1447/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1447/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 32/1996). Με το δεύτερο περ. α΄ εκ του άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν εκτίθεται επακριβώς η ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού του Εφετείου, δηλ.
Full text
Απόφαση 1447 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1447/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ......., η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα της ως δικηγόρου.
Του αναιρεσιβλήτου: ........, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Πεγιάδη, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 123/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 6252/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5 Μαρτίου 2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 10 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η αναιρεσείουσα ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 4 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υποθέσεως, που κατά νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου (ποινικού ή διοικητικού) ή των διοικητικών αρχών. Επομένως, ο πρώτος περ. πρώτη εκ του άρθρου 559 αριθμ. 4 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι η με αριθμ. 5710/2000 οριστική απόφαση, του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία έγινε δεκτή αναγνωριστική αγωγή της αναιρεσείουσας, θα εξαφανισθεί και δη και τύποις και ουσία, μετά την άσκηση κατ΄ αυτής (της 5710/2000) της από 12-12-2001 εφέσεως του νυν αναιρεσιβλήτου, κατ΄ άρθρον 528 Κ.Πολ.Δ., υπερέβη τη δικαιοδοσία του, είναι αβάσιμος, διότι τα ανωτέρω, δεν συνιστούν υπέρβαση δικαιοδοσίας, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Επομένως, με τα ίδια με τον προηγούμενο λόγο πραγματικά περιστατικά, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ. πρώτος περιπτ. β΄ λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο αν η προσβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, καθώς επίσης, εφόσον το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας της υποθέσεως, την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προσβαλλομένη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναιρέσεως δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο. (Ολ.
ΑΠ 32/1996). Με το δεύτερο περ. α΄ εκ του άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν εκτίθεται επακριβώς η ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού του Εφετείου, δηλ.
τα πραγματικά περιστατικά που αυτό δέχθηκε, σχετικά με την ως άνω ένσταση, παρά μόνο αποσπασματικές φράσεις των παραδοχών του Εφετείου. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Με τον δεύτερο περ. β΄ εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί, με την τελική του σκέψη, ότι οι λόγοι εφέσεως, οι οποίοι εκτιμώνται ενιαίως, έπρεπε να απορριφθούν, έρχεται σε αντίφαση με την έλλειψη αιτιώδους συνάφειας των κατ΄ ιδίαν απορριφθέντων λόγων εφέσεως μεταξύ τους.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν εκτίθεται ειδικότερα στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η αντίφαση αυτή. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 16 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη.
Οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων, καταδικαστικές ή αθωωτικές αμετάκλητες, δεν αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη. Επομένως ο τρίτος λόγος αναιρέσεως ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 16 Κ.Πολ.Δ., διότι δεν δέχθηκε, όπως προκύπτει από αυτή, ότι υπάρχει δεδικασμένο από την 9875/1997 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, είναι αβάσιμος.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που περιέχονται στην 9875/1997 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο ειδικώς μνημονεύει την ανωτέρω ποινική απόφαση και, επομένως, έλαβε υπόψη του και το περιεχόμενό της. Κατά συνέπεια, ο ως άνω αντίθετος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-3-2006 αίτηση της ..... για αναίρεση της 6252/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία καθορίζει στο ποσό των εξακοσίων πενήντα (650) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ