Legislator Case Law & Legislation
1447/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility and unreasonableness of arguments not raised at lower court.

Case Number 1447/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued that the lower court violated substantive law by rejecting her claim of abuse of right and failed to provide reasons for its ruling. The court found these arguments inadmissible because they were not properly raised as grounds for appeal at the appellate level. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible and unfounded, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 157 and 273 of the Civil Code; The right to annul a legal act based on mistake, fraud, or duress is extinguished by a two-year limitation period and an absolute twenty-year bar, while procedural objections must be raised at the appropriate stage of litigation.

Keywords

AI generated
limitation period abuse of right inadmissibility cassation appeal procedural default

Cited Legislation

AI generated
Article 157 of the Civil Code
Article 273 of the Civil Code
Article 281 of the Civil Code
Article 559, paragraph 1 and 19 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1447 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1447/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου -Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαΐου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καθής η κλήση: Χ κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπή-θηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Γιαννατσή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Του αναιρεσίβλητου - καλούντος: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Νοσημάτων Θώρακος Αθηνών ...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καλοδίκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-4-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5340/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 6880/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 15-6-2006 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 2098/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση ο καλών με την από 8-10-2009 κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 28-10-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 157 του ΑΚ, όταν περάσουν δύο χρόνια από τη δικαιοπραξία επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος για ακύρωση. Αν η πλάνη ή η απάτη ή η απειλή εξακολούθησαν και μετά τη δικαιοπραξία, η διετία αρχίζει από τότε που αρχίζει η κατάσταση αυτή. Σε καμιά περίπτωση δεν επιτρέπεται ακύρωση όταν περάσουν είκοσι χρόνια από τη δικαιοπραξία.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι μετά την πάροδο διετίaς και σε κάθε περίπτωση εικοσαετίας από τη δικαιοπραξία, αποκλείεται η ακύρωση αυτής λόγω πλάνης, απάτης ή απειλής, τόσο με αγωγή όσο και με ένσταση, αφού η προθεσμία αυτή του άρθρου 157 ΑΚ είναι αποσβεστική, ώστε να επέρχεται απόσβεση του δια-πλαστικού δικαιώματος προς ακύρωση της δικαιοπραξίας.

Το αντίθετο δεν προκύπτει από το άρθρο 273 Α.Κ. που θεσπίζει το απαράγραπτο των ενστάσεων, διότι η διάταξη αυτή ισχύει επί παραγραφής και δεν μπορεί να γίνει ανάλογη εφαρμογή της και επί αποσβεστικής προθεσμίας κατά το άρθρο 279 ΑΚ, αφού δεν συμβιβάζεται με τη φύση και το σκοπό αυτής, που είναι η ταχύτερη δυνατή άρση της αβεβαιότητας περί το κύρος της δικαιοπραξίας.

Ανεξάρτητα από αυτό, η ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 273 Α.Κ. αποκλείεται επί αποσβεστικής προθεσμίας σε κάθε περίπτωση, γιατί η παραγραφή αφορά πάντοτε τις αξιώσεις υποστατού δικαιώματος και σι ενστάσεις από τις αξιώσεις αυτές δεν παραγράφονται, με την έννοια ότι μπορούν να προβληθούν και μετά την παραγραφή των αξιώσεων, ενώ με την παρέλευση της αποσβεστικής προθεσμίας παύει να υπάρχει το διαπλαστικό δικαίωμα προς ακύρωση της δικαιοπραξίας, ώστε να μη νοείται πλέον η ύπαρξη αξιώσεως και πολύ περισσότερο ενστάσεως που να πηγάζει από μη υποστατό δικαίωμα (ΑΠ 1408/1980).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά : "Με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο δωρεάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Αντωνίου. Χαρλαύτη, που μεταγράφηκε νόμιμα, το ενάγον απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα και νομή από το σωματείο με την επωνυμία ..., ένα αγρόκτημα, εκτάσεως 14,5 στρεμμάτων, κείμενο στη Θέση ...

της περιφέρειας του Δήμου ... και ήδη επί της οδού Β' πάροδος ..., εντός του οποίου υπήρχαν ελαιόδεντρα, φρέαρ με αντλητικό σύστημα και ένας οικίσκος (αγροικία ). Το ενάγον από το έτος 1958, που μεταβιβάσθηκε σ' αυτό η κυριότητα του πιο πάνω ακινήτου, και για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας νεμόταν αυτό με διάνοια κυρίου, ασκώντας επ' αυτού τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής και συγκεκριμένα φρόντιζε για την καλλιέργεια των ελαιόδεντρων και τη συλλογή των καρπών τους και προέβαινε σε εμβαδομετρήσεις και στη σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων του αγροκτήματος, καθώς και στην προκήρυξη δημόσιων πλειοδοτικών διαγωνισμών για την εκποίησή του.

Επομένως το ενάγον απέκτησε την κυριότητα του παραπάνω ακινήτου, Τόσο με παράγωγο τρόπο (σύμβαση δωρεάς), όσο και πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία, αφού νεμόταν το επίδικο με διάνοια κυρίου από το έτος 1958 και επί μία τουλάχιστο εικοσαετία. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, κατόπιν προφορικής συμφωνίας που έγινε κατά το έτος 1952 μεταξύ του άνω δικαιοπαρόχου του ενάγοντος και του πατέρα της εναγομένης Φ, επιτράπηκε στον τελευταίο να διαμένει με την οικογένειά του στον ευρισκόμενο επί του ανωτέρω ακινήτου οικίσκο (αγροικία), χωρίς για τη χρήση αυτή να καταβάλλει αντάλλαγμα, προκειμένου να εποπτεύει το ακίνητο και να αποτρέπει τυχόν αυθαίρετες καταπατήσεις του από τρίτους.

Και μετά τη μεταβίβαση του ακινήτου στο ενάγον ο πατέρας της εναγομένης εξακολούθησε να χρησιμοποιεί, χωρίς αντάλλαγμα, την αγροικία, με βάση τη σύμβαση χρησιδανείου. Στη συνέχεια, στις 17-1-1980 καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος και του πατέρα της εναγομένης Φ νέα έγγραφη σύμβαση χρησιδανείου, με την οποία συμφωνήθηκε να παραχωρηθεί εκ νέου η χρήση της αγροικίας στον Φ, χωρίς αντάλλαγμα, για χρονικό διάστημα τριών ετών από την κατάρτιση της εν λόγω σύμβασης.

Από τη σύμβαση αυτή εξαιρέθηκε η χρήση του όλου αγροκτήματος, ενώ συμφωνήθηκε με αυτήν ότι ο χρησάμενος Φ, σε περίπτωση κλαδέματος από αυτόν των ελαιοδέντρων και συλλογής των καρπών τους, Θα δικαιούται, κατά τη διακριτική ευχέρεια του Δ.Σ. του Ιδρύματος (ενάγοντος), το ήμισυ των καρπών ή χρηματικής αμοιβής, και ακόμη ότι αυτός Θα φέρει τις δαπάνες συντήρησης του οικίσκου (αγροικίας) που του παραχωρήθηκε κατά χρήση και ότι δεν Θα έχει καμιά αξίωση έναντι του ενάγοντος για τυχόν προσθήκες που Θα γίνονταν προς εξυπηρέτησή του, τις οποίες και επιτρεπόταν να πραγματοποιήσει μόνο κατόπιν αδείας του ενάγοντος.

Ο Φ κατά το διάστημα παραμονής του στο πιο πάνω ακίνητο και χρήσης του οικίσκου προσέθεσε σ' αυτόν, χωρίς γνώση του ενάγοντος, ένα δωμάτιο και ένα πλινθόκτιστο κτίσμα, καλυμμένο με ελενίτ, συνολικού εμβαδού και των δύο 53,50 τ.μ. Μετά το θάνατο του Φ (χρησάμενου), που συνέβη στις 29-11-1996, η εναγόμενη Θυγατέρα του, η οποία διέμενε μαζί του στον παραπάνω οικίσκο ως μέλος της οικογένειάς του, δεν απέδωσε στο ενάγον τη χρήση αυτού και του τμήματος του ακινήτου του, εμβαδού 928,35 τ.μ., που στο από μηνός Απριλίου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Μ1 εικονίζεται με περιμετρικά στοιχεία ΖΗΘΙΚ, το οποίο είναι και το επίδικο, αλλά συνέχισε να διαμένει στον οικίσκο και επιπλέον περιέφραξε το επίδικο τμήμα, αντιποιούμενη έκτοτε τη νομή του ενάγοντος και προβάλλοντας επ' αυτού δικαίωμα κυριότητας.

Η ένσταση της εναγομένης περί ιδίας αυτής κυριότητας στο επίδικο ακίνητο, αποκτηθείσης με έκτακτη χρησικτησία, για τη θεμελίωση της οποίας αυτή ισχυρίσθηκε ότι το έτος 1952 μεταβιβάσθηκε με δωρεά η νομή του επιδίκου τμήματος από το δικαιοπάροχο του ενάγοντος στον ρηθέντα πατέρα της, ο οποίος έκτοτε ασκούσε σ αυτό τη νομή, διαμένοντας στον οικίσκο με την οικογένειά του, προβαίνοντας σε επέκταση αυτού, οριοθετώντας το επίδικο και καλλιεργώντας τον ακάλυπτο χώρο αυτού με κηπευτικά, συνεχώς μέχρι το έτος 1975 και ότι έκτοτε διαδέχθηκε αυτή τον πατέρα της στη νομή του επιδίκου και συνέχισε να ασκεί επ' αυτού τις ίδιες ως άνω πράξεις νομής, είναι ουσιαστικά αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί, διότι, όπως εκτέθηκε, ο πατέρας της εναγομένης Φ κατείχε το επίδικο τμήμα αρχικά με βάση τη συναφθείσα μεταξύ αυτού και του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος άτυπη σύμβαση χρησιδανείου και στη συνέχεια με βάση την από 17-1-1980 έγγραφη σύμβαση χρησιδανείου, που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού και του ενάγοντος, η οποία μετά τη λήξη της τριετούς διάρκειάς της έγινε αορίστου χρόνου και στη συνέχεια έληξε με το θάνατο του χρησάμενου Φ στις 29-11-1996.

Ο τελευταίος μέχρι το θάνατό του ποτέ δεν εκδήλωσε στο ενάγον τη θέλησή του να κατέχει το επίδικο για δικό του λογαριασμό ή για λογαριασμό της εναγόμενης θυγατέρας του. Άλλωστε, και η ίδια η εναγομένη με δήλωσή της, που έγινε ενώπιον της Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών στις 22-3-2000 και κατά την εκδίκαση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων νομής του ενάγοντος εναντίον της, δήλωσε "ότι δεν διεκδικεί δικαίωμα κυριότητας στο επίδικο ακίνητο και ότι ο λόγος που δεν αποχωρεί από αυτό είναι οικονομικός, γιατί δεν έχει άλλη στέγη και ότι Προτίθεται να αποχωρήσει εντός έτους".

Ο ισχυρισμός της εναγομένης, τον οποίο πρόβαλε με τις προτάσεις της κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο στις 18-3-2003, ότι ανακαλεί την παραπάνω, ενώπιον της Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, από 22-3-2000 δήλωσή της, καθόσον "αυτή έγινε λόγω συγχύσεως και μεγάλης ψυχικής φόρτισής της", είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι από τότε που έγινε η ανωτέρω δήλωση και μέχρι την ανάκλησή της παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δύο ετών και συνεπώς επήλθε απόσβεση του δικαιώματος της εναγομένης για ακύρωσή της, εφόσον αυτή δεν επικαλείται ότι η πλάνη της εξακολούθησε και μετά τη δήλωσή της.

Επίσης απορριπτέος, ως αβάσιμος, είναι και ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η προαναφερθείσα από 17-1-1980 έγγραφη σύμβαση χρησιδανείου είναι προϊόν πλάνης του πατέρα της, ο οποίος, αν γνώριζε το περιεχόμενο αυτής, δεν θα την υπέγραφε, διότι μετά την πάροδο εικοσαετίας δεν επιτρέπεται σε καμιά περίπτωση η ακύρωση δικαιοπραξίας λόγω πλάνης και στην κρινόμενη περίπτωση από τις 17- 11-1980, που καταρτίσθηκε η πιο πάνω σύμβαση χρησιδανείου, μέχρι τις 20-2-2003, που η εναγομένη πρόβαλε με τις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο τον ισχυρισμό περί πλάνης του πατέρα της πέρασε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας".

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι το ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου τόσο με παράγωγο τρόπο (δωρεά), όσο και με έκτακτη χρησικτησία, ότι η αναιρεσείουσα εναγομένη δεν κατέστη κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία και ότι συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που είχε κρίνει ομοίως, δεχόμενο ως βάσιμη την ένδικη αγωγή του ενάγοντος περί διεκδικήσεως του επιδίκου ακινήτου, δεν έσφαλε. 'Ετσι, που έκρινε το Εφετείο, σε σχέση με το θεμελιωτικό της ενστάσεως ιδίας κυριότητας ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί ακυρότητας της σύμβασης χρησιδανείου που είχε καταρτισθεί στις 17- 1-1980 μεταξύ του αναιρεσιβλήτου και του πατέρα αυτής Φ, λόγω πλάνης του τελευταίου, δεν παραβίασε την προπαρατεθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 157 του ΑΚ , την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού η προβλεπόμενη από το άρθρο αυτό προθεσμία των είκοσι ετών είναι αποσβεστική, ώστε με την πάροδό της να επέρχεται απόσβεση του διαπλαστικού δικαιώματος προς ακύρωση της δικαιο-πραξίας και έτσι να αποκλείεται έκτοτε η ακύρωση αυτής λόγω πλάνης τόσο με αγωγή όσο και με ένσταση, αλλ' ούτε και τη διάταξη του άρθρου 273 του ΑΚ, που θεσπίζει το απαράγραπτο των ενστάσεων, η οποία δεν είχε στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, αφού αυτή ισχύει επί παραγραφής και δεν μπορεί να έχει ανάλογη εφαρμογή και επί αποσβεστικής προθεσμίας κατά το άρθρο 279 ΑΚ, καθόσον δεν συμβιβάζεται με τη φύση και το σκοπό αυτής, που είναι η ταχύτερη δυνατή άρση της αβεβαιότητας περί το κύρος της δικαιοπραξίας.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ.1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης η αιτίαση για παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 157 και 273 του ΑΚ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από τον ίδιο αριθμό Ι του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί ανακλήσεως της γενόμενης στις 22- 3-2000, ενώπιον της Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, δήλωσής της "ότι δεν διεκδικεί δικαίωμα κυριότητας στο επίδικο ακίνητο", παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 140, 141, 152, 154 και 157 εδ.

α' του ΑΚ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η αιτίαση αυτή ανάγεται αποκλειστικά στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠ0λΔ). -ΕΠΕΙΔΗ, όταν για να κριθεί από τον Άρειο Πάγο ότι παραβιάσθηκε διάταξη ουσιαστικού δικαίου, απαιτείται να υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας κάποια πρόταση, τότε, για το παραδεκτό του προβλεπόμενου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου σναίρεσης, πρέπει να έχει υποβληθεί η πρόταση αυτή στο δικαστήριο της ουσίας και να αναγραφεί τούτο στο αναιρετήριο.

Εξάλλου, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ, προς εκείνη του άρθρου 262 παρ. Ι του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για την πληρότητα της ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος και το παραδεκτό αυτής, από την άποψη χρόνου προβολής της, πρέπει κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στον Πρώτο βαθμό να προβάλλονται τα περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση δικαιώματος από το διάδικο κατά του οποίου ασκείται το δικαίωμα, συγχρόνως δε να γίνεται επίκληση από τον ενιστάμενο του γεγονότος ότι τα περιστατικά αυτά καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος και να διατυπώνεται αίτημα απόρριψης της αγωγής, με την οποία ασκείται το δικαίωμα, για την αιτία αυτή. 'Ετσι, η χωρίς δικαιολογημένη αιτία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 269 παρ. 2 και 527 ΚΠολΔ, παράλειψη προβολής, κατά την πρώτη συζήτηση στον πρώτο βαθμό, των περιστατικών στα οποία θεμελιώνεται η κατάχρηση δικαιώματος, καθώς και της διατύπωσης αιτήματος απόρριψης της αγωγής ως καταχρηστικής, συνεπάγεται την απόρριψη της ένστασης του άρθρου 281 του ΑΚ ως απαράδεκτης σε περίπτωση προβολής της σε μεταγενέστερη συζήτηση ή για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου ( Ολ.ΑΠ 472/1983).

Τέλος, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 224, 269, 553, 565 παρ.1 και 577 του ΚΠολΔ, στην αναιρετική διαδικασία είναι απαράδεκτη η προβολή ενστάσεων κατά της ασκούμενης αξίωσης, όπως είναι και η από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, γιατί η προβολή της προϋποθέτει την εκκρεμοδικία της αγωγής, η οποία περατώνεται με την έκδοση οριστικής απόφασης, η δε άσκηση της αίτησης αναίρεσης, καθώς και η επ' αυτής δίκη δεν αναβιώνει την εκκρεμοδικία, αφού με το ένδικο αυτό μέσο δεν καθιερώνεται τρίτος βαθμός δικαιοδοσίας, ούτε κρίνεται η ουσία της διαφοράς, αλλά ελέγχεται η νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης με την έρευνα του παραδεκτού και βάσιμου των λόγων αναίρεσης που περιέχονται στην αίτηση.

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει κατά της προσβαλ-λόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. Ι και 19 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει σιωπηρά την ένστασή της περί καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου να διεκδικήσει το επίδικο ακίνητο, την οποία αυτή πρόβαλε με τις προτάσεις που υπέβαλε τόσο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όσο και ενώπιον του Εφετείου, παραβίασε την ως άνω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, και επιπλέον στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού δεν διέλαβε σ' αυτήν αιτιολογίες σε σχέση με την απόρριψη της ένστασης αυτής.

Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση των οικείων διαδικαστικών εγγράφων, η αναιρεσείουσα το πρώτον με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου και χωρίς την επίκληση δικαιολογημένης αιτίας για τη βραδεία προβολή του, υπέβαλε την από το άρθρο 281 του ΑΚ ένσταση. Επομένως, εφόσον ο σχετικός ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος δεν προτάθηκε από αυτήν νομίμως στο Εφετείο, δηλαδή με λόγο της έφεσής της, προβαλλόμενος δε το πρώτον απαραδέκτως ενώπιον του Αρείου Πάγου, ο ανωτέρω λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και κατά τις δύο αιτιάσεις του. -ΕΠΕΙΔΗ, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ.10 του ΚΠολΔ , όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθ. 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, πλημμέλεια ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αληθινά πράγματα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης, χωρίς απόδειξη, και ειδικότερα ότι "από το έτος 1952, κατόπιν συμφωνίας μεταξύ του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος και του πατέρα της εναγομένης Φ, ο πρώτος, που ήταν κύριος του επιδίκου ακινήτου, επέτρεψε στο δεύτερο να διαμένει με την οικογένειά του στον υπάρχοντα επί του επιδίκου οικίσκο (αγροικία), χωρίς για τη χρήση αυτή να καταβάλλει αντάλλαγμα και ότι ο ανωτέρω Φ και μετά τη μεταβίβαση του ακινήτου στο ενάγον με το υπ' αριθμ. ...

συμβόλαιο, εξακολούθησε να χρησιμοποιεί το ακίνητο αυτό (αγροικία) με βάση σύμβαση χρησιδανείου, χωρίς δηλαδή αντάλλαγμα". Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στην πιο πάνω εξενεχθείσα ουσιαστική κρίση, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αυτήν αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα, κ.λ.π.),που είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει οι διάδικοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-6-2006 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ.6880/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείσυσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Οκτωβρίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ