Legislator Case Law & Legislation
1447/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against eviction order in lease dispute due to lack of license and tenant's knowledge.

Case Number 1447/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the tenant company's appeal against a lower court order to evict the property and pay rent arrears. The court found the eviction order legally sound because the tenant knew the property lacked a required operating license and failed to obtain it despite the contract terms. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the tenant was ordered to pay the landlord's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576, 579, 580, 585, 586 of the Civil Code; The tenant's knowledge of the lack of a required operating license and their failure to obtain it constitutes a breach of contract, validating the landlord's right to eviction and rent recovery.

Keywords

AI generated
lease contract operating license tenant eviction rent arrears civil appeal breach of contract legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 576 of the Civil Code
Article 579 of the Civil Code
Article 580 of the Civil Code
Article 585 of the Civil Code
Article 586 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 180 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1447 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Γ.Β

Αριθμός 1447/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευστάθιο Νίκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Γεωργία Κατσιμαγκλή και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Δ.Μ. Α. Φ. Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Βεκρή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Υπό εκκαθάριση τελούσης δημοτικής επιχείρησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΙΑΜΑΤΙΚΗΣ ΠΗΓΗΣ ΑΓΙΟΥ ΒΑΡΒΑΡΟΥ ΛΟΥΤΡΩΝ ΤΡΥΦΟΥ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΜΕΔΕΩΝΟΣ", που εδρεύει στην Κατούνα Αιτωλοακαρνανίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Κοντομίχη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2013 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 44/2017 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-2-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη, από 26-2-2018 και με αριθμό καταθέσεως 11/1-3-2018 αίτηση αναιρέσεως κατά της με αριθμ. 44/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρο 647 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, πριν το ν. 4335/2015), ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, αναφορικά με το δικονομικό ιστορικό της υπόθεσης, από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι, μετά από αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης δημοτικής επιχείρησης, με την ιδιότητά της ως εκμισθώτριας, εκδόθηκε η με αριθμ. 235/2013 διαταγή απόδοσης της χρήσης μισθίου ακινήτου και καταβολής μισθωμάτων του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, με την οποία υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα εταιρία, ως μισθώτρια, να της αποδώσει τη χρήση του ακινήτου που αναφέρεται σε αυτή και να της καταβάλει το ποσό των 134.302,68 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, για απαίτηση από οφειλόμενα μισθώματα, λόγω δυστροπίας. Με την από 15-7-2013 ανακοπή η αναιρεσείουσα ζήτησε την ακύρωση της ως άνω διαταγής απόδοσης της χρήσης του μισθίου ακινήτου και καταβολής μισθωμάτων. Επί της ανακοπής εκδόθηκε η με αριθμό 22/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, με την οποία απερρίφθη ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Με την από 21-6-2016 έφεση, ενώπιον του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, η αναιρεσείουσα εταιρία εναντιώθηκε κατά της εν λόγω απόφασης. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε την έφεση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 574- 576 και 585 ΑΚ, οι οποίες κατά το άρθρο 44 του π.δ/τος 34/1995 και το άρθρο 13 του ν. 4242/2014, εφαρμόζονται και επί εμπορικών μισθώσεων, προκύπτει ότι, αν κατά το χρόνο παράδοσης στο μισθωτή του μισθίου πράγματος, τούτο έχει ελάττωμα που εμποδίζει, μερικά ή ολικά, τη συμφωνημένη χρήση ή εάν δεν παραχωρήθηκε στο μισθωτή ολικά ή μερικά, ανεμπόδιστη η συμφωνημένη χρήση ή του αφαιρέθηκε αργότερα η χρήση, που του παραχωρήθηκε, τότε ο μισθωτής έχει δικαίωμα, εκτός άλλων, να καταγγείλει τη σύμβαση, υπό τους όρους του άρθρου 585 ΑΚ, εφόσον, εξαιτίας του προβαλλόμενου από αυτόν πραγματικού ελαττώματος, αναιρείται η δυνατότητα να κάνει ελεύθερη ή ανενόχλητη χρήση, κατά τους όρους της σύμβασης, οπότε, σύμφωνα με το άρθρο 587 ΑΚ, αίρεται για το μέλλον η μισθωτική σχέση και δεν υποχρεούται πλέον ο μισθωτής σε καταβολή μισθωμάτων για το χρόνο μετά την καταγγελία.

Το προς καταγγελία της μίσθωσης ως άνω δικαίωμα του μισθωτή θεμελιώνεται με μόνη την ύπαρξη, του πραγματικού ελαττώματος τούτου, ανεξαρτήτως, εάν ο μισθωτής βαρύνεται ή όχι με υπαιτιότητα ως προς αυτό. Τέτοιο πραγματικό ελάττωμα, εξ άλλου, αποτελεί και η αδυναμία χρήσης του μισθίου, όπως συμφωνήθηκε, λόγω απαγόρευσης της χρήσης από δημόσια αρχή ή λόγω αδυναμίας χορήγησης της απαιτούμενης άδειας δημόσιας αρχής (Ολ.ΑΠ 50/2005, ΑΠ 896/2020).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576, 579, 580 και 586 του ΑΚ προκύπτει ότι ο μισθωτής δεν δικαιούται να ασκήσει, εκτός άλλων, το δικαίωμα της καταγγελίας της σύμβασης μίσθωσης για πραγματικά ελαττώματα του μισθίου, τα οποία ο ίδιος γνώριζε ή από βαρειά αμέλεια αγνοούσε, κατά τη συνομολόγηση της σύμβασης.

Το δικαίωμα δε αυτό του μισθωτή αποκλείεται, έστω και εάν ο εκμισθωτής δολίως αποσιώπησε το ελάττωμα, αφού η γνώση του μισθωτή ενέχει σιωπηρή παραίτηση από το σχετικό δικαίωμά του (ΑΠ 896/2020, ΑΠ 622/2019, ΑΠ 27/2014). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία".

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΑΠ 15/2021).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση ή στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολογία του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκή αιτιολογία.

Πρέπει, δηλαδή, να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς τι αποδείχθηκε ή τι δεν αποδείχθηκε και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων, διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν αιτιολογίες της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19, να δημιουργείται λόγος αναίρεσης και να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε, εξ άλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων [ΑΠ 249/2021, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 15/2021]. Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης:

α) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε εκ πλαγίου, β) ο ισχυρισμός, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών και η σύνδεσή του με το διατακτικό, αν δεν είναι αυτονόητη, γ) τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός αυτός προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, δ) οι κρίσιμες πραγματικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, πλήρως και όχι αποσπασματικά και επιλεκτικά, ε) εξειδίκευση του σφάλματός, ήτοι:

αα) αν υποστηρίζεται παντελής έλλειψη αιτιολογικών, το ελάττωμα αυτό, ββ) αν προβάλλεται ανεπάρκεια αιτιολογιών, ποια αναγκαία στοιχεία λείπουν για την πληρότητά τους, δηλαδή, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρει η απόφαση, γγ) αν προβάλλεται αντίφαση αιτιολογιών, ποιες είναι αυτές, γιατί αντιφάσκουν και σε ποια μέρη της απόφασης εντοπίζονται και δδ) αν προβάλλεται ασάφεια ή αντίφαση ως προς το νομικό χαρακτηρισμό, από ποιες ακριβώς πραγματικές παραδοχές προκύπτει και σε τι συνίσταται καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 249/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 550/2017).

Δεν αρκεί δε η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (Ολ.ΑΠ 28/1998, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 183/2020, ΑΠ 319/2017).

Συνακόλουθα η εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου [όπως και η ευθεία] οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΑΠ 38/2020).

Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (Ολ.ΑΠ 27/1998), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ 38/2020, ΑΠ 109/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως παραδεκτά επισκοπείται κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα, αναφορικά με το ενδιαφέρον την έρευνα του συναφούς αναιρετικού λόγου, που αφορά στην ύπαρξη ή μη πραγματικού ελαττώματος στο μίσθιο και την γνώση αυτού, κατά τη σύναψη της μισθωτικής σύμβασης, από την ανακόπτουσα-αναιρεσείουσα: "Με το από 3-3-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, το οποίο καταρτίσθηκε σε εκτέλεση του διενεργηθέντος στις 17-2-2010 υπό της καθ' ης η ανακοπή εκμισθώτριας δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού, δυνάμει της υπ' αριθ. 1/16-11-2009 απόφασης του ΔΣ αυτής, καθώς και του 2/17-2-2010 πρακτικού δημοπρασίας, το οποίο εγκρίθηκε με την 3/2-3-2010 απόφαση του ΔΣ της (εκμισθώτριας), οι διάδικοι και ο μη διάδικος Π.

Ν. του Β. συνήψαν σύμβαση μίσθωσης, με βάση την οποία, η καθ' ης η ανακοπή εκμίσθωσε στην ανακόπτουσα και στον Π. Ν. 1) ένα διώροφο ξενοδοχείο ύπνου, δυναμικότητας 100 κλινών, μαζί με το εστιατόριο και το μπαρ και 2) τους πέριξ του ξενοδοχείου αύλειους χώρους, που είναι χώροι στάθμευσης των αυτοκινήτων, που βρίσκεται πλησίον της ιαματικής πηγής … του τοπικού διαμερίσματος … του πρώην Δήμου … και ήδη Δήμου …, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από αυτούς αποκλειστικά ως ξενοδοχείο ύπνου, εστιατόριο και μπαρ σύμφωνα με τους μισθωμένους χώρους, αντί ετησίου μισθώματος 62.000 ευρώ, πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου, καταβαλλομένου στις 3 Μαρτίου κάθε έτους και αναπροσαρμοζόμενου από το δεύτερο έτος και εξής κατά 3% ετησίως.

Η χρονική διάρκεια της μίσθωσης αυτής, που είναι εμπορική, ορίστηκε για έξι έτη, ήτοι μέχρι το έτος 2016, χρόνο κατά τον οποίο έληγε η παραχώρηση του μισθίου προς την εκμισθώτρια από τον ΕΟΤ, με δυνατότητα παράτασης της μίσθωσης, με κοινή συμφωνία των συμβαλλομένων, εφόσον η παραχώρηση αυτή του μισθίου (από τον ΕΟΤ προς την εκμισθώτρια) παρατεινόταν πέραν του χρόνου λήξεως της ένδικης μίσθωσης.

Επίσης με το παραπάνω μισθωτήριο συμφωνήθηκε ότι εξαιρείται από την προκείμενη μίσθωση η υπάρχουσα ιαματική πηγή μετά των αναγκαίων αυτής χώρων και ειδικότερα του υδροθεραπευτηρίου και των 3 δεξαμενών συγκέντρωσης νερού, η εκμετάλλευση των οποίων ανήκε αποκλειστικά και μόνο στην εκμισθώτρια δημοτική επιχείρηση, η οποία υποχρεούται κατά προτεραιότητα να εξυπηρετεί τους πελάτες του ξενοδοχείου.

Ρητά επίσης συμφωνήθηκε με το παραπάνω μισθωτήριο (άρθρο 19) ότι "οι μισθωτές υποχρεούνται στην έκδοση αδείας λειτουργίας του μισθίου κατά τις προβλεπόμενες διατάξεις. Οι ενέργειες που θα απαιτηθούν και το κόστος που θα προκύψει από αυτές προς τις διάφορες αρμόδιες υπηρεσίες ή οργανισμούς όπως Ε.Ο.Τ ή και σε τρίτους και όποια δαπάνη προκύψει βαραίνει τους μισθωτές αποκλειστικά, χωρίς να φέρει οποιαδήποτε υποχρέωση αποζημίωσης η Δημοτική Επιχείρηση".

Με την υπογραφή του παραπάνω συμφωνητικού, οι μισθωτές παρέλαβαν το μίσθιο μαζί με όλους τους ως άνω χώρους και τον εξοπλισμό που διέθετε και συγχρόνως κατέβαλαν το μίσθωμα του πρώτου έτους της μίσθωσης (2010). Αμέσως δε ξεκίνησαν εργασίες επισκευών, βελτιώσεως και ανακαίνισης του μισθίου, για να είναι έτοιμο για τη χρήση που το προόριζαν, γνωστοποιώντας μάλιστα η ανακόπτουσα προς τα "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα", προφανώς για να πετύχει την ένταξη σε χρηματοδοτικό πρόγραμμα, την αναγκαιότητα άμεσης παρέμβασης με ουσιαστικά έργα εκσυγχρονισμού και βελτίωσης τόσο των εγκαταστάσεων του μισθίου ξενοδοχείου όσο και του υδροθεραπευτηρίου (βλ.

το από 31-5-2010 σχετικό έγγραφο). Περαιτέρω οι μισθωτές λειτούργησαν το μίσθιο για τη σαιζόν καλοκαίρι φθινόπωρο 2010, ενώ διέκοψαν τις εργασίες του για την επόμενη καλοκαιρινή σαιζόν. Ενώ δε εξακολούθησαν οι μισθωτές να βρίσκονται στην κατοχή του μισθίου δεν κατέβαλαν τα μισθώματα των ετών από 3-3-2011 έως 2-3- 2012 και 3-3-2012 έως 2-3-2013, τα οποία ήταν καταβλητέα στις 3-3-2011 και στις 3-3-2012.

Για το λόγο αυτό η καθ'ης η ανακοπή ζήτησε και πέτυχε, κατά της ανακόπτουσας μόνο, την έκδοση της ανακοπτόμενης 235/2013 διαταγής απόδοσης της χρήσης του μισθίου και καταβολής μισθωμάτων του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, με την οποία υποχρεώθηκε η ανακόπτουσα αφενός να καταβάλλει στην καθ'ης η ανακοπή το συνολικό ποσό των 134.302,68 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων και αφετέρου να αποδώσει τη χρήση του μισθίου.

Ακολούθως η καθ' ης επέδωσε στην ανακόπτουσα την από 28-6-2013, κάτωθι αντιγράφου εκ του 237/2013 πρώτου απογράφου εκτελεστού της ανωτέρω διαταγής, επιταγή, με την οποία την επέτασσε α) να της αποδώσει τη χρήση του μισθίου και σε περίπτωση άρνησής της, ήτοι μη εκούσιας συμμόρφωσής της εντός 20 ημερών από την επίδοση της επιταγής αυτής να αποβληθεί αυτή με αναγκαστική εκτέλεση και β) να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 137.841,85 ευρώ για καθυστερούμενα μισθώματα, τόκους, δικαστική δαπάνη και λοιπά έξοδα.

Με την υπό κρίση ανακοπή της η εκκαλούσα αρνείται την καταβολή των οφειλόμενων μισθωμάτων, υποστηρίζοντας ότι το μίσθιο έχει πραγματικό ελάττωμα, συνιστάμενο στο ότι στερείτο άδειας λειτουργίας, η οποία δεν μπορούσε να εκδοθεί χωρίς άδεια λειτουργίας και του υδροθεραπευτηρίου, το οποίο λειτουργούσε χωρίς άδεια από το έτος 2004 και ότι για την έκδοση της άδειας αυτής απαιτείτο μελέτη περιβαλλοντικών όρων και κατασκευή βιολογικού καθαρισμού, υποχρεώσεις τις οποίες ουδέποτε ανέλαβε αυτή, αλλά ήταν υποχρέωση της εκμισθώτριας.

Ότι το πραγματικό αυτό ελάττωμα, το οποίο η ίδια τόσο κατά την υπογραφή του συμφωνητικού, όσο και κατά την παραλαβή του μισθίου αγνοούσε, ήταν σε γνώση της εκμισθώτριας κατά την κατάρτιση της ένδικης μίσθωσης, το οποίο της το απέκρυψε, αφού οι νόμιμοι εκπρόσωποί της τη διαβεβαίωσαν (ανακόπτουσα) ότι όλα ήταν τακτοποιημένα ως προς τα λουτρά και ότι, κατ' επέκταση, οι μισθωτές μπορούσαν να προχωρήσουν στις νόμιμες ενέργειες για την έκδοση της αναγκαίας για τη λειτουργία άδειας.

Ότι λόγω του πραγματικού αυτού ελαττώματος ήταν αδύνατη η χρήση του μισθίου κατά τη θερινή - φθινοπωρινή σαιζόν 2011 και 2012 και για το λόγο αυτό δεν οφείλει τα αντίστοιχα μισθώματα, με αποτέλεσμα να λείπει η δυστροπία της ως προς την καταβολή των μισθωμάτων αυτών. Ως προς τον ισχυρισμό αυτό πρέπει να λεχθούν τα εξής:

Με την παραλαβή, κατά τα παραπάνω, του μισθίου η ανακόπτουσα με την με αριθμ. πρωτ. 3800/9-6-2010 αίτησή της προς τον Ε.Ο.Τ ζήτησε να της χορηγηθεί το ειδικό σήμα (άδεια λειτουργίας) προκειμένου να προχωρήσει στην εγγραφή του μισθίου ξενοδοχείου στο ξενοδοχειακό επιμελητήριο και στην ίδρυση υποκαταστήματος της στη ΔΟΥ ….

Όπως ισχυρίζεται η ανακόπτουσα, ο ΕΟΤ της χορήγησε προσωρινό σήμα για το έτος 2010, χωρίς όμως να αποδεικνύεται ο ισχυρισμός αυτός με την προσκόμιση του εν λόγω σήματος, ενώ από την 12877/16-7-2010 βεβαίωση του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου Ελλάδος προκύπτει ότι η ανακόπτουσα ενέγραψε το μίσθιο στο εν λόγω Επιμελητήριο και ότι η βεβαίωση αυτή εκδόθηκε προκειμένου να χρησιμοποιηθεί στον ΕΟΤ για τη χορήγηση του Ειδικού σήματος.

Αντίθετα, από το γεγονός ότι με τις 8189/18- 11-2010 και 8196/18-11-2010 αποφάσεις του Τμήματος Τουριστικών Εγκαταστάσεων Περιφερειακής Υπηρεσίας Τουρισμού Δυτικής Ελλάδας του ΕΟΤ, κατόπιν μήνυσης του Αστυνομικού Τμήματος … για παράνομη λειτουργία ξενοδοχείου στο ΔΔ … και λειτουργία εντός του ξενοδοχείου αυτού εστιατορίου και μπαρ χωρίς τις απαιτούμενες από το νόμο άδειες λειτουργίας, επιβλήθηκε πρόστιμο 13.499,16 ευρώ και διατάχθηκε η σφράγιση του εστιατορίου και του μπαρ από 17-12-2010, αποδεικνύεται ότι δεν χορηγήθηκε ποτέ στην ανακόπτουσα προσωρινό σήμα λειτουργίας.

Όπως προκύπτει δε από το 3150/3-6-2013 έγγραφο της Περιφερειακής Υπηρεσίας Τουρισμού Δυτικής Ελλάδας του ΕΟΤ το μίσθιο ξενοδοχείο λειτούργησε για τελευταία φορά με το 793/13-1-1998 Ειδικό Σήμα λειτουργίας στο όνομα Χ. Σ., εκπροσώπου της επιχείρησης "Δ. Σ. Π. - Χ. Δ. Σ. Ο.Ε.", το οποίο (Ειδικό Σήμα) έπαψε να ισχύει την 16-11-2002 και το οποίο η εκμεταλλεύτρια εταιρεία δεν ανανέωσε.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το μίσθιο ξενοδοχείο και το υδροθεραπευτήριο είχαν ανεγερθεί με ενιαία άδεια οικοδομής (129/1987) και διέθεταν ενιαίο σύστημα υδροδότησης και αποχέτευσης. Ωστόσο δεν αποδείχθηκε με την προσκόμιση σχετικού εγγράφου του ΕΟΤ ότι για να εκδοθεί άδεια λειτουργίας του ξενοδοχείου έπρεπε να υπάρχει σύστημα διάθεσης λυμάτων και μελέτη περιβαλλοντικών όρων όχι μόνο γι' αυτό (ξενοδοχείο) αλλά και για το υδροθεραπευτήριο, καθώς και μελέτη περιβαλλοντικών όρων.

Με το από 9-6-2010 έγγραφό της προς τον Δήμο …, κοινοποιούμενο και στην εκμισθώτρια, η ανακόπτουσα γνωστοποίησε προς αυτούς ότι κατόπιν ενημέρωσής της από τον ΕΟΤ θα έπρεπε αυτοί (Δήμος και εκμισθώτρια) να προβούν στη σύνταξη μελέτης περιβαλλοντικών όρων και ότι θα έπρεπε να επικοινωνήσουν με τον ΕΟΤ …, προκειμένου να προχωρήσουν στην εκπόνηση της εν λόγω μελέτης μέσα στα χρονικά όρια που ορίζει ο ΕΟΤ.

Ο Δήμος και η εκμισθώτρια δεν ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση αυτή και η ανακόπτουσα ανέθεσε στην αρχιτέκτονα μηχανικό Σ. Κ. τη σύνταξη των μελετών αυτών. Η εν λόγω μηχανικός, κατά την επιτόπια αυτοψία της στην περιοχή του μισθίου για τη σύνταξη μελέτης διάθεσης λυμάτων, διαπίστωσε ότι ο όγκος των αποβλήτων είναι μεγάλος και απαιτείται βιολογικός καθαρισμός και περαιτέρω κατασκευή αυτού ώστε να πληροί τις προδιαγραφές για τις σχετικές αδειοδοτήσεις και επειδή το όλο έργο μελετών και κατασκευής μονάδας βιολογικού καθαρισμού διάθεσης αποβλήτων κρίθηκε επαχθές οικονομικά λόγω του υψηλού κόστους κατασκευής, οι εργασίες δεν προχώρησαν (βλ.

το από 24-1-2013 έγγραφο της εν λόγω μηχανικού), με συνέπεια να μην εκδοθεί ποτέ άδεια λειτουργίας του μισθίου ξενοδοχείου. Ωστόσο, σύμφωνα με τον προαναφερόμενο 19 όρο του μισθωτηρίου, η ανακόπτουσα είχε την υποχρέωση για την έκδοση άδειας λειτουργίας του μισθίου κατά τις προβλεπόμενες διατάξεις, προβαίνοντας σε όσες ενέργειες απαιτούνταν προς τούτο, χωρίς καμιά υποχρέωση της εκμισθώτριας.

Οι ενέργειες δε που απαιτούνταν για την έκδοση της άδειας αυτής δεν καθορίσθηκαν στο μισθωτήριο, με συνέπεια να μην αποκλείονται από τις υποχρεώσεις της ανακόπτουσας η σύνταξη των παραπάνω μελετών και η κατασκευή βιολογικού καθαρισμού, εφόσον αυτά απαιτούνταν κατά τις προβλεπόμενες διατάξεις. Εφόσον δε η ανακόπτουσα γνώριζε κατά τη συνομολόγηση της μισθωτικής σύμβασης την έλλειψη της άδειας λειτουργίας του μισθίου, γι' αυτό άλλωστε και ανέλαβε την υποχρέωση έκδοσής της, η έκδοση δε αυτής δεν είναι αδύνατη, απλώς απαιτεί τις παραπάνω ενέργειες, τις οποίες η ανακόπτουσα ανέλαβε, κατά τα προαναφερόμενα, να ενεργήσει και τις οποίες δεν ενήργησε λόγω του απαιτούμενου υψηλού κόστους, η καθ' ης η ανακοπή εκμισθώτρια δεν ευθύνεται για την έλλειψη της άδειας λειτουργίας του μισθίου (άρθρο 579 ΑΚ), ούτε έχει υποχρέωση, σύμφωνα με το μισθωτήριο να συμπράξει σε οποιαδήποτε σχετική ενέργεια, γενομένης δεκτής της σχετικής ένστασης της τελευταίας και ως ουσία βάσιμης.

Από τα παραπάνω συνάγεται επίσης ότι η καθ' ης δεν απέκρυψε την έλλειψη αδείας λειτουργίας του μισθίου, όπως ισχυρίζεται η ανακόπτουσα, εφόσον, κατά τα προαναφερόμενα, την έλλειψή της γνώριζε αυτή, η δε έκδοσή της ήταν δυνατή. Εξ άλλου ο ισχυρισμός της ανακόπτουσας που διαλαμβάνει στην υπό κρίση ανακοπή, ότι οι νόμιμοι εκπρόσωποι της καθ' ης την διαβεβαίωναν, ήδη από την υπογραφή του συμφωνητικού, ότι υπήρχε η σχετική άδεια λειτουργίας των λουτρών, εκτός του ότι αναιρείται από την ίδια την ανακόπτουσα, η οποία στην προσθήκη αντίκρουση επί των προτάσεών της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο εκθέτει ότι δεν υπήρξε υπόσχεση της καθ' ης για την ύπαρξη άδειας, η οποία αθετήθηκε, αλλά ότι η ίδια (ανακόπτουσα), δρώντας καθαρά λογικά, δεδομένου ότι η καθ' ης παρακράτησε για τον εαυτό της την εκμετάλλευση των λουτρών, θεώρησε καλόπιστα ότι το υδροθεραπευτήριο ήταν νόμιμο και ότι η μόνη δική της πράξη αφορούσε την έκδοση της άδειας του ξενοδοχείου, είναι άνευ σημασίας, αφού κατά το χρόνο κατάρτισης της ένδικης μίσθωσης, αλλά και στη συνέχεια, το υδροθεραπευτήριο μπορούσε να λειτουργεί χωρίς το ειδικό σήμα λειτουργίας που επιβάλουν οι διατάξεις των άρθρων 17 και 23 του Ν. 3498/2006, αφού για την έκδοση αυτού είχε χορηγηθεί παράταση μέχρι 31-12-2013 (άρθρο 39 Ν.4049/2012 και ήδη έχει χορηγηθεί παράταση μέχρι 31-12-2016 με το άρθρο 12 Ν.4374/2016).

Επομένως ουδέν σχετικό απέκρυψε και μάλιστα δόλια η καθ' ης, όπως ισχυρίζεται η ανακόπτουσα...." Με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα εταιρία μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ., ισχυριζόμενη ότι το Δικαστήριο της ουσίας, αν και δέχθηκε ότι: "...Οι ενέργειες που απαιτούντο για την έκδοση της άδειας αυτής δεν καθορίσθηκαν στο μισθωτήριο, με συνέπεια να μην αποκλείονται από τις υποχρεώσεις της ανακόπτουσας η σύνταξη των παραπάνω μελετών και η κατασκευή βιολογικού καθαρισμού, εφόσον αυτά απαιτούνταν κατά τις προβλεπόμενες διατάξεις.

Εφόσον δε η ανακόπτουσα γνώριζε κατά τη συνομολόγηση της μισθωτικής σύμβασης την έλλειψη της άδειας λειτουργίας του μισθίου, γι' αυτό άλλωστε και ανέλαβε την υποχρέωση έκδοσής της, η έκδοση δε αυτής δεν είναι αδύνατη, απλώς απαιτεί τις παραπάνω ενέργειες, τις οποίες η ανακόπτουσα ανέλαβε, κατά τα προαναφερόμενα, να ενεργήσει και τις οποίες δεν ενήργησε, λόγω του απαιτούμενου υψηλού κόστους, η καθ' ης η ανακοπή εκμισθώτρια δεν ευθύνεται για την έλλειψη της άδειας λειτουργίας του μισθίου (άρθρο 579 ΑΚ), ούτε έχει υποχρέωση, σύμφωνα με το μισθωτήριο να συμπράξει σε οποιαδήποτε σχετική ενέργεια", ουδόλως αιτιολογείται αν αυτή (ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα), κατά τη συνομολόγηση της μισθωτικής, σύμβασης, γνώριζε ότι για την έκδοση της άδειας λειτουργίας του μισθίου, θα έπρεπε να συνταχθεί περιβαλλοντική μελέτη και να κατασκευασθεί βιολογικός καθαρισμός, με τεράστιο κόστος, που καθιστούσε τελείως απαγορευτικό το όλο εγχείρημα και ότι η καθ'ής (αναιρεσίβλητη) αγνοούσε τα παραπάνω.

Με το περιεχόμενο αυτό, ο ανωτέρω από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, προεχόντως, γιατί δεν μνημονεύονται στο αναιρετήριο όλες οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, πληρώς και όχι, αποσπασματικά και επιλεκτικά, όπως εν προκειμένω, προκειμένου να ελεγχθεί η παράβαση εκ πλαγίου των άρθρων 576, 579, 580, 585, 586 του ΑΚ, των οποίων σημειωτέον δεν γίνεται αναφορά σ` αυτό (αναιρετήριο), πέραν του ότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του στη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Σε κάθε περίπτωση όμως από τις προεκτεθείσες, παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με επάρκεια και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δίκαιου των άρθρων 576, 579, 580, 585, 586 του ΑΚ, τους οποίους, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Ειδικότερα, εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δυνάμει του 19ου όρου του μισθωτηρίου, η ανακόπτουσα είχε την υποχρέωση για την έκδοση άδειας λειτουργίας του μισθίου κατά τις προβλεπόμενες διατάξεις, προβαίνοντας σε όσες ενέργειες απαιτούνταν προς τούτο, χωρίς καμιά υποχρέωση της εκμισθώτριας, ότι οι ενέργειες που απαιτούνταν για την έκδοση της άδειας αυτής δεν καθορίσθηκαν στο μισθωτήριο, με συνέπεια να μην αποκλείονται από τις υποχρεώσεις της ανακόπτουσας η σύνταξη μελέτης περιβαλλοντικών όρων και η κατασκευή βιολογικού καθαρισμού, εφόσον αυτά απαιτούντο, κατά τις προβλεπόμενες διατάξεις, για την έκδοση της εν λόγω άδειας λειτουργίας, ότι η ανακόπτουσα γνώριζε κατά τη συνομολόγηση της μισθωτικής σύμβασης την έλλειψη της άδειας λειτουργίας του μισθίου, γι' αυτό άλλωστε και ανέλαβε την υποχρέωση έκδοσής της, η έκδοση δε αυτής δεν ήταν αδύνατη, απλώς απαιτούσε τις παραπάνω ενέργειες, τις οποίες η ανακόπτουσα ανέλαβε, κατά τα προαναφερόμενα, να ενεργήσει κάνοντας χρήση του μισθίου και τις οποίες δεν ενήργησε, λόγω του απαιτούμενου υψηλού κόστους, ότι συνεπώς, η καθ' ης δεν απέκρυψε στην ανακόπτουσα την έλλειψη άδειας λειτουργίας του μισθίου και ότι οι νόμιμοι εκπρόσωποι της καθ' ης δεν διαβεβαίωσαν την ανακόπτουσα (ήδη από την υπογραφή του μισθωτηρίου συμφωνητικού) ότι υπήρχε η σχετική άδεια των λουτρών, ούτε ότι υπήρξε σχετική περί τούτου υπόσχεση εκ μέρους της καθ' ης, που αθετήθηκε.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει, η αναιρεσείουσα με το λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα όπως και ο λόγος αναίρεσης. Σε ακολουθία των παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ όπως ήδη ισχύει) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε (άρθρα 176, 180, 183, 189§1 και 191§2 του ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 26-2-2018 (αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 11/1-3-2018), αίτηση για αναίρεση της 44/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί από την αναιρεσείουσα, για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2021.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ