1447/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1447/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ότι η εναγομένη άφησε ανεκτέλεστες από υπαιτιότητά της τις παραγγελίες 15 πελατών του, ύψους 1.254.376.578 δραχμών για το έτος 1991 και 1.428.138.712 δραχμών για το έτος 1992 με συνέπεια να απωλέσει αυτός τις αντίστοιχες προμήθειες που ανέχονται σε 35.819.743 και 40.584.199 δραχμές αντίστοιχα για τα ανωτέρω έτη και συνολικά 76.406.942 δραχμών.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1447 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1447/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας που εδρεύει στον Υμηττό με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΕΒΟ-ΠΥΡΚΑΛ", και εκπροσωπείται νόμιμα με την κατά νόμο ιδιότητά της ως καθολικής διαδόχου των Ανωνύμων Εταιριών "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΟΠΛΩΝ (ΕΒΟ) ΑΕ", που έδρευε στον Υμηττό Αττικής και εκπροσωπείτο νόμιμα και β)ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΥΡΙΤΙΔΟΠΟΙΕΙΟΥ ΚΑΙ ΚΑΛΥΚΟΠΟΙΕΙΟΥ (ΠΥΡΚΑΛ) ΑΕ" που έδρευε στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Καρέτσο.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Φ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Αλεπάκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-1994 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1560/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 55/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 16-5-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 22-5-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η νομική αοριστία της αγωγής (ΚΠολΔ 216 § 1), που συνδέεται με τη εκτίμηση περί του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα. Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται αμφότερες αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 1573/1981, ΑΠ 1452/2007).
Στην κρινόμενη υπόθεση, από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι σ' αυτή, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, ιστορεί ότι δυνάμει συμβάσεως που κατάρτισε την 1-4-1991 στην Αθήνα με την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία, ανέλαβε ως περιοδεύων εμπορικός αντιπρόσωπος την προώθηση των πωλήσεων των εκρηκτικών προϊόντων της, αρχικά για το χρονικό διάστημα από 1-1-1991 έως 31-12-1992 και στη συνέχεια μέχρι την 31-12-1993, αντί σταθερής μηνιαίας αμοιβής ποσού 120.000 δραχμών για το έτος 1991 και 140.000 δραχμών για το έτος 1992 και επιπλέον ετήσια προμήθεια, κλιμακούμενη ανάλογα με το ύψος των ετήσιων καθαρών πωλήσεων που θα πραγματοποιούνταν με την μεσολάβησή του, ανερχόμενη σε ποσοστό 1,5% για πωλήσεις μέχρι 200.000.000 δραχμών, 2% για πωλήσεις άνω των 200.000.000 και σε 3% για πωλήσεις άνω των 300.000.000 δραχμών.
Ότι η ένδικη σύμβαση λειτούργησε μεταξύ των διαδίκων, μέχρι την γενόμενη με την από 28-6-1993 εξώδικη δήλωση της εναγομένης καταγγελία της για το μετά την 31-12-1993 χρονικό διάστημα. Ότι σύμφωνα με τον όρο 4 της σύμβασης, η τελευταία έχει το δικαίωμα να αρνείται κατά την απόλυτη κρίση της την εκτέλεση εξ ολοκλήρου ή κατά ένα μέρος των παραγγελιών των πελατών του ενάγοντος τους οποίους θεωρεί αφερέγγυους, κατά δε τον όρο 10 της σύμβασης, κάθε παράβαση των όρων του συμφωνητικού εκ μέρους του κάθε συμβαλλόμενου, δίνει το δικαίωμα στον άλλο να αξιώσει την καταβολή αποζημίωσης για τη ζημία που του προξενείται.
Ότι η εναγομένη άφησε ανεκτέλεστες από υπαιτιότητά της τις παραγγελίες 15 πελατών του, ύψους 1.254.376.578 δραχμών για το έτος 1991 και 1.428.138.712 δραχμών για το έτος 1992 με συνέπεια να απωλέσει αυτός τις αντίστοιχες προμήθειες που ανέχονται σε 35.819.743 και 40.584.199 δραχμές αντίστοιχα για τα ανωτέρω έτη και συνολικά 76.406.942 δραχμών.
Με βάση δε το ιστορικό αυτό, ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της αναιρεσείουσας να του καταβάλει το ανωτέρω ποσό με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Υπό το ανωτέρω εκτεθέν περιεχόμενο, διαλαμβάνονται στην αγωγή όλα τα κατ' άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ απαιτούμενα για το ορισμένο του δικογράφου της στοιχεία, χωρίς να είναι αναγκαία η αναφορά των εγγράφων βάσει των οποίων η αναιρεσείουσα έδινε "εντολή για την τοποθέτηση των παραγγελιών", ούτε η αναφορά των εγγράφων με βάση τα οποία προκύπτει ότι οι πωλήσεις της αναιρεσείουσας στα εκρηκτικά ανήλθαν από 27.072.847 δραχμές το έτος 1982 σε 1.544.141.256 δραχμές το έτος 1992, ούτε ότι τα ποσοστά των ανεκτέλεστων από την αναιρεσείουσα παραγγελιών ανήλθαν σε ποσοστά 37,5%, 25% και 37,5% στα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα αγωγής, ούτε, τέλος, η αναφορά των εγγράφων από τα οποία προκύπτουν τα ποσοστά αυτά, δεδομένου ότι τα επικαλούμενα στοιχεία συνέχονται με την εκτίμηση των αποδείξεων.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατ' εκτίμηση από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ (και όχι 1), με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια ότι εσφαλμένα το Εφετείο έκρινε ορισμένη την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου, απορρίπτοντας τον περί αοριστίας της αγωγής, λόγω ελλείψεως των προαναφερθέντων στοιχείων, προβληθέντα πρωτοβαθμίως και επαναφερθέντα με λόγο εφέσεως ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος από την διάταξη αυτή αναιρετικός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ ΑΠ 1/1999).
Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως, προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.Α.Π. 861/1984).
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Α.Π. 41/2010). Εξάλλου, ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.
Περαιτέρω, ως "πράγματα", η λήψη υπόψη των οποίων μη προταθέντων ή η μη λήψη αυτών προταθέντων, ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.
Δεν αποτελούν όμως "πράγματα" και επομένως δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, αν δεν ληφθεί υπόψη, μεταξύ άλλων, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά που προκύπτουν από αυτές.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή κατά ένα μέρος η αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση της τελευταίας να καταβάλει στον πρώτο το ποσό των 212.693,93 ευρώ με το νόμιμο τόκο, ως αποζημίωση λόγω παραβάσεως συμβατικού όρου της μεταξύ τους καταρτισθείσης συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας.
Για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα ουσιώδη και ενδιαφέροντα τους αναιρετικούς λόγους περιστατικά: "Η εναγόμενη εταιρεία (ήδη αναιρεσείουσα) παράγει όπλα, πυρομαχικά, εκρηκτικές ύλες, κ.λπ. συναφή είδη, άλλα από τα οποία είτε προωθούνται στο εμπόριο όπως φυσίγγια κυνηγίου, λέβητες, εμπορικά εκρηκτικά κ.λπ.
και άλλα προωθούνται και χρησιμοποιούνται στις ένοπλες δυνάμεις, είτε της Ελλάδας, είτε του εξωτερικού. Την 1/4/1991 ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) συνήψε στην Αθήνα σύμβαση με την εναγόμενη δυνάμει της οποίας, ανέλαβε ως περιοδεύων εμπορικός αντιπρόσωπος την προώθηση των πωλήσεων των εκρηκτικών προϊόντων της για το χρονικό διάστημα από 1/7/1991 έως 31/12/1992.
Συμφωνήθηκε και σταθερή μηνιαία αμοιβή του ύψους 120.000 δρχ. για το έτος 1991 και 140.000 δρχ. για το έτος 1992, αλλά και ετήσια προμήθεια κλιμακούμενη ανάλογα με το ύψος των ετήσιων καθαρών πωλήσεων που θα πραγματοποιούνταν με τη μεσολάβησή του, ανερχομένη σε ποσοστό 1,5% για πωλήσεις μέχρι 200.000 000 δρχ, σε 2% για πωλήσεις άνω των 200.000.000 δρχ και σε 3% για πωλήσεις πέραν των 300.000.000 δρχ.
Η προμήθειά του υπολογιζόταν με βάση την αξία των εξοφλημένων τιμολογίων των πελατών του και εκκαθαριζόταν κάθε μήνα με βάση καταστάσεις των εξοφλημένων τιμολογίων του προηγούμενου μήνα που συνέτασσε ο ίδιος Η σύμβαση αυτή παρατάθηκε μέχρι 31/12/1993. Η εναγομένη με την από 28/6/1993 εξώδικη δήλωσή της, κατήγγειλε τη σύμβαση για το μετά την 31/12/1993 χρονικό διάστημα.
Σύμφωνα με το άρθρο 4 της σύμβασης, η εναγόμενη έχει το δικαίωμα να αρνείται κατά την απόλυτη κρίση της, την εκτέλεση εξ ολοκλήρου ή κατά ένα μέρος των παραγγελιών των πελατών του εμπορικού της αντιπροσώπου (ενάγοντος), τους οποίους θεωρεί αφερέγγυους, ενώ κατά το άρθρο 10 της σύμβασης, κάθε παράβαση των όρων του συμφωνητικού εκ μέρους του κάθε συμβαλλόμενου, δίνει το δικαίωμα στον άλλο, να αξιώσει την καταβολή αποζημίωσης για τη ζημία που του προξενείται.
Τα προϊόντα της εναγόμενης πωλούνταν με τη μεσολάβηση του ενάγοντα, με βάση τις τιμές που αναφέρονταν στους τιμοκαταλόγους της των ετών 1991 και 1993 ... Κατά τη διάρκεια της σύμβασης αυτής στη διετία 1991- 1992 έμειναν ανεκτέλεστες από την εναγομένη οι πιο κάτω παραγγελίες εκρηκτικών από τους εξής πελάτες του ενάγοντος ...".
Ακολούθως το Εφετείο, αφού κατονομάζει τους 15 πελάτες του αναιρεσιβλήτου, οι παραγγελίες των οποίων έμειναν ανεκτέλεστες, τις ποσότητες και το είδος των εκρηκτικών που αυτοί παρήγγειλαν στον αναιρεσίβλητο, συνεχίζει: "Οι παραγγελίες αυτές έμειναν ανεκτέλεστες από υπαιτιότητα της εναγομένης και ενώ οι εν λόγω πελάτες του ενάγοντα ήταν φερέγγυοι.
Έτσι ο ενάγων έχασε την προμήθεια που θα αποκόμιζε αν η εναγομένη τηρούσε την μεταξύ τους συμφωνία και ζημιώθηκε κατά τα αντίστοιχα ποσά. Στη κρίση αυτή καταλήγει το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τις προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα επιστολές των πελατών αυτού όπου αναγράφεται ότι η εναγόμενη δεν μπόρεσε να εκτελέσει συγκεκριμένες παραγγελίες τους και αυτοί στράφηκαν υποχρεωτικά σε άλλο προμηθευτή.
Ακόμη για τη κρίση του αυτή λαμβάνει υπόψη του και τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης από τους οποίους ο πρώτος ήταν κατά το επίδικο διάστημα υπεύθυνος λογιστηρίου της εναγόμενης και ο δεύτερος (του οποίου η κατάθεση κατά τα ανωτέρω εκτιμάται ως δικαστικό τεκμήριο) ήταν αντιπρόεδρος του ΔΣ της εναγόμενης, ότι από το έτος 1990 μέχρι το έτος 1992, σύμφωνα με τις οποίες η εναγόμενη είχε σοβαρά οικονομικά προβλήματα, που οδήγησαν σε έλλειψη πρώτων υλών στο εργοστάσιο της για την κατασκευή εκρηκτικών, σε ομαδικές απολύσεις εργαζομένων της και σε κλιμακούμενες απεργιακές κινητοποιήσεις του προσωπικού της, ως και καταλήψεις από τους εργαζόμενους των χώρων του εργοστασίου της στο Λαύριο και των γραφείων της, με αποτέλεσμα αυτή (εναγόμενη) να μη μπορεί να εκτελέσει έγκαιρα τις παραγγελίες όλων των πελατών της, γεγονός που είχε σαν συνέπεια ότι αυτές παρέμεναν ανεκτέλεστες, γιατί τα διατρήματα δεν μπορούσαν να μείνουν ανοικτά πέραν των δύο ημερών.
Αποδείχθηκε ακόμη ότι η εναγόμενη είχε ως προτεραιότητα την εκτέλεση των παραγγελιών των πελατών της, με τους οποίους είχε συνάψει συμβάσεις, στις οποίες είχαν συμφωνηθεί ποινικές ρήτρες, στους οποίους πελάτες δεν συγκαταλέγονταν αυτοί του ενάγοντα. Αντίθετα δεν αποδείχθηκε, ότι όλες οι παραγγελίες του ενάγοντα εκτελέστηκαν κανονικά, όπως καταθέτουν οι μάρτυρες της εναγομένης, ούτε βέβαια ότι οι πελάτες του ενάγοντος του εγχείρησαν τις ως άνω επιστολές, γνωρίζοντας τη διακοπή της συνεργασίας μεταξύ αυτού και της εναγομένης ...
Συνακόλουθα η εναγόμενη, δεν εκτέλεσε παραγγελίες πελατών του ενάγοντα, συνολικής αξίας 1.254.376578 δραχμών για το έτος 1991 και 1.428.138.712 δραχμών για το έτος 1992, με συνέπεια ο ενάγων από τις ανεκτέλεστες παραγγελίες του έτους 1991 να απολέσει προμήθεια ... συνολικού ύψους 33.631.297,34 δραχμών (98.697,86 ευρώ) ... και του έτους 1992 απώλεσε προμήθεια ...
συνολικού ύψους 38.844.161,36 δραχμών (113.996,07 ευρώ). Συνολικά δηλαδή από την ως άνω αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγόμενης για τη διετία 1991-1992 ο ενάγων απώλεσε προμήθειες ύψους 212.693,93 €, ποσό που αντιστοιχεί στη ζημία που πρέπει να αποκαταστήσει η εναγομένη". Με βάση δε τις προεκτεθείσες παραδοχές το Εφετείο απέρριψε ακολούθως την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει ομοίως.
Έτσι που έκρινε το ουσιαστικό δικαστήριο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξ αιτίας ελλείψεως αιτιολογίας ή ελαττώματος σ' αυτήν, αφού εξέθεσε στην προσβαλλόμενη, με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις, το από τις αποδείξεις πόρισμα, στο οποίο κατέληξε, οι αιτιολογίες δε αυτές στηρίζουν πλήρως και επαρκώς το διατακτικό της και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχό της.
Ειδικότερα, οι προβαλλόμενες με τους δεύτερο και τρίτο αναιρετικούς λόγους αιτιάσεις: α) ότι το Εφετείο δεν εξέτασε αν οι απεργιακές κινητοποιήσεις του προσωπικού της αναιρεσείουσας και οι καταλήψεις από τους εργαζόμενους των χώρων του εργοστασίου της οφείλονταν σε υπαιτιότητα της ίδιας ή ήταν αποτέλεσμα των τότε κυβερνητικών αποφάσεων και συγκεκριμένων νόμων, ώστε να κριθεί, αν τυχόν υπήρξαν ανεκτέλεστες παραγγελίες του αναιρεσιβλήτου, αν αυτές οφείλονταν σε υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας, β) δεν αναφέρει η προσβαλλόμενη, ποιοι ήταν οι πελάτες της αναιρεσείουσας με τους οποίους αυτή είχε συνάψει συμβάσεις με συμφωνημένες ποινικές ρήτρες και πως αποδείχθηκαν αυτά, γ) δεν αναφέρει αν οι πελάτες του αναιρεσείοντος, που, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, είχαν ανεκτέλεστες παραγγελίες, είχαν τους ανάλογους αποθηκευτικούς χώρους για την αποθήκευση τόσο μεγάλων ποσοτήτων εκρηκτικών, ούτε αν είχαν την απαιτούμενη άδεια, δ) δεν απάντησε στον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι οι πωλήσεις του αναιρεσιβλήτου τα έτη 1989 και 1990 ήταν 156.000.000 και 154.000.000 δραχμές αντίστοιχα και ως εκ τούτου δεν ήταν δυνατόν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα να ανήλθαν στα επικαλούμενα με την αγωγή ποσά του 1.400.000.000 και 1.500.000.000 αντίστοιχα και ε)δεν απάντησε στον ισχυρισμό της, για ποιο λόγο όλες οι επιστολές των πελατών του αναιρεσιβλήτου, έχουν γραφεί το ίδιο χρονικό διάστημα από αρχές Μαΐου μέχρι τον Ιούλιο του 1993, αφ' ενός μεν δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την ανωτέρω εκτεθείσα έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αλλά αιτιολογημένη άρνηση των αγωγικών ισχυρισμών και επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας προκύπτουσα από την εκτίμηση των αποδείξεων, αφ'ετέρου δε, δεν αποτελούν "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, διότι δεν πρόκειται περί ισχυρισμών που έχουν αυτοτελή ύπαρξη αλλά συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.
Επομένως οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι. Εξάλλου, ο τρίτος αναιρετικός λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ' αριθμ. 923/14-2-1992 εγγράφου της Διεύθυνσης Λαυρίου, με το να δεχθεί ότι τα αναφερόμενα σ' αυτό περί αδυναμίας εξυπηρέτησης των πελατών της για λόγους ελλείψεως πρώτων υλών αφορούν όλο το επίδικο διάστημα των δύο ετών και όχι το χρονικό διάστημα των δεκαπέντε ημερών που, κατά την αναιρεσείουσα, πράγματι αναφέρεται σ' αυτό, είναι απαράδεκτος, διότι η εν λόγω αιτίαση, υπό τα επικαλούμενα στο αναιρετήριο, αναφέρεται όχι σε διαγνωστικό σφάλμα αλλά σε σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου προς σχηματισμό του απορριπτικού αποδεικτικού του πορίσματος ότι είναι αβάσιμος ο αρνητικός ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι οι παραγγελίες του αναιρεσιβλήτου εκτελέστηκαν κανονικά.
Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος είναι απαράδεκτος, διότι όπως προκύπτει από τις ανωτέρω εκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης, το Εφετείο, συνεκτίμησε το εν λόγω έγγραφο με τα λοιπά μνημονευόμενα στην απόφαση αποδεικτικά μέσα για την μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος. Κατά την έννοια της διάταξης του αρθ. 281 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματος επί χρόνο μικρότερο από τον απαιτούμενο για την παραγραφή, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ' αυτού ή ότι αυτό δεν πρόκειται ν' ασκηθεί εναντίον του, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί καταρχήν να καταστήσει καταχρηστική την επιγενόμενη άσκηση του δικαιώματος.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς την υποβληθείσα πρωτοδίκως και ενώπιον αυτού με τον δεύτερο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας επαναφερθείσα ένστασή της, ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε καταχρηστικά διότι: α) ο αναιρεσίβλητος παρέμεινε στην αναιρεσείουσα για χρονικό διάστημα οκτώ μηνών μετά την καταγγελία της συμβάσεώς του χωρίς στο διαρρεύσαν διάστημα να αναφέρει την ύπαρξη εκκρεμοτήτων από παραγγελίες πελατών του και β) από 30-6-1993 γνώριζε τη λήξη της συνεργασίας του με την αναιρεσείουσα και στη συνέχεια του επετράπει να κάνει χρήση των γραφείων της αρμόδιας διεύθυνσης αυτής ώστε σε συνεργασία με τους υπαλλήλους της να εκκαθαριστούν μέχρι τις 15-2-1994 όλες οι οικονομικές εκκρεμότητες που είχε μαζί της, απέρριψε τον λόγο αυτόν της έφεσης, δεχόμενο ότι υπό τα επικαλούμενα ως άνω περιστατικά δεν στοιχειοθετείται κατάχρηση δικαιώματος. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του αρθ. 281 ΑΚ, και συνεπώς ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, με παράλληλη καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16 Μαΐου 2010 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΕΒΟ-ΠΥΡΚΑΛ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 55/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Σεπτεμβρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ