Legislator Case Law & Legislation
1447/2015 AI generated

1447/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1447/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1447/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου κατά το άρθρο 11 του κδ της 26.6/10.7.1944 "περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔικ, σε όλες τις δίκες του δημοσίου, ουδεμία απολύτως προθεσμία τρέχει, εις βάρος του κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, ήτοι από 1/7 έως 16/9 κάθε έτους (άρθρο 11 παρ. 2 του Κώδικα Οργανισμού δικαστηρίων), οι δε αρξάμενες προθεσμίες αναστέλλονται.

Keywords

AI generated
expropriated property ownerless property housing law abandonment of expropriation attachment of real property acquisition of possession
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1447 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1447/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος-καλούντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην…, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Νικολέτα Παπαρούνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσίβλητων-καθ’ ων η κλήση: 1)Π. χας Σ. Τ., 2)Μ. Τ. του Σ., 3)Α. Τ. του Σ., απάντων κατοίκων Αλεξανδρούπολης. Οι 1η και 3ος εκ των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Απόστολο Φωτιάδη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο 2ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Καραμανλή, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/12/1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 20/9/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 115/2006 του ιδίου Δικαστηρίου και 75/2009 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 12/10/2010 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 190/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη την συζήτηση. Με την από 8-6-2015 κλήση του αναιρεσείοντος επανήλθε προς συζήτηση η υπόθεση.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 12-12-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔικ, το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο ‘ Αρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, κατά δε το άρθρο 564 παρ. 1 του ιδίου κώδικα, η προθεσμία της αναίρεσης, όταν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης.

Εξάλλου κατά το άρθρο 11 του κδ της 26.6/10.7.1944 "περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔικ, σε όλες τις δίκες του δημοσίου, ουδεμία απολύτως προθεσμία τρέχει, εις βάρος του κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, ήτοι από 1/7 έως 16/9 κάθε έτους (άρθρο 11 παρ. 2 του Κώδικα Οργανισμού δικαστηρίων), οι δε αρξάμενες προθεσμίες αναστέλλονται.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσιβληθείσα, υπ’ αριθμ 75/2009, απόφαση του Εφετείου Θράκης, επιδόθηκε στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στις 6.9.2010, όπως τούτο προκύπτει από την υπ’ αριθμ .../6.9.2010 έκθεση επιδόσεως, της δικαστικού επιμελήτριας Αθηνών Ε. Β. - Τ., τούτο δε (Δημόσιο) άσκησε κατά της αποφάσεως αυτής αναίρεση, στις 12.10.2010, με καταθεσή της στη Γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε (άρθρ 495 ΚΠολΔικ), ήτοι εντός της οριζομένης στο άρθρο 564 παρ. 1 ΚΠολΔ προθεσμίας, η οποία κατά το αναφερόμενο στη νομική σκέψη άρθρου 11 του κ.δ 26.6/10.7.1944, άρχισε από 16.9.2010.

Ενόψει τούτων η αναίρεση, ως ασκηθείσα νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔικ), η δε οικεία περί απαραδέκτου ένσταση των αναιρεσιβλήτων, που υποβλήθηκε με τις εμπρόθεσμα κατατεθείσες προτάσεις τους και που άλλωστε λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, (αρθ. 570 και 577 παρ. 2) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.

Επειδή κατά το άρθρο 281ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος , καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (ΟλΑΠ 5/2011).

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου (ΟλΑΠ 91/2011).

Το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματός του, γιατί η υπέρβαση των ορίων που θέτει ο νόμος στην άσκηση των δικαιωμάτων, είναι προφανής όταν προκαλεί την εντύπωση έντονης αδικίας, σε σχέση με το όφελος του δικαιούχου από την ικανοποίηση του δικαιώματός του.

Σε κάθε περίπτωση, τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά, από το δικαστήριο της ουσίας, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αν συνιστούν ή όχι κατάχρηση δικαιώματος, με την προαναφερόμενη έννοια. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.

Τούτο συμβαίνει αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία, από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που, ανελέγκτως, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης, υπ’ αριθμ. 75/2009 απόφασης του Εφετείου Θράκης (άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔικ), το Εφετείο μετά από επικύρωση της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, απέρριψε την αναγνωριστική αγωγή κυριότητας επί ακινήτου, των αναιρεσιβλήτων, κατά του αναιρεσείοντος, καθώς και τη συνεκδικασθείσα αντίθετη για το ίδιο ακίνητο, αγωγή του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου λόγω αποδοχής, ως βάσιμης της κατ’ αυτού ασκηθείσας από τους αναιρεσίβλητους, ενστάσεως περί καταχρηστικής ασκήσεως, του καταχθέντος, από αυτό, σε δίκη, δικαιώματος.

Η προσβαλλομένη, σχετικά με την αποδοχή της ενστάσεως αυτής, που αποτελεί και το αντικείμενο της αναίρεσης, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην προκειμένη περίπτωση, όπως έχει ήδη εκτεθεί, ο δικαιοπάροχος των εφεσίβλητων, Σ. Τ., ο οποίος είχε εγκατασταθεί στο υπ’ αριθ. 3 εκ των επιδίκων ακινήτων, ήδη από τη δεκαετία του 1960, μετά την πώλησή του προς αυτόν από το εναγόμενο και την έκδοση, επ’ ονόματί του, του προαναφερόμενου παραχωρητηρίου στις 27-7-1972, αλλά και μετά την πώληση προς αυτόν του υπ’ αριθμ 3 τμήματος ακινήτου, στις 28-12-1972 από τον επίσης παραχωρησιούχο πατέρα του, Μ.

Τ., πιστεύοντας καλόπιστα ότι είχε αποκτήσει την κυριότητα αυτών, προέβη σε εκτεταμένες επισκευές της υπάρχουσας στο υπ’ αριθ. 2 τμήμα παλαιάς οικίας, ανήγειρε δε, στο υπ’ αριθμ. 3 τμήμα νέα οικία, στην οποία εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του και επιπλέον προέβη σε επιπλέον δαπάνες για την περίφραξη αυτών και εν γένει για εργασίες εξωραϊσμού τους, κατέχοντας αυτά ο ίδιος αδιατάρακτα μέχρι το έτος 1978, οπότε επιδόθηκε προς αυτόν πρωτόκολλο καθορισμού αποζημιώσεως αυθαιρέτου χρήσεως του Οικονομικού Εφόρου Αλεξανδρούπολης, οπότε και πληροφορήθηκε αυτός για την ανάκληση των παραχωρητηρίων (δεν αποδείχθηκε προηγούμενη επίδοση προς αυτόν και τον δικαιοπάροχό του των ανακλητικών των παραχωρητηρίων υπουργικών αποφάσεων), συνέχισε δε να τα κατέχει μέχρι το θάνατό του (στις 24.11.1990) και έκτοτε οι εφεσίβλητοι, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, συνεχώς μέχρι τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής τους.

Με τα δεδομένα αυτά η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος του εκκαλούντος - ενάγοντος και η διεκδίκηση των επιδίκων, εικοσιέξι χρόνια μετά την πώλησή τους προς τους δικαιοπαρόχους των εφεσίβλητων, με τίμημα που όρισε το ίδιο και είκοσι ένα έτη μετά την μονομερή εκ μέρους του ανάκληση των παραχωρητηρίων, για λόγους αναγόμενους όχι στο πρόσωπο των δικαιοπαρόχων των εφεσιβλήτων (εκ των οποίων ο Σ.

Τ. απέκτησε, μάλιστα, ως τρίτος συναλλαχθείς, από τον παραχωρησιούχο πατέρα του, το υπ’ αριθμ. 2 τμήμα του δημοσίου ακινήτου) αλλά στα όργανα του εκκαλούντος που δεν τήρησαν την προβλεπόμενη διαδικασία για την εκποίηση των επιδίκων, προφανώς υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η δε ένδικη αγωγή του εκκαλούντος, ως καταχρηστική, είναι απορριπτέα, ως αβάσιμη".

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε την προδιαληφθείσα, ουσιαστικού δικαίου, διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ενόψει του ότι υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτό και υπήχθησαν στην παραπάνω διάταξη, όπως η έννοια αυτής αναλύθηκε στη νομική σκέψη και του συμπεράσματος του δικανικού του συλλογισμού.

Ειδικότερα τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά συνιστούν κατάχρηση, αφού η εκτιθέμενη συμπεριφορά του δικαιούχου - αναιρεσείοντος, που δημιούργησε στους υπόχρεους την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα διεκδικηθούν τα επίδικα, που παραχωρήθηκαν στους δικαιοπαρόχους τους με ανακληθέντα στη συνέχεια, χωρίς δική τους υπαιτιότητα, παραχωρητήρια και η ανατροπή της καταστάσεως που έχει δημιουργηθεί και που έχει επαχθείς συνέπειες για τους υπόχρεους, ο άμεσος δικαιοπάροχος των οποίων, εξόφλησε το ορισθέν για την παραχώρηση τίμημα και με δαπάνες του επισκεύασε την υπάρχουσα στο υπ’ αριθμ 2 ακίνητο παλαιά οικία και ανήγειρε νέα στο υπ’ αριθμ. 3 ενώ προσέτι περιέφραξε και εξωράισε τα ακίνητα αυτά, καθιστά την επιδιωκόμενη με την ένδικη αγωγή ανατροπή της καταστάσεως που έχει δημιουργηθεί και που διατηρήθηκε για διάστημα είκοσι έξι ετών και που δεν αναιρέθηκε από τα εκδοθέντα και ακυρωθέντα πρωτόκολλα αποζημιώσεως για αυθαίρετη χρήση, αντίθετη προς τα τασσόμενα από το άρθρο 281 ΑΚ όρια.

Ενόψει τούτων ο υποστηρίζων τα αντίθετα και από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, μοναδικός λόγος της αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί. Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του (άρθρο 183 και 176 ΚπολΔικ), πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 του Ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔικ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ’ αριθμ 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11/20.1.1993) που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12 Οκτωβρίου 2010 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά των Π. χας Σ. Τ., Μ. Τ. του Σ. και Α. Τ. του Σ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 75/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Δεκεμβρίου 2015.

O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ