Supreme Court allows appeal on future care costs and moral damages due to negligence in assessing liability percentage.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court's decision regarding personal injury compensation. The plaintiffs argued that the lower court failed to account for their partial contributory negligence when calculating both future care expenses and moral damages. The court ruled that the First Instance Court violated the Civil Code by ignoring the plaintiffs' shared responsibility in determining the compensation amount.
Legislator headnote
AI generatedArt. 929, Art. 298, Art. 300, Art. 932 of the Civil Code; The court must consider the victim's contributory negligence when assessing future care costs and moral damages, and failure to do so constitutes a violation of law requiring the annulment of the judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1447 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1447/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ντανάκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Κ. του Π. και 2) Λ. Κ. του Ε., συζ. Γ. Λ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Χαϊλάζη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-5-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και της Ε. συζ. Ε. Κ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2046/2015 εν μέρει οριστική και 828/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4172/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-9-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη-Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων λόγων της (άρθρα 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 929 εδ. α' του Α.Κ. "Σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον, ή θα ξοδεύει επιπλέον, εξαιτίας της αυξήσεως των δαπανών του". Στα κατά τη διάταξη αυτή νοσήλια, περιλαμβάνεται κάθε δαπάνη που έγινε ή κρίθηκε αναγκαία να γίνει για την αποκατάσταση της υγείας του θύματος, μεταξύ των οποίων και οι πλασματικές δαπάνες του παθόντος προσώπου για τις υπηρεσίες που του προσφέρουν οι οικείοι του, σε περίπτωση αδυναμίας του προς αυτοεξυπηρέτηση.
Από το συνδυασμό δε της ως άνω διατάξεως του άρθρου 929 του Α.Κ., με αυτή του άρθρου 298 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι αυτός που έπαθε βλάβη στο σώμα ή την υγεία του δικαιούται να αξιώσει και την μελλοντική αποθετική ζημία του (διαφυγόν κέρδος), γιατί, λόγω της μειωμένης ικανότητας προς εργασία από βλάβη του σώματος ή της υγείας, χάνει τα εισοδήματα από την εργασία, την οποία, έχοντας πλήρη ικανότητα, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα ασκούσε στο μέλλον.
Δεν απαιτείται γι' αυτό βεβαιότητα, αλλά αρκεί πιθανότητα, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, πράγμα που πρέπει να προκύπτει από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, ιδίως δε από τα μέτρα που λήφθηκαν προς τούτο (Α.Π. 1445/2018, Α.Π. 940/2010, Α.Π. 377/2009, Α.Π. 611/2008). Στην περίπτωση αυτή, για να δικαιωθεί τραυματισθείς την πιο πάνω αποζημίωση, δηλαδή τα διαφυγόντα εισοδήματα, πρέπει να επικαλεσθεί στην αγωγή του και να αποδείξει, ότι δεν μπόρεσε στο κρίσιμο χρονικό διάστημα να ασκήσει την επαγγελματική δραστηριότητα που προηγουμένως ασκούσε και, με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα ασκούσε, αν δεν τραυματιζόταν, και έτσι ζημιώθηκε ορισμένο ποσό που κέρδιζε προηγουμένως από την ίδια εργασία (Α.Π. 637/2020, Α.Π. 259/2018).
Εξ άλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ. "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του".
Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, καθώς και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου, με βάση το οποίο το δικαστήριο, ύστερα από σχετική ένσταση του υποχρέου, μπορεί, ανάλογα με την βαρύτητα που αποδίδει σ' αυτό, να επιδικάσει ή μη χρηματική ικανοποίηση ή να μειώσει το ποσό αυτής (Α.Π. 1549/2021, Α.Π. 1590/2014, Α.Π. 58/2009, Α.Π. 1480/2004).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005, Α.Π. 980/2021, Α.Π 756/2021, Α.Π. 123/2021, Α.Π. 501/2021).
Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 3/2020, Α.Π. 1308/2021, Α.Π. 953/2021, Α.Π. 756/2021, Α.Π. 258/2021).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο, ιδρύεται δε αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Συνακόλουθα, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε κατ' ουσίαν την υπόθεση, πρέπει να προκύπτει από την διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.
Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1009/2021, Α.Π. 997/2021, Α.Π. 123/2021, Α.Π. 42/2020). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 4172/2020 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητα κ.λπ. (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ, όπως ίσχυε), αναφορικά με το είδος και την έκταση του τραυματισμού των αναιρεσιβλήτων και την επιδίκαση α) αποζημιώσεώς τους για πλασματικές δαπάνες, για τις υπηρεσίες που τους προσέφεραν οι οικείοι τους, β) αποζημιώσεώς τους για τη μελλοντική αποθετική τους ζημία (διαφυγόντα εισοδήματα) και γ) χρηματικής ικανοποίησης λόγω της, εξ αιτίας του τραυματισμού τους, ηθικής τους βλάβης, δέχθηκε, ανέλεγκτα, τα ακόλουθα: ".......Αποδείχθηκε ακόμη ότι από τη σύγκρουση αυτή τραυματίστηκαν ο δεύτερος και η τρίτη ενάγουσα και μετά τη σύγκρουση διακομίσθηκαν στο ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ "ΒΟΣΤΑΝΕΙΟ", όπου εξετάσθηκαν στα εξωτερικά ιατρεία και διαγνώσθηκε ότι ο δεύτερος ενάγων είχε υποστεί κάκωση ώμου (αρ.), εξάρθρωση ώμου (αρ.) με πιθανό κάταγμα, του έγινε ανάταξη και του συστάθηκε επανεκτίμηση μετά από 12 ημέρες, και εξήλθε του Νοσοκομείου αυθημερόν, η δε τρίτη ενάγουσα διαγνώσθηκε, μετά από ακτινολογικό έλεγχο αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης, ότι είχε υποστεί ευθειασμό αυχενικής μοίρας με τάση αναστροφής της αυχενικής λόρδωσης, θλάση αυχενικής μοίρας, στένωση Α2-Α6 σπονδύλων και πιθανό κάταγμα 7ου αυχενικού σπονδύλου, της συστήθηκε η διενέργεια αξονικής τομογραφίας αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης, που διενεργήθηκε την 27/07/10, από την οποία προέκυψε ότι: 1) Στο διάστημα του μεσοσπονδύλιου δίσκου Α2-Α6 παρατηρείται χαλάρωση με μικρά επιχείλια οστεόφυτα και 2) Στο διάστημα Α6-Α7 παρατηρείται εικόνα κατάγματος του προσθίου τμήματος του σώματος του Α7 σπονδύλου.
Και εξήλθε του Νοσοκομείου την επόμενη ημέρα. Συνεπεία των άνω σωματικών βλαβών ο δεύτερος ενάγων έχει υποστεί οπίσθιο εξάρθημα αριστερού ώμου και συνοδή πάρεση, δηλαδή μερική απραξία του αριστερού μασχαλιαίου νεύρου που είναι υπεύθυνο για τη λειτουργία του δελτοειδούς μυός του ώμου. Συνακόλουθα παρουσιάζει μειωμένη κινητικότητα του αριστερού ώμου με περιορισμό απαγωγής κατά 60 μοίρες και έξω στροφής κατά 20 μοίρες.
Η απώλεια της κινητικής λειτουργίας μπορεί να είναι ολοκληρωτική και πλήρης (παράλυση) ή μερική (πάρεση). Η αναπηρία του δεύτερου ενάγοντος μπορεί να διαχωριστεί Ι. στην πάρεση του μασχαλιαίου νεύρου αριστερά και 2. στην δυσκαμψία του αριστερού ώμου-μετατραυματική αρθρίτιδα. Η πάρεση του μασχαλιαίου νεύρου μετά από 5 έτη από τον τραυματισμό μπορεί να χαρακτηριστεί μόνιμη και ισόβια.
Σύμφωνα με τον Νέο Κανονισμό Βαθμού Αναπηρίας (Εφημερίς της Κυβερνήσεως τεύχος 2ο, Αρ. Φύλλου Ι506) στην σελ. 23433 παράγραφος 3. 3.3. Δυσκαμψία του 1 ώμου- αρθρίτιδα: β) κάμψη και απαγωγή < 90 προσαγωγή < 20 χαρακτηρίζεται ως 20% μόνιμη αναπηρία. Όπως ορίζεται στην σελίδα 23432: Σε μερική διατομή ή πάρεση η εκτίμηση γίνεται ανάλογα με την υπολειπόμενη λειτουργικότητα των νευρούμενων μυών." Δηλαδή δεν προστίθεται ποσοστό για την καθεαυτή βλάβη του νεύρου αλλά για την κινητικότητα του άκρου.
Η πάρεση του μασχαλιαίου νεύρου πρέπει να θεωρείται μόνιμη και μη αναστρέψιμη μετά την παρέλευση 5 ετών, η κίνηση όμως του ώμου ελέγχεται από πολλούς μύες που δεν ελέγχονται όλοι από το μασχαλιαίο νεύρο (βλ την από 27-12-20υ έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του χειρουργού- ορθοπεδικού Ε. Ζ.). Την 26-1-2014 ο ενάγων αυτός υποβλήθηκε σε μαγνητική τομογραφία από την οποία προέκυψε ότι παρουσιάζει 1) οστεοαρθρίτιδα ακρομιοκλειδικής άρθρωσης, 2) σύνδρομο προστριβής αριστερού ώμου και 3) χρόνια τεντονίτιδα υπερακανθίου με πιθανή ρήξη αυτού.
Η βλάβη της υπακρωμιακής προστριβής και της μερικής ρήξης του υπερακανθίου μπορεί να παρουσιάσει βελτίωση με αρθροσκοπικές επεμβάσεις του αριστερού ώμου. Συμπερασματικά ο δεύτερος ενάγων σήμερα εμφανίζει βαρεία δυσκινησία του ώμου αριστερά λόγω: Μετατραυματικής πάρεσης μασχαλιαίου νεύρου αριστερά, καθώς και μερικής ρήξης υπερακανθίου Αρ.
ώμου και Υπακρωμιακής προστριβής Αρ. ώμου. Με βάση δε την φύση των βλαβών και τον μετατραυματικό χρόνο που παρήλθε η κατάσταση είναι μόνιμη και συνιστά αναπηρία εφ' όρου ζωής. Το ποσοστό της μόνιμης μερικής αναπηρίας του δευτέρου ενάγοντος είναι 20% σύμφωνα με τον Νέο Κανονισμό Εκτίμησης Βαθμού Αναπηρίας - παρ 3.3.3.
Επίσης, με βάση τα έγγραφο και τον απεικονιστικό έλεγχο, σε συνδυασμό με την παρούσα μόνιμη κατάστασή του - ο τραυματίας είναι μερικώς ανίκανος να επιτελέσει τα καθήκοντα του επαγγέλματός του που είναι αγρότης-κτηνοτρόφος (χειρωνακτικές εργασίες). Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε με το ίδιο τρόπο και προσδιόρισε σε ποσοστό 20% την μερική αναπηρία του δευτέρου ενάγοντος ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία ο σχετικός 1ος λόγος της έφεσης των εναγόντων.
Όσον αφορά την τρίτη ενάγουσα αυτή έχει υποστεί κάκωση αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης "δίκην μαστιγίου", λόγω της αιφνίδιας επιτάχυνσης και επιβράδυνσης του αυχένα κατά την πρόσκρουση του οχήματος. Παρουσιάζει κλινικά σοβαρό περιορισμό του εύρους κίνησης του αυχένα, η οποία συνοδεύεται από συχνά επεισόδια ζάλης, όμως η ίδια δεν αναφέρει αιμωδίες ή αδυναμία των άνω άκρων.
Σύμφωνα με τον Νέο κανονισμό Βαθμού Αναπηρίας ΦΕΚ 1506 ΤΕΎΧ 2° σελ. 23430 §1.4 "σοβαρές λειτουργικές επιπτώσεις σε ένα τμήμα της σπονδυλικής στήλης (σοβαρές παραμορφώσεις, μεγάλου βαθμού δυσκαμψία ή αστάθεια, συχνά υποτροπιάζοντα επώδυνα σύνδρομα μεγάλης διάρκειας) χαρακτηρίζεται ως 30% μερική αναπηρία". Στο χρονικό διάστημα από το ατύχημα, που έλαβε χώρα την 26-7-2010, έως την διεξαγωγή της ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, την 1-12-2015, δεν έχει υποβληθεί σε φυσιοθεραπείες ή σε επέμβαση σπονδυλοδεσίας, που είναι η ενδεδειγμένη αντιμετώπιση για τέτοιου είδους κακώσεις και γι' αυτό δεν μπορεί να κριθεί η μονιμότητα της αναπηρίας της, θεωρητικά με βάση την εμπειρία της ιατρικής επιστήμης θα μπορούσε να παρουσιάσει βελτίωση των συμπτωμάτων της.
Η συχνότητα των κρίσεων της ζάλης και ο περιορισμός της κίνησης του αυχένα περιορίζουν την ικανότητά της να εκτελεί τις καθημερινές της δραστηριότητες και κυρίως την προσωπική της υγιεινή και καθιστά αναγκαία τη συχνή βοήθεια από τρίτο πρόσωπο για τον σκοπό αυτό. Όσον αφορά τις γεωργικές και αγροτικές εργασίες (συλλογή ελαιοκάρπου, εκτροφή χοίρων, αρνιών, προβάτων, συλλογή του κρέατος και του γάλακτος αυτών) η ενάγουσα αυτή κρίνεται μερικώς ανίκανη για τις ως άνω εργασίες χωρίς την βοήθεια τρίτου προσώπου.
Αποδείχθηκε προσέτι ότι ο δεύτερος και η τρίτη ενάγουσα δεν ήσαν προσδεδεμένοι με την ζώνη ασφαλείας που διέθετε το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαιναν, γεγονός που συνετέλεσε σε ποσοστό 30% στην πρόκληση των τραυματισμού τους, ο οποίος και συνδέεται άμεσα με την παράλειψή τους αυτή. Αντίθετα ο συνοδηγός του οχήματος ήταν προσδεδεμένος με την ζώνη ασφαλείας του αυτοκίνητου και γι' αυτό ουδέν έπαθε.
Συνεπώς κατά το ποσοστό αυτό (30%) πρέπει να μειωθούν όσες αποζημιώσεις αναγνωρισθούν πιο κάτω ότι οφείλονται στους ενάγοντες αυτούς και απορρέουν από τον τραυματισμό τους. Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε διαφορετικά και απέρριψε την σχετική περί συνυπαιτιότητας, στην πρόκληση και την έκταση του τραυματισμού των εναγόντων αυτών, που είχαν υποβάλει οι εναγόμενοι στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και παραδεκτά επανέφεραν με τον σχετικό 3° λόγο της έφεσής τους, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και κατ' ουσία [.................].
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος ενάγων είναι από το έτος 2008 συνταξιούχος οικοδόμος και παράλληλα -πριν το αυτοκινητικό ατύχημα- διατηρούσε στάνη με 10 προβατίνες, δύο ζυγούρια-κριάρια (όλα φυλής Λέσβου) και δύο χοιρομητέρες (μεσογειακής φυλής-ελληνικός οικόσιτος χοίρος), τα οποία εξέτρεφε για την κάλυψη των οικογενειακών του αναγκών σε γάλα και κρέας και επίσης καλλιεργούσε μικρό αριθμό ελαιοδένδρων σε αγροτική έκταση 4 στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση … του Δήμου ..., που ανήκουν στη σύζυγό του και προέβαινε στη συλλογή του ελαιοκάρπου, έχοντας συμφωνηθεί προφορικά με τη σύζυγό του, τα κέρδη από την συλλογή των καρπών (αδραμυτιανή ποικιλία ελιάς) και την εξαγωγή λαδιού να τα καρπώνονται εξ ημισείας.
Το ελαιόκτημα αυτό απέδιδε, κατά μέσο όρο, 411 κιλά ελαιοκάρπου σε κάθε ελαιοκομική περίοδο -που διαρκεί από Νοέμβριο έως και Μάρτιο του επομένου έτους- από τα οποία παράγονταν (κατά μέσο όρο) 101 κιλά λάδι (σε κάθε ελαιοκομική περίοδο), οξύτητας 0,90. Λαμβάνονται δε υπόψη οι μέσοι όροι (μ.ο.), αφού η παράγωγη είναι διαφορετική σε κάθε ελαιοκομική περίοδο, γιατί εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως το κλίμα, η τοποθεσία, η ηλικία των δέντρων, η φροντίδα, πλέον του ότι η ελιά (συνήθως) παράγει για ένα ή και δύο συναπτά έτη πολύ περισσότερους καρπούς και ύστερα το δεύτερο ή τρίτο έτος λιγότερους.
Τα παραπάνω αποτελούν διδάγματα της κοινής πείρας και λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο. Συγκεκριμένα για το τον προσδιορισμό του παραπάνω μ.ο λήφθηκε υπόψη η ποσότητα του ελαιοκάρπου που είχε παραχθεί από το ελαιόκτημα αυτό τα ελαιοκομικά έτη 2004-2001, 2001-2006, 2006-2007, 2007-2008, 2008-2009, 2009-2010. Η μέση τιμή αγοράς από το ελαιοτριβείο (Συνεταιρισμό), λαδιού οξύτητας 0,90, ανέρχεται σε 2 Ευρώ ανά κιλό, όπως η τιμή αυτή προκύπτει από το μέσο όρο των τιμών των ετών 2010 έως και 2013 που έχουν δοθεί από την Ένωση Γεωργικών Συνεταιρισμών Λέσβου και συγκεκριμένα α) 2,02 € το (2009)-2010, β) 1,91 Ευρώ το (2010)-2011, γ) 1,76 € το (2011)-2012, δ) 2,31 € το (2012)-2013 = 8 Ευρώ / 4 (ελαιοκομικές περιόδους) = 2 Ευρώ ανά κιλό (μ.ο.).
Ο δεύτερος ενάγων κατά το ατύχημα (26-7-2010) ήταν 61 ετών (γεννήθηκε την 9-7-1941) και θα συνέχιζε να ασχολείται με την συλλογή του ελαιοκάρπου και την φροντίδα των ζώων της στάνης του και την συλλογή των προϊόντων της τουλάχιστον μέχρι και την 9-1-2021, που θα συμπλήρωνε το 70ο έτος της ηλικίας του, με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και τα προπαρασκευαστικά μέτρα που είχαν ληφθεί.
Ήδη μετά το ατύχημα, όπως σημειώθηκε, αυτός έχει καταστεί μονίμως μερικώς ανάπηρος, αναπηρία όμως που του στερεί καθολοκληρία την δυνατότητα εκτέλεσης των εργασιών αυτών. Εξ ετέρου, η πρόσληψη άλλου προσώπου που να είναι γνώστης των εργασιών αυτών και να μπορεί με επιμέλεια να τις εκτελέσει, καθίσταται προβληματική, δεδομένου ότι τα ζώα αυτά είναι λίγα, χρησιμεύουν μόνο για την κάλυψη των σχετικών οικογενειακών αναγκών του ενάγοντος και της οικογένειάς του σε κρέας και γάλα και δεν αποδίδει η εκμετάλλευσή τους τόσο, ώστε να καθίσταται επικερδής αν αυτή ανατεθεί με αμοιβή σε τρίτα πρόσωπα, ενώ άλλα συγγενικά πρόσωπα που θα μπορούσαν να αναλάβουν χωρίς αμοιβή την εργασία αυτή δεν βρίσκονται στο οικογενειακό περιβάλλον του ενάγοντος αυτού.
Το ίδιο ισχύει και ως προς τις ελαιοκομικές εργασίες. Επομένως, ο δεύτερος ενάγων απώλεσε τα πιο πάνω προϊόντα του, μέρος από τα οποία θα κάλυπταν τις ανάγκες του ίδιου και της οικογένειας του, αλλά και τα εισοδήματα που θα κέρδιζε από την πώληση των λοιπών. Ειδικότερα, από την μη καλλιέργεια και συγκομιδή του ελαιοκτήματος απώλεσε:
για την ελαιοκομικές περιόδους 2010/2011, 2011/2012, 2012/2013, 2013/2014, 2014/2015, 101 κιλά λάδι το χρόνο (κατά μέσο όρο), οξύτητας 0,90 Χ 2,00 Ευρώ το κιλό (μέσος όρος, όπως αυτός προκύπτει από τις τιμές που δίνει η Ένωση Γεωργικών Συνεταιρισμών Λέσβου για τα έτη 2010 έως και 2013) = 202 € τον χρόνο Χ 5 έτη = 1.010 Ευρώ /2, αφού το μισό της παραγωγής ανήκει στη σύζυγο του = 505 €.
Από την μη ενασχόληση με τις κτηνοτροφικές εργασίες απώλεσε: α) Από το γάλα των προβάτων: Η κάθε προβατίνα που είχε παρήγαγε 32 κιλά γάλα το μήνα [η μέση εμπορεύσιμη γαλακτοπαραγωγή των προβάτων της φυλής Λέσβου ανέρχεται σε 140-180 κιλά ανά γαλακτική περίοδο (5 μήνες κατ' έτος) δηλ. 28-36 κιλά τον μήνα και μέσο όρο (επομένως) 32 κιλά τον μήνα] Χ10 προβατίνες = 320 κιλά γάλα κατά μέσο όρο συνολικά τον μήνα Χ 0,88 ευρώ τιμή πώλησης το κιλό το γάλα (μ.ο.) = 281,60 Ευρώ Χ 5 μήνες (Δεκέμβριο έως και Απρίλιο κάθε έτους) το χρόνο που παράγουν γάλα τα πρόβατα της φυλής αυτής = 1.408 € τον χρόνο τα κέρδη από την πώληση γάλατος, ενώ κατά την περίοδο 2011- 2015 αυτά θα ανέρχονταν στα 7.040 € (1.408 € Χ 5 χρόνια).Ο μέσος όρος στις τιμές πώλησης του γάλακτος έχει εξαχθεί από τον μέσο όρο του αθροίσματος των τιμών που δόθηκαν κατά τις τελευταίες πέντε γαλακτικές περιόδους, ήτοι των ετών 2009 έως και 2013.
Οι τιμές πώλησης ανά κιλό γάλακτος ήταν 0,88 Ευρώ. β) Από το κρέας των προβάτων: Ι) Τα δέκα θηλυκά πρόβατα (προβατίνες) που είχε γεννούσαν τουλάχιστον από ένα αρνί κάθε έτος (η συγκεκριμένη φυλή γεννά 1-2 μικρά, μία φορά τον χρόνο, έχοντας συντελεστή πολυδυμίας 1,2 κατ' έτος). Αυτά ο δεύτερος ενάγων τα θανάτωνε, προκειμένου να εκμεταλλευτεί το κρέας τους, όταν έφθαναν σε βάρος τα 10 κιλά (κατά μέσο όρο).
Σε αυτό το βάρος έφταναν μέχρι τον Μάιο (κάθε έτους).
Συνεπώς 10 αρνιά Χ 10 κιλά κρέας το κάθε αρνί (μ.ο.) = 100 κιλά κρέας Χ 7,00 Ευρώ (τιμή πώλησης) ανά κιλό = 700,00 € τον χρόνο τα κέρδη από το κρέας των προβάτων, ενώ κατά την περίοδο 2011 -2015 αυτά θα ανέρχονταν στα 3.500 € (700 € Χ 5 χρόνια).Σημειώνεται ότι τα αρνιά της φυλής Λέσβου στις 30 ημέρες από την γέννησή τους φτάνουν σε βάρος τα 8-10 κιλά, στις 20 ημέρες φθάνουν στα 12 κιλά και σε ηλικία 4- 5 μηνών φτάνουν τα 17-20 κιλά.
Επομένως συνολικά απώλεσε κατά την περίοδο 2011- 2015 εισόδημα από τις προβατίνες και τα αρνιά (από την μη πώληση γάλατος και κρέατος) το ποσό των (1.408 € + 700 €) = 2.108 ευρώ τον χρόνο και Χ5 έτη = 10.540 Ευρώ, γ) Από το κρέας των χοίρων: 1) Κατά τον χρόνο του ατυχήματος είχε δύο (2) θηλυκά γουρούνια, τα οποία διατηρούσε για αναπαραγωγή.
Τα δύο αυτά γεννούσαν (συνολικά) 20 μικρά τον χρόνο (κατά μέσο όρο μια χοιρομητέρα ντόπιας φυλής, μπορεί να γεννήσει από 6-14 χοιρίδια ανά έτος). Από αυτά (κατά τα τελευταία χρόνια) τα μισά θανάτωνε για το κρέας τους και τα υπόλοιπα (δέκα) τα πουλούσε σε ιδιώτες μέχρι τα τέλη Μαΐου κάθε έτους. Τα 10 γουρούνια έδιναν 70 κιλά κρέας το καθένα (μ.ο.) και Χ 10 = 700 κιλά κρέας τον χρόνο Χ 5,00 € πώλησης το κιλό το κρέας = 3.500 € τον χρόνο, ενώ κατά την περίοδο 2011-2015 αυτά θα ανέρχονταν στα 17.500 € (=3.500 € Χ 5 χρόνια). 2) Τα υπόλοιπα 10 γουρουνάκια πουλούσε (σε ιδιώτες) το καθένα για 10,00 €.
Έτσι 10 γουρουνάκια Χ 50 € = 500 € τον χρόνο το κέρδος του, ενώ κατά την περίοδο 2011-2015 αυτό θα ανέρχονταν στα 2.500 € (100 € Χ 5 χρόνια). Επομένως από την ενασχόλησή του με την παραγωγή και πώληση χοίρων απώλεσε συνολικά (3.100 €+100 € -) 4.000 € τον χρόνο και Χ 5 έτη (2011-2015) = 20.000 €.
Συνεπώς το συνολικό εισόδημα που απώλεσε από αγροτικές και κτηνοτροφικές εργασίες, σύμφωνα με τα παραπάνω, ανέρχεται σε 31.045 (= 505 +10.540+ 20.000) € από τα οποία όμως δικαιούται ως αποζημίωση το ποσό των 21.731,5 €= 31.045- (0,3 X 31045) = 21.731,5 €. Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε διαφορετικά, και απέρριψε το ως άνω αίτημα του δεύτερου ενάγοντος ως αναπόδεικτο έσφαλε στην ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου αλλά και στην εκτίμηση των αποδείξεων και γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτός ο 2ος λόγος της έφεσης του δεύτερου ενάγοντος ως βάσιμος και κατ' ουσία.
Αποδείχθηκε ακόμη ότι η τρίτη ενάγουσα, η οποία κατοικεί μόνιμα στην Μυτιλήνη με τον σύζυγό της, την ημέρα που έλαβε χώρα το αυτοκινητικό ατύχημα και τραυματίστηκε ήταν ηλικίας 41 ετών, είναι κυρία 3 ελαιοτεμαχίων εκτάσεως: το πρώτο ενάμισι, το δεύτερο τριών και το τρίτο πέντε στρεμμάτων, στις θέσεις "...", "..." και "..." αντιστοίχως του Α.Α. ...
του Δήμου ... και σε απόσταση 6, 10 και 10 χλμ. αντίστοιχα από το χωριό όπου κατοικεί και ασχολούνταν με την καλλιέργεια και συλλογή του ελαιοκάρπου τους. Η συλλογή του ελαιοκάρπου, λάμβανε χώρα αποκλειστικά από την ίδια, αφού ο σύζυγός της, ως εργαζόμενος σε οικοδομές, δεν μπορούσε να συνεισφέρει τις υπηρεσίες του σ' αυτό.
Το ίδιο ίσχυε και για την φροντίδα των ελιών - κλάδεμα, σκάλισμα, ράντισμα για έντομα, πότισμα το καλοκαίρι. Τα ελαιοκτήματα αυτά απέδιδαν (κατά μέσο όρο) 680,17 κιλά ελαιοκάρπου σε κάθε ελαιοκομική περίοδο, από τα οποία παράγονταν (κατά μέσο όρο) 162,30 κιλά λάδι (σε κάθε ελαιοκομική περίοδο), οξύτητας 1.40. Οι μέσοι όροι, έχουν συναχθεί από τον μέσο όρο των ποσοτήτων ελαιοκάρπου και ελαιόλαδου που παράχθηκε από τα ελαιοκτήματα αυτά κατά τα 7 προηγούμενα ελαιοκομικά έτη, ήτοι: 2002/2003, 2003/2004, 2004/2005, 2005/2006, 2007/2008, 2008/2009 και 2009/2010 εκτός από το ελαιοκομικό έτος του 2006/2007 γιατί εκείνο το χρονικό διάστημα η τρίτη ενάγουσα δεν ασχολήθηκε με την συλλογή των καρπών.
Η αξία του κιλού λαδιού οξύτητας 1,40, ανήλθε κατά τα έτη 2010 έως 2013 στις εξής τιμές: α) 1,92 € το (2009)-2010, β) 1,86 € το (2010)-2011, γ) 1,67 € το (2011)-2012 και δ) 2,21 € το (2012)-2013.Επομένως ο Μ.Ο. τιμής πώλησης του κιλού του λαδιού (οξύτητας 1,40) για τα έτη αυτά ανέρχεται σε (1,92 € +1,86 € +1,67 € +2,21€ = 7,666 /4 ελαιοκομικές περιόδους =1.92 €. Ήδη μετά το ατύχημα, όπως σημειώθηκε αυτή έχει καταστεί μερικώς ανάπηρη, αναπηρία που την καθιστά εντελώς ανίκανη να εκτελεί τις εργασίες αυτές χωρίς τη βοήθεια άλλου προσώπου.
Εξ ετέρου η πρόσληψη άλλου προσώπου που να είναι γνώστης των εργασιών αυτών και να μπορεί με επιμέλεια να τις εκτελεί, καθίσταται αδύνατη, ενόψει του ότι τα πρόσωπα αυτά ασχολούνται με τα δικά τους ελαιοκτήματα και δεν έχουν χρόνο να ασχοληθούν και με τη συλλογή ελαιοκάρπων άλλων κτημάτων. Η τρίτη ενάγουσα κατά το ατύχημα (26-7-2010) ήταν 45 ετών ( γεννηθείσα την 1-4-1965) και θα συνέχιζε να ασχολείται με την συλλογή του ελαιοκάρπου τουλάχιστον μέχρι και την 1-4-2020 που θα συμπλήρωνε το 53ο έτος της ηλικίας της, δηλαδή για δέκα έτη και συνεπεία του ατυχήματος, στερήθηκε από το εισόδημα που αποκόμιζε από την παραγωγή λαδιού, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και βάσει των γνώσεών της και των μέτρων που είχε λάβει, εάν δεν τραυματιζόταν.
Το λάδι που αναλογούσε στην ίδια από τα ελαιοκτήματά της, επειδή δεν δύναται να παράγει ελαιόκαρπο, αναγκάζεται έκτοτε να το αγοράζει, καταβάλλοντας κάθε φορά το ανάλογο αντίτιμο και συνεπώς υφίσταται αντίστοιχη ζημία. Επίσης ζημία υφίσταται και από την ποσότητα λαδιού που δεν κατανάλωνε με την οικογένειά της και πουλούσε σε τρίτους.
Με βάση ότι κάθε ελαιοκομική περίοδο θα εξάγονταν (κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων) από τις ελιές που θα συνέλλεγε (κατά μέσο όρο) 162,30 κιλά λάδι, οξύτητας 1,40 και μέσο όρο τιμή πώλησης 1,92 € το κιλό, συνάγεται ότι απώλεσε και από την μη δυνατότητα (συνεπεία της αναπηρίας της) ενασχόλησής της με τα ελαιοτεμάχιά της μέχρι και την συμπλήρωση της ηλικίας των 55 ετών την 1-4-2020 τα εξής ποσά:
Τον χρόνο 162,30 κιλά λάδι (οξύτητας 1.40) Χ 1,92 Ευρώ το κιλό (μέσος όρος) = 311,62 Ευρώ τον χρόνο Χ 10 χρόνια = 3.116,2 €, ποσό που πρέπει αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται να της καταβάλλει η δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, αφαιρουμένου του ποσού των 934,86 € που αντιστοιχεί στο ποσοστό του 30% της συνυπαιτιότητάς της στην πρόκληση και την έκταση του τραυματισμού της, κατά τα ανωτέρω, ήτοι 3116,2 - 934,86 = 2181,34 €, ενώ για το υπόλοιπο διάστημα, για το οποίο η ενάγουσα αυτή αιτείται αποζημίωση, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί αφού μετά την ηλικία των 55 ετών η ενασχόλησή της με γεωργικές εργασίες καθίσταται εκ των πραγμάτων, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, δυσχερής έως αδύνατη.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε διαφορετικά, και απέρριψε το ως άνω αίτημα της τρίτης ενάγουσας ως αναπόδεικτο, έσφαλε στην ορθή ερμηνεία κ εφαρμογή του νόμου αλλά και στην εκτίμηση των αποδείξεων και γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτός ο 40ζ λόγος της έφεσης της τρίτης ενάγουσας ως βάσιμος και κατ' ουσία.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος ενάγων μετά τον τραυματισμό του, λόγω της καταστάσεως της υγείας του και για την αντιμετώπιση των ποικίλων αναγκών του, είχε ανάγκη των υπηρεσιών θεραπαινίδας - οικιακής βοηθού στη οικία του σε εικοσιτετράωρη βάση. Τις υπηρεσίες αυτές προσέφερε η σύζυγός του άνευ ανταλλάγματος, με εντατικοποίηση των προσπαθειών της.
Και ναι μεν ως σύζυγός του, στα πλαίσια των μεταξύ των σχέσεων, βαρύνεται με την ηθική υποχρέωση να συμπαραστέκεται στο σύζυγο της, να του παρέχει βοήθεια και να επιδεικνύει προς αυτόν αγάπη και στοργή, όμως οι προαναφερόμενες υπηρεσίες της θεραπαινίδας που αναγκάστηκε να του παράσχει λόγω του τραυματισμού του, δεν εντάσσονται στις νόμιμες ως άνω υποχρεώσεις αυτής.
Εξάλλου, το γεγονός ότι τις πιο πάνω υπηρεσίες κάλυψε η σύζυγος του δευτέρου ενάγοντος δεν μπορεί να ανάγει σε ωφέλεια των υπόχρεων εναγομένων και σε αποφυγή καταβολής από αυτούς της σχετικής αποζημιώσεως του ενάγοντος. Αν ο ενάγων προσλάμβανε άλλο προσωπικό προς παροχή των ως άνω υπηρεσιών, θα δαπανούσε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και την κοινή των ανθρώπων πείρα το ποσό των 400 € μηνιαίως και για το χρονικό διάστημα μέχρι την 30-4-2020 που ζητά με την αγωγή του (συμπλήρωσε την ηλικία των 75 ετών την 9-1-2020) 400 Χ 117 μήνες = 46.800 €.
Επομένως, ο ενάγων δικαιούται ως αποζημίωση το ποσό αυτό, το οποίο θα δαπανούσε για την απασχόληση θεραπαινίδας και το οποίο απέφυγε να δαπανήσει κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, αφαιρουμένου του ποσού των 14.040 € που αντιστοιχεί στο ποσοστό του 30% της συνυπαιτιότητάς του στην πρόκληση και την έκταση του τραυματισμού του, κατά τα ανωτέρω, ήτοι 46.800 - 14.040 = 32.960 €.
Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε διαφορετικά, έσφαλε στην ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου αλλά και στην εκτίμηση των αποδείξεων και γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτός ο 3ος λόγος της έφεσης του δεύτερου ενάγοντος και ο πέμπτος λόγος της έφεσης των εναγομένων ως βάσιμοι και κατ' ουσία. Αλλά και η τρίτη ενάγουσα μετά τον τραυματισμό της, λόγω της καταστάσεως της υγείας της και για την αντιμετώπιση των ποικίλων αναγκών της, είχε ανάγκη των υπηρεσιών θεραπαινίδας-οικιακής βοηθού στη οικία της σε εικοσιτετράωρη βάση.
Τις υπηρεσίες αυτές προσέφερε ο σύζυγός της άνευ ανταλλάγματος με εντατικοποίηση των προσπαθειών του. Και ναι μεν ως σύζυγός της, στα πλαίσια των μεταξύ των σχέσεων, βαρύνεται με την ηθική υποχρέωση να συμπαραστέκεται στη σύζυγό του, να της παρέχει βοήθεια και να επιδεικνύει προς αυτήν αγάπη και στοργή, όμως οι προαναφερόμενες υπηρεσίες της θεραπαινίδας που αναγκάστηκε να της παράσχει λόγω του τραυματισμού της, δεν εντάσσονται στις νόμιμες ως άνω υποχρεώσεις αυτού.
Εξάλλου, το γεγονός ότι τις πιο πάνω υπηρεσίες κάλυψε ο σύζυγος της τρίτης ενάγουσας, δεν μπορεί να ανάγει σε ωφέλεια των υπόχρεων εναγόμενων και σε αποφυγή καταβολής από αυτούς της σχετικής αποζημιώσεως της ενάγουσας. Αν η ενάγουσα προσλάμβανε άλλο προσωπικό προς παροχή των ως άνω υπηρεσιών, θα δαπανούσε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και την κοινή των ανθρώπων πείρα το ποσό των 400 € μηνιαίως και για το χρονικό διάστημα μέχρι την 26-7-2020 θα δαπανούσε 400 Χ 120 μήνες = 48.000 €.
Επομένως, η τρίτη ενάγουσα δικαιούται ως αποζημίωση το ποσό αυτό, το οποίο θα δαπανούσε για την απασχόληση θεραπαινίδας και το οποίο απέφυγε να δαπανήσει κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, αφαιρουμένου του ποσού των 14.400 € που αντιστοιχεί στο ποσοστό του 30% της συνυπαιτιότητάς της στην πρόκληση και την έκταση του τραυματισμού της, κατά τα ανωτέρω, ήτοι 48.000 - 14.400 = 33.600 €, ενώ για το μεταγενέστερο διάστημα πρέπει να απορριφθεί το σχετικό αίτημά της επειδή ασκήθηκε πρόωρα.
Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε διαφορετικά, έσφαλε στην ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου αλλά και στην εκτίμηση των αποδείξεων και γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτός ο 4ος λόγος της έφεσης της τρίτης ενάγουσας ως βάσιμος κατ' ουσία και να απορριφθεί ο τέταρτος λόγος της έφεσης των εναγομένων ως αβάσιμος και κατ' ουσία. [..............] Εν προκειμένω, οι δεύτερος και τρίτη από τους ενάγοντες, εκτός από την περιουσιακή τους ζημία, υπέστησαν εξαιτίας του επιδίκου ατυχήματος και ηθική βλάβη λόγω του τραυματισμού τους και της όλης ψυχοσωματικής τους ταλαιπωρίας και συνεπώς δικαιούνται εύλογη χρηματική ικανοποίηση.
Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το επίδικο ατύχημα, το βαθμό υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου στην πρόκληση και την έκταση του τραυματισμού των εναγόντων, τη σοβαρότητά του και τις συνέπειες αυτού, την ταλαιπωρία στην οποία υποβλήθηκαν κατά τις ιατρικές εξετάσεις, την ηλικία τους κατά το ατύχημα (65 ετών ο δεύτερος και 45 ετών η τρίτη), και τέλος την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των εναγόντων, όχι όμως και της ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική [.....] κρίνει ότι το ποσό που πρέπει να επιδικαστεί, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από το επίδικο ατύχημα, ανέρχεται α) για το δεύτερο ενάγοντα στο ποσό των 25.000 ευρώ και β) για την τρίτη ενάγουσα στο ποσό των 30.000 ευρώ, στα οποία δεν συμπεριλαμβάνεται το ποσό των 50 ευρώ το οποίο επιφυλάχθηκαν να ζητήσουν οι ενάγοντες αυτοί κατά την άσκηση της πολιτικής αγωγής τους στο ποινικό δικαστήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης".
Κρίνοντας, όμως, έτσι το Εφετείο και, συγκεκριμένα με την παραδοχή του ότι αμφότεροι οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της κατάστασης της υγείας τους, εξ αιτίας του τραυματισμού τους κατά το ένδικο ατύχημα: α) αδυνατούν να αυτοεξυπηρετηθούν και έχουν ανάγκη των υπηρεσιών θεραπαινίδας- οικιακής βοηθού επί εικοσιτετραώρου βάσεως, ο μεν πρώτος τούτων μέχρι την 30-4-2020, η δε δεύτερη μέχρι την 26-7-2020, επιδικάζοντας για την αιτία αυτή το ποσό των 32.960 ευρώ στον πρώτο και το ποσό των 33.600 ευρώ στη δεύτερη και β) κατέστησαν πλήρως ανίκανοι για εργασία και απώλεσαν από αυτή την αιτία, ο μεν πρώτος, για το χρονικό διάστημα έως την 9-1-2021 (οπότε θα συμπλήρωνε το 70ο έτος της ηλικίας του) το συνολικό ποσό των 21.731,50 ευρώ, από αγροτικές και κτηνοτροφικές εργασίες, η δε δεύτερη, για το χρονικό διάστημα έως την 1-4-2020 (οπότε θα συμπλήρωνε το 55ο έτος της ηλικίας της), το συνολικό ποσό των 2.181,34 ευρώ, από αγροτικές εργασίες, παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 929 και 298 του Α.Κ.
και στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, λόγω ασαφών, ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή για την έκβαση της δίκης και, ειδικότερα, ως προς το ζήτημα της πλήρους ανικανότητας των αναιρεσιβλήτων για αυτοεξυπηρέτηση και για εργασία. Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του 1) ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες α) ως προς το λόγο για τον οποίο, εξαιτίας του είδους και της εκτάσεως του τραυματισμού τους, οι αναιρεσίβλητοι κατέστησαν πλήρως ανίκανοι να αυτοεξυπηρετούνται και έχουν ανάγκη θεραπαινίδας- οικιακής βοηθού επί εικοσιτετραώρου βάσεως, β) ως προς το είδος των αναγκών τους, που αδυνατούσαν μόνοι να εξυπηρετήσουν, γ) ως προς το λόγο για τον οποίο η πλήρης αυτή αδυναμία τους για αυτοεξυπηρέτηση θα διαρκέσει καθ' όλο το δεκτό γενόμενο χρονικό διάστημα (για μεν τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων μέχρι την 30-4-2020, για δε τη δεύτερη μέχρι την 26-7-2020), δ) ως προς το είδος των σχετικών προς τις ανάγκες τους αυτές υπηρεσιών, που τους προσέφεραν οι οικείοι τους και ε) ως προς τον τρόπο υπολογισμού του ύψους της ζημίας τους για τις πλασματικές αυτές δαπάνες και 2) αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της, δεκτής γενομένης, πλήρους ανικανότητας αυτών προς εργασία, ενόψει του ότι α) ενώ στην οπίσθια όψη του 6ου φύλλου της προσβαλλομένης αποφάσεως αναφέρεται ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος "είναι μερικώς ανίκανος να επιτελέσει τα καθήκοντα του επαγγέλματός του που είναι αγρότης- κτηνοτρόφος (χειρωνακτικές εργασίες), στο 8ο φύλλο, εμπρόσθια όψη αυτής αναφέρεται ότι ο προαναφερόμενος "έχει καταστεί μονίμως μερικώς ανάπηρος, αναπηρία όμως που του στερεί καθ' ολοκληρία τη δυνατότητα εκτέλεσης των εργασιών αυτών" και β) ενώ στην εμπρόσθια όψη του 7ου φύλλου της προσβαλλομένης αποφάσεως αναφέρεται ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη κρίνεται μερικώς ανίκανη για γεωργικές και αγροτικές εργασίες, στην οπίσθια όψη του 9ου φύλλου αναφέρεται ότι η προαναφερόμενη "έχει καταστεί μερικώς ανάπηρη, αναπηρία που την καθιστά εντελώς ανίκανη να εκτελεί τις εργασίες αυτές....".
Κατά συνέπειαν, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση τις πλημμέλειες αυτές, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρέλκουσας της έρευνας των δευτέρου, τρίτου, τετάρτου και πέμπτου λόγων αναιρέσεως, που αφορούν στο αυτό κεφάλαιο της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Επίσης, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, παρότι έκρινε τους αναιρεσίβλητους συνυπαίτιους στην επέλευση και την έκταση του τραυματισμού τους κατά ποσοστό 30%, δεν έλαβε υπόψη του, μεταξύ των εκτιμηθέντων πραγματικών περιστατικών για τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής τους ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, τη συνυπαιτιότητά τους αυτή, όπως είχε υποχρέωση, κατά τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη.
Επομένως, το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 300 και 932 του Α.Κ. και, συνακόλουθα, πρέπει να γίνει δεκτός ο συναφής έκτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., παρέλκουσας της έρευνας του εβδόμου λόγου αναιρέσεως, που αφορά στο αυτό κεφάλαιο της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τους διαδίκους της προκειμένης δίκης και ως προς τα κεφάλαια αυτής που αφορούν α) στην αποζημίωση των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ανικανότητάς τους προς αυτοεξυπηρέτηση και προς εργασία και β) στη χρηματική τους ικανοποίηση λόγω της ηθικής τους βλάβης.
Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που την είχε δικάσει προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα, ενόψει της νίκης της (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ.
ε' Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι διάδικοι, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4172/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τους διαδίκους της προκειμένης δίκης και ως προς τα κεφάλαια που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ