Legislator Case Law & Legislation
1447/2023 AI generated

Supreme Court annuls lower court decision for contradictory rulings on jurisdiction and legality of civil suit.

Case Number 1447/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Second Instance Court's decision for containing contradictory legal reasoning regarding the admissibility and legality of a civil action. The lower court simultaneously declared the suit inadmissible due to lack of jurisdiction and unlawful, yet the Supreme Court found this contradiction fatal to the judgment's validity. Consequently, the case was remitted to the same court for retrial before a different judge to resolve the conflicting legal assessments.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(17) and 562(4) of the Code of Civil Procedure; A judgment containing contradictory provisions on the admissibility and legality of a civil suit is void and must be annulled, requiring remittal for retrial.

Keywords

AI generated
contradictory provisions annulment of judgment lack of jurisdiction unlawful dismissal remittal for retrial civil procedure code different judge

Cited Legislation

AI generated
Article 559(17) of the Code of Civil Procedure
Article 562(4) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 281(2) of Law 3463/2006

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1447 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1447/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Ν. Γ. του Η., 2)Σ. Γ. του Κ., 3)Α. Κ. του Η.,4)Δ. Κ. του Θ., 5)Β. Μ. του Ι., 6)Ε. Φ. του Ε., 7)Ι. Τ. του Α., 8α)Μ. Σ. του Κ., χήρας Β. Β., ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της Κ. Β. του Β., 8β)Δ. Β. του Β., ως καθολικών διαδόχων του Β. Β. του Δ., 9)Δ. Γ. του Κ., και 10)Γ. Λ. του Χ., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φίλιππο Γιαννούλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Δήμου ..., όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Δήμαρχο του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μπακάλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-10-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και του αρχικού διαδίκου Β. Β., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21/ΕΡ-ΔΙ/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 202/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-1-2019 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.-Με την από 16.1.2019 και με αριθ. κατάθεσης 237/28/22.1.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ` αριθ. 202/23.1.2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία υπ' αριθμ. 21/ΕΡ-ΔΙ/28.4.2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου έγινε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η από 11.6.2014 και με αριθμό κατ. 102/ΕΦ/11.6.2014 έφεση του εναγομένου ΟΤΑ και ήδη αναιρεσίβλητου και εξαφανίσθηκε η ως άνω απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία είχε δεχθεί την από 18.10.2013 και με αριθ. κατάθ. 237/ΕΡ-ΔΙ/22.10.2013 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου και είχε αναγνωρίσει την ακυρότητα των υπ' αριθμ. 342, 343, 344, 345, 347, 349, 348, 340 και 346 διαπιστωτικών πράξεων του Δημάρχου ... ..., με τις οποίες οι ενάγοντες τέθηκαν σε διαθεσιμότητα επί οκτάμηνο και υποχρέωσε τον εναγόμενο Δήμο να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων τα αναφερόμενα εκεί ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού κράτησε την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή προεχόντως ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων προς εκδίκασή της, άλλως ως μη νόμιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφόσον κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 22.1.2019, ενώ δεν προκύπτει επίδοση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, που δημοσιεύθηκε στις 21.1.2017 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ.1, 577 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της. 2.-Στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ.2 εδ. α', 4 εδ. α' και 6 του Συντάγματος ορίζεται ότι "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί [δημόσιος] υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη", ότι "Οι δημόσιοι υπάλληλοι που κατέχουν οργανικές θέσεις είναι μόνιμοι, εφόσον αυτές οι θέσεις υπάρχουν" και ότι "Οι διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων έχουν εφαρμογή και [...] στους υπαλλήλους των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης [ΟΤΑ] και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου [ΝΠΔΔ]".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ο κοινός νομοθέτης, προκειμένου οι φορείς της δημόσιας διοίκησης να επανδρώσουν τις αντίστοιχες υπηρεσίες με το προσωπικό, το οποίο, εκάστοτε, θεωρείται αναγκαίο για την εύρυθμη λειτουργία τους, έχει αφ' ενός την υποχρέωση να ιδρύει οργανικές θέσεις, διότι, άλλως, δεν είναι δυνατό να συντελεσθεί έγκυρος διορισμός δημοσίου υπαλλήλου και αφ' ετέρου την ευχέρεια να τις καταργεί, είτε μεμονωμένα είτε με την κατάργηση του κλάδου ή και ολόκληρης της δημόσιας υπηρεσίας, στην οποία ανήκει η θέση (ΟλΣτΕ 3354/2013, ΑΠ 1339/2018, ΣτΕ 2934/1993).

Επί καταργήσεως οργανικής θέσεως, οπότε εκλείπει η τυπική προϋπόθεση της μονιμότητας, ο υπάλληλος είτε απολύεται είτε τοποθετείται σε κενή οργανική θέση άλλης υπηρεσίας. Οι ως άνω διατάξεις αναφέρονται σε προσωπικό, το οποίο προσλαμβάνεται από το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα ΝΠΔΔ με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου.

Σύμφωνα, όμως, με τη νεότερη διάταξη του άρθρου 103 παρ.8 του Συντάγματος, που προστέθηκε κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, με νόμο ρυθμίζονται, επίσης, οι όροι και η χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα για την κάλυψη οργανικών θέσεων κλπ. Πράγμα, που σημαίνει ότι ο κοινός νομοθέτης έχει και πάλι την υποχρέωση να ιδρύει ή την ευχέρεια να καταργεί τις οργανικές θέσεις, μάλιστα δε κατά μείζονα λόγο, διότι το προσωπικό, που προσλαμβάνεται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, δεν καλύπτεται από τη συνταγματική εγγύηση της μονιμότητας (ΑΠ 1339/2018).

Η ευχέρεια κατάργησης οργανικών θέσεων δεν αποκλείεται από τη διάταξη του άρθρου 22 παρ.1 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία "Η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών [...]". Η διάταξη αυτή συνιστά κατευθυντήρια αρχή ως προς τη χάραξη της εκάστοτε κρατικής πολιτικής στον τομέα της απασχόλησης, μέσα στην ελληνική επικράτεια.

Εν τούτοις, από την ίδια διάταξη δεν δημιουργείται παράλληλη υποχρέωση του Κράτους να απασχολεί αυτό το ίδιο, ως εργοδότης, όλους τους πολίτες της επικράτειας ούτε να εξασφαλίζει, εσαεί, εργασία σε όλα τα πρόσωπα, τα οποία συνέβη, σε δεδομένη χρονική στιγμή, να καταστούν υπάλληλοι ή μισθωτοί στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα.

Πολύ περισσότερο, μια τέτοια υποχρέωση δεν νοείται κάτω από συνθήκες εξαιρετικών δημοσιονομικών πιέσεων, οι οποίες αφ' ενός περιορίζουν τη δυνατότητα του κρατικού προϋπολογισμού για κοινωνικές παροχές και αφ' ετέρου επιβάλλουν τη συρρίκνωση του Κράτους, ως επιχειρηματία ή εργοδότη και την, εντεύθεν, περικοπή ενός σημαντικού μέρους των θέσεων εργασίας, που υπήρχαν προηγουμένως (ΑΠ 1339/2018).

Ακόμη, η ευχέρεια του κοινού νομοθέτη για κατάργηση οργανικών θέσεων δεν αποκλείεται ούτε από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.1 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία "Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας [...]".

Η διάταξη αυτή κατοχυρώνει, πράγματι, την οικονομική ελευθερία, της οποίας ιδιαίτερη εκδήλωση συνιστά το δικαίωμα στην εργασία. Η άσκηση του δικαιώματος πρέπει να γίνεται ακωλύτως, στο πλαίσιο της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ 361), χωρίς νομοθετικές παρεμβάσεις. Εν τούτοις, μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, περιοριστική της ελευθερίας αυτής, είναι συνταγματικώς ανεκτή, όταν διαπιστώνεται ότι η άσκηση του σχετικού δικαιώματος "προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων ή παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη" (άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος) ή αποβαίνει σε βάρος της εθνικής οικονομίας (άρθρα 25 παρ.3 και 106 παρ.2 του Συντάγματος, ΟλΑΠ 6/2014).

Ως εθνική οικονομία, δηλαδή ως μείζον δημόσιο συμφέρον, σε βάρος του οποίου δεν είναι συνταγματικώς θεμιτό να ασκείται η ιδιωτική οικονομία, νοείται, προεχόντως, η εξυγίανση των δημόσιων, οικονομικών πραγμάτων και η αποτροπή της, άλλως επαπειλούμενης, χρεωκοπίας του Κράτους, ήτοι ανάγκες επιτακτικές, οι οποίες διαπιστώνονται κατά τη διάρκεια μιας, εξαιρετικά δυσμενούς, δημοσιονομικής συγκυρίας (ΑΠ 1339/2018).

Στην έννοια της περιουσίας, η οποία προστατεύεται από τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου (ΠΠΠ) της "Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών" (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε μαζί με τη σύμβαση με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, τυπικά αυξημένη ισχύ έναντι των νόμων, περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και, μάλιστα, οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση είτε, απλώς, γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφ' όσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία να ικανοποιηθούν δικαστικά, με βάση το ήδη ισχύον νομοθετικό καθεστώς ή την πάγια νομολογία (ΟλΣτΕ 668/2012, ΑΠ 1339/2018).

Δεν περιλαμβάνονται, όμως, οι απλές προσδοκίες (ΣτΕ 720/2008), όταν, ιδίως, η ικανοποίησή τους εξαρτάται από μέλλοντα και αβέβαια γεγονότα, όπως η διατήρηση αμετάβλητων των συνθηκών, υπό τις οποίες κάποιο πρόσωπο επέτυχε να καταλάβει μια θέση εργασίας, της οποίας η διατήρηση είναι συνυφασμένη με την ύπαρξη ή την οικονομική πορεία του φορέα, στον οποίο ανήκει.

Ως εκ τούτου, η απλή προσδοκία του εργαζόμενου να διατηρηθεί στο μέλλον η σύμβαση εργασίας, δεν εμπίπτει στο πεδίο προστασίας του άρθρου 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ. Τόσο στον ιδιωτικό όσο και στο δημόσιο τομέα, η προστασία του εργαζόμενου στην περίπτωση απώλειας της θέσης εργασίας περιλαμβάνει, υπό τις εκάστοτε νόμιμες προϋποθέσεις, την καταβολή συγκεκριμένων παροχών (προεχόντως της αποζημιώσεως απολύσεως και του επιδόματος ανεργίας) προς ανακούφιση των δυσμενών, οικονομικών και ψυχολογικών συνεπειών από την απώλεια, δεν μπορεί, όμως, να φθάνει μέχρι τον αποκλεισμό του δικαιώματος του εργοδότη να λύσει τη σύμβαση εργασίας, με την επιφύλαξη, βέβαια, της απαγόρευσης της άσκησής του όταν αυτή γίνεται καταχρηστικά (άρθρο 281 ΑΚ).

Εξ άλλου, οι υποχρεώσεις σεβασμού και διαφυλάξεως της περιουσίας παντός προσώπου, που επιβάλλονται στα Κράτη από τη διάταξη του άρθρου 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ, δεν είναι απεριόριστες. Στο ίδιο άρθρο προβλέπονται αποκλίσεις, όπως όταν η στέρηση της ιδιοκτησίας "επέρχεται για λόγους δημόσιας ωφέλειας, υπό όρους που προβλέπονται από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου".

Ακόμη, η παρεχόμενη προστασία δεν θίγει το δικαίωμα παντός Κράτους "να νομοθετεί με τον τρόπο που θεωρεί αναγκαίο για τη ρύθμιση της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιο συμφέρον ή για την εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Επομένως, η εκ του άρθρου 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ παρεχόμενη προστασία δεν αποκλείει την ευχέρεια του εθνικού νομοθέτη να καταργεί υφιστάμενες θέσεις εργασίας στο δημόσιο τομέα και να θέτει σε διαθεσιμότητα τα πρόσωπα, που μέχρι την κατάργηση υπηρετούσαν σ' αυτές, εφ' όσον η μεν κατάργηση των οργανικών θέσεων επιβάλλεται από λόγους δημοσίου συμφέροντος και γίνεται με κριτήρια σύμφωνα προς την ορθολογική οργάνωση και την οικονομικότητα της δημόσιας διοίκησης, η δε επιλογή του προσωπικού, που τίθεται σε διαθεσιμότητα, γίνεται με κριτήρια αντικειμενικά και με τρόπο που ελαχιστοποιεί τις, άλλως αναπόφευκτες, δυσμενείς συνέπειες από τη διαθεσιμότητα καθ' εαυτή ή την ενδεχόμενη, σε περίπτωση αδυναμίας μετακίνησης σε άλλη θέση, απόλυσή του (ΑΠ 1339/2018).

Η διαπίστωση της αναγκαιότητας ως προς την ίδρυση ή κατάργηση οργανικών θέσεων στο δημόσιο τομέα αποτελεί αντικείμενο της εκτελεστικής λειτουργίας του Κράτους και των υποκείμενων φορέων δημόσιας εξουσίας (άρθρο 26 παρ.2, 82 παρ.1, 83 παρ.1 και 101 επ. του Συντάγματος). Η αναγκαιότητα αυτή πρέπει να σταθμίζεται, όπως αναφέρθηκε, σύμφωνα με τις αρχές της ορθολογικής οργάνωσης και της οικονομικότητας της δημόσιας διοίκησης.

Η στάθμισή της, όμως, που γίνεται στο πλαίσιο μιας νόμιμης διοικητικής διαδικασίας και αποβλέπει στην εξυπηρέτηση δημόσιου σκοπού, αποτελεί πάντοτε κυβερνητική επιλογή και ευθύνη. Κατόπιν, η στάθμιση αυτή, ως πολιτική βούληση για την οργάνωση της δημόσιας διοίκησης, εκτελείται με τις αντίστοιχες κανονιστικές διατάξεις.

Η δικαστική λειτουργία του Κράτους έχει την υποχρέωση να μην εφαρμόζει νόμο, του οποίου το περιεχόμενο είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ.4 του Συντάγματος). Ομοίως, οι δικαστικοί λειτουργοί σε καμιά περίπτωση δεν υποχρεούνται να συμμορφώνονται με διατάξεις, οι οποίες έχουν τεθεί κατά κατάλυση του Συντάγματος (άρθρο 87 παρ.2 του Συντάγματος).

Κατά τη συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις αυτές, όμως, τα δικαστήρια ουδόλως έχουν τη δικαιοδοσία να ελέγχουν την ορθότητα της κυβερνητικής πολιτικής [μεταξύ άλλων και] ως προς την οργάνωση της δημόσιας διοίκησης. Ένας τέτοιος έλεγχος μόνο οριακός θα μπορούσε να είναι, υπό την έννοια ότι η εφαρμογή των σχετικών, πολιτικών επιλογών και των συναφών κανονιστικών διατάξεων πρέπει να είναι πρόσφορη για την επίτευξη του επιδιωκόμενου, δημόσιου σκοπού και να μην πλήττει δυσαναλόγως σπουδαιότερα συμφέροντα των προσώπων, τα οποία αναπτύσσουν, νομίμως, τις δραστηριότητές τους, στον ίδιο χώρο και χρόνο (άρθρο 25 παρ.1 εδ.

δ' του Συντάγματος - ΑΠ 1339/2018). Εξάλλου, στο άρθρο πρώτο, παράγραφος Ζ "Ρυθμίσεις Θεμάτων Αρμοδιότητας Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης", υποπαράγραφος Ζ.2 "Διαθεσιμότητα, Παράταση, Συνέπειες, Αποζημίωση, Παροχές ΟΑΕΔ", αριθμός 1 του ν. 4093/2012, με τον τίτλο "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016", ορίζεται ότι "Μόνιμοι πολιτικοί υπάλληλοι του Δημοσίου, ανεξάρτητων αρχών, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού, οι θέσεις των οποίων καταργούνται, τίθενται σε διαθεσιμότητα.

Αν καταργούνται ορισμένες μόνο θέσεις του ίδιου κλάδου, οι υπάλληλοι που τίθενται σε διαθεσιμότητα προσδιορίζονται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις (άρθρο 154 παρ.2 Υπαλληλικού Κώδικα, άρθρο 158 παρ.2 Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων). Οι υπάλληλοι αυτοί μπορεί κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας:

α) Να μετατάσσονται εκουσίως, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις (άρθρο 154 παρ.4 Υπαλληλικού Κώδικα, άρθρο 158 παρ.4 Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων), β) Να μετατάσσονται υποχρεωτικά ή να μεταφέρονται με μεταβολή της υπηρεσιακής τους σχέσης σε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου [...] για το συμφέρον και τις ανάγκες της υπηρεσίας και, ιδίως, για την καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού. [...].

γ) Να τοποθετούνται για την κάλυψη προσωρινών αναγκών σε οποιαδήποτε υπηρεσία του Δημοσίου, ΝΠΔΔ, ΟΤΑ ή οποιουδήποτε φορέα του δημόσιου τομέα με τη διαδικασία του άρθρου 5 του ν. 4024/2011 [...]. δ) Να υπάγονται σε ειδικά προγράμματα επαγγελματικής επανεκπαίδευσης". Περαιτέρω, στον αριθμό 2 της ίδιας υποπαραγράφου, ορίζεται ότι "Η διαθεσιμότητα της προηγούμενης περίπτωσης διαρκεί οκτώ (8) μήνες και στον υπάλληλο καταβάλλονται τα τρία τέταρτα των αποδοχών του, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.

Μέχρι την κατά οποιοδήποτε τρόπο λήξη της διαθεσιμότητας εξακολουθούν να καταβάλλονται από το φορέα προέλευσης οι ασφαλιστικές εισφορές εργοδότη και ασφαλισμένου, που αναλογούν για κύρια σύνταξη, επικουρική ασφάλιση, πρόνοια και υγειονομική περίθαλψη. [...]". Ακόμη, στον αριθμό 3 της ίδιας υποπαραγράφου, όπως αντικαταστάθηκε με την υποπαράγραφο ΣΤ.12 της παραγράφου ΣΤ του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013, ορίζεται ότι "Οι ρυθμίσεις των περιπτώσεων 1 και 2 εφαρμόζονται αναλόγως στους υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του Δημοσίου, ανεξάρτητων αρχών, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού, οι θέσεις των οποίων καταργούνται (για τους οποίους, μέχρι τότε και σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του άρθρου 52 παρ.1 εδ.

α' του π.δ. 410/1988, η κατάργηση της θέσης συνεπαγόταν και την αυτοδίκαιη λύση της σύμβασης εργασίας). Και τέλος, στον αριθμό 4 της ίδιας υποπαραγράφου, ορίζεται ότι "Η υπηρεσιακή σχέση των μόνιμων υπαλλήλων που βρίσκονται σε καθεστώς διαθεσιμότητας, καθώς και η σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των υπαλλήλων της περίπτωσης 3, εφ' όσον δεν μεταταχθούν ή μεταφερθούν, λύεται με τη λήξη του καθεστώτος της διαθεσιμότητας", οπότε και καταβάλλεται η αποζημίωση του άρθρου 55 παρ.1 του π.δ. 410/1988, ειδικά και μόνο ως αποζημίωση απόλυσης λόγω κατάργησης θέσης, σύμφωνα με τα οριζόμενα, ειδικότερα, στα επόμενα εδάφια του ίδιου αριθμού και υποπαραγράφου, όπως προστέθηκαν με το άρθρο πρώτο υποπαράγραφος Θ.1 περ.2 του ν. 4254/2014 (δικαιούνται, επίσης, το επίδομα ανεργίας και τις λοιπές παροχές που χορηγούνται από τον ΟΑΕΔ, ακόμη και αν δεν είχαν υπαχθεί στην ασφάλιση ανεργίας του εν λόγω Οργανισμού).

Με τις διατάξεις αυτές αναπροσαρμόζεται ο θεσμός της διαθεσιμότητας των εργαζομένων, η οποία για τους μονίμους δημοσίους υπαλλήλους προβλεπόταν ήδη από τις διατάξεις των άρθρων 101 και 102 του ν. 3528/2007 (Κώδικας Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων κλπ), συνδεόμενη με την κατάργηση οργανικής θέσης, ενώ για τους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα είχε ρυθμισθεί από τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ.1 έως 3 του ν. 3198/1955, όπως στη συνέχεια τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε, ως ευχέρεια του εργοδότη για μονομερή, προσωρινή αναστολή της σύμβασης εργασίας με καταβολή του ημίσεως των τακτικών αποδοχών.

Η νέα ρύθμιση καταλαμβάνει με ενιαίο τρόπο όλο το προσωπικό του δημόσιου τομέα [εκτός από αυτό των ΝΠΙΔ, για το οποίο και μόνο προβλέπεται καταγγελία της συμβάσεως εργασίας], ανεξάρτητα προς το αν αυτό υπηρετεί με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου (ΑΠ 1339/2018). Εξάλλου, με τις διατάξεις του άρθρου 90 του ν. 4172/2013, με την παρ.1α εδ.

α' του οποίου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 του ν. 4210/2013 και προς διευκόλυνση της εφαρμογής διαδικασίας διαθεσιμότητας και κινητικότητας του προσωπικού στο δημόσιο τομέα, ορίσθηκε ότι "Επιτρέπεται να καταργούνται θέσεις ανά κατηγορία, κλάδο ή και ειδικότητα σε Υπουργεία, αυτοτελείς δημόσιες υπηρεσίες, αποκεντρωμένες διοικήσεις, οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού και λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του οικείου Υπουργού, σε υλοποίηση των σχετικών αποφάσεων του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης, μετά από τεκμηρίωση που στηρίζεται σε εκθέσεις αξιολόγησης δομών και σχέδια στελέχωσης".

Στη συνέχεια των διατάξεων του ίδιου άρθρου, για τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες δεν καταργείται το σύνολο των οργανικών θέσεων ενός κλάδου ή μιας ειδικότητας, προβλέφθηκαν αντικειμενικά κριτήρια και διαδικασία, προκειμένου να γίνει η επιλογή των υπαλλήλων, οι οποίοι τίθενται σε διαθεσιμότητα (άρθρο 90 παρ.2 του ν. 4172/2013).

Για τις περιπτώσεις συνολικής κατάργησης των οργανικών θέσεων ενός κλάδου ή μιας ειδικότητας, οπότε δεν τίθεται ζήτημα επιλογής, διότι δεν υφίστανται παραμένοντες υπάλληλοι, προβλέφθηκε, κατ' εξαίρεση, ότι μια σειρά από πρόσωπα υπέρ των οποίων συντρέχουν ιδιαίτεροι, κοινωνικοί λόγοι προστασίας (όπως ανάπηροι, σύζυγοι ή γονείς αναπήρων, γονείς που ασκούν αποκλειστικά τη γονική μέριμνα ανηλίκων τέκνων, δικαστικοί συμπαραστάτες κλπ, σε συνδυασμό με εισοδηματικά κριτήρια, βλ.

λεπτομερώς παρ.2 στοιχείο Δ' του άρθρου 90 του ν. 4172/2013), μετατάσσονται ή μεταφέρονται αυτοδικαίως, από την ημερομηνία ισχύος των αποφάσεων κατάργησης των θέσεων, σε κενές ή συνιστώμενες με την απόφαση μετάταξης ή μεταφοράς του αρμόδιου κατά περίπτωση οργάνου διοίκησης προσωποπαγείς θέσεις, αντίστοιχες κατά κλάδο ή ειδικότητα με το βασικό τίτλο σπουδών που κατέχουν, της ίδιας ή ανώτερης κατηγορίας, στο φορέα προέλευσης ή σε τυχόν διάδοχο φορέα (άρθρο 90 παρ.1α εδάφιο β' του ν. 4172/2013).

Περαιτέρω, το άρθρο 80 παρ.1 του ν. 4172/ 2013 ορίζει ότι "Από την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου καταργούνται στους δήμους οι θέσεις της ειδικότητας σχολικών φυλάκων ανεξαρτήτως κατηγορίας εκπαίδευσης με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Οι υπάλληλοι, των οποίων οι θέσεις καταργούνται και εφόσον κατείχαν τις θέσεις αυτές την 9η Ιουλίου 2013, τίθενται σε διαθεσιμότητα σύμφωνα με την υποπαράγραφο Ζ.2 του ν. 4093/2012, όπως ισχύει".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η συρρίκνωση του δημόσιου τομέα με την κατάργηση οργανικών θέσεων και η εφαρμογή του θεσμού της διαθεσιμότητας σε συνδυασμό με την κινητικότητα των υπαλλήλων, των οποίων οι θέσεις καταργούνται, καθορίσθηκε να γίνει με κριτήρια ορθολογικά και οικονομικά, σύμφωνα αφ' ενός με τις πραγματικές ανάγκες των δημοσίων υπηρεσιών προκειμένου να συνεχίσουν να εκπληρώνουν την αποστολή τους με τον καλύτερο και, συγχρόνως φθηνότερο τρόπο και αφ' ετέρου με την όσο το δυνατόν μικρότερη βλάβη των εργαζομένων, των οποίων οι οργανικές θέσεις καταργούνται (βλ.

και την αιτιολογική έκθεση του ν. 4172/2013, υπό το άρθρο 90). Τέλος, κατά το άρθρο 2 ΚΠολΔ, τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις που υπάγονται σε διοικητικά δικαστήρια ή αρχές. Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ.1 του ν. 1406/1983, στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, που δεν έχουν υπαχθεί μέχρι σήμερα.

Ενδεικτικά, κατά το άρθρο 1 παρ.2 περ. θ' του ίδιου νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ.3 του ν. 2721/1999, στις διαφορές αυτές περιλαμβάνονται και αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά, εκτός των άλλων, στις κάθε είδους αποδοχές (δεδουλευμένες ή μη) του προσωπικού εν γένει του Δημοσίου, των ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού και των ΝΠΔΔ, οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου.

Ως "αποδοχές", για την εφαρμογή της διάταξης αυτής, νοούνται οι αποδοχές του προσωπικού που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα ΝΠΔΔ με σχέση δημόσιου δικαίου. Απ' αυτό έπεται, κατ' αντιδιαστολή, ότι οι διαφορές που αφορούν στις αποδοχές των μισθωτών που συνδέονται με το Δημόσιο με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 11/1992, ΑΠ 1339/2018, ΑΠ 1255/2013).

Και περαιτέρω, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, διαφορές, που αναφύονται κατά τη σύσταση, αλλοίωση, εξέλιξη ή την εν γένει λειτουργία μιας σχέσης ή σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου με αντισυμβαλλόμενο το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα ΝΠΔΔ, συνιστούν διαφορές ιδιωτικού δικαίου και υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 3/2004, ΣτΕ 3071/2013, ΑΠ 873/2002).

Παρά ταύτα, για την κατάφαση της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων καθοριστική σημασία έχει το ακριβές αντικείμενο της δικαστικής διάγνωσης, όπως αυτό, ανεξάρτητα από τη λεκτική περιγραφή του, οριοθετείται από το ιστορικό του εισαγωγικού δικογράφου παροχής δικαστικής προστασίας και αξιολογείται υπαγωγικά από το δικαστήριο της ουσίας.

Η εν λόγω αξιολόγηση (η ορθή εκτίμηση του δικογράφου) αποτελεί υπαγωγική κρίση που υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Κατά συνέπεια, εάν, αληθώς, αντικείμενο της δικαστικής διάγνωσης δεν είναι η λειτουργία μιας σχέσης εργασίας ιδιωτικού δικαίου με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα ΝΠΔΔ, αλλά το κύρος μιας εκτελεστής διοικητικής πράξης, η οποία εκδόθηκε, κυριαρχικά, στο πλαίσιο μιας διοικητικής διαδικασίας που προβλέπεται στο νόμο και αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση δημόσιου σκοπού και η οποία, παρεμπιπτόντως, επηρεάζει τη λειτουργία της εν λόγω σχέσης εργασίας, δημιουργείται ακυρωτική διοικητική διαφορά, υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων (ΑΠ 1339/2018, πρβλ.

ΟλΣτΕ 15/2015, 745/1995, 3707/1987, 2509/1987, 801/1978, 1505/1974, 1157/1963, ως προς τη διάπλαση και εφαρμογή των κριτηρίων της κυριαρχικής δράσης των οργάνων του Κράτους, της ενέργειας στο πλαίσιο ειδικής διοικητικής διαδικασίας και της επιδίωξης δημόσιου σκοπού, προκειμένου να οριοθετηθεί η δικαιοδοσία μεταξύ πολιτικών και διοικητικών δικαστηρίων, σε περιπτώσεις όπου συνέρεαν αξιώσεις ιδιωτικού δικαίου). 3.-Κατά τη διάταξη του αριθμού 17 του άρθρου 559 KΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, οι οποίες όμως θα πρέπει να εντοπίζονται στο διατακτικό της, καθιστώντας αυτό αόριστο, έτσι ώστε να εμποδίζεται η εκτέλεση της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης (Ολ ΑΠ 13/1995, ΑΠ 70/2022, ΑΠ 123/2022, ΑΠ 959/2022). Αντίθετα, η ύπαρξη αντιφατικών απλώς αιτιολογιών, εφόσον δεν επέχουν θέση διατακτικού της απόφασης ή η διαπίστωση αντιφάσεων μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού της απόφασης, όταν βέβαια οι αιτιολογίες δεν επέχουν θέση διατακτικού, δεν θεμελιώνουν τον παραπάνω λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 959/2022, ΑΠ 123/2022), ο οποίος, εξ άλλου, για να είναι ορισμένος πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες αντιφάσεις (ΑΠ 70/2022, ΑΠ 1343/2022).

Η πλημμέλεια αυτή του δικαστηρίου της ουσίας προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, αφού πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (άρθρο 562 παρ. 2 β` KΠολΔ.). 4.-Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 18.10.2013 και με αριθμό κατ. 237/ΕΡ-ΔΙ/22.10.2013 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας οι αρχικώς 10 ενάγοντες και ήδη 12 αναιρεσείοντες, αφού στη θέση του όγδοου ενάγοντος Β.

Β., που απεβίωσε στις 4.5.2015, υπεισήλθαν οι νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Μ. Σ. του Κ., σύζυγός του και τα τέκνα του Κ. Β., που λόγω της ανηλικότητάς του εκπροσωπείται από τη μητέρα του και Δ. Β., επικαλούμενοι ότι κατήρτισαν ατομικές συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου, με το αντίδικό τους ΝΠΔΔ (εκκαλούν - εναγόμενο - αναιρεσίβλητο), οι οποίες, κατά τους ισχυρισμούς τους, ουσιαστικά καταγγέλθηκαν ακύρως δια της θέσεως αυτών (εφεσίβλητων - εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων) σε καθεστώς διαθεσιμότητας για χρονικό διάστημα οκτώ (8) μηνών με την καταβολή του 75% των αποδοχών τους, χωρίς την καταβολή αποζημιώσεως, με τις αναφερόμενες διαπιστωτικές πράξεις του Δημάρχου του αντιδίκου τους, σε εφαρμογή διατάξεων του Ν. 4093/2012, μετά την κατάργηση των οργανικών θέσεων στις οποίες υπηρετούσαν, κατά παράβαση, όμως, των διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 1, 22 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της "Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", καθώς και της διατάξεως του άρθρου 281 του Α.Κ., ζήτησαν να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των ως άνω διαπιστωτικών πράξεων του Δημάρχου του εναγόμενου και να υποχρεωθεί το τελευταίο να καταβάλει σε καθέναν από αυτούς (εφεσίβλητους - ενάγοντες - ήδη αναιρεσείοντες) τα αναφερόμενα ποσά, ως διαφορά του 25% των αποδοχών τους σε σχέση με τα ποσά που κατέβαλε σ' αυτούς κατά το χρονικό διάστημα της διαθεσιμότητάς τους, άλλως να καταβάλει σε καθέναν από αυτούς τα ίδια ποσά κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, άλλως εκείνες κατά τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, νομιμοτόκως από την πρώτη ημέρα κάθε μήνα από αυτόν κατά τον οποίο όφειλε να τις καταβάλει, άλλως από την άσκησή της (ένδικης αγωγής).

Επί της ως άνω αγωγής, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η υπ' αριθμ. 21/ΕΡ - ΔΙ/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, με την οποία η αγωγή κρίθηκε παραδεκτή, νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσίαν, αναγνωρίστηκε η ακυρότητα των αναφερομένων σ' αυτή διαπιστωτικών πράξεων του Δημάρχου του Δήμου ..., με τις οποίες τέθηκαν σε καθεστώς διαθεσιμότητας για χρονικό διάστημα οκτώ (8) μηνών και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος Δήμος να καταβάλει σε καθέναν από τους ενάγοντες τα αναφερόμενα σ' αυτή χρηματικά ποσά, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

Μετά από άσκηση έφεσης, από τον εναγόμενο Δήμο ... - ήδη αναιρεσίβλητο, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 202/23.1.2017 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: ". . .Με το ως άνω περιεχόμενο και αιτήματα η ένδικη αγωγή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων προς εκδίκασή της, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα υπό στοιχείο ΙΧ νομική σκέψη, διαδικαστική προϋπόθεση που λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, καθόσον τα τακτικά πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η ακύρωση διοικητικών πράξεων, αλλά και η αναγνώριση της ακυρότητάς τους, παρά μόνο να ερευνήσουν παρεμπιπτόντως τα ζητήματα αυτά.

Ακόμη όμως και αν θεωρηθεί ότι η έκδοση των υπ' αρ. 342, 343, 344, 345, 347, 349, 348, 340, 341 και 346, με ημερομηνία 29.7.2013, διαπιστωτικών πράξεων του Δημάρχου του εναγομένου, με τις οποίες αντιστοίχως οι ενάγοντες τέθηκαν σε καθεστώς οκτάμηνης διαθεσιμότητας, αναδρομικά από 23.7.2013, λόγω κατάργησης των οργανικών τους θέσεων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 80 του Ν. 4172/2013, στις οποίες οι τελευταίοι υπηρετούσαν προηγουμένως, συνιστά "εν τοις πράγμασι καταγγελία" των εργασιακών τους συμβάσεων, όπως αυτοί (ενάγοντες) ισχυρίζονται με την ένδικη αγωγή τους, αυτή είναι και πάλι απορριπτέα ως απαράδεκτη για τον ίδιο παραπάνω λόγο.

Τούτο δε διότι, η έκδοση των παραπάνω διαπιστωτικών πράξεων του Δημάρχου του εναγομένου, δεν συνιστά καταγγελία της ατομικής σύμβασης παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου, που συνέδεε τον καθέναν από αυτούς (ενάγοντες) με το εναγόμενο, κατά την έννοια που έχει εκτεθεί στην προηγηθείσα υπό στοιχείο VIII νομική σκέψη, αλλά αποτελεί, κατ' ορθή νομική υπαγωγή, αυτοδίκαιη, δηλαδή εκ του νόμου και όχι με χαρακτήρα δικαιοπραξίας, απόλυση, υπό την αναβλητική αίρεση της μη μετατάξεως ή μετακινήσεως αυτών σε άλλη υπηρεσία του δημόσιου τομέα κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας, σύμφωνα με όσα εκτενώς έχουν αναπτυχθεί στην προηγηθείσα υπό στοιχείο VII νομική σκέψη, καθόσον η κατάργηση των οργανικών θέσεων αφορούσε στο σύνολο του κλάδου σχολικών φυλάκων και έγινε με τυπικό νόμο (4172/2013), ως προσπάθεια ορθολογικής συρρίκνωσης του δημόσιου τομέα κατά την εφαρμογή του "Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016", σύμφωνα με όσα εκτενώς έχουν αναπτυχθεί στις προηγηθείσες υπό στοιχεία V και V

ΙΙ νομικές σκέψεις. Κατά τα εκτιθέμενα δε στην ένδικη αγωγή, για τη διαμόρφωση της εν λόγω "Στρατηγικής" εκ μέρους των αρμοδίων κρατικών οργάνων εκτιμήθηκε ότι πρέπει να καταργηθεί το έργο της φύλαξης των σχολικών μονάδων από υπαλλήλους με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και να ανατεθεί στο μέλλον σε εργαζόμενους με οκτάμηνες συμβάσεις.

Η εκτίμηση αυτή, όπως δεν αμφισβητείται, ανάγεται στο πεδίο κυριαρχικής δράσης της δημόσιας διοίκησης, αποβλέπει στην εξυπηρέτηση δημόσιου σκοπού και, σύμφωνα με την εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 90 παρ. 1 του Ν. 4172/2013, έπρεπε να γίνει "μετά από τεκμηρίωση που στηρίζεται σε εκθέσεις αξιολόγησης δομών και σχέδια στελέχωσης", σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα υπό στοιχείο VII νομική σκέψη.

Κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων τέτοια τεκμηρίωση δεν προηγήθηκε, ή, αν προηγήθηκε, υπήρξε αντίθετη προς τις αρχές της ορθολογικής οργάνωσης και της οικονομικότητας της δημόσιας διοίκησης, με συνέπεια η κατάργηση των οργανικών θέσεων να αμφισβητείται ως αυθαίρετη και αντίθετη προς τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, δηλαδή παράνομη.

Με τον τρόπο αυτό, όμως, καθίσταται φανερό ότι αντικείμενο δικαστικής διάγνωσης, εν προκειμένω και κατ' ορθή εκτίμηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, δεν είναι το κύρος της, κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων, "εν τοις πράγμασι καταγγελίας" της συμβάσεως εργασίας ενός εκάστου αυτών (εναγόντων), για τις οποίες, όπως εμμέσως, πλην σαφώς, αναφέρεται στην ένδικη αγωγή, ουδέποτε διατυπώθηκαν αντίστοιχες απευθυντέες δηλώσεις του αρμοδίου οργάνου του εναγομένου προς τον καθένα από τους ενάγοντες, που να οδηγούν στη λύση της δικής του σύμβασης εργασίας, αλλά το κύρος των εκτελεστών διοικητικών πράξεων, ειδικότερα δε των ως άνω διαπιστωτικών πράξεων του Δημάρχου του εναγομένου, με τις οποίες αυτοί (ενάγοντες) τέθηκαν σε καθεστώς διαθεσιμότητας, λόγω κατάργησης των οργανικών τους θέσεων, στις οποίες οι τελευταίοι υπηρετούσαν προηγουμένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 80 του Ν. 4172/2013.

Και τούτο, υπό την έννοια ότι εάν οι εν λόγω διοικητικές πράξεις έχουν εκδοθεί συννόμως, οι οργανικές θέσεις των εναγόντων έχουν καταργηθεί και αυτοί βρίσκονται, νομίμως και αυτοδικαίως, σε κατάσταση διαθεσιμότητας, ενώ, εάν έχει συμβεί το αντίθετο, οι οργανικές θέσεις εξακολουθούν να υπάρχουν και οι ενάγοντες, των οποίων οι συμβάσεις εργασίας ουδέποτε καταγγέλθηκαν, δικαιούνται να επιστρέφουν σ' αυτές.

Η διερεύνηση του κύρους, όμως, των ως άνω διαπιστωτικών πράξεων του Δημάρχου του εναγομένου, αποτελεί ακυρωτική διοικητική διαφορά, υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, διότι μόνο αυτά είναι αρμόδια να διαγνώσουν εάν η δημόσια διοίκηση, στην κρινόμενη δε υπόθεση ο Δήμαρχος του εναγομένου, κατά την έκδοση των επίμαχων διαπιστωτικών πράξεων, συμμορφώθηκε ή όχι προς τις διατάξεις που καθόριζαν τη δράση του.

Εξάλλου, αν ήθελε γίνει δεκτό ότι με την ένδικη αγωγή εισάγεται προς εκδίκαση διαφορά ιδιωτικού δικαίου, ως απορρέουσα από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου, με την οποία συνδεόταν καθένας από τους ενάγοντες με το εναγόμενο, εκτιμώντας ότι οι παραπάνω διαπιστωτικές πράξεις του Δημάρχου του αντιδίκου τους, με τις οποίες τέθηκαν σε καθεστώς διαθεσιμότητας, αποτελούν "υπό προθεσμία καταγγελία" των εργασιακών τους συμβάσεων, όπως αυτοί (ενάγοντες) ισχυρίζονται, την αναγνώριση της ακυρότητας της οποίας (υπό προθεσμία καταγγελίας των εργασιακών τους συμβάσεων) ζητούν, ως παράνομης και καταχρηστικής, περαιτέρω δε την καταβολή των αναφερόμενων για καθέναν από αυτούς χρηματικών ποσών, ως διαφορά του 25% των αποδοχών τους, σε σχέση με τα ποσά που τους κατέβαλε το εναγόμενο κατά το χρονικό διάστημα της διαθεσιμότητάς τους, οπότε τα τακτικά πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να επιληφθούν της εκδικάσεώς της, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα υπό στοιχείο IX νομική σκέψη, αυτή (ένδικη αγωγή), είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι καμία από τις παρατιθέμενες σε αυτήν διατάξεις, δυνάμει των οποίων τέθηκαν, έναντι μειωμένων κατά ποσοστό 25% αποδοχών, σε καθεστώς διαθεσιμότητας οι ενάγοντες, δεν αντίκειται στο Σύνταγμα και τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου, αλλά ούτε και είναι καταχρηστική.

Συγκεκριμένα, ό νομοθέτης, ο οποίος έχει από το Σύνταγμα ευρύτατη εξουσία οργάνωσης των υπηρεσιών τόσο του στενού, όσο και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ως προς τη δομή, καθώς και τη σύσταση, αλλά και κατάργηση υπηρεσιών και οργανικών θέσεων στο Δημόσιο, τους OTA και τα ΝΠΔΔ, προέβη στην καθολική κατάργηση της ειδικότητας των σχολικών φυλάκων στους OTA, κρίνοντας πως η παροχή της εν λόγω υπηρεσίας δεν είναι απολύτως αναγκαία για τη λειτουργία των σχολικών μονάδων, η δε κρίση του αυτή άπτεται των κυβερνητικών επιλογών και της ουσιαστικής εκτίμησης του νομοθέτη αναφορικά με τους λόγους δημοσίου συμφέροντος, που υπαγορεύουν τον περιορισμό των υπηρετούντων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα υπαλλήλων, σύμφωνα με όσα εκτενώς έχουν αναπτυχθεί στις προηγηθείσες υπό στοιχεία V και VII νομικές σκέψεις.

Με τα παραπάνω δεδομένα, η επέμβαση του νομοθέτη, η οποία, καθόσον αφορά τους ευρισκόμενους εκτός της προστατευτικής κανονιστικής εμβέλειας της συνταγματικής μονιμότητας του άρθρου 103 παρ. 4 σχολικούς φύλακες, εκτείνεται σε όλο το προσωπικό της συγκεκριμένης ειδικότητας, αποτελώντας έτσι, στο πλαίσιο αυτής, ένα γενικό μέτρο, δεν παραβιάζει την κατοχυρωμένη στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος ελευθερία σύναψης συμβάσεων, ούτε, όμως, και την αρχή της αναλογικότητας, αφού από την προϋφιστάμενη νομοθεσία (άρθρο 52 του Π.Δ. 410/1988 και ήδη άρθρο 200 του Ν. 3584/2007) ρητά προβλεπόταν ότι η κατάργηση της θέσης του απασχολούμενου στο δημόσιο με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου συνεπάγεται την αυτοδίκαιη λύση της σύμβασης εργασίας του, σύμφωνα με όσα εκτενώς έχουν αναπτυχθεί στην προηγηθείσα υπό στοιχείο VII νομική σκέψη, στην κρινόμενη δε υπόθεση, η κατάργηση των οργανικών θέσεων των εναγόντων έγινε δυνάμει ειδικής ρύθμισης, αποβλέπουσας στην κατάργηση υπηρεσίας, η παροχή της οποίας, όπως προεκτέθηκε, κρίθηκε, κατά την ουσιαστική εκτίμηση του τυπικού νομοθέτη, ότι δεν είναι απολύτως αναγκαία για τη λειτουργία των σχολικών μονάδων, λαμβανομένου υπόψη και του ότι ο θεσμός των σχολικών φυλάκων εισήχθη το πρώτον μόλις το έτος 2001, στο πλαίσιο προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων.

Περαιτέρω, η θέση των εναγόντων σε καθεστώς διαθεσιμότητας δεν αντίκειται στην προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 5 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, αλλά ούτε και συνιστά άνιση μεταχείριση των ιδίων (εναγόντων) σε σχέση με τους λοιπούς υπαλλήλους των δήμων, καθώς έλαβε χώρα ως μέτρο γενικό για όλους τους υπαλλήλους των δήμων, που απασχολούνταν υπό την ανωτέρω ειδικότητα με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου (βλ.

σχετ. Δ.Εφ.Θεσ. 1845/2014, Βάση Νομικών Δεδομένων "ΝΟΜΟΣ"). Άλλωστε, οι ενάγοντες. όπως συνάγεται από το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής τους, δεν τελούσαν υπό ουσιωδώς όμοιες συνθήκες με τους κατέχοντες οργανική θέση λοιπούς υπαλλήλους των δήμων, κατηγορίας ΔΕ, άλλων ειδικοτήτων και σχέσεων εργασίας, ως προς τη διαδικασία επιλογής και διορισμού τους, την υπηρεσιακή εξέλιξη, τη μονιμότητα ή μη, τη λύση .της.

υπηρεσιακής τους σχέσης, καθώς και το μισθολογικό καθεστώς. Πέραν δε τούτου, ουδόλως μπορεί να γίνει δεκτό ότι η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του πολίτη προς τη. Διοίκηση επιβάλλει την παραμονή των εργαζομένων με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου, των οποίων η ειδικότητα καταργείται, στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.

Επομένως, εφόσον η κατάργηση της ειδικότητας των σχολικών φυλάκων, η θέση αυτών σε διαθεσιμότητα και η δυνατότητα, στη συνέχεια, λύσης της εργασιακής τους σύμβασης στηρίχθηκε σε γενικό και αντικειμενικό κριτήριο, συναπτόταν δε άμεσα με την επιλογή του νομοθέτη να προχωρήσει σε περιορισμό του δημόσιου τομέα, ουδόλως μπορεί να θεωρηθεί πως είναι αντίθετη με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5, 5 παρ. 1, 16, 22 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, οι οποίες προβλέπουν ότι αποτελεί πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου, ότι οι έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, συμμετέχουν δε χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ότι καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην οικονομική ζωή της χώρας, ότι η παροχή παιδείας και δωρεάν εκπαίδευσης αποτελεί βασική αποστολή του Κράτους, ότι η εργασία αποτελεί δικαίωμα, που προστατεύεται από το Κράτος, καθώς και ότι τα δικαιώματα του ανθρώπου, ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους, οι δε περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν σε αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε από το Σύνταγμα, είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει σχετική επιφύλαξη, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα υπό στοιχείο VII νομική σκέψη.

Περαιτέρω, η κατάργηση των προσωποπαγών οργανικών θέσεων των σχολικών φυλάκων ουδόλως μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι αντίθετη με τις διατάξεις του ΓΊ.Δ. 164/2004, που ενσωμάτωσαν την Οδηγία 1999/70/ΕΚ, διότι αυτές αναφέρονται μόνο στην αναγνώριση του αληθινού χαρακτήρα των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ιδιωτικού δικαίου, ως μίας ενιαίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου, χωρίς να καθιερώνουν την απαγόρευση καταγγελίας των εν λόγω συμβάσεων.

Περαιτέρω, οι ως άνω επίμαχες ρυθμίσεις δεν αντίκεινται, κατά την κρίση του παρόντος δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που προστατεύει την ιδιοκτησία, αφού η προβλεπόμενη από αυτές θέση σε διαθεσιμότητα των σχολικών φυλάκων και η καταγγελία της σύμβασης εργασίας τους, σε περίπτωση μη μετακίνησης τους σε άλλη υπηρεσιακή θέση, στηρίζεται σε γενικό και αντικειμενικό κριτήριο, συνάπτεται δε άμεσα με την εκπλήρωση επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος, το οποίο συνίσταται τόσο στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής, αλλά και οικονομικής κατάστασης της χώρας, όσο και στη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της διοίκησης και την ποιοτική αναβάθμισή της, ενώ η ως άνω υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη δεν κατοχυρώνει κάποιο δικαίωμα σε διαρκή απόληψη συντάξεων ή αποδοχών συγκεκριμένου ύψους, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα υπό στοιχείο VI νομική σκέψη, καθόσον με την ως άνω υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη δεν προστατεύεται η απλή προσδοκία, αλλά μόνον η νόμιμη προσδοκία, προϋπόθεση που δεν συντρέχει στην κρινόμενη υπόθεση.

Για το λόγο αυτό και η λήψη μειωμένων, κατά ποσοστό 25%, αποδοχών από το προσωπικό, που τίθεται σε διαθεσιμότητα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι παραβιάζει την παραπάνω υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ, όπως αβασίμως διατείνονται οι ενάγοντες [βλ. σχετ. και (ολ.) Σ.τ.Ε. 3169/2014, Βάση Νομικών Δεδομένων "ΝΟΜΟΣ"].

Η ίδια ως άνω λήψη μειωμένων αποδοχών δεν παραβιάζει, άλλωστε, ούτε και την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, αφού ακόμα και για τους μόνιμους δημοσίους υπαλλήλους το άρθρο 102 του Υπαλληλικού Κώδικα προβλέπει πως, σε περίπτωση που τεθούν σε διαθεσιμότητα, λαμβάνουν μόνο τα 3/4 των αποδοχών τους. Τέλος, οι ισχυρισμοί των εναγόντων ότι οι ρυθμίσεις του άρθρου 81 του Ν. 4172/2013 αφενός μεν συνιστούν επέμβαση στην ορθολογική οργάνωση των δημοσίων υπηρεσιών, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται και οι OTA, αφού επιδιώκουν αλλότριους σκοπούς και όχι το δημόσιο συμφέρον, αφετέρου δε εισήχθησαν χωρίς προηγουμένως να.

έχει. εκπονηθεί μία ειδική και εμπεριστατωμένη αξιολογική μελέτη για την αναδιάρθρωση των υπηρεσιών του Δημοσίου, με συνέπεια η κατάργηση των οργανικών τους θέσεων να έχει λάβει χώρα δίχως κανένα κριτήριο, δημιουργώντας προβλήματα στην εύρυθμη λειτουργία των δημόσιων σχολικών μονάδων, πρέπει να απορριφθούν.

Συγκεκριμένα, ο πρώτος από τους παραπάνω ισχυρισμούς τυγχάνει αβάσιμος, διότι από τη συνταγματική αρχή της διάκρισης των εξουσιών προκύπτει ότι η ουσιαστική εκτίμηση του δημοσίου συμφέροντος ανήκει στη νομοθετική ή, κατά περίπτωση, στην εκτελεστική εξουσία και μόνο η υπέρβαση των ακραίων ορίων της "διακριτικής τους εξουσίας" εμπίπτει στο πεδίο του ελέγχου νομιμότητας, τον οποίον ασκεί ο ακυρωτικός δικαστής, ενώ δεν νοείται κατάχρηση εξουσίας κατά την άσκηση της νομοθετικής λειτουργίας, επιδίωξη, δηλαδή, από το νόμο σκοπών αλλότριων από τους δεδηλωμένους στο κείμενό του [βλ. (ολ.) Σ.Τ.Ε. 15/2015, Επ.Δ.Δ.Δ. 63, σελ. 1079].

Ως αβάσιμος, όμως, ελέγχεται και ο δεύτερος από τους ανωτέρω ισχυρισμούς, αφού η εκπόνηση της επικαλούμενης από τους ενάγοντες ειδικής μελέτης δεν προβλέπεται ρητά από το Σύνταγμα [βλ. (ολ.) Σ.Τ.Ε. 3169/2014, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών "ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ" του Δ.ΣΑ.]. Τέλος, η έκδοση των ως άνω διαπιστωτικών πράξεων του Δημάρχου του εναγομένου, με τις οποίες τέθηκαν σε διαθεσιμότητα οι ενάγοντες δεν μπορεί να χαρακτηριστεί καταχρηστική, καθόσον έλαβε χώρα σε συμμόρφωση νομοθετικής ρυθμίσεως, συγκεκριμένα δε των διατάξεων του άρθρου 80 του Ν. 4172/2013.

Επομένως, εφόσον οι διατάξεις του Ν. 4172/2013, καθώς και του Ν. 4093/2012, που αναλύονται στην προηγηθείσα υπό στοιχείο VII νομική σκέψη, δεν είναι αντίθετες στις. ως άνω αναφερόμενες διατάξεις είτε του Συντάγματος είτε του κοινοτικού δικαίου, νόμιμα οι ενάγοντες, ως εργαζόμενοι, βάσει συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου, σε θέσεις σχολικών φυλάκων στο εναγόμενο, τέθηκαν σε διαθεσιμότητα, λαμβάνοντας μειωμένες αποδοχές, ως εκ τούτου δε το εναγόμενο, νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου βαθμού) με την επωνυμία "Δήμος ...", δεν έχει υποχρέωση να καταβάλει οποιοδήποτε χρηματικό ποσό στους τελευταίους, δηλαδή στους ενάγοντες, ως διαφορά αποδοχών για το χρονικό διάστημα που τελούσαν σε καθεστώς διαθεσιμότητας, λαμβανομένου υπόψη και του ότι, υπό το προηγούμενο νομικό καθεστώς, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 52 και επ.

του Π .Δ. 410/1988 και 200 του Ν. 3584/2007, όσοι απασχολούνταν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στους OTA και, λόγω κατάργησης της θέσης εργασίας τους, απολύονταν δεν θέτονταν σε διαθεσιμότητα, με αποτέλεσμα να μην έχουν δικαίωμα σε απόληψη ούτε μειωμένων αποδοχών. Με βάση τις παραπάνω σκέψεις, ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι με την ένδικη αγωγή εισάγεται προς εκδίκαση διαφορά ιδιωτικού δικαίου, ως απορρέουσα από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου, με την οποία συνδεόταν καθένας από τους ενάγοντες με το εναγόμενο, κατά τα προαναφερόμενα, αυτή (ένδικη αγωγή) είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη κατά την κύρια βάση της, δηλαδή την επικαλούμενη "υπό προθεσμία καταγγελία" των εργασιακών τους συμβάσεων με τις προαναφερόμενες διαπιστωτικές πράξεις του Δημάρχου του εναγομένου, με τις οποίες τέθηκαν σε καθεστώς διαθεσιμότητας, όπως απορριπτέα ως μη νόμιμη είναι και κατά την πρώτη επικουρική της βάση, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, καθόσον η έκδοση των ως άνω διαπιστωτικών πράξεων του Δημάρχου του εναγομένου είναι νόμιμη, αφού έλαβε χώρα σε συμμόρφωση νομοθετικής ρυθμίσεως, συγκεκριμένα δε των διατάξεων του άρθρου 80 του Ν. 4172/2013, με συνέπεια να μη τίθεται ζήτημα αδικοπραξίας, για τη θεμελίωση της οποίας απαιτείται παράνομη συμπεριφορά, που δεν συντρέχει στην κρινόμενη περίπτωση, καθώς και κατά τη δεύτερη επικουρική της βάση, την επιχειρούμενη να θεμελιωθεί στις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις, αφού το εναγόμενο, λόγω της θέσεως αυτών (εναγόντων) σε καθεστώς διαθεσιμότητας, δεν τους απασχόλησε και συνεπώς δεν ήταν δυνατόν να καταστεί αδικαιολόγητα πλουσιότερο σε βάρος τους.

Με βάση τα παραπάνω νομικά και πραγματικά δεδομένα η ένδικη αγωγή είναι απορριπτέα στο σύνολό της, προεχόντως ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων προς εκδίκασή της, άλλως ως μη νόμιμη. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ότι έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την ένδικη αγωγή, ακολούθως δε δέχθηκε αυτήν ως παραδεκτή, νόμιμη και βάσιμη από ουσιαστική άποψη, αναγνώρισε την ακυρότητα των αναφερόμενων σ' αυτήν διαπιστωτικών πράξεων του Δημάρχου του εναγομένου, με τις οποίες οι ενάγοντες τέθηκαν σε καθεστώς διαθεσιμότητας, αναδρομικά από 23.7.2013, λόγω κατάργησης των οργανικών τους θέσεων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 80 του Ν. 4172/2013, περαιτέρω δε υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει σε καθέναν από τους ενάγοντες τα αναφερόμενα σ' αυτήν (εκκαλούμενη απόφαση) χρηματικά ποσά, αντί να την απορρίψει ως απαράδεκτη, άλλως ως μη νόμιμη, έσφαλλε ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου της (ένδικης αγωγής), καθώς και ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των αναφερόμενων στις προηγηθείσες υπό στοιχεία V, VI, VII,VIII και IX νομικές σκέψεις διατάξεων, όπως βασίμως ισχυρίζεται το εκκαλούν - εναγόμενο με σχετικούς λόγους της κρινόμενης εφέσεώς του.

Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη από ουσιαστική άποψη η κρινόμενη έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη υπ' αρ. 21/ΕΡ - ΔΙ/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βεροίας, να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν δευτεροβάθμιο δικαστήριο και να δικαστεί η από 18.10.2013 υπ' αρ. εκθέσεως καταθέσεως 237/ΕΡ - ΔΙ/22.10.2013 ένδικη αγωγή, να απορριφθεί δε αυτή, στο σύνολό της, προεχόντως ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων προς εκδίκασή της, άλλως ως μη νόμιμη".

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στις έχουσες προσόντα διατακτικού αιτιολογίες του, περιέλαβε αντιφατικές διατάξεις, αφού το μεν κρίνει ότι δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την ένδικη αγωγή, που αποτελεί ακυρωτική διαφορά, υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων και απορρίπτει αυτή ως απαράδεκτη, το δε κρίνει ότι η ένδικη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη.

Κατά συνέπεια, ο δεύτερος και κατά το τρίτο του σκέλος, από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος, ο οποίος άλλωστε λαμβάνεται υπόψη, και αυτεπαγγέλτως από το αναιρετικό δικαστήριο, (ΑΠ 555/2019) και κατ'άρθρο 562 αρ.4 ΚΠολΔ με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, περιέχει τις αναφερόμενες αντιφατικές διατάξεις, είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως.

Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από δικαστή άλλον, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος Δήμος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων".

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ τη με αριθμό 202/23.1.2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, στο σύνολό της .-

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.-

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.-

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Απριλίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών, ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ