Legislator Case Law & Legislation
1447/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague grounds failing to specify facts supporting alleged legal error.

Case Number 1447/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding marital property division. The appellant argued the lower court violated substantive law by accepting a claim without meeting all statutory conditions, yet failed to detail the specific factual assumptions underlying this alleged violation. The court ruled that such vague grounds are inadmissible because they do not allow for a meaningful review of whether the legal error actually affected the final judgment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1400 of the Civil Code; Article 559, paragraphs 1 and 8 of the Code of Civil Procedure: An appeal ground alleging violation of substantive law is inadmissible if it fails to clearly and fully state the factual premises accepted by the court of first instance as the basis for its decision.

Keywords

AI generated
marital property division appellate review standards vague appeal grounds substantive law violation factual premises requirement Greek Civil Code Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 1400 of the Civil Code
Article 216 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 8 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 27/1998

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1447 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1447/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Λοβέρδου), Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Δημήτριο Πατινίδη και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαϊου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Φαρατζή.

Της αναιρεσίβλητης: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο αδελφό της ... (καλλιτέχνη), ο οποίος παρίσταται και διορίζει τον δικηγόρο Ευστράτιο Σταρόγιαννη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/9/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4275/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5697/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1/9/2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Τέντες, ανέγνωσε την από 21/4/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στο άρθρο 1400 παρ. 1 και 2 ΑΚ ορίζονται τα εξής: "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή. Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων που διάρκεσε περισσότερο από 3 χρόνια". Από τη διάταξη αυτή, λαμβανομένη σε συνδυασμό με το άρθρο 216 του Κ.Πολ.Δ, συνάγεται ότι στοιχεία για το ορισμένο της εκ της άνω διατάξεως αγωγής είναι 1) η λύση ή ακύρωση του γάμου ή κατ' ανάλογη εφαρμογή η συμπλήρωση τριετούς διαστάσεως των συζύγων, 2) αύξηση της περιουσίας του ενός των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου και 3) η συμβολή του άλλου συζύγου στην αύξηση αυτή με οποιοδήποτε τρόπο.

Συνεπώς, για το ορισμένο της αγωγής αυτής, πρέπει να προσδιορίζονται στο δικόγραφο της, εκτός από τα κατά τη διάταξη κρίσιμα χρονικά σημεία, η πραγματική αυξητική διαφορά στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου, που συνιστά το απόκτημα με την ευρύτερη έννοια του όρου (θετική ή αρνητική με τη αποφυγή μειώσεως) και περιλαμβάνει το σύνολο των δικαιωμάτων που είναι δυνατόν να αποτιμηθούν, περαιτέρω δε η έκταση και το είδος της συμβολής του δικαιούχου στην αύξηση αυτή με οποιοδήποτε τρόπο. Ειδικότερα, για το στοιχείο της αυξήσεως λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής καταστάσεως του υποχρέου, ώστε, από τη σύγκριση της περιουσιακής καταστάσεως στο χρονικό σημείο της τελέσεως του γάμου (αρχική περιουσία) με την υπάρχουσα στο χρονικό σημείο που γεννάται η αξίωση (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση. Η τυχόν ύπαρξη μεγαλύτερης αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που την διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ενστάσεως, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο. Περαιτέρω, ο εναγόμενος μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, κατ' ένσταση, προς απόκρουση του τεκμηρίου του ενός τρίτου, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ποσοστό αυτό ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εκθέτει ότι με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα ετέλεσε γάμο στις 15-6-1983, ότι η έγγαμη συμβίωσή τους διασπάσθηκε τον Μάιο του 1997 και ότι ο γάμος αυτός λύθηκε με διαζύγιο που απαγγέλθηκε με δικαστική απόφαση, που δεν έχει καταστεί ακόμη αμετάκλητη.

Ότι κατά την διάρκεια του γάμου η περιουσία του εναγομένου, η οποία κατά τον χρόνο τελέσεως αποτελείτο από ένα αγροτεμάχιο, ευρισκόμενο στην θέση "..."εκτός σχεδίου πόλεως του Δήμου ..., εκτάσεως 486,70 τ.μ, το οποίο υπαχθέν εν συνεχεία στο σχέδιο πόλεως κατέστη άρτιο και οικοδομήσιμο οικόπεδο εκτάσεως (μετά νεωτέρα καταμέτρηση) 429,84 τ.μ, αυξήθηκε κατά την εκ 528.246,5 ευρώ αξία της ανεγερθείσας (από του έτους 1990 έως και του έτους 1995) επί του οικοπέδου αυτού διώροφης οικοδομής.

Ότι κατά την συμπλήρωση τριετίας από την διάσπαση της έγγαμης συμβιώσεώς τους, άλλως κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής η πραγματική αξία της οικοδομής ανερχόταν στο ποσό των 528.246,5. Ότι η ενάγουσα είχε συμβάλει στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου, με τα εισοδήματα της τη διάθεση οικογενειακής στέγης και την προσωπική της εργασία κατά ποσοστό 39,34%, άλλως κατά το 1/3, ήτοι είχε συμβάλει κατά (528.246,5 Χ 39,34=) 207.812,17 ευρώ, άλλως κατά (528.246,5 Χ 1/3=) 176.082,16 ευρώ.

Με βάση δε τα περιστατικά αυτά ζητά η ενάγουσα να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το ποσό των 207.812,17 ευρώ άλλως το ποσό των 176.082,16 ευρώ. Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγής είναι, από την άποψη του προσδιορισμού της αυξητικής διαφοράς στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου, ορισμένη. Διότι αφενός προκύπτει από την εκτίμηση του δικογράφου της ότι η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι κατά την τέλεση του γάμου το μόνο περιουσιακό στοιχείο του εναγομένου συζύγου της ήταν το αναφερόμενο σ' αυτή γήπεδο, επί του οποίου αναγέρθηκε η οικοδομή, ενώ εξάλλου για την πληρότητά της δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται αν ο εναγόμενος κατά το χρόνο συμπληρώσεως τριετίας από τη διάσταση είχε και άλλα περιουσιακά στοιχεία, αφού η τυχόν ύπαρξή τους δεν διαφοροποιεί τα κρίσιμα για τη διάγνωση της διαφοράς στοιχεία, εφόσον η αναιρεσίβλητη δεν επικαλείται ότι συνέβαλε στην απόκτηση των περιουσιακών αυτών στοιχείων, αλλά περιορίζει τις αξιώσεις της μόνο σε μέρος της επαυξήσεως της αξίας τη συγκεκριμένης αρχικής περιούσιας του αντιδίκου της.

Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε ορισμένη την αγωγή από την προαναφερόμενη άποψη, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κηρύξεως αυτής ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, ο δε αντίθετος εκ του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 502 παρ. 2, 506 παρ. 1,577 παρ. 3 και 578 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι αν αγωγή ή ένσταση κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίαν προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ( άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ),η οποία μπορεί να συντελεσθεί και με τη μη εφαρμογή διατάξεων που ήταν εφαρμοστέες, δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή της ενστάσεως.

Διότι μόνον ενόψει των ουσιαστικών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, από το οποίο να εξαρτάται τελικώς ή ευδοκίμηση της αναιρέσεως (ΟλΑΠ 27/1998). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, κάνοντας δεκτή κατά ένα μέρος την αγωγή, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, την οποία εφάρμοσε αν και δεν συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις προς τούτο.

Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν εκτίθενται σ' αυτόν οι παραδοχές του Εφετείου, υπό τις οποίες εχώρησε η προβαλλόμενη από την αναιρεσείουσα παραβίαση της ως άνω διατάξεως.

Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ή πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ένσταση του αναιρεσείοντος περί ανυπαρξίας συμβολής της αντιδίκου του στην επαύξηση της περιουσίας του, ο λόγος όμως αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο έλαβε υπόψη του την ένσταση αυτή και την απέρριψε.

Ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η αίτηση ότι η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ειδικότερα ότι δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ( άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ), για να είναι ορισμένος πρέπει, μεταξύ άλλων, να αναφέρει με πληρότητα τον ισχυρισμό και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεσή του με το διατακτικό. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση με βάση τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, διότι χωρίς αιτιολογίες απέρριψε την ένσταση του αναιρεσείοντος περί ανυπαρξίας συμβολής της αντιδίκου του στην επαύξηση της περιουσίας του. Δεν αναφέρονται όμως με σαφήνεια και πληρότητα τα περιστατικά που προτάθηκαν από τον αναιρεσείοντα προς θεμελίωσή της ενστάσεως αυτής, ώστε να είναι δυνατόν να ελεχθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός είναι νόμιμος και, επομένως, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός προεχόντως ως αόριστος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-9-2006 αίτηση του ... για αναίρεση της 5697/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2008. Και Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2008 .

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ