1447/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-8-1998 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9694/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 158/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-7-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 21-4-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1447/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι εξαιρούνται της χρησικτησίας, μεταξύ των άλλων, και πράγματα εξυπηρετούντα δημοσιολογικό σκοπό (ιδιόχρηστα), που είναι προορισμένα για την εξυπηρέτηση δημόσιου σκοπού. Δύο, επομένως, στοιχεία συνθέτουν την έννοια των πραγμάτων της ειδικής αυτής χρήσης: α) ο σκοπός τον οποίο τα πράγματα αυτά εξυπηρετούν και β) ο προορισμός τους σε εξυπηρέτησή του.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1447 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1447/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Δημοσίας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ Α.Ε.) που εδρεύει στην Αθήνα, όπως εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Συνοδινό ο οποίος διόρισε στο ακροατήριο πληρεξούσιο δικηγόρο αυτής και τον κ. Λιάπη.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Π. Μ. Σ., και 2. Φ. συζ. Π. Σ., το γένος Σ. Β. , κατοίκων ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Μπαλίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-8-1998 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9694/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 158/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-7-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 21-4-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με τον A.N. 1539/1938 "Περί προστασίας δημοσίων κτημάτων", που εξακολούθησε να ισχύει και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, δυνάμει του άρθρου 53 του ΕισΝΑΚ, ορίζονται τα εξής: α) στο άρθρο 2 παρ. 1 ότι: "επί των αδεσπότων και των δημοσίων κτημάτων εν γένει νομεύς θεωρείται το δημόσιον, έστω και αν ουδεμίαν ενήργησεν επ' αυτών πράξιν νομής", β) στο άρθρο 4 ότι "τα επί των ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου εις ουδεμίαν υπόκεινται παραγραφή" (παρ. 1) και ότι "παραγραφή δικαιώματος του δημοσίου επί ακινήτου κτήματος, αρξαμένη προ της ισχύος του παρόντος νόμου, ουδεμίαν νόμιμον συνέπειαν έχει, αν αυτή δεν συνεπληρώθη μέχρι τούδε κατά τους προϊσχύσαντας νόμους" (παρ. 2).
Έτσι, τα ακίνητα που ανήκουν στην κυριότητα του Δημοσίου είναι, κατά τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις, ανεπίδεκτα νομής εκ μέρους τρίτου ή χρησικτησίας. Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 1 του Ν 1468/1950 "Περί ιδρύσεως Δημοσίας Επιχειρήσεως Ηλεκτρισμού" ορίζει: "Ιδρύεται Οργανισμός υπό την επωνυμίαν "Δημόσια Επιχείρησις Ηλεκτρισμού", σκοπόν έχων την κατασκευήν και εκμετάλλευσιν υδροηλεκτρικών και θερμοηλεκτρικών εργοστασίων καθ' άπασαν την χώραν, την εγκατάστασιν εθνικού δικτύου προς μεταφοράν της παραγομένης ηλεκτρικής ενέργειας και την διάθεσιν αυτής" (παρ. 1), "ο Οργανισμός ούτος αποτελεί δημοσίαν επιχείρησιν ανήκουσα εξ ολοκλήρου εις το Ελληνικόν Δημόσιον, λειτουργούσαν χάριν του Δημοσίου συμφέροντος, αλλά κατά τους κανόνας της ιδιωτικής οικονομίας, απολαμβάνουσαν διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας, τελούσαν όμως υπό την ανωτάτην εποπτείαν και τον έλεγχο του Κράτους.
Τα της οργανώσεως και λειτουργίας αυτής, θέλουσι ρυθμισθή δια ΒΔ/τος εφ' άπαξ εκδιδομένου προτάσει του Υπουργικού Συμβουλίου και εισηγήσει του Υπουργού Συντονισμού". Σε εκτέλεση αυτού εκδόθηκε το από 28/28-1-1951 Β.Δ. με το άρθρο 1 παρ. 1 του οποίου ορίζονται τα εξής: "Η Δημοσία Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) ασκεί τα δια του Ν. 1468/1950 αναγνωριζόμενα εις αυτήν προνόμια και δικαιώματα επί τω τέλει της καλυτέρας δυνατής εξυπηρετήσεως του δημοσίου συμφέροντος, εφαρμόζει δε ως μέσον προς επιτυχίαν του σκοπού τούτου τας μεθόδους της ιδιωτικής επιχειρηματικής οικονομίας", με το άρθρο 35 παρ. 1 αυτού ότι "Η ΔΕΗ απολαύει των ατελειών και φορολογικών προνομίων ως εάν είναι το Δημόσιο.
Ειδικότερον: α) Η ΔΕΗ, η περιουσία, αι πρόσοδοι αυτής, αι συναλλαγαί, τα εκ της διαχειρίσεως κέρδη, αι υπ' αυτής συναπτόμεναι πάσης φύσεως συμβάσεις και τα υπό ταύτης συντασσόμενα ή λαμβανόμενα πάσης φύσεως έγγραφα και λογαριασμοί απαλλάσσονται των τελών χαρτοσήμου και παντός εν γένει φόρου, τέλους, κρατήσεως, εισφοράς ή παραβόλου υπέρ του Δημοσίου και παντός τρίτου..." και τέλος, το άρθρο 36 παρ. 1 του ιδίου διατάγματος ορίζει "η ΔΕΗ απολαύει απάντων των δικαστικών προνομίων, ως εάν είναι το Δημόσιον".
Πρέπει να σημειωθεί, ότι οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν καταργήθηκαν ούτε με το ΠΔ 360/1991 "Περί εξόδου της ΔΕΗ από το Δημόσιο τομέα", ούτε με τους νόμους 1914/1990 και 1947/1991. Όμως ούτε από τις πιο πάνω διατάξεις που αφορούν τη ΔΕΗ, αλλά ούτε από κάποια από τις λοιπές διατάξεις των νομοθετημάτων αυτών ή έστω, από κάποια άλλη διάταξη προκύπτει, ότι επεκτάθηκε η εφαρμογή των αναφερομένων στην αρχή διατάξεων του Α.Ν. 1539/1938 και στα ακίνητα που ανήκουν στην κυριότητα της ΔΕΗ.
Ειδικότερα, κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 35 και 36 του Β.Δ. από 28/28-1-1951, αφού μεταξύ των προνομίων δικαστικών, διοικητικών και οικονομικών που παρασχέθηκαν υπέρ της ΔΕΗ, δεν περιλαμβάνονται, κατά την αληθινή έννοια αυτών, και η επέκταση στα ακίνητα της ΔΕΗ της προστασίας που παρέχεται στα δημόσια κτήματα με βάση τις πιο πάνω διατάξεις του ΑΝ 1539/1938, εφόσον η προστασία αυτή δεν αποτελεί προνόμιο από εκείνα που αναφέρονται στις παραπάνω διατάξεις του Β.Δ. 28/28-1-1951 ή στις λοιπές παραπάνω εκτιθέμενες διατάξεις που αφορούν τη ΔΕΗ.
Ούτε, άλλωστε, επιτρέπεται να εφαρμοσθούν "αναλογικά" οι διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 και 2 του ΑΝ 1539/1938 και επί των ακινήτων κυριότητας της ΔΕΗ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1054 ΑΚ "Ανεπίδεκτα χρησικτησίας τακτικής ή έκτακτης είναι τα εκτός συναλλαγής πράγματα", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 966 του ιδίου Κώδικα "Πράγματα εκτός συναλλαγής είναι τα κοινά σε όλους, τα κοινόχρηστα και τα προορισμένα για την εξυπηρέτηση δημόσιων, δημοτικών, κοινοτικών ή θρησκευτικών σκοπών".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι εξαιρούνται της χρησικτησίας, μεταξύ των άλλων, και πράγματα εξυπηρετούντα δημοσιολογικό σκοπό (ιδιόχρηστα), που είναι προορισμένα για την εξυπηρέτηση δημόσιου σκοπού. Δύο, επομένως, στοιχεία συνθέτουν την έννοια των πραγμάτων της ειδικής αυτής χρήσης: α) ο σκοπός τον οποίο τα πράγματα αυτά εξυπηρετούν και β) ο προορισμός τους σε εξυπηρέτησή του.
Πρέπει να πρόκειται για πράγματα που από τη φύση τους και όχι τυχαία εξυπηρετούν δημόσιο σκοπό. Η έννοια εξάλλου της όχι τυχαίας, αλλά από τη φύση του πράγματος εξυπηρέτησης, καλύπτεται από τη στιγμή που το πράγμα αφιερώνεται στη λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας. Τα ειδικής χρήσης πράγματα μπορεί να ανήκουν κατά κυριότητα στο Δημόσιο, ΝΠΔΔ, αλλά και σε επιχειρήσεις ειδικής αυτοδιοικήσεως οργανωμένες όχι πια μόνο κατά το δημόσιο δίκαιο, αλλά διαρκώς και συχνότερα πλέον κατά το ιδιωτικό δίκαιο.
Εξάλλου, από το σκοπό της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού που ανωτέρω εκτέθηκε, ο οποίος συνίσταται στην κατασκευή, εκμετάλλευση υδροηλεκτρικών και θερμοηλεκτρικών εργοστασίων, την εγκατάσταση εθνικού δικτύου μεταφοράς της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας και τη διάθεση αυτής και ο οποίος δεν μεταβλήθηκε και μετά την έξοδό της από το δημόσιο τομέα, προκύπτει, ότι το δίκτυο μεταφοράς της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας και τα υδροηλεκτρικά και θερμοηλεκτρικά εργοστάσια της ΔΕΗ είναι πράγματα που εξυπηρετούν την "ενέργεια" με τη συλλογή, παραγωγή και διανομή του ηλεκτρισμού, η οποία αποτελεί σκοπό της παροχικής διοίκησης του κράτους γενικά, την οποία αυτό ασκεί μέσω της ΔΕΗ και έτσι τα πράγματα αυτά αποτελούν πράγματα εξυπηρετούντα δημοσιολογικό σκοπό και ως τέτοια είναι εκτός συναλλαγής.
Είναι, όμως, πρόδηλο, ότι το χαρακτήρα αυτό δεν τον έχει η ακίνητη περιουσία της ΔΕΗ η μη αμέσως και ευθέως εξυπηρετούσα τις παραπάνω δραστηριότητές της. Επίσης, από την άνω διάταξη του άρθρου 1054 ΑΚ προκύπτει, ότι τα εκτός συναλλαγής πράγματα είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας, ενώ αντιθέτως τα πράγματα των οποίων απαγορεύεται από το νόμο η διάθεση (άρθρο 175 ΑΚ), δεν είναι κατ' αρχή ανεπίδεκτα χρησικτησίας, εκτός αν προκύπτει άμεσα ή έμμεσα το αντίθετο από τη διάταξη που θεσπίζει την απαγόρευση διαθέσεως.
Όμως, από καμία διάταξη του Ν. 2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων" και ούτε από αυτή του άρθρου 12 παρ. 1 εδάφια β' και γ' αυτού, δεν προκύπτει, ότι ακίνητο που απαλλοτριώθηκε υπέρ δημόσιας επιχείρησης για λόγους που εξυπηρετούν το σκοπό της, και του οποίου η απαλλοτρίωση συντελέσθηκε με την καταβολή της αποζημιώσεως ή τη δημοσίευση της σχετικής παρακατάθεσης, καθίσταται μόνο από το λόγο αυτό ανεπίδεκτο χρησικτησίας.
Μόνη η συντέλεση της απαλλοτρίωσης δεν συνεπάγεται απολίθωση της νομικής κατάστασης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και ούτε καθιστά απαράγραπτο και εκτός συναλλαγής και ανεπίδεκτο χρησικτησίας το δικαίωμα κυριότητας του νέου κυρίου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.
Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ).
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, και, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με το ... συμβόλαιο του άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Δημητρίου Πετικάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, έγιναν λόγω πωλήσεως συγκύριοι εξ αδιαιρέτου και κατ' ισομοιρία ενός οικοπέδου εμβαδού 190 τ.μ., που κείται στο ... , και συνορεύει βόρεια με πλευρά 13,83 μ.
με ιδιοκτησία Σ. , ανατολικά με πλευρά 19,33 μ. , με ακίνητο εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ΔΕΗ, νότια με πλευρά 15,50 μ., με ακίνητο ιδιοκτησίας Ι. Ν. και δυτικά με πλευρά 11,56 μέτρων με την οδό ... . Επί του ακινήτου αυτού οι αναιρεσίβλητοι ανήγειραν βάσει της ... άδειας του Πολεοδομικού Γραφείου Θεσσαλονίκης ισόγειο κτίσμα, εμβαδού 75 τ.μ., το οποίο συνέδεσαν με τα δίκτυα κοινής ωφέλειας και αποτέλεσε τη συζυγική οικία, στην οποία αμέσως κατοίκησαν μαζί με τα παιδιά τους.
Με την 47537/10-5-1969 απόφαση του Υπουργού Βιομηχανίας που δημοσιεύθηκε στο με αριθμό 107/31.5.1969 ΦΕΚ κηρύχθηκε αναγκαστικώς απαλλοτριωτέα υπέρ και με δαπάνες της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού, έκταση συνολικού εμβαδού 12.676 τ.μ. με τα υπάρχοντα σ' αυτή συστατικά και παραρτήματα "επί τω τέλει επεκτάσεως των ήδη υφισταμένων εγκαταστάσεων του υποσταθμού τούτου, προς κάλυψιν των συνεχώς αυξανομένων αναγκών αυτού, ως εργαστήρια επισκευών ελαιοδιακοπτών, αποθηκών χάλυβος γραμμών μεταφοράς, συνεργεία και εργαστήρια επισκευών μετασχηματιστών, υπόστεγα μονωτικών ελαίων και εργαστήρια επεξεργασίας αυτών, μετασχηματιστάς, νέας ενισχύσεις πολλών γραμμών υψηλής τάσεως και μέσης τάσεως ως και της ανάγκης υπερδιπλασιασμού των κυψελών διανομής και αναπτύξεως αναχωρήσεων και αλληλοσυνδέσεων γραμμών διανομής μέσης τάσεως εγγύς του υποσταθμού, ως η διάταξις αυτών εμφαίνεται εις το υπ' αρ. 36074/5-11-1968 αναθεώρησης διάγραμμα της αρμοδίας Υπηρεσίας της ΔΕΗ.
Η απαλλοτριούμενη έκταση κείται πέριξ των υφισταμένων εγκαταστάσεων του Υποσταθμού Δόξης της ΔΕΗ, εις την περιοχήν του Δήμου Θεσσαλονίκης του Ν. Θεσσαλονίκης ...". Η απαλλοτρίωση αυτή κηρύχθηκε κατεπείγουσα. Τμήμα της εκτάσεως αυτής αποτελεί το προαναφερόμενο ακίνητο. Η απαλλοτρίωση συντελέστηκε με τη δημοσίευση στο με αριθμό 295/14.12.1970 ΦΕΚ (τεύχος Δ`) της αναγγελίας περί καταθέσεως στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων της καθορισθείσας προσωρινά με την 1182/1970 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης σχετικής αποζημίωσης, η οποία ακολούθως, καθορίσθηκε οριστικά με την 1827/1977 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που επίσης κατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και έλαβε χώρα σχετική δημοσίευση της αναγγελίας (ΦΕΚ 430/23-8-1978).
Έτσι, η αναιρεσείουσα ΔΕΗ κατέστη από 14-12-1970, κυρία του επίδικου ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο και, αντίστοιχα, αποσβέστηκε το εμπράγματο δικαίωμα κυριότητας των αναιρεσιβλήτων. Οι τελευταίοι, όμως, παρά τη συντέλεση αυτή της απαλλοτριώσεως συνέχισαν να κατοικούν με την οικογένειά τους στην υπάρχουσα κατοικία και άρχισαν να νέμονται το απαλλοτριωθέν ακίνητο με διάνοια κυρίου.
Ειδικότερα, επισκεύαζαν την οικία, στην οποία κατοικούν μέχρι σήμερα και στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου καλλιεργούσαν οπωροφόρα δένδρα, λουλούδια και λαχανικά και προέβαιναν σε όλες τις ενέργειες, που αρμόζουν σε κύριο ακινήτου, το οποίο αποτελεί τη μοναδική τους κατοικία. Σε όλες αυτές τις υλικές εμφανείς και συνεχείς πράξεις που εκδήλωναν τη βούληση εξουσιάσεως του επιδίκου, οι αναιρεσίβλητοι προέβαιναν με διάνοια κυρίου.
Η αναιρεσείουσα ΔΕΗ αμέσως μετά τη συντέλεση της απαλλοτριώσεως, κατέλαβε το μεγαλύτερο τμήμα της απαλλοτριωθείσας έκτασης, ήτοι 9.863 τ.μ., φθάνοντας μέχρι του νοτιοανατολικού και νοτίου ορίου του επίδικου ακινήτου και ανήγειρε για διαχωρισμό απ' αυτό πέτρινο τοίχο, ύψους δύο μέτρων, περίπου, ενώ δεν επεδίωξε και την κατάληψη της εναπομείνασας εκτάσεως των 2.813 τ.μ.
Από το τελευταίο αυτό μη καταληφθέν ακίνητο, για τμήμα εμβαδού 1506 τ.μ. κυριότητας Ε. Λ. και Χ. Χ. , με την 3279/1987 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης αναγνωρίσθηκε, ότι δεν συντελέσθηκε η απαλλοτρίωση λόγω μη παρακατάθεσης πλήρους αποζημιώσεως. Επί του ακινήτου των 9.863 τ.μ. η αναιρεσείουσα ΔΕΗ κατασκεύασε το μεγαλύτερο μέρος του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση.
Στο μεταξύ, οι αναιρεσίβλητοι δεν εισέπραξαν την παρακατατεθείσα αποζημίωση για την απαλλοτρίωση του επίδικου ακινήτου. Αυτοί, όπως και άλλοι πρώην ιδιοκτήτες των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, ζητούσαν την ανάκληση της απαλλοτριώσεως, προσφεύγοντας σε διάφορες δημόσιες υπηρεσίες, σε Υπουργούς και βουλευτές, οι οποίοι προέβησαν σε επερώτηση στη Βουλή, γιατί η πραγμάτωση των εκ της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως απορρεόντων δικαιωμάτων της ΔΕΗ επί της μη καταληφθείσας εκτάσεως των 2.813 τ.μ., στην οποία συμπεριλαμβάνονταν το επίδικο, θα δημιουργούσε κοινωνικό πρόβλημα.
Ειδικότερα, σχετική αναφορά έγινε από βουλευτές κατά τα έτη 1976-1978 και το έτος 1979 υπήρξε παρέμβαση του Υπουργού Βιομηχανίας, καθώς και η από 2-2-1979 επιστολή του Υπουργού Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, με τις οποίες προβάλλονταν κοινωνικοί λόγοι που επέβαλαν την ανάκληση της απαλλοτριώσεως.
Οι αναιρεσίβλητοι υπέβαλαν προς τον Υπουργό Βιομηχανίας Ενέργειας και Τεχνολογίας την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ... αίτηση, με την οποία ζήτησαν να ανακληθεί η 47537/20-5-1969 απόφαση του Υπουργού, με την οποία είχε κηρυχθεί η απαλλοτρίωση του επίδικου ακινήτου, προκειμένου να αρθεί το νομικό εμπόδιο της απαλλοτρίωσης, δεδομένου, ότι το επίδικο χαρακτηρίζεται στο πολεοδομικό σχέδιο Θεσσαλονίκης ως χώρος ειδικής χρήσης της ΔΕΗ, γεγονός που κωλύει την αξιοποίησή του.
Στη συνέχεια, οι αιτούντες ενόψει της αρνήσεως του Υπουργού, προσέφυγαν στο Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο απέρριψε την αίτηση με την αιτιολογία, ότι δεν προκύπτει σαφής και ανενδοίαστη βούληση της ΔΕΗ να μη χρησιμοποιηθεί το επίδικο ακίνητο για το σκοπό, για τον οποίο απαλλοτριώθηκε, ούτε διαπιστώθηκε αδικαιολόγητη αδράνεια αυτής να πραγματοποιήσει το σκοπό αυτό.
Η ΔΕΗ επί τριάντα και πλέον έτη δεν επεδίωξε την αποβολή των αναιρεσιβλήτων από το επίδικο ακίνητο. Το πρώτον έπραξε αυτό το έτος 2001, με την άσκηση της με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 9834/2001 αίτησης κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, με την οποία ζήτησε την αποβολή τους κατά τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1, 3 Α.Ν. 1731/1939.
Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με την 7947/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) για το λόγο, ότι έγινε δεκτή η ένσταση παραγραφής που πρόβαλαν οι τότε καθών και ήδη αναιρεσίβλητοι. Η ΔΕΗ, έχοντας κατασκευάσει ολόκληρο σχεδόν το έργο της απαλλοτριώσεως επί της απαλλοτριωθείσας έκτασης των 9.863 τ.μ.
και μη έχοντας όλα αυτά τα έτη την επιτακτική ανάγκη για την κατασκευή και της αποθήκης που προβλέπονταν βάσει των σχεδίων της να ανεγερθεί στο απαλλοτριωθέν και κατεχόμενο από τους αναιρεσιβλήτους ακίνητο, δεν προέβη στην αποβολή αυτών μέσω της δικαστικής οδού, παρόλο που οι αρμόδιοι υπάλληλοί της έβλεπαν τις υλικές εμφανείς πράξεις των αναιρεσιβλήτων και της δικαιοπαρόχου τους, με τις οποίες αυτοί σαφώς εκδήλωναν τη βούλησή τους να εξουσιάζουν το επίδικο ως κύριοι.
Οι αναιρεσίβλητοι αρνούνταν να αποδεχθούν την απαλλοτρίωση, είναι δε χαρακτηριστικό, ότι δεν εισέπραξαν την αποζημίωση της απαλλοτριώσεως. Άλλωστε, αυτοί τη θέλησή τους για διατήρηση της "οικίας" ως δικής τους, την εκδήλωναν και προς τη ΔΕΗ με διάφορες διαμαρτυρίες, αντιδράσεις και προσφυγές ενώπιόν της και ενώπιον των παραπάνω αναφερομένων φορέων (Υπουργούς, Βουλευτές), με τις οποίες ζητούσαν την ανάκληση της απαλλοτριώσεως και όχι την παράταση της παραμονής τους στο επίδικο, προκειμένου να ικανοποιηθεί προσωρινά το στεγαστικό ή άλλο οικονομικό πρόβλημα.
Ουδέποτε αυτοί υποσχέθηκαν, ότι θα εγκαταλείψουν το ακίνητο που κατείχαν, ώστε να παραπλανηθεί η ΔΕΗ και να αδρανήσει αναμένοντας τη, μετά την οικειοθελή αποχώρησή τους, κατασκευή του έργου της απαλλοτριώσεως." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχτηκε, ότι το επίδικο ακίνητο νέμονταν οι αναιρεσίβλητοι συνεχώς και αδιαλείπτως από τα τέλη του έτους 1970 και εφεξής μέχρι την άσκηση της αγωγής, ήτοι για χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας, ασκώντας επ' αυτού όλες τις υλικές και εμφανείς πράξεις, με τις οποίες σαφώς εκδήλωναν την βούλησή τους να εξουσιάζουν αυτό ως κύριοι και, έτσι, απέκτησαν την κυριότητα αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, θεσμός που δεν αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 17 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, καθώς και ότι ουδέν γεγονός αναστολής ή διακοπής της χρησικτησίας αυτής επικαλέσθηκε η αναιρεσείουσα ΔΕΗ, ούτε άλλωστε κάτι τέτοιο αποδείχθηκε.
Κατόπιν τούτου, το Εφετείο, αφού απέρριψε τις ενστάσεις της αναιρεσείουσας α) ότι το επίδικο ακίνητο μετά τη συντέλεση της απαλλοτριώσεως κατέστη ανεπίδεκτο χρησικτησίας κατ' εφαρμογή του ΑΝ 1539/1938 που ισχύει, κατ' αυτήν, και επί ακινήτων της ΔΕΗ, β) ότι με την απαλλοτρίωση του επίδικου ακινήτου υπέρ αυτής και τη συντέλεσή της, αυτό (το επίδικο) κατέστη εκτός συναλλαγής, γιατί τάχθηκε για την εξυπηρέτηση του δημοσιολογικού σκοπού της απρόσκοπτης ηλεκτροδότησης της Βόρειας Ελλάδος και γ) ότι μετά τη συντέλεση της απαλλοτριώσεως, το επίδικο δεν δύναται να διατεθεί κατά τον Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων και εξ αυτού του λόγου είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας, με τις παραδοχές, αντίστοιχα, α) ότι η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 1 και 2 του ΑΝ 1539/1938 δεν επεκτάθηκε και στα ακίνητα που ανήκουν στην κυριότητα της ΔΕΗ, εφόσον η παρεχόμενη με τις διατάξεις αυτές προστασία των δημοσίων κτημάτων δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των προνομίων δικαστικών, διοικητικών και οικονομικών που παρασχέθηκαν στη ΔΕΗ, ούτε άλλωστε επιτρέπεται για τους λόγους που εκτέθηκαν παραπάνω να εφαρμοσθούν "αναλογικά" οι διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 και 2 του ΑΝ 1539/1938 και επί των ακινήτων κυριότητας της ΔΕΗ, β) ότι μόνον η υπέρ της ΔΕΗ απαλλοτρίωση του επιδίκου για την εκτέλεση του ως άνω αναφερομένου έργου και η συντέλεση αυτής δεν κατατάσσουν το ακίνητο σε ειδικής χρήσης πράγμα, ήτοι ως προορισμένο για την εξυπηρέτηση δημόσιου σκοπού και άρα εκτός συναλλαγής και συνεπώς ανεπίδεκτο χρησικτησίας κατά τις διατάξεις των άρθρων 966 και 1054 ΑΚ, εφόσον δεν κατασκευάσθηκε σ' αυτό κέντρο διανομής ηλεκτρισμού ή θερμοηλεκτρικό ή υδροηλεκτρικό εργοστάσιο, ήτοι το έργο για το οποίο έγινε η απαλλοτρίωση και δεν αφιερώθηκε αμέσως και ευθέως στη λειτουργία του και δεν αποτελούσε χώρο καταλαμβανόμενο αμέσως ή εμμέσως από αυτά και έτσι το επίδικο δεν εξυπηρετούσε άμεσα και ευθέως το δημόσιο συμφέρον (δημοσιολογικό σκοπό) και συνεπώς αυτό δεν κατέστη εκτός συναλλαγής και άρα ανεπίδεκτο χρησικτησίας και γ) ότι τα πράγματα, των οποίων απαγορεύεται από το νόμο η διάθεση, δεν είναι κατ' αρχήν ανεπίδεκτα χρησικτησίας και δεν προκύπτει το αντίθετο άμεσα ή έμμεσα από τον Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων, δέχτηκε την αγωγή και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει όμοια.
Με αυτά, που δέχθηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 966, 971, 1054 και 1045 ΑΚ, 2 παρ. 1 και 2 του α.ν. 1539/1938, 1 παρ. 2 και 4 παρ. 1 του ν. 1468/1950, 12 παρ. 4 του ν. 4483/1965, 9 παρ. 7 του ν. 2941/2001 και 12 παρ. εδάφ. β' και γ' του ν. 2882/2001, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, ότι μόνον η υπέρ της ΔΕΗ απαλλοτρίωση του επιδίκου για την εκτέλεση του ως άνω αναφερομένου έργου και η συντέλεση αυτής δεν κατατάσσουν το ακίνητο σε ειδικής χρήσης πράγμα, ήτοι ως προορισμένο για την εξυπηρέτηση δημόσιου σκοπού και άρα εκτός συναλλαγής και συνεπώς ανεπίδεκτο χρησικτησίας, ότι η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 1 και 2 του ΑΝ 1539/1938 δεν επεκτάθηκε και στα ακίνητα που ανήκουν στην κυριότητα της ΔΕΗ, εφόσον η παρεχόμενη με τις διατάξεις αυτές προστασία των δημοσίων κτημάτων δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των προνομίων δικαστικών, διοικητικών και οικονομικών που παρασχέθηκαν στη ΔΕΗ και, ότι το επίδικο ακίνητο νέμονταν συνεχώς και αδιαλείπτως από τα τέλη του έτους 1970 και εφεξής μέχρι την άσκηση της αγωγής οι αναιρεσίβλητοι και η δικαιοπάροχός τους, ήτοι για χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας, ασκώντας επ' αυτού όλες τις υλικές και εμφανείς πράξεις, με τις οποίες σαφώς εκδήλωναν την βούλησή τους να εξουσιάζουν αυτό ως κύριοι και, έτσι, απέκτησαν την κυριότητα αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Επομένως, οι συναφείς πρώτος και δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και ο δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 19, όπως εκτιμάται, του ίδιου άρθρου λόγοι αναίρεσης, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Επειδή, όπως προκύπτει από τα άρθρο 281 ΑΚ και 70 Κ.Πολ.Δ, κατά της αναγνωριστικής αγωγής μπορεί να προταθεί και η από την πρώτη διάταξη ένσταση για κατάχρηση δικαιώματος, αφού αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ένσταση αυτή, καταλύεται το έννομο συμφέρον του ενάγοντος για αναγνώριση της ύπαρξης ή μη ύπαρξης της έννομης σχέσης, στην οποία αναφέρεται η αναγνωριστική αγωγή και επομένως η σχετική αγωγή απορρίπτεται ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκησή του καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου επί χρόνο μικρότερο από τον απαιτούμενο για την παραγραφή, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί κατ' αυτού, δεν αρκεί κατ' αρχή να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος. Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει ήδη διαμορφωθεί και παγιωθεί, με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντα του υπόχρεου επιπτώσεις, χωρίς να είναι απαραίτητο να προκαλούνται αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον ίδιο συνέπειες, τότε η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως το περιεχόμενό της αναλυτικά ανωτέρω εκτέθηκε, αναφορικά με την από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ΔΕΗ, κατά της ένδικης αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής των αντιδίκων της, δέχθηκε ειδικότερα τα ακόλουθα: "Η ΔΕΗ, έχοντας κατασκευάσει ολόκληρο σχεδόν το έργο της απαλλοτριώσεως επί της απαλλοτριωθείσας έκτασης των 9.863 τ.μ.
και μη έχοντας όλα αυτά τα έτη την επιτακτική ανάγκη για την κατασκευή και της αποθήκης που προβλέπονταν βάσει των σχεδίων της να αναγερθεί στο απαλλοτριωθέν και κατεχόμενο από τους αναιρεσιβλήτους ακίνητο, δεν προέβη στην αποβολή αυτών μέσω της δικαστικής οδού, παρόλο που οι αρμόδιοι υπάλληλοί της έβλεπαν τις υλικές εμφανείς πράξεις των αναιρεσιβλήτων, με τις οποίες αυτοί σαφώς εκδήλωναν τη βούλησή τους να εξουσιάζουν το επίδικο ως κύριοι.
Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι αρνούνταν να αποδεχθούν την απαλλοτρίωση. Άλλωστε, αυτοί τη θέλησή τους για διατήρηση της οικίας ως δικής τους, την εκδήλωναν και προς τη ΔΕΗ με διάφορες διαμαρτυρίες, αντιδράσεις και προσφυγές ενώπιόν της και ενώπιον των παραπάνω αναφερομένων φορέων (Υπουργούς, Βουλευτές), με τις οποίες ζητούσαν την ανάκληση της απαλλοτριώσεως και όχι την παράταση της παραμονής τους στο επίδικο, προκειμένου να ικανοποιηθεί προσωρινά το στεγαστικό ή άλλο οικονομικό πρόβλημα.
Ουδέποτε αυτοί υποσχέθηκαν, ότι θα εγκαταλείψουν το ακίνητο που κατείχαν, ώστε να παραπλανηθεί η ΔΕΗ και να αδρανήσει αναμένοντας τη, μετά την οικειοθελή αποχώρησή τους, κατασκευή του έργου της απαλλοτριώσεως, η οποία μάλιστα είχε κηρυχθεί κατεπείγουσα". Με βάση τα περιστατικά αυτά, το Εφετείο έκρινε, ότι η άσκηση του ένδικου δικαιώματος των εναγόντων αναιρεσιβλήτων δεν είναι, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, καταχρηστική, ακολούθως δε, αφού απέρριψε ως αβάσιμη τη σχετική ένσταση της εναγομένης αναιρεσείουσας ΔΕΗ, δέχτηκε την ένδικη αγωγή και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που, κατ' αποτέλεσμα, είχε κρίνει ως προς τούτο όμοια..
Με αυτά που δέχθηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο, δεν παραβίασε την προπαρατιθέμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού, υπό τα ανωτέρω γενόμενα από τούτο δεκτά πραγματικά περιστατικά, η άσκηση του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων για αναγνώριση της κυριότητας του επίδικου ακινήτου, δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα οριζόμενα από τη διάταξη αυτή όρια που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις για παραβίαση της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, όπως εκτιμάται, επικουρικώς προσάπτεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από τον αριθμό 8 περ.
β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την άνω ένσταση καταχρηστικής άσκησης, είναι επίσης αβάσιμος, αφού το Εφετείο έλαβε υπόψη την ως άνω ένσταση και την απέρριψε.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-7-2009 αίτηση της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ Α.Ε.) για αναίρεση της 158/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Iουλίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Σεπτεμβρίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ