τις Υπηρεσίες Υγείας του Ι.Κ.Α.
Επίσης, με το άρθρο 29 παρ. 1 του ίδιου ως άνω νόμου, όπως ίσχυε πριν την τροποποίηση του με το άρθρο 53 παρ. 2α του Ν. 4368/2016 (ΦΕΚ Α` 21) ορίζεται ότι ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ αποτελεί καθολικό διάδοχο των εντασσόμενων φορέων και υπεισέρχεται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτών (ΑΠ 800/2018, ΑΠ 702/2015). Με το Ν. 4238/2014 (ΦΕΚ Α' 38/17.02.2014) "Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.), αλλαγή σκοπού Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
και λοιπές διατάξεις" συνεστήθη Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.), εντασσόμενο στο ΕΣΥ και στο Ελληνικό Δημόσιο, όπου με το άρθρο 7 του εν λόγω νόμου μεταφέρθηκαν όλες οι μονάδες υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. σε αυτό. Επίσης, στο άρθρο 16 (Διαθεσιμότητα υπαλλήλων Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) του ίδιου νόμου ορίζονται τα ακόλουθα: "1.
Το σύνολο του μόνιμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (Ι.Δ.Α.Χ.) ιατρικού, οδοντιατρικού, νοσηλευτικού, επιστημονικού, παραϊατρικού, τεχνικού, διοικητικού προσωπικού των μονάδων Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. τίθεται, αυτοδικαίως, από την ισχύ του παρόντος, σε καθεστώς διαθεσιμότητας με ταυτόχρονη κατάργηση των θέσεων που κατέχει.
Οι ανωτέρω υπάλληλοι παραμένουν σε καθεστώς διαθεσιμότητας επί έναν (1) μήνα και εν συνεχεία, μετατάσσονται/μεταφέρονται, μετά από αίτησή τους, με τους όρους και τις προϋποθέσεις του επόμενου άρθρου, σε οργανικές θέσεις που συνιστώνται για το σκοπό αυτό στις Διοικήσεις των αντίστοιχων, χωροταξικά, Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.), όπως προβλέπεται με την παρ. 4 του άρθρου 17 του ν. 4224/2013 (ΦΕΚ Α' 288).
Με απόφαση του Υπουργού Υγείας καθορίζεται η χωροταξική κατανομή, ανά Υγειονομική Περιφέρεια, των υφιστάμενων Μονάδων Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. Στους υπαλλήλους που τίθενται σε καθεστώς διαθεσιμότητας καταβάλλονται τα τρία, τέταρτα (3/4) των αποδοχών τους, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας, εξακολουθούν να καταβάλλονται από το φορέα οι προβλεπόμενες ασφαλιστικές εισφορές εργοδότη και ασφαλισμένου που αναλογούν για κύρια σύνταξη, επικουρική ασφάλιση, πρόνοια και υγειονομική περίθαλψη.
Οι εισφορές αυτές από τη θέση του υπαλλήλου σε διαθεσιμότητα και για το χρονικό διάστημα που αυτή διαρκεί προσδιορίζονται στο 75% των αποδοχών αυτού. 2.... 3. Οι διαπιστωτικές πράξεις για τη θέση σε καθεστώς διαθεσιμότητας των ανωτέρω υπαλλήλων εκδίδονται από το όργανο διοίκησης του Φορέα προέλευσης", ενώ με το άρθρο 17 (Κινητικότητα υπαλλήλων Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
προς Δ.Υ.Πε.) του ίδιου νόμου προβλέφθηκαν τα ακόλουθα: "1. Εκ των υπαλλήλων των παραγράφων 1 και 2 του προηγούμενου άρθρου, που έχουν τεθεί σε καθεστώς διαθεσιμότητας, οι ιατροί/οδοντίατροι, μόνιμοι και Ι.Δ.Α.Χ., μετατάσσονται/μεταφέρονται αναδρομικά από την ημερομηνία λήξης του χρόνου διαθεσιμότητας, με την ίδια εργασιακή σχέση, σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, που συνιστώνται για το σκοπό αυτόν, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του προηγούμενου άρθρου, κατόπιν αιτήσεώς τους, περί αποδοχής της εν λόγω θέσης, λαμβανομένων υπόψη και των ρυθμίσεων της παρ. 18 του άρθρου 32 του ν. 2190/1994, όπως ισχύει.
Το λοιπό προσωπικό των ως άνω παραγράφων 1 και 2 μετατάσσεται/μεταφέρεται αναδρομικά από την ημερομηνία λήξης του χρόνου διαθεσιμότητας, με την ίδια εργασιακή σχέση, κατόπιν αιτήσεώς τους, περί αποδοχής της εν λόγω θέσης. Η ισχύς των προηγούμενων εδαφίων αρχίζει την 4η Μαρτίου 2014" [όπως ισχύουν τα ανωτέρω εδάφια μετά την αντικατάστασή τους από το άρθρο πρώτο υποπαρ. 1.5.
ν. 4254/2014 (ΦΕΚ Α' 85/7.4.2014)]. Οι ανωτέρω αιτήσεις υποβάλλονται από τους ενδιαφερομένους, εντός επτά (7) εργασίμων ημερών από την ημερομηνία έκδοσης των διαπιστωτικών πράξεων της ως άνω παραγράφου 3 του προηγούμενου άρθρου. Οι εν λόγω αιτήσεις, οι οποίες υπέχουν θέση υπεύθυνης δήλωσης του ν. 1599/1986 (ΦΕΚ Α` 75), υποβάλλονται από τους ενδιαφερομένους στις αρμόδιες υπηρεσίες των κατά τόπους περιφερειακών διοικητικών μονάδων του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., οι οποίες με ευθύνη τους τις διαβιβάζουν στις αντίστοιχες υπηρεσίες των Δ.Υ.Πε.
υποδοχής, εντός τριών ημερών. Το ιατρικό/οδοντιατρικό προσωπικό που ασκεί, παράλληλα, ελευθέριο επάγγελμα και το οποίο έχει υποβάλει αίτηση αποδοχής θέσης πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης σε Δ.Υ.Πε., οφείλει, κατά το χρόνο ανάληψης υπηρεσίας και προκειμένου να αναλάβει, να προσκομίσει στην αρμόδια υπηρεσία της Δ.Υ.Πε.
υποδοχής βεβαίωση διακοπής δραστηριότητας ή εναλλακτικά, στην περίπτωση που χωρίς δική του υπαιτιότητα είναι αδύνατη η άμεση λήψη αντίστοιχης βεβαίωσης, επικυρωμένο αντίγραφο της αίτησης διακοπής δραστηριότητας προς την αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.). Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η βεβαίωση διακοπής δραστηριότητας κατατίθεται στην αρμόδια υπηρεσία υποδοχής, από τον υπόχρεο, αμέσως μετά τη λήψη της, το αργότερο εντός μηνός από την ανάληψη υπηρεσίας, άλλως απολύεται αυτοδικαίως. 2.
Σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης υποβολής της σχετικής αίτησης αποδοχής ο υπάλληλος που έχει τεθεί σε καθεστώς διαθεσιμότητας απολύεται, αυτοδικαίως, μετά την πάροδο του προκαθορισμένου χρόνου των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 16 του παρόντος. 3. Στην περίπτωση που ο μετατασσόμενος/μεταφερόμενος υπάλληλος δεν παρουσιαστεί στην αρμόδια υπηρεσία του φορέα υποδοχής, προκειμένου να αναλάβει υπηρεσία, απολύεται αυτοδικαίως. 4.
Οι πράξεις μετάταξης/μεταφοράς των εν λόγω υπαλλήλων εκδίδονται από το αρμόδιο όργανο διοίκησης του Φορέα υποδοχής". Στο άρθρο 18 δε του ίδιου νόμου (4218/2024) ορίζεται ότι εντός οκταμήνου από την ολοκλήρωση της μετάταξης/μεταφοράς, το ιατρικό προσωπικό αξιολογείται και κατατάσσεται σε θέσεις κλάδου ιατρών/οδοντιάτρων του Ε.Σ.Υ.
που θα ενταχθούν στο Π.Ε.Δ.Υ., σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 26. Εξάλλου, με το άρθρο 21 παρ. 9 του ν. 4238/2014 ορίστηκε ότι: "Η νόμιμη εκπροσώπηση των μονάδων που μεταφέρονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, δικαστική και εξώδικη ανήκει στους διοικητές των οικείων Υγειονομικών Περιφερειών. Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσόμενων μονάδων, του ιατρικού, νοσηλευτικού και λοιπού προσωπικού που μετατάσσεται ή μεταφέρεται, συνεχίζονται από τις Διοικήσεις των Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.), χωρίς να επέρχεται διακοπή δίκης.
Δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι των Δ.Υ.Πε.. Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις του πάσης φύσεως προσωπικού των ανωτέρω μονάδων που δεν μεταφέρεται ή μετατάσσεται στις Δ.Υ.Πε. συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. χωρίς να επέρχεται διακοπή και οι δικαστικές αποφάσεις ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.".
Από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Ν. 4238/2014 προκύπτει ότι οι ιατροί και οδοντίατροι και δη οι προερχόμενοι από τον κλάδο υγείας του ΙΚΑ, που συνδέονταν με αυτό με ειδικές συμβάσεις του Ν.Δ 1204/1972 και οι οποίοι εντάχθηκαν στον Ε.Ο.Π.ΥΥ με το άρθρο 26 του Ν. 3918/2011 και είχαν τη δυνατότητα παράλληλης ενάσκησης δραστηριότητας ελευθέριου επαγγέλματος, έπρεπε πλέον να επιλέξουν είτε μόνον την τελευταία δραστηριότητα είτε την απασχόληση στον δημόσιο τομέα υγείας, παρότι μέχρι τη νομοθετική αυτή ρύθμιση δεν υφίστατο γι' αυτούς ασυμβίβαστο μεταξύ άσκησης ελευθέριου επαγγέλματος και απασχόλησης στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ ή προηγουμένως στο Ι.Κ.Α.
Ειδικότερα, οι ως άνω διατάξεις θεσπίσθηκαν προς το σκοπό διαμόρφωσης, κατ' επιλογή του νομοθέτη, χάριν του δημοσίου συμφέροντος και στα πλαίσια υποχρέωσης του Κράτους να μεριμνά για τη δημόσια υγεία (άρθρο 21 § 3 του Συντάγματος) και να παρέχει αυτό και οι οργανισμοί κοινωνικής ασφάλισης υπηρεσίες υγείας υψηλού επιπέδου (ΟλΑΠ 6/2013), ενιαίου συστήματος ορθολογικής, αποτελεσματικής και διαρκούς παροχής υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (Π.Φ.Υ), με τη σύσταση εντός του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.) ενός καθολικού, ενιαίου και αποκεντρωμένου Πρωτοβάθμιου Εθνικού Δικτύου Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ), που λειτουργεί στις Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε) της Χώρας, οπότε, κατά λογική ακολουθία, θα έπρεπε πλέον όλοι οι απασχολούμενοι ιατροί να τελούν υπό ακριβώς όμοιο, νομικό και πραγματικό καθεστώς των ιατρικών τους υπηρεσιών, αφού όλοι θα απασχολούνται σε οργανικές θέσεις, οι οποίες, μάλιστα, αν δεν υπήρχαν θα συστήνονταν προς το σκοπό αυτό.
Ο ανωτέρω σκοπός, που αποβλέπει στην καλύτερη και αποδοτικότερη διαμόρφωση και οργάνωση ενός ενιαίου συστήματος παροχής υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας και στον εξορθολογισμό του δικτύου πρωτοβάθμιας περίθαλψης και της αντίστοιχης δημοσιονομικής δαπάνης, αποτελεί άνευ ετέρου σκοπό δημοσίου συμφέροντος (ΑΠ 1464/2021).
Για την επίτευξή του, συνεπώς, είναι αναγκαία αφενός η στελέχωση των δημόσιων δομών παροχής υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας του Π.Ε.Δ.Υ. με ιατρικό προσωπικό, ενιαία αντιμετωπιζόμενο και απασχολούμενο υπό το ίδιο νομικό και πραγματικό καθεστώς, αφετέρου δε η εξάλειψη οποιοσδήποτε ανισότητας μεταξύ των μελών του ιατρικού προσωπικού.
Έτσι, για το λόγο αυτό και ενόψει ότι όλοι πλέον οι ιατροί θα απασχολούνταν σε οργανικές θέσεις εργασίας, οι αυτοδικαίως και άμεσα μεταφερόμενοι από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., προερχόμενοι από τους καταργηθέντες Κλάδους Υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, θα έπρεπε κατά το Ν. 4238/2014, λόγω και της πρόβλεψης περί κατάληψης οργανικών θέσεων εργασίας, κατόπιν αίτησής τους, να επιλέξουν είτε την πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στο δημόσιο τομέα υγείας, υπό καθεστώς όμοιο με αυτό των άλλων υπηρετούντων ιατρών του Ε.Σ.Υ., [οι οποίοι, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 24 του Ν. 1397/1983 "Εθνικό Σύστημα Υγείας" (Α` 143) και του άρθρου 11 παρ.1 του Ν. 2889/2001 "Εθνικό Σύστημα Υγείας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ 37 Α), όπως αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 36 του Ν. 4272/2014 (ΦΕΚ Α 145) είναι πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης,...
μόνιμοι δημόσιοι λειτουργοί, οι οποίοι απαγορεύεται να ασκούν παραλλήλως την ιατρική ως ελεύθερο επάγγελμα (ΟλΣτΕ 1997/2015, ΣτΕ 2871/2020, ΣτΕ 329/2012)], είτε την άσκηση της ιατρικής ως ελευθέριου επαγγέλματος, που νομίμως ασκούσαν πριν από τις διατάξεις του εν λόγω νόμου, με τη θέσπιση, δηλαδή, ασυμβίβαστου μεταξύ άσκησης ελευθέριου επαγγέλματος και αποκλειστικής απασχόλησης στις δημόσιες δομές υγείας.
Περαιτέρω, οι υπόψη ρυθμίσεις για τη μεταφορά/μετάταξη σε οργανικές θέσης πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης που συστήνονται για το σκοπό αυτό στις δημόσιες δομές Π.Φ.Υ. του Π.Ε.Δ.Υ και των απασχολούμενων αρχικά στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και ακολούθως στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ιατρών με συμβάσεις του άρθρου 10 του ν.δ. 1204/1972 και η ανάληψη υπηρεσίας με απαιτούμενη πλέον διακοπή του ελευθέριου επαγγέλματος που νομίμως μπορούσαν πριν να ασκούν, ναι μεν επέφεραν ανατροπή της προηγηθείσας κατάστασης, πλην όμως, παρίστανται πρόσφορες και αναγκαίες για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από το νομοθέτη δημοσίου συμφέροντος σκοπού, που συνίσταται στην ορθή λειτουργία, ανάπτυξη, εξορθολογισμό του δημοσίου συστήματος υγείας και της αντίστοιχης δημόσιας δαπάνης από τη λειτουργία του με την ενιαία αντιμετώπιση του απασχολούμενου ιατρικού προσωπικού με το ίδιο νομικό καθεστώς, προς όφελος των ασθενών, των πολιτών και της δημόσιας υγείας της χώρας που καθιστά επιβεβλημένη την πλήρη και αποκλειστική απασχόληση του ως άνω ιατρικού προσωπικού που επιλέγει να ενταχθεί και να προσφέρει σ` αυτό τις υπηρεσίες του και συνεπώς στη θεραπεία δημοσίου συμφέροντος και της προάσπισης της υγείας των πολιτών, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 21 του Συντάγματος, στο πλαίσιο της εφαρμογής της συνταγματικής αρχής του κοινωνικού κράτους δικαίου (πρβλ.
ΟλΑΠ 6/2013, ΣτΕ 2027/2002, ΣτΕ 1678/2002) και οι οποίες υπαγορεύθηκαν από τη μεταβολή των αντιλήψεων του νομοθέτη ως προς τον τρόπο οργάνωσης της παροχής πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, αλλά και από επιτακτικούς δημοσιονομικούς λόγους, αφού με τα σύγχρονα δεδομένα δεν δικαιολογείται η διατήρηση διαφορετικών εργασιακών καθεστώτων στο χώρο της δημόσιας υγείας (ΑΠ 1464/2021).
Συνεπώς, στα πλαίσια του επιτρεπόμενου δικαστικού ελέγχου της τήρησης των αρχών της προσφορότητας και αναλογικότητας, οι διαρθρωτικές αυτές μεταρρυθμίσεις, δεν είναι προδήλως απρόσφορες και δεν υπερβαίνουν προδήλως το απαραίτητο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού μέτρο. Ούτε προσβάλλουν την οικονομική και επαγγελματική ελευθερία των ιατρών που απασχολούνταν υπό διττό καθεστώς, καθόσον αυτοί είχαν το δικαίωμα επιλογής είτε της συνέχισης του ελευθέριου επαγγέλματος τους και μάλιστα με αύξηση των ωρών απασχόλησής τους και συνακόλουθα αύξηση και των εισοδημάτων τους, είτε της παροχής των ιατρικών τους υπηρεσιών στον τομέα της δημόσιας υγείας με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση σε οργανικές θέσεις εργασίας, μόνον δε η τυχόν μείωση των συνολικών μηνιαίων εισοδημάτων που μέχρι τις επίμαχες ρυθμίσεις αθροιστικώς εσόδευαν από το ελευθέριο επάγγελμα και από την εργασία τους υπό ειδικό καθεστώς, δεν συνιστά παραβίαση των προστατευόμενων από το άρθρο 5 του Συντάγματος ελευθεριών, ενώ, είναι και σύμφωνη, με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, επέμβαση σε περιουσιακά αγαθά, που προβλέπεται από το νόμο και δικαιολογείται από λόγους δημοσίου συμφέροντος (ΑΠ 1464/2021).
Ακόμη, πρέπει να σημειωθεί ότι η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης δεν προστατεύει την προσδοκία διατήρησης συγκεκριμένης νομοθετικής ρύθμισης, την οποία ο νομοθέτης έχει την ευχέρεια να μεταβάλει για το μέλλον, ούτε επιβάλλει τη διατήρηση για πάντα του ειδικού καθεστώτος υπό το οποίο πρόσφεραν οι ιατροί τις υπηρεσίες τους στο ΙΚΑ, βάσει συμβάσεων του άρθρου 10 του ν.δ. 1204/1972, ενόψει και της κατά το Σύνταγμα ευρύτατης εξουσίας του νομοθέτη, όσον αφορά την οργάνωση της δημόσιας υγείας που επίσης προστατεύεται συνταγματικά (άρθρο 21 του Συντάγματος), υπό τον όρο ότι τα θεσπιζόμενα μέτρα δεν οδηγούν στην ανατροπή του δικαιώματος στην προστασία της υγείας, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω, ομοίως δε η μακρόχρονη διατήρηση ενός ευνοϊκού για ορισμένη κατηγορία προσώπων νομοθετικού καθεστώτος δεν αποτελεί, κατά το Σύνταγμα, πρόσκομμα για τη μεταβολή του, αφού διαφορετικά η δράση του νομοθέτη θα οδηγείτο σε παράλυση (ΑΠ 1240/2022, ΑΠ 1464/2021).
Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 KΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά, δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2019, 6/2019, 7/2006).
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, η υπόθεση ακολούθησε την εξής δικονομική πορεία: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την από 20-8-2014 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία έστρεψε κατά του αναιρεσιβλήτου και του ΝΠΔΔ με την επωνυμία ΕΟΠΥΥ, μη διαδίκου κατά την παρούσα αναιρετική διαδικασία, εξέθεσε: "Ότι είναι γιατρός που με ειδική σύμβαση αορίστου χρόνου, βάσει των διατάξεων του άρθρου 10 του ν.δ. 1204/1972 και του άρθρου 18 του ν. 2150/1993, παρείχε τις υπηρεσίες της αρχικά στο ΙΚΑ - Ε.Τ.Α.Μ.
και στη συνέχεια από 1/1/2012 στις μονάδες υγείας του εναγομένου Ε.Ο.Π.Υ.Υ. (καθολικού διαδόχου του ΙΚΑ), ασκώντας παράλληλα επιτρεπτά εκ του νόμου και ελευθέριο επάγγελμα. Ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 16 και 17 του ν. 4238/2014, τέθηκε με την εκδοθείσα την 18-2-2014 διαπιστωτική πράξη του προέδρου του ΕΟΠΥΥ σε καθεστώς διαθεσιμότητας για ένα μήνα, ήτοι από 19-2-2014 μέχρι 18-3-2014, με ταυτόχρονη καταβολή σε αυτή μόνο του 75% των αποδοχών της, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 16 και 17 ν. 4238/2014 και ότι, επειδή επιθυμούσε τη συνέχιση της εργασιακής της σχέσης με το εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "4η Υγειονομική Περιφέρεια Μακεδονίας και Θράκης", υπέβαλε τη σχετική αίτηση, αλλά με επιφύλαξη (βλ.
σελ. 8, 37 και 46 αγωγής) πάντα νομίμου δικαιώματός της, γιατί θα έπρεπε να διακόψει την παράλληλη άσκηση του ελευθερίου επαγγέλματός της, πλην όμως, αυτή η προϋπόθεση συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή της εργασιακής της σχέσης. Ότι εν τέλει, την ...2014 απολύθηκε αυτοδικαίως κατ' εφαρμογή των άρθρων 16 και 17 ν. 4238/2014.
Ότι η συγκεκριμένη νομοθετική ρύθμιση, είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική και κατόπιν τούτων ζήτησε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της απολύσεώς της από το εναγόμενο και να υποχρεωθεί αυτό να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της με την ίδια υπηρεσιακή σχέση με τους ίδιους όρους που τις παρείχε και πριν από την ένταξή της σε καθεστώς διαθεσιμότητας, καταβάλλοντας πλήρως τις νόμιμες αποδοχές της, άλλως να υποχρεωθεί αυτό να αποδέχεται τις προσηκόντως παρεχόμενες υπηρεσίες της χωρίς διακοπή του ελευθέριου επαγγέλματός της στις οργανικές θέσεις που συνιστώνται για τη λειτουργία του ΠΕΔΥ".
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη και κατ' έφεση της ενάγουσας-αναιρεσιβλήτου, το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε την έφεση κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και αφού δίκασε την αγωγή την δέχτηκε ως νόμιμη και ακολούθως ως βάσιμη κατ' ουσία. Ειδικότερα, το Εφετείο, ως προς το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο ζήτημα της νομικής βασιμότητος της αγωγής έκρινε ως εξής:
Η ενάγουσα είναι ιατρός με ειδικότητα παιδιάτρου, η οποία απασχολούνταν επί πολλά έτη στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας. Αρχικά προσλήφθηκε από το ΙΚΑ με την ειδική σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου του άρθρου 10 Ν.Δ. 1204/1971, ενώ μετά την έναρξη ισχύος του άρθρου 24 παρ. 1 εδαφ. γ' Ν. 3232/2004 μεταβλήθηκε η φύση της συνδέουσας την εκκαλούσα με το ΙΚΑ, έννομης σχέσης, σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που διέπεται από τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.
Μετά τη δυνάμει της διάταξης του άρθρου 17 Ν. 3918/2011 ίδρυση του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και τη μεταφορά και ένταξη στον τελευταίο των υπηρεσιών, αρμοδιοτήτων και προσωπικού του Κλάδου Υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ με τις μονάδες υγείας του, η ενάγουσα μεταφέρθηκε αυτοδίκαια σε αυτόν κατά την ημερομηνία ένταξης του κλάδου Υγείας στον Οργανισμό, με την ίδια σχέση εργασίας, ήτοι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 26 Ν. 3918/201 1, και τοποθετήθηκε σε μονάδες υγείας.
Επισημαίνεται δε ότι τελούσε σε προσωπική και νομική εξάρτηση από το πρώτο εφεσίβλητο (εννοεί ΕΟΠΥΥ), η οποία εκδηλωνόταν με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί τον έλεγχο και την εποπτεία ως προς τον τρόπο, τον χρόνο και τον τόπο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της από αυτή (εκκαλούσα) και με την υποχρέωση αυτής να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές και οδηγίες των αρμοδίων οργάνων του πρώτου εφεσίβλητου.
Αμείβονταν δε η εκκαλούσα, δυνάμει των διατάξεων του Ν. 4024/2011 (ενιαίο μισθολόγιο), ως απλός υπάλληλος Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ), καθόσον για αυτούς (ιατρούς), παρόλη τη σπουδαιότητα και την ευθύνη που συνεπάγεται η άσκηση του λειτουργήματος τους, δεν προβλέπεται ειδικό μισθολόγιο (όπως για τους λοιπούς ιατρούς του Ε.Σ.Υ.), πλην όμως, σε αντιστάθμισμα αυτών, είχαν εξαρχής, ήτοι εδώ και δεκαετίες, το δικαίωμα να ασκούν και ελεύθερο επάγγελμα.
Επιπρόσθετα, σε αντίθεση με τους ιατρούς του Ε.Σ.Υ., δεν είχαν τα ίδια κοινωνικοασφαλιστικά δικαιώματα με τους τελευταίους, ούτε είχαν δικαίωμα να απασχολούνται στα απογευματινά ιατρεία του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. Για τον λόγο αυτό, και η εκκαλούσα ασκούσε ελεύθερο επάγγελμα και λειτουργούσε ιδιωτικό ιατρείο, αφιερώνοντας σε αυτό μόνο όσο χρόνο της επέτρεπε η εργασία της στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
και ως εκ τούτου διαμόρφωσε την επαγγελματική, οικογενειακή και κοινωνική ζωή της, βασιζόμενη τόσο στον μισθό που λάμβανε ως νοσοκομειακός ιατρός, όσο και στο εισόδημά της από την άσκηση του ελεύθερου επαγγέλματος της. Ενώ, λοιπόν, από την έναρξη των συμβάσεων εργασίας της με τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. εργάζονταν με το παραπάνω καθεστώς, με το Ν. 4238/2014 και στο πλαίσιο της επιχειρούμενης μεταρρύθμισης του συστήματος πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και της μεταφοράς της αρμοδιότητας αυτής από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
στις Δ.Υ.ΠΕ., που συνοδεύτηκε και από τη μεταφορά ολόκληρων των μονάδων υγείας ως οργανωμένων συνόλων, επιχειρήθηκε η αλλαγή του καθεστώτος εργασίας της εκκαλούσας και των λοιπών ιατρών συναδέλφων της. Ειδικότερα, με τις διατάξεις του Ν. 4238/2014 (ΦΕΚ Α'38) συστάθηκε στο Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ) Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (ΠΕΔΥ), που λειτουργεί στις Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.ΠΕ.) της Χώρας (άρθρο 1 παρ. 2).
Περαιτέρω, με το άρθρο 2 του Ν. 4238/ 2014 ορίστηκε ότι τα Κέντρα Υγείας και οι λοιπές Μονάδες παροχής υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας των Δ.Υ.ΠΕ. αποτελούν δημόσιες δομές παροχής υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας του ΠΕΔΥ (παρ. 1) και ότι οι Μονάδες παροχής υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (ΠΦΥ) του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
μεταφέρονται και εντάσσονται στην οργανωτική δομή των Δ.Υ.ΠΕ., ως αποκεντρωμένες μονάδες τους, εξαιρουμένων των φαρμακείων του Ε.Ο.Π.Υ.Υ τα οποία παραμένουν και λειτουργούν στον Οργανισμό (παρ. 3). Ενόψει των ανωτέρω, στο Τρίτο Κεφάλαιο του Ν. 4238/2014 "Ρυθμίσεις σχετικά με τη διαθεσιμότητα κινητικότητα υπαλλήλων του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., οικονομικά και θέματα προσωπικού" ορίζεται στο άρθρο 16 και υπό τον τίτλο "Διαθεσιμότητα υπαλλήλων Ε.Ο.Π.Υ.Υ." ότι το σύνολο του μόνιμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ) ιατρικού, οδοντιατρικού, νοσηλευτικού, επιστημονικού, παραϊατρικού, τεχνικού και διοικητικού προσωπικού των Μονάδων Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
τίθεται, αυτοδικαίως, από την ισχύ του νόμου, σε καθεστώς διαθεσιμότητας με ταυτόχρονη κατάργηση των θέσεων που κατέχει, για ένα μήνα και, εν συνεχεία, μετατάσσεται / μεταφέρεται σε οργανικές θέσεις που συνιστώνται για τον σκοπό αυτό στις Διοικήσεις των αντίστοιχων χωροταξικά Υγειονομικών Περιφερειών, με τους όρους και τις προϋποθέσεις του άρθρου 17 του Ν. 4238/2014.
Τέλος, στο άρθρο 16 παρ. 3 του Ν. 4238/2014 ορίζεται ότι οι Διαπιστωτικές Πράξεις για τη θέση σε καθεστώς διαθεσιμότητας των ανωτέρω υπαλλήλων εκδίδονται από το όργανο Διοίκησης του Φορέα Προέλευσης. Βάσει της τελευταίας αυτής διάταξης, το πρώτο εφεσίβλητο (εννοεί ΕΟΠΥΥ) εξέδωσε διαπιστωτικές πράξεις, με τις οποίες και η εκκαλούσα τέθηκε σε καθεστώς διαθεσιμότητας από την έναρξη ισχύος του Ν. 4238/2014 (από την επόμενη της δημοσίευσης του νόμου, άρθρο 56 Ν. 4238/2014, δηλαδή από τις 18-02-2014).
Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 17 του Ν. 4238/2014 προβλέφθηκε η διαδικασία της κινητικότητας των τιθεμένων κατά τις προδιαληφθείσες διατάξεις του άρθρου 16 του αυτού νόμου σε καθεστώς διαθεσιμότητας υπαλλήλων του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.. Ειδικότερα, στην παρ. 1 ορίστηκε ότι οι ιατροί/οδοντίατροι, μόνιμοι και ΙΔΑΧ, μετατάσσονται / μεταφέρονται, με την ίδια εργασιακή σχέση, σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, που συνιστώνται για τον σκοπό αυτόν, κατόπιν αίτησής τους περί αποδοχής της εν λόγω θέσης.
Οι ανωτέρω αιτήσεις έπρεπε να υποβληθούν εντός επτά (7) εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία έκδοσης των ως άνω Διαπιστωτικών Πράξεων της παρ. 3 του άρθρου 16 του Ν. 4238/2014. Ειδικά το ιατρικό/οδοντιατρικό προσωπικό που ασκούσε, παράλληλα, ελευθέριο επάγγελμα και το οποίο υπέβαλε αίτηση αποδοχής θέσης πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης σε Δ.Υ.ΠΕ., όφειλε, κατά τον χρόνο ανάληψης υπηρεσίας και προκειμένου να αναλάβει, να προσκομίσει στην αρμόδια Υπηρεσία της Δ.Υ.ΠΕ.
υποδοχής βεβαίωση διακοπής δραστηριότητας ή εναλλακτικά, στην περίπτωση που χωρίς δική του υπαιτιότητα ήταν αδύνατη η άμεση λήψη αντίστοιχης βεβαίωσης, επικυρωμένο αντίγραφο της αίτησης διακοπής δραστηριότητας προς την αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (ΔΟΥ), άλλως απολυόταν αυτοδικαίως. Στην προκειμένη περίπτωση, η εκκαλούσα που τέθηκε σε καθεστώς μηνιαίας διαθεσιμότητας, είχε δικαίωμα να υποβάλει αίτηση για τη μεταφορά της εργασιακής της σχέσεως στη ΔΥ.ΠΕ., υπό τον όρο όμως ότι κατά την ανάληψη υπηρεσίας εκ μέρους της στην οικεία Δ.Υ.ΠΕ.
θα προσκόμιζε βεβαίωση της οικείας Δ.Ο.Υ. περί διακοπής του ελεύθερου επαγγέλματος της (άρθρα 16 και 17 του παραπάνω νόμου), το οποίο ασκούσε, όπως προαναφέρθηκε, επί πολλά έτη και δη από την έναρξη των συμβάσεων εργασίας της. Έτσι, ενώ στη Δ.Υ.ΠΕ. θα απασχολούνταν πλέον η εκκαλούσα με πλήρες ωράριο, με τις ίδιες αποδοχές, υποχρεούταν επιπλέον στη διακοπή του ελεύθερου επαγγέλματος της, χωρίς αυτό να αντισταθμίζεται από την υπαγωγή της σε κάποιο ειδικό βελτιωμένο μισθολόγιο.
Η εκκαλούσα δεν υπέβαλε την ως άνω αίτηση αποδοχής εντός της προθεσμίας των επτά (7) εργασίμων ημερών, με αποτέλεσμα το εφεσίβλητο, δια του Προέδρου του, να εκδώσει πράξη, που δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, με την οποία διαπιστώνεται η αυτοδίκαιη λύση της συμβατικής της σχέσεως. Ειδικότερα, απολύθηκε αυτοδίκαια στις 20-06-2014 από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., επειδή δεν υπέβαλε εμπρόθεσμα αίτηση-υπεύθυνη δήλωση αποδοχής θέσης στην χωροταξικά αντίστοιχη 4η ΔΥΠΕ. (δεύτερο εφεσίβλητο), δυνάμει της με αριθμό ...2014 απόφασης του Διοικητή του δεύτερου εφεσίβλητου, η οποία δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ I ...-2014, πραγματική κυκλοφορία ...2014).
Ωστόσο, η έλλειψη κάθε μεταβατικής διάταξης για την εκκαλούσα, ως προς τη θέσπιση ασυμβίβαστου μεταξύ άσκησης του ελεύθερου επαγγέλματος και της απασχόλησής της στο δημόσιο σύστημα υγείας, αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της προστατευόμενης δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του πολίτη, αλλά και στο δικαίωμα για προστασία της συμβατικής και οικονομικής ελευθερίας και της προστασίας της περιουσίας και τούτο διότι η άμεση εφαρμογή του ασυμβίβαστου αυτού προκαλεί ιδιαίτερα δυσμενείς συνέπειες για αυτήν αλλά και τους συναδέλφους της ιατρούς, χωρίς να προκύπτει κάποιος υπέρτερος λόγος δημοσίου συμφέροντος, που να καθιστά απαγορευτική τη θέσπιση μεταβατικής ρύθμισης.
Ειδικότερα, η εκκαλούσα ως ιατρός - παιδίατρος του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., είχε παγίως τη δυνατότητα να ασκεί παράλληλα την ιατρική ως ελεύθερο επάγγελμα και έτσι, με τη σύναψη συμβάσεως επαγγελματικής μίσθωσης, ξεκίνησε τη λειτουργία ιδιωτικού ιατρείου, το οποίο εξόπλισε με ιατρικό εξοπλισμό και το στελέχωσε με βοηθητικό ιατρικό και γραμματειακό προσωπικό.
Γενικότερα και με βάση την πάγια δυνατότητα άσκησης ελεύθερου επαγγέλματος, οργάνωσε την επαγγελματική της ζωή και τις βιοτικές της σχέσεις σε μακροπρόθεσμο επίπεδο (αφού ο βραχυπρόθεσμος προγραμματισμός έχει περιστασιακό χαρακτήρα και δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως εύλογος). Τα δεδομένα αυτά ανατράπηκαν άρδην και αιφνιδίως από το θεσπιζόμενο ασυμβίβαστο με προφανείς και ιδιαίτερα δυσμενείς συνέπειες, αφού η εκκαλούσα ιατρός του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
καλείτο άμεσα είτε να εγκαταλείψει τη θέση του ιατρού στο δημόσιο σύστημα υγείας, είτε να παύσει την άσκηση του ελεύθερου επαγγέλματος. Εάν αποφασίσει υπέρ της άσκησης του ελεύθερου επαγγέλματος, τότε θα απωλέσει άμεσα μια βασική πηγή εισοδήματος σε συνθήκες οξύτατης οικονομικής κρίσης, χωρίς να έχει στη διάθεσή της έστω και ένα βραχύ χρονικό διάστημα, προκειμένου να προσαρμόσει την επαγγελματική και την οικογενειακή της ζωή στα νέα, σημαντικά διαφοροποιημένα, δεδομένα.
Από την άλλη πλευρά, εάν αποφασίσει υπέρ της θέσης στο δημόσιο σύστημα υγείας και διακόψει την άσκηση του ελεύθερου επαγγέλματος, πέρα από την απώλεια των αμοιβών από την πηγή αυτή, θα βρεθεί αντιμέτωπη και με πρόσθετες σημαντικές οικονομικές δυσχέρειες που προκύπτουν λ.χ. από την αχρήστευση ιατρικού εξοπλισμού που πιθανόν να μην έχει αποσβεσθεί ακόμη η αξία του, από την υποχρέωση αποζημίωσης βοηθητικού ιατρικού και γραμματειακού προσωπικού και την υποχρέωση καταβολής μισθωμάτων μέχρι τη λήξη της συμβατικής μισθωτικής σχέσης.
Όλα τα παραπάνω προβλέφθηκαν χωρίς να είναι εμφανής κάποιος συγκεκριμένος και υπέρτατος λόγος δημοσίου συμφέροντος, που να καθιστά απαγορευτική την πρόβλεψη οποιοσδήποτε μεταβατικής ρύθμισης για το ήδη υπηρετούν ιατρικό προσωπικό του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην αιτιολογική έκθεση του Ν. 4238/2014 δεν αιτιολογούνται η άμεση έναρξη του ασυμβιβάστου των ιατρών του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
και η έλλειψη κάθε μεταβατικής ρύθμισης. Γενικά, μόνον, όσον αφορά τη διαθεσιμότητα του προσωπικού του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. (και όχι σε σχέση με το εξεταζόμενο ασυμβίβαστο του ιατρικού προσωπικού), αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση: "Άρθρο 17 [άρθρο 16 στο τελικό κείμενο του Ν. 4238/ 2014] Διαθεσιμότητα υπαλλήλων Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
Με τις διατάξεις της παραγράφου 1, προκειμένου να επιτευχθεί σε σύντομο χρόνο η επιχειρούμενη μεταρρυθμιστική δράση στο χώρο της παροχής δημόσιων υπηρεσιών υγείας, προβλέπεται η θέση του προσωπικού σε καθεστώς διαθεσιμότητας για το σύντομο χρονικό διάστημα του ενός μήνα". Ωστόσο, είναι σαφές ότι ο στόχος της σύντομης υλοποίησης των μεταρρυθμίσεων που επέρχονται με το Ν. 4238/2014 δεν εξαρτάται και δεν σχετίζεται με τη δυνατότητα ή μη του ιατρικού προσωπικού του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
να ασκεί ελεύθερο επάγγελμα, πολύ περισσότερο που ο νομοθέτης θα μπορούσε να προβλέψει ότι οι ιατροί του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. είναι πλήρους, όχι όμως ταυτόχρονα και αποκλειστικής απασχόλησης. Τα παραπάνω δεν αναιρούνται ούτε από τη διάταξη του άρθρου 18 του Ν. 423 8/2014, σύμφωνα με την οποία "Εντός οκταμήνου από την ολοκλήρωση της μετάταξης/μεταφοράς, το παραπάνω προσωπικό αξιολογείται και κατατάσσεται σε θέσεις κλάδου ιατρών/οδοντιάτρων του ΕΣΥ" (βλ.
και τις εισαγωγικές παρατηρήσεις στην αιτιολογική έκθεση του Ν. 4238/2014, σύμφωνα με τις οποίες "Ειδικοί στόχοι της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας είναι οι ακόλουθοι:.... (β) η ανάπτυξη του Πρωτοβάθμιου Εθνικού Δικτύου Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.), ενός ενιαίου συστήματος Π.Φ.Υ. στην Ελλάδα, μέσω της ενοποίησης των δομών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
και του Ε.ΣΥ.). Επιπλέον, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί, ενόψει των προαναφερθεισών διατάξεων του Συντάγματος και του ΠΠΠ ΕΣΔΑ, η νομοθετική επιβολή καθεστώτος αποκλειστικής απασχόλησης στους ενάγοντες. Ήδη για τον λόγο αυτό, οι παραπάνω ρυθμίσεις αντίκεινται στις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ, πολύ δε περισσότερο που η εκκαλούσα, σύμφωνα με τις παραπάνω νομοθετικές ρυθμίσεις, πρόκειται να αξιολογηθεί για την κατάταξή της σε θέση κλάδου ειδικευμένων ιατρών του Ε.Σ.Υ.
εντός οκταμήνου από την παραπάνω μετάταξη / μεταφορά τους (σύμφωνα με τις διατάξεις των υποκεφαλαίων Γ. "Ένταξη και κατάταξη στο Εθνικό Σύστημα Υγείας" και Δ. "Αξιολόγηση και Κατάταξη στον Κλάδο Ιατρών Ε.Σ.Υ." της υποπαραγράφου ΙΖ. 1 του άρθρου πρώτου του Ν. 4254/2014). Η ενοποίηση των δομών και του προσωπικού Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας και η αποφυγή διχοτόμησης του προσωπικού (σε αυτούς που προέρχονται από το Ε.Σ.Υ.
και είναι αποκλειστικής απασχόλησης και σε εκείνους που προέρχονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. με δυνατότητα άσκησης ελεύθερου επαγγέλματος), θα δικαιολογούσε το ασυμβίβαστο μόνο μετά την κατάταξη του ιατρικού προσωπικού του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. σε θέσεις κλάδου ιατρών του ΕΣΥ, όχι όμως και πριν από αυτήν, όπως συμβαίνει με τις διατάξεις του Ν. 4238/2014, πολύ δε περισσότερο όταν η κατάταξή τους σε θέσεις του Ε.Σ.Υ.
είναι μελλοντική και αβέβαιη, εφόσον έχει προβλεφθεί διαδικασία αξιολόγησης, από την οποία θα εξαρτηθεί, αν θα καταλάβουν ή όχι σχετική θέση στο Ε.Σ.Υ., ακόμη δε και αν η αξιολόγηση είναι θετική, ενδεχομένως να απαιτηθεί πολύς χρόνος, προκειμένου να καταλάβει θέσεις κλάδου ιατρού στο Ε.Σ.Υ., εξακολουθώντας να αμείβεται ως απλώς υπάλληλος ΠΕ.
Ακολούθως, η αιφνίδια διακοπή του ελευθέρου επαγγέλματος της οδηγεί στην απώλεια της φήμης και των πελατών-ασθενών της, τα οποία δεν θα μπορέσει να επανακτήσει σε περίπτωση που δεν καταλάβει θέση, έστω και σε αβέβαιο χρονικό διάστημα, στο Ε.Σ.Υ. Περαιτέρω και με βάση όλα τα παραπάνω, πρέπει η υπό κρίση αγωγή κατά του δεύτερου εναγομένου και εφεσίβλητου να γίνει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθεί το δεύτερο εναγόμενο-εφεσίβλητο να αποδέχεται την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία της ενάγουσας και νυν εκκαλούσας, υπό τους ίδιους όρους που την παρείχε και πριν από την ένταξή της σε καθεστώς διαθεσιμότητας, χωρίς διακοπή του ελεύθερου επαγγέλματος της, καταβάλλοντος πλήρως τις νόμιμες αποδοχές της".
Με την κρίση του αυτή και σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, το Εφετείο, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 10 του ν.δ/τος 1204/1972, τις διατάξεις των άρθρων 16 και 17 Ν. 4238/2014 καθώς και τις προαναφερθείσες Συνταγματικές και υπερνομοθετικές διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Τούτο, διότι, οι διατάξεις του ν. 4238/2014 θεσπίσθηκαν προς το σκοπό διαμόρφωσης, κατ' επιλογή του νομοθέτη, χάριν του δημοσίου συμφέροντος και στα πλαίσια υποχρέωσης του Κράτους να μεριμνά για τη δημόσια υγεία (άρθρο 21 § 3 του Συντάγματος), ενιαίου συστήματος ορθολογικής, αποτελεσματικής και διαρκούς παροχής υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (Π.Φ.Υ), με τη σύσταση εντός του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.) ενός καθολικού, ενιαίου και αποκεντρωμένου Πρωτοβάθμιου Εθνικού Δικτύου Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ), που λειτουργεί στις Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε) της Χώρας, οπότε, κατά λογική ακολουθία, θα έπρεπε πλέον όλοι οι απασχολούμενοι ιατροί να τελούν υπό ακριβώς όμοιο, νομικό και πραγματικό καθεστώς των ιατρικών τους υπηρεσιών, αφού όλοι θα απασχολούνται σε οργανικές θέσεις, οι οποίες, μάλιστα, αν δεν υπήρχαν θα συστήνονταν προς το σκοπό αυτό.
Ο ανωτέρω σκοπός, αποβλέποντας στην καλύτερη και αποδοτικότερη διαμόρφωση και οργάνωση ενός ενιαίου συστήματος παροχής υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας και στον εξορθολογισμό του δικτύου πρωτοβάθμιας περίθαλψης και της αντίστοιχης δημοσιονομικής δαπάνης, αποτελεί άνευ ετέρου σκοπό δημοσίου συμφέροντος.
Για την επίτευξή του, συνεπώς, είναι αναγκαία αφενός η στελέχωση των δημόσιων δομών παροχής υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας του Π.Ε.Δ.Υ. με ιατρικό προσωπικό, ενιαία αντιμετωπιζόμενο και απασχολούμενο υπό το ίδιο νομικό και πραγματικό καθεστώς, αφετέρου δε η εξάλειψη οποιοσδήποτε ανισότητας μεταξύ των μελών του ιατρικού προσωπικού.
Έτσι, για το λόγο αυτό και ενόψει του ότι όλοι πλέον οι ιατροί θα απασχολούνταν σε οργανικές θέσεις εργασίας, οι αυτοδικαίως και άμεσα μεταφερόμενοι από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., προερχόμενοι από τους καταργηθέντες Κλάδους Υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, θα έπρεπε κατά το ν. 4238/2014, λόγω και της πρόβλεψης περί κατάληψης οργανικών θέσεων εργασίας, κατόπιν αίτησής τους, να επιλέξουν είτε την πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στο δημόσιο τομέα υγείας, υπό καθεστώς όμοιο με αυτό των άλλων υπηρετούντων ιατρών, είτε την άσκηση της ιατρικής ως ελευθέριου επαγγέλματος, που νομίμως ασκούσαν πριν από τις διατάξεις του εν λόγω νόμου, με τη θέσπιση, δηλαδή, ασυμβίβαστου μεταξύ άσκησης ελευθέριου επαγγέλματος και αποκλειστικής απασχόλησης στις δημόσιες δομές υγείας.
Περαιτέρω, οι υπόψη ρυθμίσεις για τη μεταφορά/μετάταξη σε οργανικές θέσης πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης που συστήνονται για το σκοπό αυτό στις δημόσιες δομές Π.Φ.Υ. του Π.Ε.Δ.Υ και των απασχολούμενων αρχικά στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και ακολούθως στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ιατρών με συμβάσεις του άρθρου 10 του ν.δ. 1204/1972, μετά την υποβολή αίτησης εντός της σύντομης προθεσμίας των επτά (7) εργάσιμων ημερών από την έκδοση της διαπιστωτικής πράξης για τη θέση τους σε καθεστώς διαθεσιμότητας και η ανάληψη υπηρεσίας με απαιτούμενη πλέον διακοπή του ελευθέριου επαγγέλματος που νομίμως μπορούσαν πριν να ασκούν, ναι μεν επέφεραν ανατροπή της προηγηθείσας κατάστασης, πλην όμως, παρίστανται πρόσφορες και αναγκαίες για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από το νομοθέτη δημοσίου συμφέροντος σκοπού που προαναφέρθηκε και υπαγορεύθηκαν από τη μεταβολή των αντιλήψεων του νομοθέτη ως προς τον τρόπο οργάνωσης της παροχής πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, αλλά και από επιτακτικούς δημοσιονομικούς λόγους, αφού με τα σύγχρονα δεδομένα δεν δικαιολογείται η διατήρηση διαφορετικών εργασιακών καθεστώτων στο χώρο της δημόσιας υγείας.
Συνεπώς, στα πλαίσια του επιτρεπόμενου δικαστικού ελέγχου της τήρησης των αρχών της προσφορότητας και αναλογικότητας, οι διαρθρωτικές αυτές μεταρρυθμίσεις, δεν είναι προδήλως απρόσφορες και δεν υπερβαίνουν προδήλως το απαραίτητο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού μέτρο. Ούτε προσβάλλουν την οικονομική και επαγγελματική ελευθερία των ιατρών που απασχολούνταν υπό διττό καθεστώς, καθόσον αυτοί είχαν το δικαίωμα επιλογής είτε της συνέχισης του ελευθέριου επαγγέλματος τους και μάλιστα με αύξηση των ωρών απασχόλησής τους και συνακόλουθα αύξηση και των εισοδημάτων τους, είτε της παροχής των ιατρικών τους υπηρεσιών στον τομέα της δημόσιας υγείας με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση σε οργανικές θέσεις εργασίας, μόνον δε η τυχόν μείωση των συνολικών μηνιαίων εισοδημάτων που μέχρι τις επίμαχες ρυθμίσεις αθροιστικώς εσόδευαν από το ελευθέριο επάγγελμα και από την εργασία τους υπό ειδικό καθεστώς, δεν συνιστά παραβίαση των προστατευόμενων από το άρθρο 5 του Συντάγματος ελευθεριών, ενώ, είναι και σύμφωνη, με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, επέμβαση σε περιουσιακά αγαθά, που προβλέπεται από το νόμο και δικαιολογείται από λόγους δημοσίου συμφέροντος.
Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης δεν προστατεύει την προσδοκία διατήρησης συγκεκριμένης νομοθετικής ρύθμισης, την οποία ο νομοθέτης έχει την ευχέρεια να μεταβάλει για το μέλλον, ούτε επιβάλλει τη διατήρηση για πάντα του ειδικού καθεστώτος υπό το οποίο πρόσφεραν οι ιατροί τις υπηρεσίες τους στο ΙΚΑ, βάσει συμβάσεων του άρθρου 10 του ν.δ. 1204/1972, ενόψει και της κατά το Σύνταγμα ευρύτατης εξουσίας του νομοθέτη, όσον αφορά την οργάνωση της δημόσιας υγείας που επίσης προστατεύεται συνταγματικά (άρθρο 21 του Συντάγματος), υπό τον όρο ότι τα θεσπιζόμενα μέτρα δεν οδηγούν στην ανατροπή του δικαιώματος στην προστασία της υγείας, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω, ομοίως δε η μακρόχρονη διατήρηση ενός ευνοϊκού για ορισμένη κατηγορία προσώπων νομοθετικού καθεστώτος δεν αποτελεί, κατά το Σύνταγμα, πρόσκομμα για τη μεταβολή του, αφού διαφορετικά η δράση του νομοθέτη θα οδηγείτο σε παράλυση.
Κατ' ακολουθία, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναίρεσης για πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 KΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον ΝΠΔΔ υποστηρίζει ότι η απόλυση της αναιρεσιβλήτου δεν αντίκειται στις ως άνω Συνταγματικές και υπερνομοθετικές διατάξεις (άρθρα 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 παρ. 1, 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ) είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου αναιρέσεως.
Συνακόλουθα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 KΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα) μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση".
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, που σύμφωνα με τα παραπάνω, κρίνεται ότι η από 20-8-2014 αγωγή της αναιρεσιβλήτου είναι μη νόμιμη, όπως απεφάνθη σε πρώτο βαθμό και το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, τέτοιο δικονομικό έδαφος για επανεκδίκαση της υπόθεσης στην ουσία της από το Εφετείο δικάζον την έφεση της αναιρεσείουσας, μετά την κατά τα άνω αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεσμευόμενο ως προς το νομικό ζήτημα που λύθηκε, δεν υφίσταται, καθότι το μόνο που απομένει στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο είναι η κατ' ουσίαν απόρριψη της έφεσης.
Επομένως, πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί από το παρόν Τμήμα η υπόθεση, να απορριφθεί η έφεση κατ' ουσίαν. Τέλος πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, για το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας και για την παρούσα αναιρετική δίκη, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (αρθ 176, 183 και 191 παρ. 2 KΠολΔ), και τα οποία δεν επιβάλλονται μειωμένα, καθότι δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 22 Ν. 3693/1957, αφού η δίκη ως προς το ως άνω Ν.Π.Δ.Δ.
δεν διεξήχθη δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (ΑΠ 1324/2020, ΑΠ 540/2020, ΑΠ 1695/2013).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2773/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Κρατεί και δικάζει την έφεση της αναιρεσιβλήτου.
Δέχεται αυτήν τυπικά και απορρίπτει κατ' ουσίαν.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει συνολικά για την αναιρετική και την κατ' έφεση δίκη στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων [2.300,00] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2023.
Η ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και τούτης, καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτη αποχωρησασών, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Οκτωβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ